Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Μαΐου 2023

Οι εργατικοί αγώνες στο ξεκίνημα τους

 

ΑΒΡΑΑΜ ΜΠΕΝΑΡΟΓΙΑ

Οι εργατικοί αγώνες στο ξεκίνημα τους

Έλληνες και Σέρβοι στην Κέρκυρα. Παμβαλκανικό Συνέδριο. Πρωτομαγιά του 1912

Του Γ. Α. ΛΕΟΝΤΑΡΙΤΗ

Πολλά έχουν αναφερθεί για τους ιστορικούς δεσμούς μεταξύ Ελλάδος και Σερβίας. Λίγοι όμως γνωρίζουν, ότι τους δύο λαούς συνδέουν -πέραν όλων των άλλων- και κοινοί εργατικοί αγώνες. Αφορμή στάθηκε ο πόλεμος που κατά το 1916 συνεχιζόταν και επεκτεινόταν άγριος και ανελέητος. Η Βουλγαρία και η Τουρκία πήγαν με το μέρος της Γερμανίας, ενώ η Ελλάδα και η Ρουμανία είχαν συνταχθεί με την Αντάντ. Γάλλοι και Άγγλοι, άνοιξαν μέτωπο στη Μακεδονία. Η Κέρκυρα κατελήφθη από γαλλικά, αγγλικά και ιταλικά στρατεύματα και το λιμάνι της έγινε ναυτική πολεμική βάση.

Εκεί λοιπόν στην Κέρκυρα, βρήκαν καταφύγιο τα λείψανα του Σερβικού στρατού. Καταδιωκόμενα από τις στρατιές του Μάκενσεν, που μέσα σε λίγες μέρες σαρώσανε ολόκληρη τη Σερβία, ράκη κυριολεκτικά  από  τις  περιπέτειες,  τις   κακουχίες, τις στερήσεις και την πείνα, οι Σέρβοι συγκεντρώθηκαν σε στρατόπεδο έξω από την πόλη.

Η κατάσταση τους ήταν απελπιστική, γιατί πέρα από την πείνα, τους θέριζε και η χολέρα. Εκείνο που για χρόνια θύμιζε τις περιοχές που είχαν στρατοπεδεύσει, ήσαν τα απέραντα νεκροταφεία με τις χιλιάδες σταυρούς... Όσους γλύτωσαν, τους παρέλαβαν οι μεγάλοι σύμμαχοι, τους περιέθαλψαν, τους έντυσαν και τους έστειλαν στο Μακεδόνικο Μέτωπο.

Η Βουλή των Σέρβων συνεδρίαζε στο... Δημοτικό Θέατρο και η Μπέλλα Βενέτσια, ήταν τα... ανάκτορα του Βασιλέως Πέτρου! Γεγονός είναι, ότι οι Σέρβοι στρατιώτες, άφησαν στους κατοίκους της Κέρκυρας τις καλύτερες εντυπώσεις. Παρά την πείνα τους, δεν ακούστηκε ούτε μια εκ μέρους των κλοπή, λεηλασία, ή βιαιοπραγία. Όσοι είχαν μπανκανότες πλήρωναν. Όσοι δεν είχαν, ζητούσαν με συστολή λίγο ψωμί.

Από το 1912 μέχρι τον Αύγουστο του 1922, η χώρα βρισκόταν σχεδόν δίχως ανάπαυλα σε πόλεμο. Στην Κέρκυρα, η εκεί σοσιαλιστική ομάδα κατά την εποχή του Διχασμού και του πολέμου, πήρε το μέρος της Γαλλίας και συμπαραστάθηκε στο Κόμμα των Φιλελευθέρων του Ελ. Βενιζέλου. Την ίδια εποχή, ένας μικρός αριθμός νέων με επαναστατικές ιδέες, συγκεντρώθηκε γύρω από τον Ηλία Γιοβάνοβιτς, που μιλούσε για «προλεταριακό διεθνισμό». Ήταν ένας επαγγελματίας επαναστάτης, ανήκε στην άκρα αριστερά του Σερβικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, και διέθετε μια σοβαρή θεωρητική κατάρτιση. Οι νέοι τον άκουγαν εκστατικοί να τους μιλάει για τον «ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα» του πολέμου από τα δυο αντίπαλα «συγκροτήματα», για το καθήκον της μετατροπής του πολέμου σε επανάσταση, για την κατάρρευση της Διεθνούς, για την ανάγκη δημιουργίας νέας, για την Λούξεμπουργκ, τον Λίμπκνεχτ και τον Λένιν.

Στην Κέρκυρα ο Ποβάνοβιτς ήρθε με τα λείψανα του Σερβικού Στρατού, στρατιώτης κι' αυτός. Γρήγορα λιποτάκτησε, κι' έμεινε στην Κέρκυρα, μέχρι τις αρχές του 1920.

Όταν έφυγε, διατήρησε για μεγάλο διάστημα αλληλογραφία με Έλληνες συντρόφους του, και τελείωνε πάντα τις επιστολές του, με τη φράση: «Ζήτω η Επανάσταση του κόσμου!». Αρκετό διάστημα αργότερα, ο Γιοβάνοβιτς πήγε στη Γιουγκοσλαβία, κι εκεί συνελήφθη, φυλακίστηκε και σκοτώθηκε σε μια δήθεν «απόπειρα αποδράσεως».

Οι Σέρβοι σοσιαλιστές, ήταν από τους λίγους που δεν πέρασαν την υπηρεσία της κυβέρνησης τους, αλλά έμειναν πιστοί στις επαναστατικές τους ιδέες. Πολλές φορές οι βουλευτές τους, κατήγγειλαν την σωβινιστική πολιτική, και μέσα στο Δημοτικό θέατρο της Κέρκυρας, όπου συνεδρίαζε η Βουλή τους, προκλήθηκαν επεισόδια, ενώ οπλισμένα αποσπάσματα του Γαλλικού Στρατού είχαν περικυκλώσει το κτίριο...

Η επανάσταση στη Ρωσία

Έλληνες και Σέρβοι πριν ακόμα ολοκληρωθεί η Οκτωβριανή Επανάσταση, όταν τον Ιούλη του 1917 ακούγονταν όλο και πιο δυνατά οι πρώτοι βρυχηθμοί της, τα βλέμματα πολλών επαναστατών κι' από τις δυο χώρες, στράφηκαν προς τη «Μεγάλη Ρωσία».

Έτσι, ο καθηγητής Αριστοτέλης Σιδερής, σοσιαλιστής βουλευτής τότε, κι' αργότερα από τους ηγέτες του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος, έγραφε στον «Ριζοσπάστη», που ακόμα ήταν δημοκρατικός: «...Προς τη Μεγάλην Ρωσίαν στρέφει το βλέμμα ο ελληνικός λαός και προς αυτήν μετά στοργής αποβλέπει και εξ αυτής συναπάση τη γη περιμένει την κοσμοσωτήριον πραγμάτωσιν των ιδεών...». Αλλά και πολλά χρόνια προτού ακουστούν τα μηνύματα από τη Ρωσία, οι εργατικοί αγώνες είχαν ενταθεί στη χώρα μας.

 


 

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική ήταν η χρονιά του 1911. Η Πρωτομαγιά τότε γιορτάσθηκε με ξεχωριστή μεγαλοπρέπεια στη Θεσσαλονίκη. Στους δρόμους έγινε μεγάλη παρέλαση, και μέσα στο πολύχρωμο πλήθος, έβλεπε κανείς Ελληνες, Ισραηλίτες, Βούλγαρους, ακόμα και Τούρκους εργάτες...

 

Από μια μικρή πρόχειρη εξέδρα, μίλησαν στο πλήθος γνωστοί εκπρόσωποι της «Φεντερασιόν», όπως ο Βλάχωφ, ο Αρδίττι, ο Τούρκος καπνεργάτης Ιχσάν και ο παλαίμαχος σοσιαλιστής Αβραάμ Μπεναρόγια. Τέσσερις μουσικές είχαν τοποθετηθεί μεταξύ των χιλιάδων διαδηλωτών, οι οποίοι είχαν συνταχθεί κατά κατηγορίες ανάλογα με τον επαγγελματικό κλάδο στον οποίο ανήκαν. Στον αέρα ανέμιζαν ερυθρά λάβαρα και οι μπάντες έπαιζαν τη «Διεθνή», τον σοσιαλιστικό ύμνο, που τον τραγουδούσαν οι συγκεντρωθέντες σε διάφορες γλώσσες. Κάπου 7.000 ήσαν οι διαδηλωτές, ενώ είχαν απεργήσει 12.000. Οι αρχές αποφάσισαν να επέμβουν. Η επίσκεψη του Σουλτάνου στη Μακεδονία και την Αλβανία, η οποία είχε πολιτικούς σκοπούς, χρησιμοποιήθηκε από τις αρχές σαν πρόφαση. για να ξεκαθαρίσουν την πόλη από μερικούς «επικίνδυνους» σοσιαλιστές.

 

Με τη δικαιολογία ότι υπήρχε κίνδυνος για τη ζωή του Σουλτάνου, διετάχθη η σύλληψη του Γραμματέα του Σωματείου Καπνεργατών Σαμπατάι Λεβή, του Γραμματέα των Τούρκων καπνεργατών Ιχσάν και του Μπεναρόγια. Οι δύο πρώτοι κρατήθηκαν στα μπουντρούμια του Διοικητηρίου, τον δε Μπεναρόγια, έστειλαν εξορία στη Σερβία.

 


Ο Μπεναρόγια, στις αναμνήσεις του, από τους αγώνες εκείνου του καιρού, έγραφε: «Η εργατική και σοσιαλιστική ζύμωσις δεν εζωογονείτο μόνον εις Θεσσαλονίκη. Εις Κωνσταντινούπολη, Σμύρνην και αλλαχού και εις αυτάς ακόμη τας πόλεις της Μακεδονίας, ιδρύοντο εργατικά σωματεία, απεργίαι κάπως γενικώτεραι εκηρύσσοντο, σοσιαλιστικές ομάδες και εργατικές εφημερίδες ενεφανίζοντο. Η Νεοτουρκική κυβέρνησις παρηκολούθη υπόπτως την αναπτυσσομένην ζύμωσιν. Απεργία των σιδηροδρομικών όλων των ευρωπαϊκών δικτύων ετάραξε τα νεύρα του κομιτάτου.

 

Ο τότε υπουργός των Εσωτερικών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Φερίτ πασάς, συνέταξε και υπέβαλε εις την Οθωμανικήν Βουλήν, νομοσχέδιον, διά του οποίου απηγορεύετο το δικαίωμα της απεργίας εις τους εργαζομένους εις υπηρεσίας «δημοσίας ανάγκης», ως οι σιδηροδρομικοί, τροχιοδρομικοί κ.λπ. Εξ αφορμής του νομοσχεδίου τούτου, εξαπελύθη εκ Θεσσαλονίκης κύμα αγανακτήσεως και διαμαρτυρίας, το οποίον διατρέξαν την Μακεδονίαν και Θράκην, μετεδόθη εις όλην την Μ. Ασίαν.

Το πρώτον συλλαλητήριον ωργανώθη εν Θεσσαλονίκη, ουχί άνευ εμποδίων και προστριβών με τας αρχάς, αι οποίαι δεν ηννόουν να το επιτρέψουν. Αλλ' οι οργανωταί του δηλαδή η Φεντερασιόν, οι ενδιαφερόμενοι σιδηροδρομικοί και άλλοι, κατόρθωσαν να ενεργήσουν με επιδεξιότητα, παρασύροντες εις αυτό, όλα τα εργατικά σωματεία, και αυτά τα υπό κηδεμονία των εθνικών συλλόγων, όλον τον εργατικόν κόσμον. Αι αρχαί εθεώρησαν καλύτερον ότι έπρεπε να επιτρέψουν το συλλαλητήριον, ορίσασαι τόπον συγκεντρώσεως την έναντι του Τελωνείου πλατείαν. Την ημέραν εκείνην, όλος ο στρατός Θεσσαλονίκης ήτο εν επιφυλακή, το δε ιππικόν είχε περιζώσει την πλατείαν...».

 

Θόρυβος στη Βουλή...

 

Ο Αβραάμ Μπεναρόγια (πρώτος αριστερά από το άτομο με την εφημερίδα) και άλλα εργατικά στελέχη φυλακισμένοι μετά τις ταραχές που ακολούθησαν εργατική διαδήλωση στον Βόλο, στις 15 Φεβρουαρίου 1921.


Ο Μπεναρόγια, λοιπόν, όπως είδαμε είχε σταλεί εξορία στη Σερβία. Ο Εβραίος αυτός παλαίμαχος σοσιαλιστής, δάσκαλος, τυπογράφος,  δημοσιογράφος,  από τους πρωτεργάτες της Φεντερασιόν, που είχε εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη από το 1908, για να περάσει τα τελευταία του χρόνια στο προάστιο Χολόν του Ισραήλ, ήταν μια εξέχουσα μορφή του συνδικαλισμού.

 

Σύσσωμος η εργατική τάξη της Θεσσαλονίκης αντέδρασε κατά της αυθαιρεσίας των Νεότουρκων και πέτυχε μεν την απόλυση των δύο κρατουμένων, αλλά δεν κατόρθωσε να ληφθεί κανένα μέτρο ευεργετικό για τον Μπεναρόγια. Χρειάσθηκε να γίνει επεισοδιακή συζήτηση στη Βουλή, να ξεσηκωθεί γενική διαμαρτυρία και κατακραυγή των εργατών και σοσιαλιστών, όχι μόνον της Θεσσαλονίκης, αλλά και χωρών της Ευρώπης, ακόμα και της Τουρκίας. Στη Θεσσαλονίκη οργανώθηκε μέγα συλλαλητήριο, στο οποίο μίλησαν ο Αρμένιος βουλευτής Παπαζιάν, ο καθηγητής Βλάχωφ, ο Αρμένιος δημοσιογράφος Σακαριάν, ενώ ο αντιπόσωπος της Φεντερασιόν Σαούλ Ναχούμ υποκίνησε όλο τον σοσιαλιστικό Τύπο της Ευρώπης, για να επιτραπεί έπειτα από 8 μήνες στον Μπεναρόγια να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη.

 

Η κατάσταση και τότε στη Βαλκανική ήταν άσχημη. Οι σχέσεις της Τουρκίας με τα Βαλκανικά κράτη χειροτέρευαν συνεχώς. Οι Ευρωπαίοι έκαναν σχέδια για την Τουρκία, οι Αλβανοί εστασίαζαν, και όλοι συζητούσαν για πόλεμο. Η Ιταλία εκήρυξε τελικά τον πόλεμο κατά της Τουρκίας για να καταλάβει την Τριπολίτιδα.

 

Η καταιγίδα πλησίαζε. Και τότε, οι σοσιαλιστές των Βαλκανίων, προβλέποντες κινδύνους, θέλησαν να προπαρασκευάσουν ένα Παμβαλκανικό Συνέδριο, για την οργάνωση μιας γενικής αντιστάσεως κατά του πολέμου.

 

Με πρωτοβουλία του Σερβικού Σοσιαλιστικού Δημοκρατικού Κόμματος, συνεκλήθη στο Βελιγράδι τον Οκτώβριο του 1911, Παμβαλκανική Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη.

 

Σ' αυτήν πήραν μέρος, η Σερβία, η Ρουμανία, η Βοσνία, η Κροατία και Τούρκοι μέλη της Φεντερασιόν, καθώς και ο Ρακόβσκι, με τη διπλή του ιδιότητα, του αντιπροσώπου της Ρουμανίας και της Διεθνούς. Το βουλγαρικό σοσιαλιστικό κόμμα και το αρμενικό, δεν κατόρθωσαν να εκπροσωπηθούν. Η Συνδιάσκεψη αποφάσισε να οργανωθούν για την 5η Νοεμβρίου συλλαλητήρια διαμαρτυρίας κατά του πολέμου, σε όλη την Βαλκανική, στα οποία μάλιστα, θα γινόταν... ανταλλαγή ρητόρων! Και η Φεντερασιόν της Θεσσαλονίκης όμως, δεν καθυστέρησε στην οργάνωση συλλαλητηρίων.

 

Η Πρωτομαγιά του 1912

 


 

Όταν ο Μπεναρόγια κατέβηκε στην Αθήνα, βρήκε ένα σοσιαλιστικό κύκλο, τελείως διαφορετικό από αυτόν που ήξερε στη Θεσσαλονίκη, στα Βαλκανικά κράτη και στην Κωνσταντινούπολη. Το πρώτο που του έκανε εντύπωση, ήταν η ψυχρότητα με την οποία τον αντιμετώπισαν. Πιο ζεστά τον  υποδέχθηκε  ο γηραιός πια, Πλάτων Δρακούλης, ο οποίος τον πληροφόρησε για το τι συνέβαινε στην πρωτεύουσα.

 

Έτσι ο Μπεναρόγια έμαθε ότι υπήρχε ένα  «Σοσιαλιστικό Κόμμα» υπό την προεδρία του Δρακούλη, κι ένα «Σοσιαλιστικό Κέντρο» υπό την αρχηγία, του δημοσιογράφου Ν. Γιαννιού. Στο πατάρι του καφενείου «Κλαυθμώνος», θα διεπίστωνε ότι εκεί λειτουργούσαν τα γραφεία του «Σοσιαλιστικού Κέντρου»! Και η έκπληξη του μεγάλωσε όταν μετά την πρώτη ψυχρότητα, εδώ τον υποδέχθηκαν με μεγάλη εγκαρδιότητα!

 

Ήταν ο σύντροφος, ο Ισραηλίτης εξόριστος που ερχόταν από το εξωτερικό. «Εις το πατάρι του καφενείου τούτου, συνεκεντρώνετο όλος σχεδόν ο Ελληνικός σοσιαλισμός», θα γράψει στις αναμνήσεις του ο Μπεναρόγια, ο οποίος ανέλαβε να τους οργανώσει την εκδήλωση για την Πρωτομαγιά του 1912. Τα πράγματα όμως δεν ήταν εύκολα, γιατί δεν υπήρχε υποδομή, και σαν να μην έφθανε αυτό, υπήρχε διάσταση μεταξύ Σοσιαλιστικού Κόμματος και Σοσιαλιστικού Κέντρου.

 

Τελικά τα μέλη του «Κέντρου» αποφάσισαν να συγκεντρωθούν στο εξοχικό καφενείο του «Μετς». Για πρώτη φορά θα κρατούσαν ερυθρές σημαίες, και θα έψαλλαν σοσιαλιστικούς ύμνους. Ο Μπεναρόγια ανέλαβε ακόμα και τον ρόλο του μουσικοδιδάσκαλου, αφού οι περισσότεροι... αγνοούσαν αυτούς τους ύμνους, και στο Ζάππειο, έκαναν... πρόβες «συναυλιών»! Οι Σοσιαλιστές της Αθήνας, μια φούχτα άνθρωποι, διδασκόντουσαν τη «Διεθνή» για πρώτη φορά, σε μετάφραση του Πέτρου Πικρού: «Εμπρός της γης οι κολασμένοι...».

Τελικά, έφθασε η Πρωτομαγιά. Ο εορτασμός έγινε σύμφωνα με το πρόγραμμα. Πρώτος μίλησε ο Νικ. Γιαννιός, ο Π. Πικρός απήγγειλε ποιήματα, μίλησε κατόπιν ο Μπεναρόγια, κι ένας φοιτητής Παπαδημητρίου. Οι ερυθρές σημαίες κυμάτιζαν στον αέρα, και τη στιγμή που έψαλλαν τη «Διεθνή», η αστυνομία επετέθη για να τους διαλύσει. Κατέβασαν τις σημαίες και συνέλαβαν τους περισσότερους.

 

Οι συλληφθέντες στην αρχή τα έχασαν. Με την αποφασιστικότητα όμως των σοσιαλιστών ηγετών, ξαναβρήκαν το θάρρος τους, κι ενώ μεταφέρονταν με συνοδεία προς την αστυνομική διεύθυνση, άρχισαν να τραγουδάνε τη «Διεθνή».

 

Ο κόσμος έκπληκτος παρακολουθούσε τη σκηνή, χωρίς να καταλαβαίνει γιατί γίνεται όλη αυτή η φασαρία! Αλλά κι ο διευθυντής της αστυνομίας Ζυμβρακάκης, δεν μπορούσε να πεισθεί γιατί ήσαν «επικίνδυνοι» αυτοί οι άνθρωποι, ούτε ήξερε πολλά πράγματα για «σοσιαλισμούς» και τα παρόμοια. Ανέκρινε λοιπόν την οργανωτική επιτροπή, με ειρωνική διάθεση, προβληματιζόμενος τι να κάνει τους συλληφθέντες. Ο Μπεναρόγια όμως διέτρεχε τον κίνδυνο, αν ανεκάλυπταν την ταυτότητα του, να σταλεί πάλι εξορία. Πολλοί τον παρότρυναν να το σκάσει, αλλά εκείνος δεν ήθελε να χάσει ένα τόσο... «σημαντικό» γεγονός!

 

Η Αθηνά Γαϊτάνου-Γιαννιού, που είχε κι αυτή συλληφθεί με δυο ακόμη γυναίκες, ανέλαβε να λύσει το πρόβλημα. Κατόρθωσε με αρκετή πονηριά να πείσει τον αξιωματικό που τους συνέλαβε ότι ο Μπεναρόγια δεν είχε σχέση μαζί τους:

 

— Ο άνθρωπος είναι ξένος και βρέθηκε τυχαία ανάμεσα μας...

Ο αξιωματικός την πίστεψε, και άφησε ελεύθερο τον Μπεναρόγια! Στο μεταξύ ο Ζυμβρακάκης δεν έβγαζε τίποτε από τις «ανακρίσεις», και για να γλιτώσει από αυτόν τον... «πονοκέφαλο», πήρε τελικά την απόφαση:

 

— Φύγετε, είστε ελεύθεροι!

 

Τα μέλη του «Σοσιαλιστικού Κέντρου», μαζί με την οργανωτική επιτροπή ξεχύθηκαν πανηγυρίζοντες στο δρόμο για να καταλήξουν στην πλατεία Κλαυθμώνος τραγουδώντας τη «Διεθνή» και κραυγάζοντας:

 

—Ζήτω η Πρωτομαγιά, ζήτω ο... Ζυμβρακάκης!

 

Μόνος σοβαρός ο Νικ. Γιαννιός, καθόταν σκεπτικός στο πατάρι του καφενείου, καπνίζοντας και κουβέντιαζε με τον Μπεναρόγια, για τον... «απολογισμό» της Εργατικής Πρωτομαγιάς! Αυτά συνέβαιναν τον παλιό εκείνο τον καιρό, όταν το σοσιαλιστικό κίνημα βρισκόταν στην Αθήνα, στα πρώτα του βήματα...

 

Πηγή

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 29 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1994

 

 

Κυριακή 18 Απριλίου 2021

Η τυπογραφία στην Επανάσταση του 1821

 


Η τυπογραφία στην Επανάσταση του 1821

Από  τα χρόνια του '21 το «δώρο του Πάσχα»  

Γράφει ο Τάκης Κατσιμάρδος

Οι «δημόσιοι υπάλληλοι» στο Εθνικό Τυπογραφείο το διεκδικούσαν δυναμικά, την ώρα που προσέφεραν και τη ζωή τους για την ελευθερία

Καθώς γιορτάζεται τα 200 χρόνια της 25ης Μαρτίου είναι ευκαιρία να τινάξουμε λίγο τη σκόνη της ιστορίας, που αρκετά σκεπάζει. Ιδιαίτερα τους καθημερινούς αγώνες για ανθρώπους του μόχθου. Να θυμηθούμε, λόγου χάρη, ότι οι αγώνες για την επιβίωση δεν σταματούν ποτέ. Ότι γίνονταν ακόμη και στα χρόνια της Επανάστασης. Έφταναν, μάλιστα, μέχρι ξεσηκωμούς και πολύμορφες εκδηλώσεις δυσαρέσκειας. Ακόμη και απεργίες!

Για τις οικονομικές διεκδικήσεις των ναυτικών, των ένοπλων του Αγώνα και άλλων επαναστατημένων υπάρχουν πολλές μαρτυρίες, λίγο-πολύ γνωστές και έξω από τον κύκλους των ειδικών.

Υπάρχουν, όμως, και πτυχές ελάχιστα γνωστές. Όπως για παράδειγμα ότι ενώ είχε αρχίσει η Επανάσταση και μάλιστα σε περίοδο που κινδύνευε να καταπνιγεί στα σπάργανα, Έλληνες πατριώτες, προσφέροντας τη ζωή τους στον εθνικό αγώνα, ζητούσαν «δώρο του Πάσχα»!

Μπορεί να... σηκώνεται η τρίχα μερικών, που «ανακαλύπτουν» κατά καιρούς τον χαριστικό, δήθεν, 14ο μισθό, αλλά τόσο μακριά μας μεταφέρει ο θεσμός.

Έχει διασωθεί στα Γενικά Αρχεία του Κράτους ένα μοναδικό ντοκουμέντο. Πρόκειται για αίτηση με ημερομηνία 1 Απριλίου 1822, που απευθύνεται «Προς το Μινιστέριον (υπουργείο) της Οικονομίας». Εκεί διαβάζουμε:

Ολίγα γρόσια... «Επειδή και κατ' αυτάς (αυτές τις μέρες) έφτασαν αι του Πάσχα εορτάσιμοι ημέραι και θέλομεν ν' αγοράσωμεν άλλος παπούτσια, άλλος τζουράπια και άλλος άλλο τι, διά τούτο παρακαλούμεν το Μινιστέριον να μας δώση ολίγα γρόσια διά ν' απεράσωμεν ταύτας τας εορτασίμους ημέρας, αναπληρούντες τας χρείας μας.»

Την αίτηση υπογράφει από μέρους των εργατών του Τυπογραφείου της Διοικήσεως (Εφημερίδα της Κυβέρνησης θα λέγαμε σήμερα), ο αρχιτυπογράφος Κωνσταντίνος Τόμπρος.

Το έγγραφο είδε το φως για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1950 από τον ιστορικό Θ. Βαγενά. Μνεία και σχολιασμός του γίνεται την ίδια περίοδο από τον Γ. Κορδάτο στην «Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος». Ο Βαγενάς συνοδεύει τη δημοσίευση του εγγράφου με μια διαφωτιστική παρατήρηση:

«Κατά τη γνώμη μας η παροχή του δώρου για τις γιορτές στους εργάτες τυπογράφους αποτελούσε παράδοση και μέσα στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Και το δώρο αυτό λεγόταν χαρετλίκι (από την τουρκική λέξη χάϊρέτ=χάρισμα). Κα στην περίληψη του εγγράφου εκείνου σημειώνονται τ' ακόλουθα: Κωνσταντίνος Τόμπρας, τυπογράφος διά να του δώσουμε χαρετλίκι...»

Την εποχή εκείνη η «προσωρινή κατοικία της Διοικήσεως» είχε προσωρινή έδρα την Κόρινθο, ύστερα από απόφαση της Α' Εθνικής Συνελεύσεως της Επιδαύρου (Ιανουάριος 1822). Ο Τόμπρας και οι τυπογράφοι διατάχθηκαν από τη Διοίκηση (πρόεδρος ο Αλ. Μαυροκορδάτος και αρχιγραμματέας ο Θ. Νέγρης) να μεταφέρουν τον εξοπλισμό από το Άργος, όπου βρισκόταν αδρανοποιημένος.

Στην προσωρινή έδρα το τυπογραφείο εγκαταστάθηκε στο σπίτι του Θεοχαράκη, όπου και άρχισε αμέσως να λειτουργεί, παρά τα τεχνικά εμπόδια. Εμπλουτισμένο, μάλιστα, μ' ένα δεύτερο πιεστήριο, που μόλις είχε παραληφθεί έπειτα από παραγγελία στο εξωτερικό.

Η πολιτική ηγεσία βιαζόταν να εκτυπώσει το Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος. Όπως και έγινε, τις μέρες που οι τυπογράφοι διεκδικούσαν «δώρο» του Πάσχα. Αν το πήραν ή όχι δεν το ξέρουμε. Αυτό που έχει σημασία είναι πόσο βαθιές είναι οι ρίζες του θεσμού, που διατηρήθηκε τα κατοπινά χρόνια με διάφορες μορφές...

 


 Έμεινε έρημος η τυπογραφία...

Οι ΤΥΠΟΓΡΑΦΟΙ της Επανάστασης κι άλλες φορές αναγκάστηκαν να διεκδικήσουν δυναμικά τους μισθούς τους. Είναι γνωστή και παροιμιώδης η ατασθαλία στη διαχείριση των εσόδων της Επανάστασης. Διασώζεται στα Αρχεία του Αγώνα της Παλιγγενεσίας η κήρυξη και η πραγματοποίηση απεργίας τους στις 14 Μαρτίου 1826. Πρόκειται για την πρώτη νεοελληνική απεργιακή κινητοποίηση, όπως σημειώνουν οι ιστορικοί του εργατικού κινήματος.

Με τα δεδομένα της εποχής οι «δουλευταί της Εθνικής Τυπογραφίας», όπως ονομάζονταν, ήταν δημόσιοι υπάλληλοι και αμείβονταν με ημερομίσθιο από τα ταμεία της Προσωρινής Ελληνικής Διοίκησης. Δούλευαν στην «Τυπογραφία της Διοικήσεως» (είχε ιδρυθεί από τις αρχές του 1825 στο Ναύπλιο με «εφημεριδογράφο» τον λόγιο αρχιμανδρίτη Θεόκλητο Φαρμακίδη και τυπογράφο τον Κ. Τόμπρα) και εξέδιδαν τη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος».

Πεινούσαν, όπως γράφει ο Θ. Βαγενάς, «περισσότερο από τους άλλους. Διότι όπως είναι γνωστόν, η Διοίκησις δεν είχε πάντοτε χρήματα να τους πληρώνη και οι τυπογράφοι έμειναν πολλές φορές νηστικοί και εγόγγυζαν εναντίον των υπευθύνων...»

Επειδή και οι θυσίες έχουν όρια, στις αρχές Μαρτίου 1826 διαμαρτυρήθηκαν στο υπουργείο Εσωτερικών. «Δέκα μήνες, γράφανε, όλους δουλεύομεν ενταύθα είς το Τυπογραφείον της Σεβαστής Διοικήσεως, και των πρώτων μηνών τους δεδουλευμένους ημών μισθούς ελάβομεν, και αφού ηλπίζαμεν μεγάλως να λάβωμεν και των άλλων πέντε, αφού μάλιστα εδιωρίσθη Συντάκτης ο κ. Θ. Φαρμακίδης κατά την οποίαν υπόσχεσιν μας έδωκε. Ιδωμεν όμως το εναντίον και μόνον τον εν τρίτον εκ διαλειμμάτων του μισθού μας ελάβομεν παρ' αυτού, ζητούντες δε το υπόλοιπον εξυβρίσθημεν παρά της σοφολογιότητός του, αλλά διά να μας καταπείση και λάβωμεν εθνικάς ομολογίας εμεταχειρίσθη την βίαν και λέγει "όποιος δεν λάβει αυτός θα φύγη και ούτε καν αποδεικπκόν του δίδω και ας υπάγει όπου θέλει". Με τοιούτους λοιπόν λόγους μας κατέπεισεν και μας έδωκε εθνικάς ομολογίας αντί μετρητών...»

Τα ομόλογα, όμως, δύσκολα εξαργυρώνονταν ή αγοράζονταν από κερδοσκόπους σ' εξευτελιστικές τιμές. Το υπουργείο ζήτησε εξηγήσεις από τον Φαρμακίδη. Εκείνος απάντησε αμέσως μετά την απεργία (15 Μαρτίου) κατηγορώντας τον Τόμπρα και άλλους διαμαρτυρόμενους ότι «εκίνησαν είς συνωμοσίαν και αποστασίαν όλους τους ανθρώπους της Εθνικής Τυπογραφίας» και «είς μίαν ημέραν έμεινεν έρημος η τυπογραφία». Κι όλα αυτά επειδή «έμελλαν να ζημιωθώσι και αυτοί ολίγον τι διά της ξεπεσμένης πωλήσεως των αποδεικτικών (ομολογιών)».

Φαίνεται όμως, ότι δεν περιορίστηκε σ' αυτή την απολογία. Κατήγγειλε παραλλήλως τον Τόμπρα ότι του χρωστούσε χρήματα, αλλά και για κλοπή τυπογραφικών στοιχείων (υποτίθεται τα υπέκλεψε «διά να χύση εξ αυτών άλλα στοιχεία»). Ζητούσε να τον «φυλακώση» η αστυνομία, όπως και έγινε! Δεν διασώζονται πληροφορίες για τη συνέχεια της υπόθεσης. Από άλλο έγγραφο, όμως, της Διοικήσεως, προκύπτει ότι στις 14 Μαρτίου ο Φαρμακίδης είχε εισπράξει 1.000 γρόσια. Ίσως για να πληρώσει τους απεργούς τυπογράφους είτε άλλους «απεργοσπάστες» όπως σημειώνει ο Γ. Κορδάτος, αναφέροντας απόσπασμα από τη μελέτη του Βαγενά.

 

«ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ» ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ

 


 
 

Μια άλλη ανάγνωση των απεργιακών κινητοποιήσεων στα εθνικά τυπογραφεία επιχειρεί η Αικατερίνη Κουμάριανού στο κλασικό έργο «Ο Τύπος στον Αγώνα». Γράφοντας για τον Θ. Φαρμακίδη και τα προβλήματα που αντιμετώπιζε στην έκδοση της εφημερίδας σημειώνει: «Υπενθυμίζω ακόμη δυσχέρειες οφειλόμενες στην έλλειψη τυπογράφων ή σπανιότητα των ειδικευμένων τεχνιτών, επόμενο ήταν να έκανε τους ολίγους υπάρχοντες απαιτητικούς, με αποτέλεσμα να επιβραδύνεται ή και να εμποδίζεται κάποτε η απρόσκοπτη συνέχιση της εφημερίδας Υπάρχουν μαρτυρίες ότι οι τυπογράφοι της "Γενικής Εφημερίδος" προβάλλοντας απαιτήσεις προκάλεσαν διακοπή της».

Οι πρώτες επίσημες εφημερίδες της Διοίκησης

 


 

ΣΑΛΠΙΓΞ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Η «ΣΑΛΠΙΓΞ ΕΛΛΗΝΙΚΗ» ήταν η πρώτη έντυπη εφημερίδα στον ελλαδικό χώρο. Κυκλοφορούσε ως επίσημο όργανο των επαναστατικών αρχών, με συντάκτη τον Θ. Φαρμακίδη και τυπογράφο τον Κ. Τόμπρα. Υπήρξε βραχύβια και είδαν το φως στην Καλαμάτα μόνο τρία φύλλα (1, 5 και 30 Αυγούστου 1821).

ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ

Ο «ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ» εκδιδόταν από το 1824 ως «εφημερίς της Υδρας» από τους Κουντουριώτες και για ένα διάστημα  -ελλείψει άλλου επίσημου κυβερνητικού οργάνου - ήταν και «εφημερίς της Διοικήσεως». «Εφημεριδογράφος» ήταν ο Ιταλός επαναστάτης Ι. Κιάππε, τυπογράφοι ο Τόμπρας και η ομάδα του.

ΓΕΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ

Η «ΓΕΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ», το επίσημο φύλλο της Διοικήσεως, εκδιδόταν επί  επτά χρόνια (1825 -1832). Αντιμετώπιζε μονίμως οικονομικό πρόβλημα. Κυκλοφορούσε αναλόγως της πόλης, όπου βρισκόταν κατά καιρούς η έδρα της κυβέρνησης. Αντικαταστάθηκε από την «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».

 

ΠΩΛΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΥΝΔΡΟΜΕΣ

 


 

Η «ΓΕΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» κυκλοφορούσε δύο φορές την εβδομάδα. Η πώληση γινόταν με συνδρομές και όσοι επιθυμούσαν μπορούσαν να εγγραφούν στα γραφεία της ή τα ταχυδρομεία που υπήρχαν, προπληρώνοντας ένα εξάμηνο (έξι ισπανικά δίστηλα τάλιρα). «Χωρίς της παρά του συνδρομητού προπληρωμής και της παρά του συντάκτου της εφημερίδος παραλαβής των χρημάτων δεν δίδεται εφημερίς εις ουδέναν» προειδοποιούσε στο πρώτο φύλλο της. Για να επαρκούν κατά το δυνατόν τα έσοδα, το Εκτελεστικό (κυβέρνηση) υποχρέωσε τους δημόσιους λειτουργούς και υπαλλήλους να εγγραφούν συνδρομητές. Αλλά ούτε αυτό το έσοδο επαρκούσε.

 

Ο τυπογράφος του Αγώνα

 


Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΟΜΠΡΑΣ, πρωταγωνιστής στη διεκδίκηση του «δώρου του Πάσχα», αλλά και της πρώτης νεοελληνικής απεργίας, υπήρξε ο κατεξοχήν Έλληνας τυπογράφοςτου '21. Από τα χέρια του πέρασαν τα περισσότερα επίσημα επαναστατικά κείμενα των πρώτων χρόνων. Κατοπινά δημιούργησε «τυπογραφική σχολή» και μετά την επικράτηση της Επανάστασης ίδρυσε το πρώτο ιδιωτικό τυπογραφείο   στο Ναύπλιο, ενώ αργότερα άσκησε το επάγγελμα του στην Αθήνα.

Είχε γεννηθεί στις Κυδωνίες (Αϊβαλί της Μι-κράδ Ασίας) και έμαθε στο Παρίσι την τέχνη της τυπογραφίας, με δάσκαλο τον περίφημο Αμβρόσιο Διδότο (Didot). Το 1819 επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου και λειτούργησε το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο. Επί δύο χρόνια, μέχρι την καταστροφή του από τους Οθωμανούδ (Ιούνιος 1821), είχε στοιχειοθετήσει και εκτυπώσει αρκετά βιβλία. Ο νεαρός Τόμπρος αναγνωριζόταν από τότε ως εξαιρετικός τυπογράφος.

 Κατόρθωσε να διαφύγει από τις Κυδωνίεςε, μαζί με τους βοηθούς του, στα Ψαρά. Από 'κεί τον κάλεσε ο Δ. Υψηλάντης για να αναλάβει την εγκατάσταση του τυπογραφείου, που είχε φέρει μαζί του από την Τεργέστη στην Ελλάδα.

Με τον Υψηλάντη συναντήθηκαν στα Βέρβαινα, απ' όπου ο εξοπλισμός μεταφέρθηκε στην Καλαμάτα. Σε τζαμί της πόλης, κοντά στην είσοδο του Κάστρου, εγκατέστησε ο Τομπρας το πρώτο τυπογραφείο στην ελεύθερη Ελλάδα. Εγκαινιάστηκε με την εκτύπωση της διακήρυξης του Δ. Υψηλάντη «Προς τους Έλληνας» (μέσα Ιουλίου 1821). Απ' αυτό βγήκε και η πρώτη έντυπη εφημερίδα του Αγώνα «Σάλπιγξ Ελληνική».

Μετά την απελευθέρωση της Τριπολιτσάς (Σεπτέμβριος) αποφασίστηκε να μεταφερθεί εκεί το τυπογραφείο. Εξαιτίας της ανώμαλης κατάστασης έγινε, όμως, νέα μετακίνηση. Αυτή τη φορά στο Αργος. Αλλά ούτε τότε έγινε κατορθωτό να λειτουργήσει το τυπογραφείο. Ίσως λόγω και βαριάς ασθένειας του Τόμπρου. Αυτό θα γίνει τελικά στην Κόρινθο. Εκεί θα εκδίδονται έντυπα των επαναστατικών αρχών μέχρι την εισβολή του Δράμαλη, όταν το τυπογραφείο εγκαταλείφθηκε, μαζί με την πόλη, και καταστράφηκε (Ιούλιος 1822).

Ο Τόμπρος έχει πλέον καθιερωθεί ως ο τυπογράφος της Διοίκησης και το επόμενο διάστημα θα είναι ο υπεύθυνος της στοιχειοθεσίας και εκτύπωσης του «Φίλου του Νόμου» στην Ύδρα και σε συνέχεια της «Γενικής Εφημερίδος».

ΕΘΝΟΣ 21.3.2010