Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Μαΐου 2025

Γιώργου Δεπόλλα «On the beach»

 

Καλοκαίρια σε άλμπουμ

Με εικόνες οικείες σε όλους μας η φωτογραφική σειρά τον Γιώργου Δεπόλλα «On the beach», που απαθανατίζει όσα γοητευτικά και απίθανα στην παραλία της Λούτσας

On the beach» (όπως λέμε «On the Road» - Τζακ Κέρουακ) είναι ο τίτλος της φωτογραφικής σειράς του Γιώργου Δεπόλλα που απαθανατίζει ό,τι απίθανο και συγχρόνως γοητευτικό μπορεί να συναντήσει κανείς σε μια παραλία όπως αυτή της Λούτσας της δεκαετίας του 1970.

Η δημοσιογράφος Άννα Σκαρλάτου παρουσίασε στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ της 9ης Ιουλίου 1995 την φωτογραφική σειρά «On the beach» τον Γιώργου Δεπόλλα γράφοντας ότι ο φωτογράφος μέσα από τις φωτογραφίες του απέδειξε ότι στην πλαζ της Λούτσας, η πλάζ, οι λουόμενοι και η φωτογραφία πάνε όλοι μαζί χέρι χέρι. Και συνεχίζει :

Το «φωτογραφικό σενάριο» αν και είναι τραβηγμένο το 1985, εντούτοις βγάζει ένα φίλινγκ άλλης εποχής. Κάτι ανάμεσα στο '50 και '60. Μνήμες είναι αυτές που βγαίνουν στην επιφάνεια.

 

Μνήμες από την παιδική ηλικία του 48χρονου φωτογράφου και του ελληνικού κινηματογράφου. «Για παράδειγμα, λέει, μια περίπτωση που με ώθησε να δημιουργήσω αυτή τη σειρά ήταν φωτογραφίες που είδα σε οικογενειακό άλμπουμ, τραβηγμένες από ερασιτέχνες φωτογράφους, με κακό κάδρο και τετράγωνο φορμά να απαθανατίζουν ευχάριστες στιγμές στην παραλία, από καλοκαιρινές διακοπές».

Τα βιώματα αυτά, τόσο των περασμένων εποχών όσο και τα σημερινά, συνθέτουν το παζλ εκείνο που δίνει το έναυσμα στο φωτογράφο να δημιουργήσει το «On the beach».

Ο Δεπόλλας φωτογραφίζει στηριζόμενος σε δυο απόψεις. Η μια άποψη είναι αυτή του «ψαρέματος» της εικόνας. «Είχα από πριν την ιδέα στο μυαλό μου. Απλά περίμενα την κατάλληλη στγμή να συμβεί αυτό που είχα φανταστεί. Ήμουν προετοιμασμένος να αρπάξω την ευκαιρία». Στη λογική αυτή - να σας θυμίσουμε - στηρίζεται και το έργο του γάλλου φωτογράφου Ρομπέρτ Ντουανό.

 


Στην άλλη περίπτωση, αιχμαλωτίζει με το φωτογραφικό του φακό το τυχαίο, το αναπάντεχο. Το γεγονός που έρχεται ως «έτοιμη τροφή».

Το φωτογραφικό αποτέλεσμα είναι αυτό που έχει βάλει στόχο. Δημιουργεί εικόνες με έντονη την αίσθηση της παλιάς, χαλασμένης-φθαρμένης κι ερασιτεχνικής φωτογραφίας.

Οι λεζάντες, που ο ίδιος γράφει, οροθετούν το θέμα. Το προσδιορίζουν. Δηλώνουν έντονα τα σημάδια της ειρωνικής και χιουμοριστικής διάθεσης του φωτογράφου απέναντι στα πράγματα ή ακόμη, περνάνε λεπτά συναισθήματα όπως αυτά, που νιώθουμε όταν παρατηρούμε την εικόνα με τον τίτλο «Δεσποινίς που ποζάρει». Πρόκειται για μια κοπέλα που ποζάρει με το λευκό της μαγιό σ' έναν πλανόδιο φωτογράφο, που δουλεύει τα καλοκαίρια στις παραλίες.

Στη φωτογραφία του «Άνδρα που απολαμβάνει» ο φωτογράφος έχει βρει αυτό που ζητάει. Την εικόνα του άνδρα-αφέντη, του άνετου και του ωραίου, που είναι αραγμένος πολύ απλά και καπνίζει ή περιμένει την οικογένεια του να βγει από τη θάλασσα ή να μαζευτούν τα παιδιά από το παιχνίδι. Οι φωτογραφίες αυτές, που θυμίζουν σε όλους μας κάτι το οικείο, έχουν εκτεθεί σε μεγάλα Φωτογραφικά Φεστιβάλ όπως αυτό του Μήνα Φωτογραφίας στο Παρίσι, στο Φωτοφέστ του Χιούστον της Αμερικής και στο Μήνα Φωτογραφίας του Γκέτεμποργκ της Σουηδίας.

 

Τέλος η δημοσιογράφος εκφράζει μια απορία της : Τι νιώθει σε μια πολυσύχναστη παραλία της Αττικής, ο Γιώργος Δεπόλλας, και ο 48 ετών τότε φωτογράφος απαντά: «Βρίσκω πολύ υγιή, ευχάριστα και τρυφερά όλα όσα συμβαίνουν σε μια φθηνή λαϊκή πλαζ όπως της Λούτσας, έναντι μιας παραλίας της Μυκόνου. Όχι ότι φταίει η Μύκονος. Μ’ ενοχλεί η λογική που επικρατεί εκεί».

Το 2003 η σειρά των φωτογραφιών παρουσιάζεται σε βιβλίο από τις εκδόσεις FOTORAMA με κείμενα των Κωστή Αντωνιάδη, Ηρακλή Παπαϊωάννου

Το φωτογραφικό Λεύκωμα είναι αφιερωμένο στον Bob Dylan. Στο σκληρόδετο αυτό λεύκωμα «Στην Παραλία» ο Γιώργος Δεπόλλας αφηγείται ιστορίες ανθρώπων που ο ίδιος συνάντησε, μίλησε, παρατήρησε. 


 

Οι φωτογραφίες πραγματοποιήθηκαν με Hasselblad μεσαίου φορμά στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και αφορούν στιγμιότυπα λουομένων σε παραλίες της Αττικής. Η εκτύπωσή τους στο φωτογραφικό χαρτί δίνει την εντύπωση μιας γκρίζας ομίχλης. Οι φωτογραφίες μοιάζουν κατεστραμμένες λόγω της χρήσης ληγμένων φιλμ αλλά αυτό χρησιμοποιείται ως εκφραστικό στοιχείο που ενισχύεται από το συνδυασμό εικόνων και χειρόγραφων λεζαντών.

Οι λεζάντες, σημειώνει ο Κωστής Αντωνιάδης στην εισαγωγή του λευκώματος, που κανονικά έχουν προορισμό να εξηγήσουν ή να προσθέσουν πληροφορίες στη φωτογραφική απεικόνιση μιας στιγμής, δεν προσθέτουν καμία πληροφορία αλλά επαναλαμβάνουν το προφανές με διαβρωτικό χιούμορ. 

 


 

Στις πρώτες σελίδες του λευκώματος οι κειμενογράφοι αναλύουν εκτενώς κοινωνιολογικά και φωτογραφικά, για το δημιουργό και την εποχή που πραγματοποίησε το υλικό. Τα κείμενα είναι μεταφρασμένα και στην Αγγλική γλώσσα.

Τέλος κατά την άποψη μου κάθε φωτογραφία του Δεπόλλα είναι κι ένα κάλεσμα: να ξαναδούμε τα καλοκαίρια μας με άλλα μάτια — όχι μόνο της νοσταλγίας, μα και της κατανόησης. Να αποδεχτούμε τη φθορά, την αφέλεια, τη λαϊκή ομορφιά, σαν κάτι βαθιά ανθρώπινο. Ίσως τελικά εκεί, στις ξεθωριασμένες εικόνες μιας παραλίας, να βρίσκονται οι πιο αυθεντικές μας διακοπές: αυτές που δεν σχεδιάστηκαν ποτέ, αλλά συνέβησαν απλά — με μια πετσέτα στην άμμο και λίγο φως στο φιλμ.

Όπως και να 'χει το πράγμα, καιρός για «On the beach».

 


Ποιος είναι ο Γιώργος Δεπόλλας

Ο Γιώργος Δεπόλλας γεννήθηκε το 1947 στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου και, από το 1975 μέχρι σήμερα, ασχολείται συστηματικά με την εφαρμοσμένη και την καλλιτεχνική φωτογραφία. Είναι συνιδρυτής του IMAGE STUDIO (1975), του ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΑΘΗΝΩΝ (1979) και της εκδοτικής εταιρείας FOTORAMA (1983). Η δουλειά του έχει δημοσιευτεί και εκτεθεί επανειλημμένα τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Το όνομά του συμπεριλαμβάνεται στη λίστα με τους σημαντικούς Έλληνες φωτογράφους, που επίσημα αναφέρονται σε κείμενα για την Ελληνική Φωτογραφία, σε διδακτικά εγχειρίδια, αλλά και παρουσιάζονται εντός και εκτός Ελλάδας.

Πουθενά ωστόσο στις πέντε-έξι αυτές αράδες, δεν αναφέρεται η συμβολή του Γιώργου Δεπόλλα στη γέννηση της «Σύγχρονης Ελληνικής Φωτογραφίας», όπως αυτή διαμορφώθηκε από το 1980 και μετά ούτε η σημασία του προσωπικού του έργου στο φωτογραφικό γίγνεσθαι της χώρας. Ίσως το ευρύ ελληνικό κοινό δεν γνωρίζει ότι πρόκειται για έναν φωτογράφο που είναι πλέον «ιστορικός». Σε αυτό ίσως έχει συμβάλλει και ο ίδιος, με το να απέχει από το διαδίκτυο και να παρουσιάζει τη δουλειά του, κυρίως, μέσω εκδόσεων και εκθέσεων. Βέβαια, το ενδιαφέρον ανθρώπων που αγαπούν τη φωτογραφία και θαυμάζουν το έργο του, έχει ως αποτέλεσμα την προσωπική επαφή μαζί του, κάτι σαφώς ανώτερο από μία έρευνα μέσω του διαδικτύου.


 

Πηγές:

Καλοκαίρια σε άλμπουμ (Άρθρο της Αννας Σκαρλάτου στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ της 9ης Ιουλίου 1995)

https://www.pttl.gr/foto-book-10-on-the-beach-giorgos-depollas/

https://www.yiorgosdepollas.com/website/gr/

https://www.yiorgosdepollas.com/website/gr/viografiko

https://fmag.gr/node/5077

Πέμπτη 29 Φεβρουαρίου 2024

«Παναγιώτης» : Το πιο πολυφωτογραφημένο ναυάγιο της Ζακύνθου

 


«Παναγιώτης» :  Το πιο πολυφωτογραφημένο ναυάγιο της Ζακύνθου

Η παραλία Ναυάγιο, η πιο γνωστή παραλία της Ζακύνθου, είναι δημιούργημα μιας ιδιοτροπίας της φύσης και ενός ναυτικού ατυχήματος υπό μυθιστορηματικές συνθήκες.

Η ιδιοτροπία της φύσης είναι οι σεισμογενείς δυτικές ακτές της Ζακύνθου και τα βαθιά νερά του Ιόνιου πελάγους που τις σμιλεύουν αιώνες τώρα. Όσο για το σκουριασμένο κουφάρι του πλοίου «Παναγιώτης», που προσάραξε τον Οκτώβριο του 1980 λόγω μηχανικής βλάβης εν μέσω θαλασσοταραχής, εδώ και χρόνια πρωταγωνιστεί και σε μια δικαστική διαμάχη μεταξύ του Δήμου Ζακύνθου και των ανθρώπων που ισχυρίζονται ότι είναι οι ιδιοκτήτες του.

Το ναυάγιο

 

Είναι ίσως το πιο πολυφωτογραφημένο ναυάγιο της Μεσογείου. Κοσμεί κάρτες και ταξιδιωτικά φυλλάδια, ενώ έχει γίνει φόντο για χιλιάδες φωτογραφίες, ανάμνηση κάποιων μακρινών ή πρόσφατων διακοπών.

Όποιος επισκέφθηκε τη Ζάκυνθο, δεν παρέλειψε να περάσει από την παραλία, που από το 1982 ονομάστηκε ναυάγιο, είτε για να θαυμάσει τη φυσική ομορφιά της περιοχής, είτε για να κολυμπήσει στα καταγάλανα νερά, είτε πάλι απλά για να δει το περίεργο αυτό ναυάγιο, στον τόπο που αξιολογήθηκε ως τέταρτο στον κόσμο τοπίο ιδιαιτέρου κάλλους.

Πώς όμως έφτασε εκεί το πλοίο «Παναγιώτης»; Και ποια ιστορία κρύβει;

Το πλοίο» Παναγιώτης» ανήκε σε έναν Κεφαλλονίτη, ονόματι Χαράλαμπο Κομποθέκλα και μετέφερε λαθραία τσιγάρα που παραλάμβανε από λιμάνια της Γιουγκοσλαβίας και της Αλβανίας και τα οποία μεταφόρτωνε σε μικρά ταχύπλοα πλοιάρια με προορισμό τη γειτονική μας Ιταλία. Καπετάνιος και πλήρωμα ήταν επίσης από την Κεφαλλονιά, ενώ το παράνομο φορτίο συνόδευαν κάθε φορά και δύο Ιταλοί λαθρέμποροι, οι οποίοι και επέβλεπαν την παράδοση. Το «ναυάγιο» ξεκίνησε από πειρατεία. 

 

Καπετάνιος και πλήρωμα συνέλαβαν τους Ιταλούς συνοδούς του φορτίου, τους έκλεισαν σε μια καμπίνα και αφού συνεννοήθηκαν με διαφορετικούς μεσολαβητές, αποφάσισαν να πουλήσουν για λογαριασμό τους το παράνομο εμπόρευμα. Οδήγησαν το πλοίο στο σημείο που γνωρίζουμε, τον όρμο του «Σπυριλή», και περίμεναν. Λόγω όμως των κακών καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν, προσάραξαν στα αβαθή του όρμου. Άρχισαν τότε να ξεφορτώνουν στη μικρή αμμουδιά τις κούτες με τα τσιγάρα, μήπως και κατορθώσουν και αποκολλήσουν το σκάφος. Όμως τα πράγματα δυσκόλεψαν, δεν μπόρεσαν να τα καταφέρουν, ενώ παράλληλα αρκετές κούτες με τσιγάρα παρασύρθηκαν από τα κύματα, με αποτέλεσμα να εκβραστούν στη γύρω περιοχή. Στη συνέχεια, οι ναυτικοί του πλοίου, αφού ελευθέρωσαν τους δύο Ιταλούς, το εγκατέλειψαν και σκαρφαλώνοντας την απόκρημνη πλαγιά βρήκαν τρόπο να φθάσουν στην πόλη της Ζακύνθου.

Στο μεταξύ και αφού είχε πλέον ξημερώσει, οι κάτοικοι των Βολιμών είδαν τα επιπλεόντα τσιγάρα στη θάλασσα και άρχισαν να τα μαζεύουν και να τα μεταφέρουν στα χωριά τους. Πρέπει να αναφερθεί ότι τα πακέτα ήταν με τέτοιο τρόπο συσκευασμένα, ώστε να μη καταστρέφεται το περιεχόμενό τους από το θαλασσινό νερό, αν για κάποιο λόγο κατέληγαν στη θάλασσα. Αποθήκευσαν τα τσιγάρα λοιπόν όπου μπορούσαν, σε αποθήκες, κατοικίες, φούρνους, στάβλους, λινούς.

 

Σαν μαθεύτηκε το γεγονός από τις Αρχές, οι ναυτικοί συνελήφθησαν και ύστερα από έρευνες εντοπίστηκαν και τα τσιγάρα στα σπίτια των χωρικών και από εκεί μεταφέρθηκαν στο τελωνείο του νησιού. Αργότερα ακολούθησε δίκη, κατά την οποία καταδικάστηκαν ο πλοιοκτήτης και οι πειρατές – λαθρέμποροι, τα δε τσιγάρα πουλήθηκαν σε πλειστηριασμό και οι Ιταλοί απελάθηκαν στην πατρίδα τους.

Ακολούθησε στη συνέχεια η λεηλασία του πλοίου. Όποιος ήθελε, πήγαινε στο προσαραγμένο πλοίο και αποσπούσε ό,τι μπορούσε να μεταφερθεί από αυτό. Τα πάντα έγιναν φύλλο και φτερό. Έμεινε σκέτο κουφάρι, να χτυπιέται από τον αγέρα, να σκουριάζει και να κατατρώγεται από την αλμύρα του θαλασσόνερου. Παράλληλα, τα κύματα συσσώρευαν σιγά σιγά όλο και περισσότερα βότσαλα μεγαλώνοντας την σπιάντσα και αποκόβοντας την επαφή του πλοίου με τη θάλασσα.

Η δικαστική διαμάχη

 

Η δικαστική διαμάχη μεταξύ ιδιοκτητών, δήμου Ζακύνθου και ΤΕΙ Ιονίων Νήσων ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2016 όταν κατατέθηκε αγωγή από τον Αλέξανδρο Σουλάνη, τον έναν εκ των ιδιοκτητών του πλοίου

Την Τετάρτη (07/02/2024) εκδικάστηκε στον Άρειο Πάγο η αίτηση αναίρεσης των κληρονόμων των ιδιοκτητών του «Παναγιώτη», του διάσημου ναυαγίου στη Ζάκυνθο, οι οποίοι διεκδικούν την ιδιοκτησία του πλοίου από το ελληνικό δημόσιο εδώ και χρόνια, προκειμένου, όπως ισχυρίζονται, να αναλάβουν την επισκευή και τουριστική αξιοποίησή του σε συμφωνία πάντα με δημόσιους φορείς ή και ιδιωτικές εταιρείες.

Η δικαστική διαμάχη μεταξύ ιδιοκτητών, δήμου Ζακύνθου και ΤΕΙ Ιονίων Νήσων ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2016 όταν κατατέθηκε από τον Αλέξανδρο Σουλάνη, τον έναν εκ των ιδιοκτητών του πλοίου – οι άλλοι δυο ήταν οι Παναγιώτης Λυσικάτος και Ευστράτιος Σταυράκης, όλοι τους ναυτικοί – αίτηση ασφαλιστικών μέτρων στο Ειρηνοδικείο Ζακύνθου. Το 2017 το Ειρηνοδικείο απέρριψε τα ασφαλιστικά μέτρα και οι ιδιοκτήτες προσέφυγαν στο Πρωτοδικείο, το οποίο απέρριψε και αυτό τα ασφαλιστικά μέτρα. Το 2021 οι κληρονόμοι των τριών ναυτικών κατέθεσαν αίτηση αναίρεσης της απόφασης του μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου στον Άρειο Πάγο.

 

«Πιστεύουμε στην ελληνική δικαιοσύνη και πιστεύουμε ότι θα δικαιωθούμε, λένε οι ιδιοκτήτες του ναυαγισμένου πλοίου. Τόσα χρόνια έχουμε βγει αληθινοί μιας και το ελληνικό δημόσιο δεν ασχολείται με το πλοίο με αποτέλεσμα αυτό να διαλυθεί. Θέλουμε να μας επιτρέψει ο Άρειος Πάγος να ασχοληθούμε στο μέτρο που μπορούμε. Οι προηγούμενες αιτήσεις μας μέσω των ασφαλιστικών μέτρων που έχουμε καταθέσει απορρίφθηκαν με την αιτιολογία ότι το ελληνικό δημόσιο έχει τη νομή και την ιδιοκτησία στο πλοίο και εκείνο θα ασχοληθεί και θα το φτιάξει. Δυστυχώς όλα αυτά αποδείχτηκαν φρούδες ελπίδες γιατί στην πραγματικότητα δεν έγινε τίποτε. Ακόμη και η Επιτροπή που συστήθηκε με τυμπανοκρουσίες διαλύθηκε» ανέφερε στο protothema.gr ο δικηγόρος των κληρονόμων των ιδιοκτητών του πλοίου κ. Δημήτρης Βιδάκης.

Όπως εξηγεί ο κ. Βιδάκης «με βάση τα επίσημα δημόσια έγγραφα του κράτους (Λιμεναρχείο –Νηολόγιο Πειραιώς) οι Παναγιώτης Λυσικάτος, Σουλάνης Αλέξανδρος και Ευστράτιος Σταυράκης είναι οι νόμιμοι συνιδιοκτήτες. Επίσης το ελληνικό δημόσιο, από το 2016, που ξεκινήσαμε τον δικαστικό αγώνα δεν έχει εμφανιστεί να κάνει αναγνώριση κυριότητας, ενώ έχουμε στείλει σε όλα τα υπουργεία και την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και την αίτηση αναίρεσης και ποτέ το ελληνικό δημόσιο δεν διεκδίκησε την ιδιοκτησία». Πράγματι, σύμφωνα και με το πιστοποιητικό κυριότητας πλοίου, το οποίο εκδόθηκε στις 14 Ιουλίου του 2014 από τον τομέα νηολογιών και ναυτικών υποθηκολογιών του κεντρικού Λιμεναρχείου Πειραιά, ιδιοκτήτες του «Παναγιώτη» εμφανίζονται οι τρεις ναυτικοί.


 

Εφόσον, οι κληρονόμοι των ιδιοκτητών δικαιωθούν στον Άρειο Πάγο τότε θα μπορέσουν, όπως επισήμανε ο κ. Βιδάκης, έχοντας τη νομική ισχύ της απόφασης, να πραγματοποιήσουν όλες εκείνες τις ενέργειες που απαιτούνται για τη διάσωση και τουριστική αξιοποίηση του ναυαγίου σε συνεργασία με δημόσιους φορείς και ιδιώτες.

Πηγές:

Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Libro», τεύχος 12 του 2008 (Γιάννης Δεμέτης)

 (https://www.periodiko.net/η-ιστορία-πίσω-από-το-διάσημο-ναυάγιο-τ/

https://e-nautilia.gr/nauagio-zakunthou-ston-areio-pago-oi-klironomoi-pou-zitoun-to-ploio-apo-to-dimosio/

https://eleftherostypos.gr/ellada/navagio-giati-kindynevei-na-chathei-i-diasimi-paralia-i-dikastiki-diamachi-tou-dimou-zakynthou-me-tous-idioktites-tou-ploiou


Παρασκευή 21 Ιουλίου 2023

Ο γύπας και το μικρό κορίτσι

 


Το τραγικό τέλος του φωτογράφου Κέβιν Κάρτερ

Η στοιχειωμένη εικόνα ενός αδυνατισμένου Σουδανού παιδιού που κατέρρευσε στο δρόμο προς ένα κέντρο σίτισης των Ηνωμένων Εθνών, ένας γύπας σκαρφαλωμένος δυσοίωνα κοντά του - πυροδότησε παγκόσμια συμπάθεια και οργή όταν η φωτογραφία δημοσιεύτηκε στο τεύχος των New York Times στις 26 Μαρτίου 1993. Η φωτογραφία, γνωστή εναλλάξ ως "The Vulture and the Little Girl" και "Struggling Girl", θα γινόταν εμβληματική της δεινής θέσης της Αφρικής κατά την δεκαετία του 1990 — και θα κέρδιζε το βραβείο Πούλιτζερ  για  τον φωτογράφο της,

Ωστόσο, το πλάνο, δυνατό στην απλότητά του, έθεσε σκληρά ηθικά ερωτήματα σχετικά με τον ρόλο του φωτορεπόρτερ — να τεκμηριώνει ή να παρεμβαίνει; Ο Κάρτερ είπε ότι έδιωξε το πουλί αφού έβγαλε τη φωτογραφία του, αλλά ορισμένοι συντάκτες της έκδοσης υποστήριξαν ότι αυτό δεν ήταν αρκετό. «Ο άντρας που προσαρμόζει τον φακό του για να πάρει ακριβώς το σωστό πλάνο της ταλαιπωρίας της θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα αρπακτικό, ένας άλλος γύπας στη σκηνή», έλεγε  ένα άρθρο του 1994 στους St. Petersburg Times της Φλόριντα .

 

Τις τελευταίες μέρες λοιπόν με αφορμή την βραβευμένη με Πούλιτζερ φωτογραφία του Κεβιν Κάρτερ κυκλοφορεί το παρακάτω κείμενο:

Το τραγικό τέλος του φωτογράφου που απαθανάτισε μια στιγμή που συγκλόνισε την ανθρωπότητα:

«Υπήρχαν δύο γύπες στη φωτογραφία που συγκλόνισε την ανθρωπότητα»

Τη δεκαετία του 1990, κυκλοφορούσε ευρέως μια φωτογραφία ενός γύπα που περίμενε ένα λιμοκτονημένο κοριτσάκι να πεθάνει και να χορτάσει με το πτώμα του.

Αυτή η φωτογραφία τραβήχτηκε κατά τη διάρκεια του λιμού του 1993/94 στο Σουδάν από τον Kevin Carter, έναν Νοτιοαφρικανό φωτορεπόρτερ, ο οποίος αργότερα κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ για αυτή την «καταπληκτική φωτογραφία».

Ωστόσο, καθώς ο Κέβιν Κάρτερ απολάμβανε το «κατόρθωμά» του και «αποθεωνόταν» στα μεγάλα ειδησεογραφικά κανάλια και δίκτυα σε όλο τον κόσμο για αυτή την «εξαιρετική φωτογραφική ικανότητα», έζησε μόνο λίγους μήνες για να απολαύσει το υποτιθέμενο επίτευγμά του και τη φήμη του, καθώς έπαθε κατάθλιψη και έχασε και τη δική του τη ζωή!

«Η κατάθλιψη του Kevin Carter ξεκίνησε, όταν σε μια από αυτές τις συνεντεύξεις, κάποιος τηλεφώνησε και τον ρώτησε τι απέγινε το κοριτσάκι.

Ο φωτογράφος απάντησε: “Δεν περίμενα να το μάθω μετά από αυτό το πλάνο, καθώς είχα μια πτήση να προλάβω…”

Η απάντηση που έλαβε, ήταν καθοριστική “Άρα υπήρχαν δύο γύπες εκείνη την ημέρα, ο ένας κρατούσε κάμερα.”

Ήταν αυτή η στιχομυθία που τον οδήγησε σε κατάθλιψη και τελικά αυτοκτόνησε.

Ο Κέβιν Κάρτερ θα μπορούσε να ήταν ακόμα ζωντανός σήμερα και ακόμη πιο διάσημος, αν είχε πάρει αυτό το κοριτσάκι και το είχε πάει στο Κέντρο Σίτισης των Ηνωμένων Εθνών, όπου προσπαθούσε να φτάσει ή τουλάχιστον να το πάει κάπου όπου θα ήταν ασφαλές.

Σήμερα, δυστυχώς, αυτό συμβαίνει σε όλο τον κόσμο. Υπάρχει πάντα ένας γύπας που κερδοσκόποι από τη θηριωδία και τις απάνθρωπες πράξεις εις βάρος των άλλων.

Ο Κέβιν Κάρτερ θα μπορούσε να είχε πάρει το κορίτσι μακριά από εκείνο το μέρος, αλλά δεν το έκανε.

Ιδού η απάνθρωπη στάση, «είχε όλο τον χρόνο να τραβήξει αυτή τη φωτογραφία, αλλά δεν είχε χρόνο να σώσει τη ζωή του κοριτσιού».

Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα εάν κατανοούσαμε ότι ο σκοπός της ζωής είναι να αγγίξουμε ζωές.

Να πάρουμε τη μεγάλη απόφαση εάν θέλουμε να ζήσουμε ως άνθρωποι, ή ως «γύπες».

"Σε ό,τι κι αν κάνουμε, ας θέσουμε σε πρώτο πλάνο την ανθρωπότητα.

Σε ό,τι κάνουμε, ας σκεφτόμαστε πάντα τους άλλους και πώς μπορούμε να ωφελήσουμε την ανθρωπότητα, πώς μπορούμε να δώσουμε ένα χέρι βοηθείας και να σκουπίσουμε τα δάκρυα.

Ως εκ τούτου, όταν αναζητούμε γνώση, πλούτο, φήμη, δεξιότητες ή ακόμα και θέσεις, ας σκεφτούμε πώς μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε για να ωφελήσουμε τους ανθρώπους και την κοινωνία γενικότερα»."

Μετά την ανάγνωση του παραπάνω ας δώσουμε κάποια πραγματικά στοιχεία σχετικά με τον παραπάνω αστικό μύθο της αυτοκτονίας του νοτιοαφρικανού φωτογράφου Κέβιν Κάρτερ εξ αιτίας της συγκεκριμένης φωτογραφίας.

 


 

Ο Κέβιν Κάρτερ (13 Σεπτεμβρίου 1960 – 27 Ιουλίου 1994) ήταν Νοτιοαφρικανός φωτορεπόρτερ και μέλος του Bang-Bang Club. Το 1994 τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ για τη φωτογραφία του που απεικονίζει τον λιμό του 1993 στο Σουδάν. Αυτοκτόνησε σε ηλικία 33 ετών. Η ιστορία του απεικονίζεται στο βιβλίο The Bang-Bang Club , που γράφτηκε από τους Greg Marinovich και João Silva και δημοσιεύτηκε το 2000.

Ο Κέβιν Κάρτερ γεννήθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ της Νότιας Αφρικής και μεγάλωσε σε μια μεσοαστική γειτονιά, μόνο λευκών την εποχή του απαρτχάιντ. O Κάρτερ ενηλικιώθηκε κατά τη διάρκεια της κορύφωσης του απαρτχάιντ, προβληματισμένος από την αδιαφορία των γονιών του για τον αγώνα των μαύρων. Ως παιδί, έβλεπε κατά καιρούς εφόδους της αστυνομίας για τη σύλληψη μαύρων που ζούσαν παράνομα στην περιοχή και δεν το άντεχε.

Αφού αποφοίτησε από ένα καθολικό οικοτροφείο το 1976, ο Carter ξεκίνησε και στη συνέχεια εγκατέλειψε μια σειρά από ασχολίες. Eγκατέλειψε τις σπουδές του για να γίνει φαρμακοποιός και τελικά κλήθηκε στο στρατό. Για να ξεφύγει από το πεζικό που ενεργούσε «κατασταλτικές» επιδρομές στο πλαίσιο του απαρτχάιντ, κατατάχθηκε στην Πολεμική Αεροπορία στην οποία υπηρέτησε τέσσερα χρόνια. Το 1980, είδε όμως να προσβάλλουν έναν μαύρο σερβιτόρο. Ο Κάρτερ τον  υπερασπίστηκε με αποτέλεσμα να ξυλοκοπηθεί άγρια από άλλους στρατιώτες. Έκανε μια διακοπή στην θητεία του και αργότερα αποφάσισε να υπηρετήσει την υπόλοιπη στρατιωτική του θητεία. Όταν όμως  είδε τη βομβιστική επίθεση στην Church Street στην Πρετόρια το 1983, αποφάσισε να γίνει φωτογράφος ειδήσεων και δημοσιογράφος.

 

 

Ο Carter άρχισε  να εργάζεται ως αθλητικός φωτογράφος το 1983. Το 1984, εργάστηκε για την εφημερίδα  Johannesburg Star, εκθέτοντας τη βαρβαρότητα του απαρτχάιντ κάτι ασυνήθιστο για λευκό φωτορεπόρτερ καθώς αυτό ήταν το αντικείμενο των μαύρων «συναδέλφων του.

Ο Carter συνεργάστηκε με άλλους τρεις νεαρούς φωτορεπόρτερ που θα δούλευαν και θα ταξίδευαν μαζί. Ήταν οι Ken Oosterbroek, Greg Marinovich και Joao Silva, γνωστοί αργότερα συλλογικά ως "The Bang-Bang Club", λόγω της ικανότητάς τους να βρίσκονται πάντα στη μέση της σύγκρουσης.

Ο Κάρτερ ήταν ο πρώτος που φωτογράφισε μια δημόσια εκτέλεση μαύρου δοσίλογου συνεργάτη της αστυνομίας του καθεστώτος  από μαύρους Αφρικανούς  στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Ο Carter  συγκλονίστηκε από το γεγονός και μίλησε αργότερα για τις εικόνες αυτές: "Ήμουν τρομοκρατημένος με αυτό που έκαναν. Αλλά μετά οι άνθρωποι άρχισαν να μιλάνε για αυτές τις φωτογραφίες... τότε ένιωσα ότι ίσως οι ενέργειές μου να μην ήταν καθόλου κακές. Το να είμαι μάρτυρας σε κάτι τόσο φρικτό δεν ήταν απαραίτητα τόσο κακό". 

 

 

Τον Μάρτιο του 1993, εμπλέκεται σαν ελεύθερος φωτογράφος σε μια επιχείρηση των Ηνωμένων Εθνών στο Σουδάν που αποσκοπούσε στη δημοσιοποίηση του λιμού και των αναγκών της περιοχής κάτι που θα βοηθούσε τις οργανώσεις βοήθειας να διατηρήσουν τη χρηματοδότηση τους. 

Σε μια αποστολή στο Ayod ο Κάρτερ χώρισε από τους συναδέλφους του που σκόρπισαν για να φωτογραφίσουν θύματα του λιμού. Ο Κάρτερ τράβηξε μια εικόνα ενός μικρού κοριτσιού, πεσμένου στο έδαφος από την πείνα, ενώ ένας γύπας κρυβόταν στο έδαφος εκεί κοντά. Είπε στον συνάδελφό του ότι ήταν σοκαρισμένος από την κατάσταση που μόλις είχε φωτογραφίσει και είχε διώξει τον γύπα μακριά. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Carter και ο συνεργάτης του επιβιβάστηκαν σε ένα μικρό αεροπλάνο του ΟΗΕ και έφυγαν από το Ayod για το Kongor. 

 


 

Η φωτογραφία πουλήθηκε στους New York Times  και εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις 26 Μαρτίου 1993 και διαδόθηκε παγκοσμίως. Εκατοντάδες άνθρωποι επικοινώνησαν με την εφημερίδα για να ρωτήσουν την τύχη του κοριτσιού. Η εφημερίδα ανέφερε ότι σύμφωνα με τον Κάρτερ, «ανάρρωσε αρκετά για να συνεχίσει το ταξίδι της μετά την εκδίωξη του γύπα», αλλά ότι δεν ήταν γνωστό εάν έφτασε στο κέντρο επισιτισμού του ΟΗΕ. Τον Απρίλιο του 1994  η φωτογραφία του κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ. 

 

 

Ο Κάρτερ επέστρεψε στην κατεστραμμένη από τον πόλεμο Νότια Αφρική και περίπου ένα χρόνο αργότερα θα βίωνε μια άλλη ανεξίτηλη εικόνα - μια που όμως του προξένησε βαθιά απογοήτευση. Κατά τη λήψη της σκηνής τριών μελών του Afrikaner Weerstandsbeweging (AWB) που πυροβολήθηκαν στη Μποφουτατσβάνα, το φιλμ του Κάρτερ τελείωσε. Μέχρι να φορτώσει ξανά, το μόνο που κατάφερε ήταν να καταγράψει μόνο τα επακόλουθα (παραπάνω). Ωστόσο, η φωτογραφία του έγινε πρωτοσέλιδο, ακόμα κι αν δεν μπορούσε να αποφύγει το αίσθημα της αποτυχίας που αισθανόταν.

Αλλά μια πολύ βαθύτερη απογοήτευση θα ερχόταν τον επόμενο μήνα. Στις 18 Απριλίου, το Bang-Bang Club κατευθύνθηκε στον δήμο Thokoza, λίγο έξω από το Γιοχάνεσμπουργκ, για να φωτογραφίσει μια μάχη με όπλα. Ο Κάρτερ επέστρεψε στην πόλη γύρω στο μεσημέρι, επικαλούμενος τις αφιλόξενες συνθήκες φωτισμού του μεσημεριανού ήλιου. Ενώ οδηγούσε πίσω, άκουσε από τον ασύρματο ότι ο φίλος του Ken Oosterbroek είχε πυροβοληθεί και σκοτωθεί. Σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, ο Carter κατέρρευσε. Ωστόσο, επέστρεψε στη δουλειά την επόμενη μέρα, τραβώντας εικόνες στην ίδια περιοχή.

Το τελευταίο πλήγμα ήταν ιδιαίτερα βαρύ. Τον Μάιο, ο Κάρτερ ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη για να δεχτεί το Πούλιτζερ του. Μόλις δύο μήνες αργότερα, τον  Ιούλιο του 1994, ο Carter, επιστρέφει στη Νότια Αφρική. Κάποια στιγμή παρκάρει το αυτοκίνητό του κοντά σε ένα αγαπημένο του παιδότοπο και συνδέει έναν εύκαμπτο σωλήνα κήπου στην εξάτμιση του αυτοκινήτου και τον περνά από το παράθυρο του συνοδηγού και αυτοκτονεί. Αιτία θανάτου κρίθηκε η δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα. Ήταν 27 Ιουλίου 1994 και ήταν μόλις 33 ετών.

 

Ο Κάρτερ άφησε πίσω του μια εξάχρονη κόρη από μια προηγούμενη σχέση και μια συλλογή από εκατοντάδες δυνατές, προκλητικές εικόνες, που φανερώνουν ξεκάθαρες συγκρούσεις και θύματα που πολύ συχνά αγνοούνται.

Στην επιστολή που άφησε όταν αυτοκτόνησε φαίνεται καθαρά ότι  είχε πάθει κατάθλιψη από όλα όσα είχε ζήσει και αντιμετωπίσει κατά την διάρκεια της ζωής του.

Λυπάμαι πραγματικά, πραγματικά. Ο πόνος της ζωής υπερισχύει της χαράς σε σημείο που η χαρά δεν υπάρχει. ...κατάθλιψη ... χωρίς τηλέφωνο ... λεφτά για ενοίκιο ... χρήματα για το επίδομα παιδιών ... χρήματα για χρέη ... χρήματα!!! … Με στοιχειώνουν οι έντονες αναμνήσεις των δολοφονιών και των πτωμάτων και του θυμού και του πόνου… των λιμοκτονούντων ή τραυματισμένων παιδιών, των χαρούμενων τρελών, συχνά αστυνομικών, των δολοφόνων… Πάω να συναντήσω τον Κεν αν είμαι τόσο τυχερός.

Kevin Carter, [Επιστολή αυτοκτονίας]

Η τελευταία γραμμή είναι μια αναφορά στον πρόσφατα δολοφονηθέντα συνάδελφό του Ken Oosterbroek

Το 2011 ένας ρεπόρτερ της ισπανικής εφημερίδας  El Mundo  ταξίδεψε στο Σουδάν για να διερευνήσει πού βρίσκεται το κορίτσι που φωτογραφήθηκε από τον Κάρτερ. Συναντήθηκε με τον πατέρα του παιδιού που φωτογράφισε ο Κάρτερ και ο οποίος του αποκάλυψε ότι το παιδί δεν ήταν κορίτσι αλλά στην πραγματικότητα ένα αγόρι, ο Kong Nyong, που τελικά εκείνη την περίοδο τον είχε φροντίσει ο σταθμός επισιτιστικής βοήθειας του ΟΗΕ. Όμως το αγόρι πέθανε το  2007 εξ αιτίας  «πυρετών», σύμφωνα με την οικογένειά του. 

ΠΗΓΕΣ :

https://en.wikipedia.org/wiki/Kevin_Carter

https://www.theguardian.com/media/2014/jul/30/kevin-carter-photojournalist-obituary-archive-1994

https://www.carsonphotos.com/uhpj/25years_Vulture_and_Sudanese_Child.html