Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Ιουλίου 2023

Η αιματηρή δράση του Ν. Μαγιάση και η εκδίκηση των Ανωγειανών

 


Η αιματηρή δράση του Ν. Μαγιάση και η εκδίκηση των Ανωγειανών

Ο ζωγράφος που έγινε διερμηνέας και βασανιστής

Στα χρόνια της Κατοχής, το φαινόμενο του δωσιλογισμού, δηλαδή της συνεργασίας μερίδας Ελλήνων με τους Γερμανούς κατακτητές, εμφανίστηκε σε διάφορες τις περιοχές της χώρας.

Στην Κρήτη, η παρουσία δωσίλογων υπήρξε περιορισμένη και πήρε διαστάσεις με τους λεγόμενους “Σουμπερίτες“. Επρόκειτο για Κρητικούς που συνεργάστηκαν με τον Ναζί λοχία και εγκληματία, Φριτς Σούμπερτ και έκαναν επιδρομές στα χωριά του νησιού και βασάνιζαν ή δολοφονούσαν Έλληνες κάθε ηλικίας.

Όσον αφορά τις μεμονωμένες περιπτώσεις προδοτών, ξεχωρίζει η περίπτωση του Νικόλαου Μαγιάση, ο οποίος έδρασε κυρίως στην περιοχή της Μεσαράς Ηρακλείου.

Σύμφωνα με ιστορικούς ερευνητές, υπήρξε ο χειρότερος δωσίλογος του νησιού, καθώς ευθυνόταν για τουλάχιστον 300 βασανισμούς και εκτελέσεις συμπατριωτών του. Μάλιστα ο Μαγιάσης κάθε άλλο παρά γερμανόφιλος ήταν στην αρχή της Κατοχής. Ανέπτυξε αντιστασιακή δράση και αυτό που τον ώθησε να συνεργαστεί με τον εχθρό ήταν η αποφυγή της εξορίας. Έτσι, όταν οι Γερμανοί τον πλησίασαν και του πρότειναν να συνεργαστεί μαζί τους, επειδή γνώριζε τη γερμανική γλώσσα, ο Μαγιάσης δέχθηκε. Έκτοτε μεταστράφηκε σε εγκληματία. Απο αντάρτης έγινε συνεργάτης των κατακτητών.

Ο Νικόλαος Μαγιάσης γεννήθηκε το 1914 στις Βρυξέλλες. Προερχόταν από εύπορη οικογένεια που μετανάστευσε στην Αθήνα και ήταν ζωγράφος. Ο πατέρας του, Βασίλης Μαγιάσης, ήταν επίσης ζωγράφος, ακαδημαϊκός, συνιδρυτής του Ελληνογαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών και πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Καλλιτεχνών. Η μητέρα του Μαγιάση ήταν κατά πάσα πιθανότητα Γαλλίδα και ένας αδερφός του ήταν ιπτάμενος της Πολεμικής Αεροπορίας που υπηρέτησε στη Μέση Ανατολή.

Η ποινή που επιβλήθηκε στον Μαγιάση για την αντιστασιακή του δράση ήταν τετράμηνη φυλάκιση και διετής εξορία. Για να αποφύγει τον εκτοπισμό αποδέχθηκε την πρόταση να προσληφθεί σε γερμανική υπηρεσία ως διερμηνέας, δεδομένου ότι γνώριζε πολύ καλά τα γερμανικά. Οι ιστορικοί εκτιμούν ότι ο Νικόλαος Μαγιάσης υπήρξε υπεύθυνος για τουλάχιστον 300 βασανισμούς και εκτελέσεις συμπατριωτών του.

Ο Μαγιάσης έδρασε αρχικά στην Αθήνα. Συνέχισε να συνεργάζεται με τους Γερμανούς, παρά τις εκκλήσεις του πατέρα του να σταματήσει. Εστάλη στα Χανιά και αργότερα στις Μοίρες Ηρακλείου, όπου υπηρέτησε ως διερμηνέας της Γκεστάπο. Τελικά εξελίχθηκε σε βασανιστή, ο οποίος, σύμφωνα με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα, Νίκο Ψιλάκη, “δημιούργησε ένα πολύ κακό προηγούμενο στην Κρήτη“. Εφάρμοσε τις πιο φρικτές μεθόδους, για να αποσπάσει πληροφορίες από τους κρατούμενους και από πολλούς ζητούσε ανταλλάγματα, για να τους χαρίσει τη ζωή. “Στην αρχή πήγε ως διερμηνέας στις Μοίρες, αλλά δεν αρκέστηκε σε αυτό και έγινε βασανιστής. Είναι πραγματικά απορίας άξιο, χρειάζεται η επιστημονική εξήγηση για το πώς ένα ευγενικό παιδί, ζωγράφος από μία αστική οικογένεια μπόρεσε να γίνει ένας από τους σκληρότερους βασανιστές της περιόδου“, προσέθεσε στη “ΜτΧ” ο Αντώνης Σανουδάκης, συγγραφέας και καθηγητής ιστορίας στην Πατριαρχική Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Κρήτης (ΠΑΕΑΚ). 

 

 

Ο φρικτός θάνατος του 19χρονου Σταύρου Ανδρεαδάκη

Τον Αύγουστο του 1944, ο 19χρονος Σταύρος Ανδρεαδάκης από το χωριό Σοκαράς του Ηρακλείου, μετέφερε ένα όπλο στους αντάρτες. Τον κατέδωσαν στους Γερμανούς, συνελήφθη και οδηγήθηκε στο Φρουραρχείο των Μοιρών. Ανάμεσα στους βασανιστές του ήταν και ο Μαγιάσης. Όπως είπαν στη “ΜτΧ” ιστορικοί και ερευνητές της περιόδου της Κατοχής, το τέλος του Ανδρεαδάκη ήρθε με τον πιο φρικτό τρόπο. Τον έδεσαν σε ένα στύλο, του έβγαλαν τα νύχια και τα δόντια και του έκοψαν τα πέλματα στα πόδια. Λίγο πριν ξεψυχήσει, πέρασαν από πάνω του ένα τεθωρακισμένο, για να τον συνθλίψουν και να εξαφανίσουν και το τελευταίο ίχνος του. Ο 19χρονος Σταύρος Ανδρεαδάκης υπήρξε ένα από τα εκατοντάδες θύματα του αρχιδωσίλογου και βασανιστή, Νικόλαου Μαγιάση.

Την ίδια στιγμή, ο πατέρας του Ανδρεαδάκη, Σταμάτης αναζητούσε απεγνωσμένα τον γιο του. Περισυνέλλεξε τα υπολείμματα από το σώμα του δολοφονημένου παιδιού του και θρήνησε για την άδικη απώλειά του, σύμφωνα με τον κ. Ψιλάκη: “Κάποια στιγμή, προχωρώντας ο πατέρας προς το χωριό Βρέλη, δίπλα σε κάτι ελιές και χωράφια είδε δύο παπούτσια, δύο στιβάνια, όπως λέγονταν στην Κρήτη. Αναφώνησε “Α! Αυτά είναι του παιδιού μου”. Έτρεξε να τα πάρει, να δει τι συνέβη και ήταν εκεί και τι είδε μέσα; Τα πόδια. Ήταν αποκομμένα από το υπόλοιπο κορμί. Ο πατέρας ξέσπασε, αλλά τα παπούτσια αυτά δεν πετάχτηκαν. Ήταν τόση η στέρηση και οι ανάγκες του κόσμου που τα πήρε κάποιος συγγενής, τα μπάλωσε και τα φόρεσε. Ο Ανδρεαδάκης δεν άνοιξε το στόμα του. Δεν μίλησε, δεν πρόδωσε, δεν κατονόμασε κανέναν συνεργάτη του. Κι όσο δεν μιλούσε, τόσο αγρίευαν οι βασανιστές του. Είχα την τύχη να μιλήσω πριν από κάμποσα χρόνια με τον αδερφό του Ανδρεαδάκη. Μιλούσε και έκλαιγε. Ήταν τόσο έντονα χαραγμένα στη μνήμη του όλα αυτά τα γεγονότα“. “Στην εκταφή που έγινε, όταν ήρθαν στον Σοκαρά τα οστά του, ήταν μόνο η κάτω γνάθος ολόκληρη, όλα τα υπόλοιπα κόκαλα ήταν τρίμματα“, είπε στη “ΜτΧ” ο Στέφανος Ανδρεαδάκης, ανιψιός του Σταύρου Ανδρεαδάκη.

Το Μάρτιο του 1946, ο Μαγιάσης παραπέμφθηκε στο Ειδικό Δικαστήριο Δωσίλογων του Ηρακλείου για τη δολοφονία του Ανδρεαδάκη. Κηρύχθηκε, όμως, “αθώος λόγω αμφιβολιών”, επειδή δεν έγινε αναγνώριση της ταυτότητας του θύματος. “Το σκεπτικό των δικαστών ήταν ότι δεν ήταν δυνατόν να αναγνωριστεί ο νεκρός, γιατί το πρόσωπό του και το σώμα του είχαν παραμορφωθεί από τα φρικτά βασανιστήρια και το γεγονός ότι πέρασε από  πάνω του το ερπυστριοφόρο. Επρόκειτο για μια απόφαση προκλητική για τη νοημοσύνη μας και κυρίως υβριστική για την μνήμη του ήρωα Σταύρου Ανδρεαδάκη“, σύμφωνα με τον διδάκτορα του Πανεπιστημίου Αθηνών, Αριστομένη Συγγελάκη. 

 

 

Η εκτέλεση του βοσκού Μιχάλη Βρέντζου

 Ο Μαγιάσης ήταν υπεύθυνος και για τον ατιμωτικό θάνατο ενός 26χρονου βοσκού, του Μιχάλη Βρέντζου από τα Ανώγεια. Ο Μαγιάσης σκότωσε τον Βρέντζο, επειδή είχε δώσει ψωμί και νερό σε αντάρτες που είχαν βρει καταφύγιο στον Ψηλορείτη. Προτού ο Μαγιάσης πυροβολήσει τον ποιμένα στο πίσω μέρος του κεφαλιού, τον υπέβαλε σε ψυχολογικά βασανιστήρια. Αφού τον δολοφόνησε στο οροπέδιο της Νίδας, του κάρφωσε στο αριστερό στήθος έναν κάλυκα όπλου. Ο αδερφός του Μιχάλη Βρέντζου, Γιώργης, γνωστός στην τοπική κοινωνία και ως “Τηγανίτης“, έσπευσε να βρει το πτώμα του αδερφού του. “Πήρε παπά, κουνιάδο και βγήκανε και τον βρήκανε. Και τον πετρώσανε γιατί βρώμαγε“, είπε στη “ΜτΧ” ο Σωκράτης Βρέντζος, συγγενής του Μιχάλη Βρέντζου.

Η αυτοδικία που έγινε μαντινάδα

Προς το τέλος της Κατοχής, ο Νικόλαος Μαγιάσης κατάφερε να διαφύγει από το Ηράκλειο και αθόρυβα να εγκατασταθεί στην Αθήνα. Εμφανίστηκε, μάλιστα, ως δήθεν ΕΛΑΣίτης, φορώντας ανάλογη αντάρτικη στολή. Δεν έμεινε όμως για πολύ καιρό κρυπτόμενος. Ένας Κρητικός που επίσης έφτασε στην Αθήνα, τον αναγνώρισε και τον κατέδωσε. Ο Μαγιάσης συνελήφθη, πέρασε ένα διάστημα στις φυλακές Αίγινας και στη συνέχεια τον έστειλαν φρουρούμενο στην Κρήτη. Στις ανακρίσεις παρουσιάστηκε αμετανόητος και κατέδιδε τους πάντες ως συνεργάτες και πράκτορες των Ναζί. Εμφανιζόταν συχνά στα δικαστήρια δωσιλόγων, με σκοπό να καταθέσει επιβαρυντικά στοιχεία για τους υπόλοιπους συνεργάτες των κατακτητών.

Εντωμεταξύ, ο Γιώργης Βρέντζος αναζητούσε την κατάλληλη ευκαιρία, για να πάρει εκδίκηση για τον θάνατο του αδερφού του. Τη βρήκε στις 30 Οκτωβρίου 1947, όταν ο Μαγιάσης έκατσε ξανά στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Ο αδερφός του Μιχάλη Βρέντζου, Γιώργης ορκίστηκε να σκοτώσει τον Νικόλαο Μαγιάση. Το έπραξε μέσα στο δικαστήριο. Όπως ανέφερε ο δικηγόρος και μελετητής, Γιώργος Καρτσωνάκης, ο “Τηγανίτης” σκόπευε να δολοφονήσει τον αρχιδοσίλογο της Κρήτης με πιστόλι, αλλά ο ξάδερφός του και δικηγόρος, Βασίλης τον εμπόδισε. Τελικά αγόρασε ένα κοφτερό μαχαίρι, το οποίο έκρυψε στη δικαστική αίθουσα μία ημέρα πριν από τη δίκη. Την ώρα που ο Βρέντζος κατέθετε, κινήθηκε με αστραπιαία ταχύτητα και έμπηξε τρεις φορές το μαχαίρι στην κοιλιά του Μαγιάση. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και πέθανε από ακατάσχετη αιμορραγία. 

 


Ο δικηγόρος της Πολιτικής Αγωγής, Βασίλειος Βρέντζος προειδοποίησε τους Χωροφύλακες να μην πειράξουν τον ξάδερφό του, καθώς οι Ανωγειανοί είχαν ναρκοθετήσει το Δικαστικό Μέγαρο και θα το ανατίναζαν. Ο “Τηγανίτης” παραπέμφθηκε σε δίκη στα Χανιά, αλλά αθωώθηκε χάρη σε ένα παραποιημένο έγγραφο που έφερε την υπογραφή του Ανώτατου Διοικητή των Συμμαχικών Δυνάμεων της Μεσογείου και όριζε πως όποιος συλλάμβανε τον Μαγιάση, εντελλόταν να τον εκτελέσει ως προδότη της πατρίδας. Η πράξη του Γιώργη Βρέντζου θεωρήθηκε, λοιπόν, πατριωτικό καθήκον και μνημονεύεται ακόμα στα Ανώγεια μέσα από την ακόλουθη μαντινάδα:

 


© Μηχανή του Χρόνου Εκτός από την έρευνα της “Μηχανής του Χρόνου” για τον δωσιλογισμό στην Κρήτη και τις αυτοδικίες, οι πληροφορίες του κειμένου βασίστηκαν και στο βιβλίο του Δημοσθένη Κούκουνα “Η Κρήτη υπό Κατοχή – Η Μάχη της Κρήτης και η Εθνική Αντίσταση. Κατοχή και δοσιλογισμός” (Εκδόσεις Ariston Books)...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/o-zografos-poy-egine-diermineas-kai-vasanistis-i-aimatiri-drasi-toy-n-magiasi-kai-i-ekdikisi-ton-anogeianon/

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

Η ιστορία της Λέλας Καραγιάννης





8.9.1944: Εκτελείται από τους Ναζί στο Δαφνί μαζί με άλλους 71 πατριώτες η Λέλα Καραγιάννη, ηρωίδα της Αντίστασης, αρχηγός της αντιστασιακής οργάνωσης "Μπουμπουλίνα".

Λέλα Καραγιάννη: Η μάνα της Αντίστασης
Η ιστορία της Λέλας Καραγιάννης - Ποια ήταν η αγωνίστρια της Αντίστασης που εκτελέστηκε από τους Γερμανούς
Η μεγάλη ηρωίδα, πολύτεκνη μητέρα, της Εθνικής Αντίστασης κατά της Γερμανικής Κατοχής, εκτελέσθηκε από τους φασίστες την αυγή της 8ης Σεπτεμβρίου 1944, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο και χορεύοντας τον χορό του Ζαλόγγου, εμψυχώνοντας μέχρι την τελευταία στιγμή τους υπόλοιπους μελλοθανάτους πατριώτες.
Όπως διηγείται ο Βύρων Καραγιάννης (γιος της Λέλας Καραγιάννη):
Ήταν Άνοιξη του 1941, όταν μετά από σκληρή πάλη έξι μηνών, έπεσαν τα μαύρα πέπλα του Ναζισμού και του Φασισμού πάνω στην γαλάζια μας χώρα... Ακολούθησαν σε λίγο: πείνα, βία, τρομοκρατία, εκτελέσεις, θάνατος. O λαός μας υπέφερε, δυστυχούσε και έμοιαζε να έχει χάσει κάθε ελπίδα.
Τότε άρχισε να γεννιέται, σε μερικές γενναίες και αδάμαστες ψυχές, η ανάγκη της αντίστασης, ανάγκη για την δημιουργία ομάδων από ψυχωμένους πατριώτες, που θα αναπτέρωναν το κλονισμένο φρόνημα του ελληνικού λαού και θα τον ωθούσαν σε πράξεις αντίστασης κατά των κατακτητών.
Με βαθιά συγκίνηση σάς γνωρίζω ότι η πρώτη που οργάνωσε μια τέτοια ομάδα αντίστασης ήταν η αξέχαστη μάνα μας, η Λέλα Καραγιάννη. Είχε επτά παιδιά να φροντίσει, να θρέψει, να μεγαλώσει. Όμως ήταν τόση η αγάπη της για την πατρίδα που έβαλε την οικογένεια σε δεύτερη μοίρα. Υπεράνω όλων η Πατρίδα! Ακριβώς όπως δίδασκαν οι πρόγονοί μας.
Την οργάνωση ονόμασε «Μπουμπουλίνα» και την απετέλεσαν λίγοι στην αρχή, αποφασισμένοι πατριώτες, και τα μεγαλύτερα απ’ τα παιδιά της.    Άρχισε να προκαλεί σαμποτάζ σε βάρος των κατακτητών και ήρθε σε επαφή με το συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, όπου διεβίβαζε πληροφορίες για τις κινήσεις του εχθρού. Oι Γερμανοί προσπαθούσαν να την ανακαλύψουν, αλλά δεν το κατόρθωναν.
Και ενώ πια ροδοχάραζε η ελευθερία πάνω απ’ την τυραννισμένη χώρα, η Λέλα Καραγιάννη, ύστερα από προδοσία, συλλαμβάνεται μαζί με τα 5 μεγαλύτερα παιδιά της. Στα χέρια των Ες-Ες μαρτύρησε, αλλά δεν πτοήθηκε. Δεν απεκάλυψε κανένα συναγωνιστή ούτε όταν βρέθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Αντίθετα, βρήκε τον θάνατο, ψέλνοντας τον Εθνικό μας Ύμνο, τον ύμνο προς την Ελευθερία για την οποία θυσιάστηκε.
Oι γονείς μου, Νικόλαος και Λέλα Καραγιάννη, απέκτησαν επτά (7) παιδιά. Εγώ είμαι το τέταρτο στη σειρά. Όλα μεγαλώσαμε μέσα σ’ ένα χριστιανικό περιβάλλον, με τις παραδόσεις της φυλής μας, όπου η φιλοπατρία ήταν ανωτέρα στην ιεράρχηση των καθηκόντων. Είχαμε πάθος για την πατρίδα μας, που μας το ενέπνευσαν οι γονείς μας και προπάντων η μητέρα μας.


Με την κήρυξη του πολέμου
Όταν κηρύχθηκε ο Ιταλοελληνικός πόλεμος, η μητέρα, αλλά και εμείς, τ’ αγόρια, λυπηθήκαμε που ήμασταν μικροί και δεν είχαμε την ηλικία για να πολεμήσουμε στην πρώτη γραμμή για τα πάτρια. Το μόνο που απέμενε ήταν να καταταχθούμε στις τάξεις του Ερυθρού Σταυρού και αυτό κάναμε. Τα τέσσερα απ’ τα μεγαλύτερα αδέλφια, αγόρια και κορίτσια, ύστερα από μια σύντομη εκπαίδευση, γίναμε τραυματιοφορείς του Ερυθρού Σταυρού, η δε αδελφή μου Ιωάννα υπηρέτησε ως αδελφή τραυματιοφορέας στους συρμούς, στην μεταφορά των τραυματιών απ’ το μέτωπο.
O στρατός μας νικούσε τους Ιταλούς, παρά την μεγάλη αριθμητική υπεροχή τους, και εμείς ζούσαμε σε μια εθνική έξαρση. Αλίμονο όμως, γιατί εκεί που νικούσαμε τους εισβολείς, ξαφνικά μας επετέθησαν οι Γερμανοί, για να σώσουν τους Ιταλούς συμμάχους τους, που εμείς οι Έλληνες είχαμε πάρει στο κυνήγι. Επόμενο ήταν η Ελλάδα να υποκύψει στον Χιτλερικό οδοστρωτήρα και από νικήτρια να βρεθεί σκλαβωμένη από δύο στρατούς. Η πατρίδα μας ήταν απ’ τον Απρίλιο του 1941 κάτω από διπλή κατοχή.   
Μ’ αυτές τις πεποιθήσεις και τα ιδανικά, με τα οποία γαλουχηθήκαμε, δεν ήταν δυνατόν να αδιαφορήσουμε γι’ αυτήν την Κατοχή και να περιμένουμε τους συμμάχους να νικήσουν και να μας ελευθερώσουν. Θυμάμαι τη μητέρα μας που έλεγε το αρχαίο ρητό «Συν Αθηνά και χείρα κίνει», δηλαδή ότι έπρεπε ο κάθε Έλληνας να ξεσηκωθεί, να αγωνισθεί για την ελευθερία του και όχι να περιμένει τους συμμάχους να τον ελευθερώσουν. Και αυτό ακριβώς έκανε εκείνη. Ξεσηκώθηκε και αγωνίσθηκε.


Η πρώτη αντιστασιακή οργάνωση
Όλα άρχισαν απλά, αυθόρμητα απ’ τα βάθη της καρδιάς μας. Απ’ τις πρώτες ημέρες που πάτησαν το πόδι τους στην Ελλάδα τα στρατεύματα κατοχής, άρχισε από μόνη της την πατριωτική της δράση και δημιούργησε ομάδα αντίστασης, η οποία αρχικά απετελείτο απ’ τα μέλη της οικογένειάς μας και μερικούς φίλους μας πατριώτες. Άρχισε να αγωνίζεται ακούραστα με όλη την δύναμη της ψυχής της και καθ’ όλη την διάρκεια της Κατοχής μέχρι το τέλος, την ημέρα που συνελήφθη.
Βέβαια, στην αρχή δεν ήξερε τι να κάνει, ούτε είχε συγκεκριμένα σχέδια, πήγαινε ψαχουλευτά, την καθοδηγούσε η καρδιά της, που ήταν γεμάτη Ελλάδα, και γρήγορα βρήκε το δρόμο της, στην Αντίσταση. Στην αρχή ασχολήθηκε με την περίθαλψη και φυγάδευση των συμμάχων μας, με αυτούς που δεν τα κατάφεραν να φύγουν μαζί με το εκστρατευτικό σώμα και είχαν εγκλωβισθεί στην Ελλάδα.
Έλεγε ότι ήταν χρέος και καθήκον ημών των Ελλήνων, να συντρέξουμε τους συμμάχους και συμπολεμιστές μας, που είχαν έλθει απ’ τα πέρατα της γης, για να μας βοηθήσουν, και ότι τώρα που βρίσκονταν σε τραγική θέση, σκόρπιοι σε όλη την Ελλάδα, κυνηγημένοι, πεινασμένοι, και έτρεχαν να κρυφτούν, είχαν απόλυτη ανάγκη απ’ την βοήθειά μας. Εμείς τους βοηθήσαμε με όλη μας την ψυχή, παρά την απειλή του θανάτου και πέρα απ’ τις δυνάμεις μας, και πολλούς απ’ αυτούς τους φυγαδεύσαμε στη Μέση Ανατολή.
Εν τω μεταξύ η δράση της μητέρας μπήκε σε άλλο δρόμο. Βρήκε μονοπάτια, που οδηγούσαν στην κατασκοπεία και στις δολιοφθορές κατά του εχθρού. Βρήκε τον τρόπο να κατασκοπεύει τις κυριότερες υπηρεσίες του εχθρού. Oργάνωσε πιο καλά τα σχέδιά της, και χρειαζόταν ικανά στελέχη για να την βοηθήσουν. Μάζεψε γύρω της και άλλους ένθερμους πατριώτες. Έτσι η ομάδα της πλουτίσθηκε με πολλά δυναμικά στελέχη και μεταβλήθηκε, μετά την στελέχωση αυτή, σε αντιστασιακή οργάνωση, την οποία η μητέρα ονόμασε «Μπουμπουλίνα» (απ’ το οικογενειακό όνομα της μητέρας της, η οποία λεγόταν Μπούμπουλη).


Ένας μικρός στρατός
Η οργάνωση ήταν ένας μικρός στρατός που εκινείτο αθόρυβα, σιωπηλά μέσα στο σκοτάδι, με σκοπό να προκαλέσει όσο πιο πολύ κακό μπορούσε στον εχθρό. Ήταν ένας αγώνας ζωής και θανάτου, για την επιβίωσή μας, ως Έθνος και λαός.
Η μητέρα ρίχτηκε με ορμή σ’ αυτόν τον ιερό αγώνα μαζί με τα παιδιά της. Όσο μεγάλη και αν ήταν η αγάπη της για μας, δεν μπόρεσε να την κάνει να ξεχάσει ότι πάνω απ’ όλα και από μας ήταν η πατρίδα.  Και εμείς, τα έξι απ’ τα επτά πιδιά της, την βοηθήσαμε όσο μπορούσαμε με όλον τον ενθουσιασμό της νεανικής ψυχής μας. Αξιόλογο είναι να τονισθεί εδώ ότι στη οργάνωσή της προστέθηκαν και μερικοί Γερμανοί και Αυστριακοί, αντιναζιστές, αλλά και Ιταλοί, οι οποίοι της παρείχαν πολύτιμες πληροφορίες.
Παράλληλα, η «Μπουμπουλίνα» βοηθούσε και τις αντάρτικες ομάδες της υπαίθρου με πολεμοφόδια, που προέρχονταν από αποθήκες των στρατευμάτων κατοχής, και που οι ηρωικές μορφές, για να τα αποκτήσουν, πολλές φορές έδωσαν τη ζωή τους. Ακόμη τις τροφοδοτούσαμε και με φαρμακευτικό υλικό, ένα μέρος του οποίου προερχόταν απ’ την φαρμακαποθήκη του πατέρα μας, διότι εκτός απ’ την αρωματοποιΐα διατηρούσε και φαρμακείο και φαρμακαποθήκη.
Ευθύνες και καθήκοντα
Όλοι είχαμε αναλάβει ορισμένες ευθύνες και καθήκοντα και την βοηθούσαμε, ακόμα και η Νεφέλη που ήταν πολύ μικρή. Πόσες φορές δεν μετέφερα μηνύματά της. Η μητέρα με χρησιμοποίησε πολλές φορές σε επικίνδυνες αποστολές, όπως η μεταφορά σακιδίων γεμάτων με πυρομαχικά και οπλισμό, τα οποία κρύβαμε στο κατάστημα του πατέρα, αλλά και αλλού.
Πολλά πυρομαχικά, όπλα και άλλα συναφή, μας έφερνε ο Ζήσιμος Παρρίδος, βασικό στέλεχος της οργάνωσης «Μπουμπουλίνα» και ο οποίος δεν δίστασε να καταταγεί στον γερμανικό στρατό, μόλις του το ζήτησε η μητέρα, σαν μάχιμος διερμηνέας του Τάγματος Χόλμαν, της Μεραρχίας Βραδεμβούργου, σκοπός της οποίας ήταν η δίωξη και εξολόθρευση των αντάρτικων ομάδων στην Στερεά Ελλάδα και αλλού. Αυτό το παλικάρι δέχτηκε να παίξει αυτόν τον άχαρο και επικίνδυνο ρόλο, προσφέροντας εξαιρετικά πολύτιμες υπηρεσίες. Πληροφορούσε την μητέρα για τις κινήσεις και τα σχέδια του Τάγματος Χόλμαν.


Ανθρωποκυνηγητό
Ήταν αρχές του 1944. Oι νίκες και τα αλλεπάλληλα πλήγματα που κατάφεραν οι σύμμαχοι στους Γερμανούς, στα διάφορα μέτωπα, έδωσαν καινούργιες ελπίδες και κουράγιο στους Έλληνες, τους αναπτέρωσαν το ηθικό, και άρχισαν να βλέπουν ότι πλησιάζει η ώρα της λευτεριάς. Τώρα οι όροι της πολεμικής κατάστασης είχαν αντιστραφεί. Oι Γερμανοί, που έβλεπαν να χάνουν τον πόλεμο, ξεσπούσαν με λύσσα πάνω στους αγωνιστές που έπεφταν στα χέρια τους. Έβλεπαν να διαρρέουν τα μυστικά τους και εξαπέλυσαν ανθρωποκυνηγητό.
Με πληροφοριοδότες τους κατόρθωσαν να εντοπίσουν και να συλλάβουν τους αρχηγούς ορισμένων οργανώσεων. Μερικοί δεν άντεξαν τα φρικτά μαρτύρια, στα οποία τους υπέβαλαν, και μίλησαν και έτσι οι Γερμανοί κατόρθωσαν να ανακαλύψουν την ύπαρξη ορισμένων οργανώσεων. Η μητέρα υπό την πίεση των καθηκόντων είχε κουρασθεί ψυχικώς και σωματικώς και αυτό μας ανησύχησε. Oι ιατροί και συνεργάτες της Μιχαήλ Σαρακηνός και Παύλος Βακατάτσης, μας συμβούλεψαν να την βάλουμε στο νοσοκομείο. Με δυσκολία την πείσαμε να δεχθεί.
Συλλήψεις και βασανιστήρια
Τον Ιούνιο του 1944 έγιναν οι πρώτες συλλήψεις και στελεχών της οργάνωσης «Μπουμπουλίνα». Αυτές οι συλλήψεις την ανησύχησαν και βγήκε, πολλές φορές, κρυφά απ’ το νοσοκομείο για να ειδοποιήσει τους συνεργάτες της να εξαφανισθούν. Τότε η μητέρα πληροφορήθηκε από άνθρωπο μέσα απ’ τα Ες-Ες, ότι επέκειτο και η δική της σύλληψη. O γαμβρός μου ο Σπύρος έστειλε άνθρωπο να την πάρει και να την κρύψει. Eπίσης ο Άγγελος Έβερτ την παρακάλεσε να την κρύψει αυτός ο ίδιος. Εκείνη όμως ήταν αμετάπειστη και δήλωσε σε όλους ότι θεωρούσε λιποταξία να τρέξει να κρυφτεί για να σωθεί εκείνη και να εγκαταλείψει σ’ αυτήν την κρίσιμη στιγμή τους συνεργάτες της, μερικοί απ’ τους οποίους ήταν ήδη στα χέρια των Ες-Ες.
Πίστευε ότι με τη δική της σύλληψη και επωμιζόμενη τις ευθύνες της θα σταματούσε την έκταση του κακού και τις συλλήψεις και ότι έτσι θα έσωζε και εμάς τα παιδιά. «Αν ποτέ σας πιάσουν οι Γερμανοί, μας είπε, να δείξετε γενναιότητα και να μην λυγίσετε, γιατί έτσι θα επιβαρύνετε περισσότερο την θέση σας. Προσέξτε καλά, δεν ξέρετε τίποτα για το τι έκανα, έτσι μόνο θα γλυτώσετε, και δεν θέλω να κλάψετε ή να πενθήσετε γαι μένα, μόνο να σκέπτεστε, ότι ό,τι κάναμε το κάναμε για την πατρίδα και αυτό θα σας ανακουφίζει». Μας έλεγε ακόμη ότι πίστευε στον Θεό και στην βοήθειά του για να σωθούμε εμείς, τα παιδιά της.
Ύστερα, ήλθαν στο δικό μου κλουβί και με ανέβασαν πάλι στον ανακριτή Μπέκε. Αυτήν την φορά είδα με έκπληξη την μητέρα μου και τον αδελφό μου Νέλσωνα στο ανακριτικό γραφείο του Μπέκε.
Η μητέρα, προφανώς για να μην λυγίσω, ή για να μην δουν οι Γερμανοί μητρική αδυναμία και στοργή για μας και τα εκμεταλλευτούν, με κοίταξε αυστηρά, κάνοντάς μου νεύρα με το βλέμμα, που σήμαινε να σταθώ στο ύψος μου και να φερθώ γενναία. Μια μόνο λέξη μου είπε επιτακτικά: «Πρόσεχε». Βέβαια είχε δει τα χάλια μου, τα καμένα πόδια μου, το ματωμένο πουκάμισό μου και τα παράλυτα χέρια μου. Αυτή η στάση της, απέναντί μου, έκανε τον Μπέκε να καταλάβει, ότι η Λέλα Καραγιάννη δεν είναι εύκολη λεία, και θα ήταν αδύνατον να της πάρει λέξη.
O Μπέκε με άρπαξε και βίαια με γύρισε και με κόλλησε με το πρόσωπο στον τοίχο, το ίδιο έκανε και στον αδελφό μου. Έβγαλε το περίστροφο απ’ την θήκη του, το κόλλησε στο κεφάλι του Νέλσωνα, και κοιτάζοντας το ρολόι του χεριού του και μέσω διερμηνέα είπε στην μητέρα, με ύφος αποφασισμένο να εκτελέσει την απειλή του: «Λέλα Καραγιάννη, πρόσεξε καλά, σου δίνω δυο λεπτά προθεσμία, για να μου απαντήσεις σ’ αυτά που σ’ ερωτώ, διαφορετικά θα εκτελέσω, τώρα εδώ μπροστά σου, ένα - ένα τα παιδιά σου, αρχίζοντας από αυτόν εδώ.
Λέγε, γιατί θα πιέσω την σκανδάλη, πού έχεις τον πομπό σου, ποιος τον χειρίζεται, με ποιους συνεργάζεσαι, ποιες είναι οι πηγές απ’ τις οποίες παίρνεις τις πληροφορίες για τις κινήσεις μας, ποιοι είναι οι συνεργάτες σου, πού βρίσκεται ο καπετάνιος Χρυσίνης με το καΐκι του».
Το περίστροφο του Μπέκε έσπρωχνε το κεφάλι του Νέλσωνα, και το έκανε να γέρνει, ήταν αγριεμένος και φαινόταν αποφασισμένος να εκτελέσει την απειλή του. Τότε άκουσα την μητέρα να λέει, με σταθερή και ήρεμη φωνή: «Τα παιδιά μου, εγώ τα γέννησα, δικά μου είναι, αλλά πρέπει να ξέρεις ότι πρωτίστως ανήκουν στην πατρίδα μας. Πρόσεξε καλά, και πάλι σου λέω ότι αυτά δεν ξέρουν τίποτα και άδικα θα τα σκοτώσεις».
Η ψυχή της έτρεμε καθώς τα έλεγε αυτά, η φωνή της ηχούσε παράξενα, επίσημα και κατηγορηματικά, ο Νέλσων και εγώ κοιταχτήκαμε έντρομοι με λοξή ματιά, ο Μπέκε έμεινε άναυδος, αμήχανος. Τελικά τράβηξε το πιστόλι απ’ τον κρόταφο του Νέλσωνα και βάζοντάς το μέσα στην πέτσινη θήκη που κρεμόταν απ’ την ζώνη του, είπε τρέμοντας από οργή: «Τα παιδιά σου τα χρειάζομαι προς το παρόν, και μόλις τελειώσω μ’ αυτά, υπόσχομαι να τα στείλω στο εκτελεστικό απόσπασμα, να μην αμφιβάλλεις γι’ αυτό».


Παίρνουν τη Μάνα...
Το σούρουπο της 7ης Σεπτεμβρίου διεδόθη αστραπιαία στο στρατόπεδο, ότι ήλθαν οι κλούβες με τη συνοδεία αποσπάσματος. O Νέλσων και εγώ σκαρφαλώσαμε στα δυο μικρά παραθυράκια του υπόγειου και είδαμε τις κλούβες, σταματημένες μπροστά στο κτίριο Νο 15.
Έβγαζαν απ’ το κτίριο άνδρες κρατουμένους και τους παρέτασσαν εφ’ ενός ζυγού, με μέτωπο προς το κτίριο Νο 4. Είδαμε επίσης να βγάζουν απ’ το κτίριο Νο 14, όπου ήταν η αυστηρή απομόνωση γυναικών, γυναίκες τις οποίες παρέτασσαν κατά τον ίδιο τρόπο. Άκουσα τον αδελφό μου, απ’ το άλλο παράθυρο, να μου φωνάζει: «Βύρων, παίρνουν και την μαμά».
Εγώ έντρομος, κοιτώντας προσεκτικά τις γυναίκες, διαπίστωσα ότι η πρώτη της σειράς ήταν η μητέρα μου. Στο γκρουπ των ανδρών ξεχώρισα μερικούς συνεργάτες της μητέρας, καθώς και μέλη της οργάνωσής της. Είδα το Γιαννάκη Χούπη, τον ταγματάρχη Σούλη και άλλους, καθώς και τον Ιωάννη Ριζόπουλο. Στο γκρουπ των γυναικών, εκτός απ’ την μητέρα μου, διέκρινα και μερικές συνεργάτιδές της. Κοντά στην μητέρα στεκόταν ο Γεώργιος Ριζόπουλος. Σε κάποια στιγμή τον είδα να μετακινείται απ’ την θέση του, να παίρνει την θέση του πρώτου, να πλησιάζει την μητέρα, να γονατίζει μπροστά της και να φιλάει το χέρι της.
Προφανώς της ζητούσε συγχώρεση γι’ αυτό που είχε κάνει εξ αιτίας του φόβου του για τα μαρτύρια και την ζωή του. Είδαμε την μητέρα να σκύβει προς το μέρος του, σαν να τον συγχωρούσε. Μετά τους έβαλαν όλους στις κλούβες με ένοπλη συνοδεία. Ξεκίνησαν προς άγνωστη κατεύθυνση για μας. Κοίταζα το καμιόνι, που έπαιρνε την μητέρα μου, μέχρι που βγήκε απ’ την πύλη του στρατοπέδου και εξαφανίσθηκε.
Εκείνη την στιγμή είδα να έρχεται προς το κτίριό μας ο στρατοπεδάρχης Ραφαήλ Παρίσης, και του φώναξα αν ξέρει πού τους πήγαιναν. Εκείνος για να αποκρύψει την τραγική αλήθεια μου είπε: «Μην ανησυχείς Βύρωνα τους πάνε για όμηρους στα τρένα, και όταν φτάσουν στα σύνορα θα τους αφήσουν ελεύθερους, για να τους αντικαταστήσουν με όμηρους Γιουγκοσλάβους».
Παρ’ όλο που μέσα μου ήξερα πολύ καλά ότι δεν θα ξανάβλεπα την μητέρα μου γιατί η κατηγορία ήταν βαρύτατη: «Αρχηγός οργάνωσης, κατασκοπεία σε βάρος των Γερμανών, σαμποτάζ», ήλπιζα μέσα στην απελπισία μου σε κάποιο θαύμα."
Όμως το θαύμα δεν έγινε, αλλά η θυσία της Μάνας για την Πατρίδα! Η Λέλα Καραγιάννη, η ηρωίδα Πολύτεκνη Μάνα, εκτελέστηκε από «τους σιδηρόφραχτους και θηριώδεις» Ναζί του Χίτλερ, πριν προλάβει να την στεφανώσει η Λευτεριά. Με τη θυσία της σφράγισε τον τίμιο κι ένδοξο αγώνα της για την Πατρίδα. Με το αίμα της έγραψε τον ωραιότερο τίτλο τιμής: Μια Πολύτεκνη Μάνα θυσιάστηκε για την Ελλάδα!
http://tvxs.gr/news/san-simera/lela-karagianni-san-simera-ektelesthike-apo-toys-fasistes

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

71 χρόνια από το Μπλόκο της Κοκκινιάς – 17 Αυγούστου 1944



71 χρόνια από το Μπλόκο της Κοκκινιάς  

17 Αυγούστου 1944


Ήταν κοντά 3 τα ξημερώματα της Πέμπτης 17 Αυγούστου 1944, όταν οι Γερμανοί με τους Έλληνες συνεργάτες τους – κουκουλοφόρους, ξεκίνησαν μια επιχείρηση που οδήγησε σε λουτρό αίματος με ομαδικές εκτελέσεις, εμπρησμούς και λεηλασίες σπιτιών.

Παρουσιάζουμε συνέντευξη με μέλη της Πανελλήνιας Ένωσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης (ΠΕΑΕΑ) παραρτήματος Νίκαιας, που είχαν ζήσει τα συγκεκριμένα γεγονότα.
Οι αντιστασιακοί είναι οι: Δημήτρης Μαυράκης, Μαρίτσα Παπαδημητρίου – Κοκκινάρη, Δέσποινα Κρομμυδάκη.

 Οι συνεντεύξεις τους προέρχονται από το εξαντλημένο πια βιβλίο «Εργατικές Ιστορίες – συνεντεύξεις με πρωταγωνιστές του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα από το 1920 έως το 1967». Εκδόσεις BUX 1998, ISBN 960-7939-00-X, συγγραφέας Νάσος Μπράτσος.

Δ.Κ.: «Τότε η Κοκκινιά απαρτίζονταν, όπως και σήμερα, από προσφυγιά που είχε καυτά ζωτικά προβλήματα. Ο λαός που είχε έρθει από τη Μικρά Ασία, από τον Πόντο και από άλλες περιοχές, ήταν ρακένδυτος, χωρίς στέγη, χωρίς το νοικοκυριό του. Τα είχαν αφήσει εκεί πέρα, που τους είχαν κυνηγήσει οι Τούρκοι και τους ξεκληρίσανε. Φοβούμενοι μήπως χάσουν και τη ζωή τους, προτιμήσανε να εγκαταλείψουν τα υπάρχοντά τους και να έρθουν στην Ελλάδα και να ξαναρχίσουν πάλι από την αρχή. Ο κόσμος αυτός είχε συσπειρωθεί γύρω από τα εργατικά σωματεία και αγωνιζότανε για να μπορέσει να επιβιώσει εδώ. Τα προβλήματά τους ήταν η εργασία, η στέγη, φως, νερό κλπ και συσπειρώθηκαν γύρω από το εργατικό ΕΑΜ.

Τότε όλοι οι ξένοι (Γερμανοί, Ιταλοί, Άγγλοι) είχανε τα βλέμματά τους στραμμένα στην Ελλάδα και όταν συστάθηκαν ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ με αιμοδότη το ΚΚΕ, στα διάφορα καλέσματα που έκανε το εργατικό ΕΑΜ, ο λαός της Κοκκινιάς και ιδιαίτερα η προσφυγιά, ήταν πρώτη και ενωμένη.
Οι φασίστες ονομάζανε την Κοκκινιά “Μικρή Μόσχα” και είχαν βάλει στόχο να μας ξεκληρίσουνε. Καλούσαν να παρουσιαστούμε με ψηλά τα χέρια στην πλατεία του Αγίου Νικολάου και από εκεί άλλους θα τους κρατούσανε, άλλους θα τους πηγαίνανε στη Γερμανία, άλλους στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου για εκτέλεση, κλπ».



Δ.Μ: «Οι Γερμανοί μαζί με τους ταγματασφαλίτες, άρχισαν από το Μάρτη μέχρι τον Αύγουστο που έγινε το μπλόκο, να μπαίνουν κρυφά με πολιτικά στην περιοχή. Γίνονταν όμως αντιληπτοί, τους κυνηγούσανε και έφευγαν.

Υπήρχαν πληροφορίες πριν το μπλόκο για κάποιες κινήσεις των Γερμανών και πάντα ο ΕΛΑΣ έπαιρνε τα μέτρα του. Και περιφρούρηση το βράδυ έβγαινε και φρουραρχείο είχε. Συλλαμβάναμε διάφορους γερμανοτσολιάδες με πολιτικά, τους παίρναμε τα ρούχα και φεύγανε γυμνοί.

Οι μάχες στην περιοχή της Νίκαιας, άρχισαν στις 7 του Μάρτη. Δόθηκε σκληρή μάχη από τον ΕΛΑΣ και έτσι δεν κατάφεραν να μπουν στην Κοκκινιά. Ξαναδοκίμασαν πάλι, αλλά δεν κατάφεραν τίποτα. Τότε ετοίμασαν άλλο σχέδιο και στις 15 Αυγούστου, δεν επιχείρησαν να μπουν κατευθείαν στην Κοκκινιά, αλλά να μπαίνουν σιγά – σιγά, από την Αγιά Σοφιά, τα Μανιάτικα, να κυκλώνουν δηλαδή την Κοκκινιά.

Γίνονταν μάχες με τον ΕΛΑΣ αλλά 17 Αυγούστου μπήκαν μέσα και κύκλωσαν την Κοκκινιά από βραδύς. Με τις ντουντούκες που είχαν καλούσαν όλους τους άνδρες, από 15 χρονών έως 60, να παρουσιαστούν όλοι στην πλατεία της Οσίας Ξένης.  Tα συνθήματα τα φωνάζανε οι προδότες που ήξεραν ελληνικά».

Δ.Κ.: «Οι προδότες της εποχής εκείνης που ματοκύλισαν την Κοκκινιά, δείχνοντας στους Γερμανούς τους προοδευτικούς ανθρώπους, ήταν οι παρακάτω: ο Μπατράνης, ο Βακαλόπουλος, ο Σγούρος, ο Πλυντζανόπουλος, κλπ. Οι χαφιέδες αυτοί είχαν παράδοση συνεργασίας και με τη δικτατορία του Μεταξά».


Δ.Μ.: «Όταν γέμισε η πλατεία της Οσίας Ξένης, από τους συγκεντρωμένους, τους γονάτισαν όλους. Βάλανε τότε τις κουκούλες οι χαφιέδες και περνάγανε δίπλα από τον κόσμο και έδειχναν. Όποιον έδειχναν τον έπαιρναν για εκτέλεση στη μάντρα. Όπου υπήρχε παράνομος που κρυβόταν, οι Γερμανοί έβαζαν φωτιά στη συνοικία. Το μεγαλύτερο ολοκαύτωμα έγινε στην περιοχή Αρμένικα. Τα σπίτια τα λαμπάδιασαν και εκτέλεσαν πολλούς στη μάντρα που σήμερα είναι το γήπεδο.

Τη μέρα του μπλόκου έγινε μάχη με την Κουμπάτη τη Διαμάντω. Σκοτωθήκανε πολλοί κι έμεινε μόνη της. Την φέρανε σέρνοντας από τα μαλλιά στη μάντρα για την εκτέλεση.

Όσοι δεν εκτελέστηκαν τους πήγαν στο Χαϊδάρι κι από εκεί στη Γερμανία. Οι Γερμανοί εκτέλεσαν κι ένα προδότη, τον Μπαστράνη, μέχρι κι αυτοί τον σιχάθηκαν. Έψαξαν τα σπίτια κι όποιον έβρισκαν κρυμμένο, τον εκτελούσαν επιτόπου στο δρόμο. Γι αυτούς τους εκτελεσμένους, κάνουμε κάθε χρόνο στις 17 Αυγούστου μια ειδική εκδήλωση, που τη λέμε «τα Στεφανώματα». Δηλαδή στον τόπο των εκτελέσεων, καταθέτουμε στεφάνι και λέμε και δύο λόγια. Υπήρχε και κόσμος που κατάφερε να φύγει από την περιοχή και βγήκε στην παρανομία».

Δ.Κ.: «Οι εκτελεσμένοι ήταν γύρω στα 200 άτομα, αλλά δεν είναι οι μόνοι νεκροί της περιοχής, αφού τόσο στον αγώνα εναντίον των Ιταλών, όσο και ενάντια στους Γερμανούς, αλλά και αργότερα στους Άγγλους, είχαμε νεκρούς. Την ημέρα του μπλόκου, που θα μείνει στη μνήμη όλων μας, είναι το αιματοκύλισμα, αλλά πιο πολύ εντύπωση μου έκανε το σπάσιμο της επάνω μάντρας των Αρμένικων. Είχανε στοιβάσει όλα τα άτομα το ένα πάνω στο άλλο και βγήκε το χωνί και είπε να έρθουν οι οικογένειες να πάρουν τους νεκρούς τους για να τους θάψουνε.

Όμως δεν υπήρχανε τότε τα κατάλληλα μέσα, εμένα προσωπικά μου έκανε εντύπωση του Μπογδάνου η περίπτωση, που ήρθε στη μάντρα στα Αρμένικα και πήρε το παιδί του σαν σφαγμένο πρόβατο, το έβαλε στον ώμο του και το κατέβασε σπίτι του, βάφοντας όλο τον δρόμο με αίμα.

Επειδή έζησα όλα αυτά τα γεγονότα, θα φωνάζω με όλη μου τη δύναμη που έχει απομείνει, ποτέ πια πόλεμος, ποτέ πια φασισμός, εδραίωση της ειρήνης σε όλες τις χώρες».


Δ.Μ.: «Παρά τα θύματα που είχε ο Κοκκινιώτικος λαός, συνέχισε τον αγώνα με διαμαρτυρίες, με συγκεντρώσεις και ξαναβρήκε το ηθικό του, μέσα σε ένα τέτοιο κακό.

Ο αντίκτυπος του μπλόκου ήταν να δυναμώσει το αντιστασιακό κίνημα. Τα χτυπήματα σε βάρος των κατακτητών τα συνεχίσαμε και φυσικά ξέραμε ποιοι προδότες τους είχαν βοηθήσει, έτσι ώστε κάναμε αυτό που έπρεπε, τα χτυπήματα πήραν το δρόμο που έπρεπε να πάρουν.

Δ.Κ.: «Να επιμείνουμε στα τότε αιτήματα, που ήταν για ψωμί, για παιδεία, για ελευθερία, για ανεξαρτησία, για ειρήνη. Οράματα που ακόμα και σήμερα μένουν ανεκπλήρωτα και συνεχίζουμε όλοι εμείς τον αγώνα και θα τον συνεχίζουμε μέχρι να πεθάνουμε.

Μετά από τον αγώνα του Κοκκινιώτικου λαού και ειδικά των κομμουνιστών, θα το τονίσω αυτό, γι αυτά όλα τα ιδανικά που έκαναν τον αγώνα, τους στείλανε φυλακή και εξορίες. Αυτή ήταν η αμοιβή των αντιστασιακών και σήμερα παραμένει το πρόβλημα καυτό και ανεκπλήρωτο».

*στοιχεία της ομάδας γυναικείων σπουδών του Α.Π.Θ.
Από τα τρία εκατομμύρια οργανωμένων μελών της εθνικής αντίστασης, οι 1.740.000 ήταν γυναίκες, ενώ γυναίκες και κορίτσια ήταν τα περισσότερα μέλη της ΕΠΟΝ και του παιδικού της τμήματος. Οι γυναίκες της αντίστασης ίδρυσαν 679 λαϊκά ιατρεία, 169 λαϊκά νοσοκομεία και 1.253 λαϊκά φαρμακεία σε όλη τη χώρα. 

 Απόσπασμα από δημοσίευμα στο ιστολόγιο της ΕΡΤ

 http://www.ert.gr/71-chronia-apo-to-bloko-tis-kokkinias-17-avgoustou-1944/

17 Αυγούστου 1944: Το μπλόκο της Κοκκινιάς (αφιέρωμα - βίντεο)




Το Μπλόκο της Κοκκινιάς έχει μείνει στην ιστορία ως τραγωδία για την Νίκαια, κατά την οποία διεξήχθησαν ομαδικές εκτελέσεις στην περιοχή από τα κατοχικά στρατεύματα των Γερμανών - δείτε το ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ

Το ντοκιμαντέρ παρουσιάζει το χρονικό των γεγονότων τις 17ης Αυγούστου στην Κοκκινιά, όταν δυνάμεις του γερμανικού στρατού μαζί με τμήματα των Ταγμάτων Ασφαλείας απέκλεισαν την ευρύτερη περιοχή στήνοντας το λεγόμενο μπλόκο. Η αφήγηση περιλαμβάνει μαρτυρίες των ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα, επέζησαν της επίθεσης που πραγματοποιήθηκε, έχασαν συγγενείς και στάλθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της ναζιστικής Γερμανίας. Περιγράφεται η σημασία της Κοκκινιάς ως περιοχή με έντονη αντιστασιακή δραστηριότητα, με μαζικές εργατικές και άλλες κινητοποιήσεις, ένοπλη δράση και διαδηλώσεις κατά τη διάρκεια της Κατοχής, με αποκορύφωμα τους μήνες που μεσολάβησαν από το τέλος του 1943 και μέχρι τον Αύγουστο του 1944.

Αντιστοίχως παρουσιάζονται τα γεγονότα της 17ης Αυγούστου όπως βιώθηκαν από τους κατοίκους της Κοκκινιάς, η έλευση των κατοχικών δυνάμεων, η συνεργασία των Ταγμάτων Ασφαλείας, η συγκέντρωση των ανδρών στην πλατεία της Οσίας Ξένης, το έργο των κουκουλοφόρων καταδοτών, οι εκτελέσεις των αγωνιστών στην παρακείμενη μάντρα του υφαντουργείου Παγιασλή, οι οδομαχίες στην ευρύτερη περιοχή και οι απεγνωσμένες προσπάθειες των γυναικών της Κοκκινιάς να βοηθήσουν τους αιχμαλώτους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αφήγηση του ΣΩΤΗΡΗ ΚΥΒΕΛΟΥ, αξιωματικού του ΕΛΑΣ, ο οποίος περιγράφει το πλαίσιο των συγκρούσεων με τις κατοχικές δυνάμεις στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και εκείνη του αστυνομικού και αγωνιστή του ΕΛΑΣ, ΛΕΥΤΕΡΗ ΠΑΠΑΝΑΓΝΟΥ, ο οποίος είχε επιφορτισθεί με το έργο της μεταφοράς των σωρών των 78 εκτελεσθέντων και την ταφή τους. Η ταινία καταγράφει τις αναμνήσεις των επιζώντων του μπλόκου και των αντιστασιακών που μεταφέρθηκαν στη συνέχεια στο Χαϊδάρι και στο Ρουφ και ακολούθως στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία, αλλά και γυναικών-συγγενών των θυμάτων που περιγράφουν το θρήνο και την απόγνωση για τους ανθρώπους που εκτελέστηκαν, βασανίστηκαν και φυλακίστηκαν.


Το ιστορικό


Κοντά στις 2:30 το πρωί ξεκινά το δράμα της ομαδικής σφαγής που θα ακολουθήσει όταν ανέβει ο ήλιος ψηλά. Δεκάδες γερμανικά καμιόνια περικυκλώνουν τις γύρω περιοχές που περικλείουν την Κοκκινιά, από Κορυδαλλό, Αιγάλεω, Δαφνί και Ρέντη μέχρι Κερατσίνι, Φάληρο και Πειραιά, ο κλοιός σφίγγει. Μαζί με τους Ναζί κατακτητές καταφθάνει στην προσφυγούπολη του Πειραιά, τη «Μικρή Μόσχα», όπως είχαν βαπτίσει την Κοκκινιά, και το μηχανοκίνητο τμήμα του δοσίλογου Ν. Μπουραντά. Περί τους 3.000 βαριά οπλισμένους με πολυβόλα, όλμους, μυδράλια, ταχυβόλα, αυτόματα, Γερμανούς και Έλληνες ταγματασφαλίτες κυκλώνουν την πόλη που εκείνη την ώρα κοιμάται.

Μετά τις 6:00 π.μ. ακούγονται τα «χωνιά» στους δρόμους της Κοκκινιάς. Όχι τα χωνιά της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ που καλούσαν κάθε τόσο τον Κοκκινιώτικο λαό σε αντίσταση και του έδιναν κουράγιο, μα τα χωνιά των ταγματασφαλιτών: «Προσοχή-προσοχή! Σας μιλάνε τα τάγματα ασφαλείας. Όλοι οι άνδρες από 14-60 ετών να πάνε στην πλατεία της Οσίας Ξένης για έλεγχο ταυτοτήτων. Όσοι πιαστούν στα σπίτια τους θα τουφεκίζονται επί τόπου». Πανικός σε κάθε σπίτι και σε κάθε δρόμο της πόλης. Μερικοί κρύβονται όπως-όπως σε στέγες, καταπακτές, πηγάδια, όπου βρουν. Με υποκόπανους γκρεμίζονται οι πόρτες των φτωχών παραγκόσπιτων και με βρισιές και κλωτσιές σέρνονται κυριολεκτικά προς τον τόπο του Μαρτυρίου, εκατοντάδες συμπολίτες μας αγωνιστές. Αρκετοί ήταν εκείνοι που δεν υπάκουσαν στην εντολή και εκτελέστηκαν επί τόπου στα σπίτια τους.

Οι γυναίκες με τα παιδιά κλαίνε και οδύρονται ακολουθώντας με αγωνία τους δικούς τους ανθρώπους. Οι Γερμανοί αρχίζουν να καίνε τα σπίτια. Οι ταγματασφαλίτες μπαίνουν στα σπίτια και αρπάζουν ότι βρουν, καταστρέφουν, καίνε, βρίζουν και χτυπούν τα γυναικόπαιδα. Η μικρή αντίσταση που πρόλαβαν να δεχτούν από ομάδες ΕΛΑΣιτών πνίγεται στο αίμα. Οι πρώτοι νεκροί πέφτουν σε διάφορους δρόμους.

Γύρω στις 8.00 π.μ. η πλατεία της Οσίας Ξένης, αλλά και οι γύρω δρόμοι, έχουν γεμίσει από κόσμο. Περίπου 25.000 άτομα. Χωρίζονται κατά ομάδες σε πεντάδες με κενά μεταξύ τους για να μπορούν οι δήμιοι και να υποδεικνύουν όποιον θέλουν. Η εντολή είναι να κάθονται γονατιστοί με ψηλά το κεφάλι. Η ζέστη αφόρητη και αρκετοί είναι αυτοί που λιποθυμούν και ζητούν εναγωνίως λίγες σταγόνες νερό. Όσες γυναίκες προσπαθούν να πλησιάσουν τους κρατούμενους προσφέροντάς τους από τις πήλινες στάμνες λίγο νερό, κακοποιούνται μπροστά σε όλους. Οι γερμανοτσολιάδες πιάνουν δουλειά.

Στην πλατεία εμφανίζονται ελάχιστοι Κοκκινιώτες που φορούν μαύρες κουκούλες και έχουν καλυμμένα τα πρόσωπά τους. Ο ρόλος τους είναι συγκεκριμένος, ως γνήσιοι προδότες υποδεικνύουν ποιους να εκτελέσουν. Ο γνωστός χαφιές της Κοκκινιάς, Μπατράνης, διακρίνει μέσα στο πλήθος το λοχαγό του ΕΛΑΣ Αποστόλη Χατζηβασιλείου και με ειρωνεία τον χαιρετά «τα σέβη μου λοχαγέ» και δίνει το σύνθημα. Αφού με την ξιφολόγχη του βγάζουν το μάτι και του σχίζουν τα μάγουλα, τον περιφέρουν ανάμεσα στο πλήθος ζητώντας του να προδώσει. Η απάντηση του ΕΛΑΣίτη λοχαγού ήταν «Ψηλά το κεφάλι, μη φοβάστε. Δεν πρόκειται να προδώσω κανέναν». Σέρνεται για να κρεμαστεί αναίσθητος. Λίγο πριν το τέλος του ψέλλισε. «ΣΥΝΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗ»!!!.

Οι κουκουλοφόροι σαν τα φίδια σέρνονται μέσα στο πλήθος και διαλέγουν ..και ο δήμιος εκτελεί. Μέχρι να τους πάνε στον τόπο της εκτέλεσης τους βασανίζουν απάνθρωπα για να προδώσουν. Χαρακτηριστικό της ανδρείας, του υψηλού φρονήματος των εκτελεσθέντων είναι ότι λίγο πριν το θάνατο και με αντάλλαγμα την ίδια τους τη ζωή, κανείς δεν πρόδωσε άλλο συναγωνιστή του. Ενώ πολλοί ήταν αυτοί που πριν πέσουν νεκροί έδιναν θάρρος στους υπόλοιπους προτρέποντάς τους να αγωνιστούν ενάντια στο φασισμό.

Ο τόπος εκτέλεσης είναι κοντά στην πλατεία της Οσίας Ξένης στη μάντρα ενός ταπητουργείου , στη συμβολή των οδών Κιλικίας και Θειρών. Η μάντρα του υφαντουργείου Παγιασλή γεμίζει με παλικάρια. Ο Γερμανός δήμιος που βρίσκεται στο πόστο του μέσα στη Μάντρα πίνει συνέχεια ούζο και με το όπλο του συνεχώς εκτελεί. Πίνει , βρίζει, εκτελεί και συνεχώς αναφωνεί «άλλες κόμουνιστ καπούτ», («Όλοι οι κομμουνιστές θα πεθάνουν»).

Την ώρα των ομαδικών εκτελέσεων μια ομάδα ανταρτών με επικεφαλής τους την ξακουστή αντάρτισσα Διαμάντω Κουμπάκη κρύβονται στο βόρειο τμήμα της πόλης σε σπίτια συναγωνιστών τους. Ξαφνικά γερμανικά καμιόνια ζώνουν την περιοχή και αρχίζουν να καίνε τα σπίτια. Από τα 90 σπίτια της περιοχής καίγονται τα 80. Για το λόγο αυτό η συνοικία του 4ου Καραβά ονομάστηκε «Καμένα». Γύρω στις 11:00 π.μ., οι Γερμανοί πληροφορούνται ότι στη Νεάπολη προδόθηκε το κρησφύγετο μιας ομάδας του εφεδρικού ΕΛΑΣ, στην οποία συμμετείχε η Διαμάντω Κουμπάκη. Η χαρά των Γερμανών ήταν μεγάλη διότι κατάφεραν να την συλλάβουν. Καθώς τη χτυπούσαν κατευθυνόμενοι προς τη Μάντρα η Διαμάντω τους έβριζε και τους απαντούσε «σαν και εσάς προδότες εγώ έφαγα 65!». Παρά το άγριο ξυλοδαρμό της με τους υποκόπανους των όπλων, φθάνοντας στη Μάντρα του μαρτυρίου και λίγο πριν την εκτελέσουν βρήκε το κουράγιο να φωνάξει «Μια ζωή τη χρωστάμε, ας μην την πάρουν οι προδότες. Υπάρχουν χιλιάδες λεβέντες. Θα τους εκδικηθούν». Παρόμοια κατάληξη θα έχει και μια άλλη αντάρτισσα, η Αθηνά Μαύρου. Καθώς την έσερναν βίαια στην Οσία Ξένη, για να μαρτυρήσει όσους γνώριζε, φώναξε: «αδέλφια το κεφάλι ψηλά, δε γνωρίζω κανέναν και ας με φάει το βόλι του Γερμανού».

Την ώρα που η Κουμπάκη και η Μαύρου έπεφταν στα χέρια των Γερμανών για να βρουν τραγικό θάνατο στην ίδια περιοχή μια ομάδα ΕΛΑΣιτών με επικεφαλής το Θεόδωρο Μακρή συνεχίζει να δίνει γενναία μάχη. Κάποιοι από αυτούς κατάφεραν να διαφύγουν από το γερμανικό κλοιό. Νεκροί πέφτουν ο Θεόδωρος Μακρής και ο Ιταλός Αντιφασίστας που είχε προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ Νίνο ή Πέτρος.

Στην πλατεία Οσίας Ξένης συνεχίζεται η τραγωδία. Εκατοντάδες γυναίκες προσπαθούν να ανακουφίσουν τον πόνο των αγωνιστών και με στάμνες κουβαλούν λίγο νερό και λίγο ψωμί. Οι δήμιοι σπάνε τις στάμνες, κλωτσάνε τις γυναίκες και βρίζουν.. Τα παιδιά κλαίνε και σπαράζουν: Η ζέστη, η δίψα, ο φόβος έχει σκεπάσει τα πρόσωπα ψυχές όλων. Οι Γερμανοί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους χαμογελούν σαρκαστικά. Η αγωνία της διαλογής συνεχίζεται, οι ριπές στη Μάντρα συνεχίζονται, το Μαρτύριο τελειωμό δεν έχει. Τη στιγμή αυτή ξεχωρίζει ο ηρωισμός του αγωνιστή Κώστα Περιβόλα ο οποίος, την ώρα που τον διαλέγουν για εκτέλεση, ορμά πάνω στον χαφιέ Ι.Πλυντζανόπουλο, τον έπιασε από το λαιμό και του βγάζει την κουκούλα. Ο δήμιος προλαβαίνει και τον εκτελεί επί τόπου. Λίγο μετά το μεσημέρι σταματούν οι εκτελέσεις.

Έχουν προηγηθεί κι άλλες ομαδικές εκτελέσεις στα Καμένα, στη συμβολή των οδών Ακροπόλεως και Αρτέμιδος. Εκεί εκτελούνται 46 οι οποίοι μεταφέρθηκαν στην περιοχή με καμιόνια από την Οσία Ξένη.

Στο χώρο της Μάντρας η εικόνα είναι αποτρόπαια. Σωρός τα πτώματα, τσουβαλιασμένα το ένα πάνω από το άλλο. Το αίμα δύο πήχες έγλυφε το πάτωμα. Οι Γερμανοί δίνουν διαταγή στους κουκουλοφόρους να σκυλέψουν τους νεκρούς. Τα ανθρωπόμορφα κτήνη ορμούν πάνω στα κουφάρια των ηρώων και αρχίζουν να τους παίρνουν ότι αντικείμενα αξίας είχαν πάνω τους. Ρολόγια, δαχτυλίδια , βέρες κ.α. Δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν το αποτρόπαιο ανοσιούργημά τους και οι ίδιοι οι Γερμανοί εκτέλεσαν κάποιους από αυτούς επί τόπου..

Η αυλαία αυτής της τραγωδίας έκλεισε γύρω στις 6:00 μ.μ. με ένα ξεδιάλεγμα περίπου 8.000 Κοκκινιωτών ομήρων. Ένα τεράστιο ανθρώπινο ποτάμι ξεκίνησε από την Κοκκινιά για το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Οι όμηροι οδηγούνται, σε φάλαγγα ανά τέσσερις, και σ΄ αυτή την απόσταση, περίπου 7 χιλιομέτρων όσοι πέφτουν κάτω από την εξάντληση, τη δίψα ή τη ζέστη, βασανίζονται αμέσως. Σε όλους τους δρόμους της Κοκκινιάς ακούς μόνο κλάματα μανάδων, συζύγων και παιδιών, ενώ από παντού ρέει αίμα και η πόλη μυρίζει θάνατο.

Όπως αναφέρει ο μαχητής του ΕΛΑΣ Αγ. Σοφίας Πειραιά, Μιχάλης Γρηγοράκης, ο οποίος συμμετείχε σ΄ αυτήν την πορεία, ένας από τους ταγματασφαλίτες που τους συνόδευαν, καθ΄ όλη τη διαδρομή φώναζε «Η Κοκκινιά δεν είναι εδώ. Η Γερμανία είναι εδώ. Πάρτε το χαμπάρι και θα πεθάνετε όλοι σας». Από το Χαϊδάρι γύρω στα 1.800 άτομα σέρνονται στα κολαστήρια της Γερμανίας. Κοκκινιώτες κλείστηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στο Μανχάϊμ, Νταχάου, Μπούνχεβαλντ, Μπίπλις, Άουσβιτς και αλλού.


* Koκκινιά: το ιστορικό όνομα της περιοχής που περιλαμβάνει την Παλιά Κοκκινιά, Νίκαια, Κορυδαλλό και χωρίστηκε διοικητικά (για εκλογικούς λόγους, πολύ κόκκινη) το 1941.

πηγές: