Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

Μπαλωματής του Μωρηά

 


ΠΑΛΗΑ ΚΑΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ

Μπαλωματής του Μωρηά

Του κ. Νίκου Σταυρή

Το γουρουνοτσάρουχο μιλάμε ξάστερα — ήταν η «ποδεμί» της ρωμιοσύνης στα τετρακόσια χρόνια της σκλαβιάς της. Με το τίναγμα του ζυγού από το σβέρκο της, έβαλε στα πόδια της παπούτσια. Φόρεσε τσαρούχια. Με τη περίφημη «φούντα» στη μύτη τους, και με το μαύρο ή κόκκινο χρώμα. Με σολόδερμα χοντρό, κατεργασμένο, από τομάρια δαμαλιών πού αφθονούσαν στα βουνά τού Μωρηά και της Ρούμελης. Οι μυτερές πέτρες συντόμευαν τη φθορά.

Οι μπαλωματήδες κάνουν την εμφάνιση τους. Με το σουβλί και το βελόνι στην αρχή. Με το σφυρί και το αμόνι κατόπιν. Με τα μυτερά προκάκια και τις βιδάτες πρόκες στη συνέχεια. Με τα πετσί και τα εργαλεία στις πλάτες, περιοδεία στα χωριά. Και με το “ματαράτσι”για τον ύπνο κάτου από τα μπαλκόνια όπου υπήρχαν. Για να έχουν προστασία από τη βροχή. Το καλοκαίρι στης σκιές των πουρναριών. Πριν ξημερώσει «παπούτσια να μπαλώώώ. Τυρί, μυτζήθρα, η αμοιβή από τους τσοπάνηδες, αραποσίτι και λάδι από τους ζευγολάτες. Δούλευαν μήνες ολόκληρους. Κάποτε γύριζαν να φορτώσουν στο γαϊδούρι τους την είσπραξη σε είδος. Μαλλιά, τράγων, προβατίνες, φασόλια, ρεβίθια, φακές, γουρουνίσιο κρέας. Χαράς ευαγγέλια για τη φαμελιά. Γύριζε φορτωμένος ο νοικοκύρης σπίτι του. Και μερικά λεφτά στην τσέπη Και με καινούργιο παντελόνι. Και με «πασουμάκι» παπούτσι. 

 

 

Παραμερίζεται σιγά, σιγά, η φουστανέλα. Εμφανίζονται οι φραγγοφορεμένοι. Φορούν παπούτσια βακετένια, στην αρχή, αδιάβροχα στη συνέχεια. Αφανίζεται το τσαρούχι, το φτιαγμένο με τα ίδια τα χέρια αυτού πού τα φορούσε. Το υποτυπώδες μ' άλλα λόγια, κάλυμμα των ποδιών με κομμάτι γουρνουτόμαρου. Με λουριά από τον  ίδιο βγαλμένα, αντί για κλωστές. Για οικονομία οι «φτέρνες» έξω, χωρίς προστασία, για να ακούμε σήμερα στην περιοχή της Αρκαδίας—'Ολυμπίας το περίφημο «σκασμένη φτέρνα». Αρκάδες και 'Ολύμπιοι οι πρώτοι διδάξαντες. Κατά οι Στεμνιτσιώτες τη χρυσοχοεία. Οι Δημητσανίτες το μπαρούτι. Τα Λαγκάδια τη μαστοριά. Η Ζάτουνα στην «αργάσι» των τομαριών όπως    και    η   Ανδρίτσαινα με τα περιττώματα (σκυλόσκατα) των σκύλων. Ο Κοσμάς στα κτένια και ο Άγιος Πέτρος στον ασβέστη. Η Τριπολιτσά στις στολές από «σαγάκι». Καπότες, γιλέκια, πιτούρια.

Βροχές και βοριάδες χτύπησαν αλύπητα τους μπαλωματήδες. Διαφορετική ή τύχη των γανωματήδων πού δούλευαν δίπλα στη φωτιά. Διακονιαραίοι, καλαϊτζήδες, και μπαλωματήδες χτίζουν τα πρώτα σπίτια με τα πελεκητά αγκωνάρια. Δίδουν το παράδειγμα. Φέρνουν στα χωριά τους το μικρό πολιτισμό. Όπως ο Ρόβας στα Γιάννενα από την Πόλη, χρυσαφικά, διαμαντικά, και χαλκωματένια σκεύη. Με τη μεγάλη φάλαγγα, γκαμήλες, άλογα, μουλάρια. Πορεία βαριά, ένα μήνα το πάει και ένα μήνα το έλα! 

 

Η περιοχή της Καρύταινας, η δεύτερη μετά το Φανάρι της Ανδρίτσαινας ισχυρή επαρχία της Τουρκιάς, «έβγαλε τους πρώτους μπαλωματήδες από τα χωριά Μουλάτσι, Δραγουμάνου (Κοτύλιο), Λάβδα πού ταξίδεψαν άλλοι για τους κάμπους τού Πύργου και της Καλαμάτας και άλλοι για το ορεινό συγκρότημα της Ρούμελης. Για τις αρβύλες της εργατιάς στ’ αμπέλια και τις σταφίδες οι πρώτοι, για τ' αρβανίτικα τσαρούχια των τσελιγγάδων οι δεύτεροι. Τα καλιγωμένα με τις βιδάτες πρόκες για την αντοχή. Τα γεμάτα βάρος και ομορφιά. Πού με μια και μόνο κλωτσιά γκρέμιζαν βράχους και σκότωναν ανθρώπους. Κι’ όσοι τα φορούσαν έπιαναν τ' αγρίμια στην τρεχάλα. Και με την κάπα, στρώμα και σκέπασμα, αψηφούσαν τις βροχές και τα χιόνια. Τέτοια ήταν εκείνο το καιρό η ρωμιοσύνη, τούτης της   περιοχής.....

ΝΙΚΟΣ   ΣΤΑΥΡΗΣ

ΠΗΓΗ:

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΝΕΟΣ ΟΡΙΖΩΝ 2012

 

Τρίτη 16 Μαΐου 2023

Όταν το παντελόνι παραμέρισε την φουστανέλα

 


Όταν το παντελόνι παραμέρισε την φουστανέλα

Η άσπρη «μπουραζάνα», μέ την οποίαν κατεβαίνουν στην Αθήνας οι Σαρακατσαναίοι των βουνών της Αττικής, ενώ ήσαν όλοι γραφικοί φουστανελάδες, ως τα 1918, και το ακόμη πεζότερο πανταλόνι, μέσα στο όποιον έθαψε τα λυγίσματα του και τα ανεμίσματα του ο λαός της Ρούμελης, είναι γενικό πλέον φαινόμενο.

Ιστορικό γεγονός είναι αυτή η μετακίνηση από την φουστανέλα στο πανταλόνι. Μήπως και ο Γάλλος φιλόσοφος 'Ιππόλυτος Ταίν δεν πίστευε σοβαρά ότι το πανταλόνι είναι το σοβαρότερο γεγονός της ιστορίας; «Ακραδάντως πιστεύω -γράφει ο φιλόσοφος - ότι η πιο μεγάλη ιστορική μεταβολή είναι η εμφάνιση του παντελονιού. Το ρούχο αυτό φανερώνει το πέρασμα του κόσμου από τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό εις τον νεώτερον. Δεν υπάρχει τίποτα τόσο δύσκολο, όσο ν' αλλάξει μια συνήθεια γενική και καθημερινή. Για να ξεντυθεί και να ντυθεί αλλιώς ο άνθρωπος, θα πη πώς χάλασε και ξανάγινε καινούριος». Αλήθεια. Δεν είναι ο ίδιος ο έλληνας φουστανελάς κι' ο παντελονάς! Ο πρώτος έζησε με τη μεγάλη Ιδέα, θ δεύτερος έμαθε πώς μπορούμε να ζήσουμε και χωρίς αύτη.

Ένα τέτοιο σημαντικό γεγονός, σαν την εξαφάνιση της φουστανέλας, η οποία είναι και εμφάνιση της ανίας -διότι η μονοτονία και η ανία γεννηθήκαν την ημέρα πού όλα ήσαν τα ίδια, και η εισβολή του παντελονιού στα χωριά είναι ότι χρειάζεται: για να γίνουν   όλα τα ίδια — ένα τέτοιο γεγονός μου δίνει αφορμή να μιλήσω για τον τελευταίο ίσως Eλληνορράπτην του ελληνισμού Κώσταν Γεωργούλαν, ο όποιος ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

 

Έμεινε ένας. Και φοβούμαι πώς είναι o τελευταίος έλληνορράπτης κι’ ο τελευταίος φουστανελάς μαζί. Όταν, πέρυσι (1931), παρουσιάσθηκε ανάγκη να σχεδιάσουμε την στολή του Προτύπου τάγματος Ευζώνων, είχα την τύχη να συνεργασθώ με το σωζόμενο αυτό μνημείο του απελθόντος πολιτισμού των πτυχώσεων. Η συνεργασία μου με τον σεβαστό Γεωργούλαν είχε και το αποτέλεσμα να μάθω μερικά πράγματα, όχι ασήμαντα, για την λαογραφία μας και για την λαϊκή τέχνη. Τρεις άνθρωποι χρειάζονται, για να γίνει η ενδυμασία του φουστανελά. (Μιλούμε προ παντός για τη φέρμελη και τά τουζλούκια του.) Οι τρεις αυτοί είναι:

Ο ζεχάς, ο γαϊτανωτής, ο κεντεστής.

Ο ζεχάς κάνει τα ζέχια, δηλαδή τη γραμμή, η οποία ράβεται απάνω στο ύφασμα της φέρμελης και με την έξοχη της σχηματίζει τα κεντήματα.

Ο γαϊτανωτής εργάζεται στα γαϊτανώματα, δηλαδή στην πλατειά γραμμή πού προσαρμόζεται στην άκρη της στολής, το πλαίσιο να πούμε.

Ο κεντιστης είναι αυτός πού με τα ζέχια σχηματίζει το κέντημα.

Το έργο, πού εργάζονται oι τρεις αυτές ειδικότητες, είναι επίπονο, βραδύ, απέραντο, αληθινός άθλος. Είναι η στολή του φουστανελά. Έργο εξωτικό για το περίπλοκο κέντημα του και για τη λαμπρότητα του. Τραγικό για τη φθορά των ματιών πού χρειάζεται. Γενεές ελληνορραπτών πέρασαν σκυμμένες  απάνω   σ’ αυτό, σταυροκαθισμένες   στο ράφι. 


Το κέντρο της ελληνορραπτικής ήταν τα Γιάννενα. Αυτά έδωσαν τους καλούς τεχνίτες και τον περιφημότερο απ' αυτούς, τον Νέστορα Αποστολίδην, του όποιου το όνομα παραδόθηκε με θαυμασμό από ελληνορράπτη σε ελληνορράπτη, και του οποίουν το ιστορικό ψαλίδι ευτύχησε να κληρονομήσει ο Γεωργούλας.

Ο δεύτερος ξακουσμένος ελληνορράπτης ήταν ο Γεωργίου, πίσω από την Αγία Ειρήνη, τεχνίτης της φρουράς των Ανακτόρων. Η δύση της ελληνορραπτικής είχε γίνει, να πη κανείς, προ πενήντα ετών. Διότι, αν κυριαρχούσε ακόμη τότε η κόντη αγροτική φουστανέλα, είχε όμως σχεδόν παύσει να γίνεται η Πελοποννησιακή φουστανέλα, τα τουζλούκια, η μακριά φουστανέλα, η οποία στον αγώνα ήταν η κυρίως πολεμαρχική στολή κι’ έπειτα έμεινε ως η αστικη ενδυμασία.

Τον τύπο της αστικής φουστανέλας τον διατήρησε ως τελευταία ο Αλέξιος Στριφτόμπολας, και οι περισσότεροι από τους σημερινούς θυμούνται το φανταστικό θέαμα πού παρουσίαζε ο κυπαρισσένιος γηραιός πολιτευόμενος   των Πατρών  μέσα στην εξευρωπαϊσμένη πρωτεύουσα μας. 

 


Θα συμπληρώσω τώρα την ονοματολογία με τον καθορισμό των τριών κομματιών της αστικής και πολεμαρχικής στολής. Είναι λοιπόν:

Η φόρμα = το κεντητό γελέκι με τα μανίκια. Η φέρμελη = το επανογέλεκο. Το τουζλουκι = η κουμπωτή κάλτσα.

Να πούμε πώς εξεφώνησα τον επικήδειο του πολιτισμού των πτυχώσεων στην Ελλάδα ; Όχι. Έ γνώμη μου — και την είπα και άλλοτε — είναι πώς μπορούμε και πρέπει ν' αντισταθούμε. Δεν πρόκειται βέβαια να τα βάλουμε με την αμείλικτη πραγματικότητα. Η ζωή δεν κάνει συμβιβασμούς. Η φουστανέλα, σήμερα, για το χωριάτη θα ήταν δάνδικη παραφροσύνη. Χρειάζεται ολόκληρο τόπι πανί γι’ αυτή. Κι’ έκτος αυτού, τα εξαρτήματα της, τα τσαρούχια, η κάπα, το σελάχι, η σκούφια, η πατατούκα, και το φοβερότερο απ’ όλα, η κάλτσα —το μαγιώ, στο οποίον η τιμή του φουστανελά δεν επιτρέπει την ελάχιστη ζαρωματιά— αποτελούν όλα μαζί μια περιπέτεια, την οποία κανένας δεν έχει τον ηρωισμό ν’ αντικρύσει, στην εποχή της ταχύτητας και της οικονομίας. Η φουστανέλα μένει και θα μείνει απλή διακόσμηση και ιστορία με τη στολή του Προτύπου των Ευζώνων.

Από τη ζωή χωρίστηκε οριστικώς. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πώς πρέπει και να χαθεί. Θα κάμουμε ότι και άλλα κράτη. Η Ελβετία προσπαθεί με χρηματικά βραβεία να σώσει το λαϊκό ένδυμα των χωριών της. Όταν, εδώ και είκοσι χρόνια, για όμοιους οικονομικούς λόγους, διέτρεξε κρίσιν το Σλόϋδ της Σουηδίας, η λαϊκή της τέχνη, οι Σουηδοί  έλαβαν εξαιρετικά μέτρα για να τη συγκρατήσουν. Και δεν απέτυχαν. Τα έθνη δεν τα παραδίνουν όλα στο θάνατο. Η ιδέα μου είναι πώς, αν θεσπίσουμε τοπικές εορτές, μια κάθε χρόνο, σε διάφορα κέντρα, λαϊκής τέχνης της Ελλάδος, και αν κινήσουμε το συμφέρον — πρώτ' απ' όλα — έπειτα τη φιλοτιμία και τη φιλαρέσκεια των αγροτικών μας πληθυσμών, το λαϊκό ένδυμα θα σωθεί. Θα είναι βέβαια στο περιθώριο της ζωής, θα έχει υπόσταση μουσειακή, αλλά θα υπάρχει. 

 


Οι ίδιοι οι χωρικοί μας έδειξαν το δρόμο. Τη φουστανέλα οι ορεινοί και τα χωριάτικα των οι γυναικάς τα βγάζουν πλέον από τα σεντούκια και τα φορούν μόνο σ’ ένα γάμο. Ο γάμος είναι η έκθεση λαϊκής τέχνης, πού μπορεί να ιδεί κανείς στα χωριά, η σπάνια στιγμή πού το χωριό της Ρούμελης χρωματίζεται, και υποχωρεί το παντελόνι, ο φοβερός παράγων της ομοιομορφίας και της μονοτονίας, για να βγουν στο φως τα χρώματα, τα κλαριά, οι φαντασίες, το παιχνίδι, η τέχνη. Όταν αυτό συμβαίνει, θα πει πώς ο λαός δεν έχασε ακόμα την αγάπη του στολιδιού. Το χρειάζεται στη σπάνια ώρα πού ξοδεύει το περίσσευμα της ενεργείας του. Αυτό μας πείθει πώς η λαϊκή ενδυμασία μπορεί νι μείνει σαν διακόσμηση της ζωής, σαν έκφραση χαράς — και είναι τόσο λίγη! — του αγροτικού μας πληθυσμού, αρκεί να ζωντανέψουμε το ενδιαφέρον του με τοπικές εορτές, πού θα δώνουν αφορμή να επιδειχτεί ο λαός μέσα από τοπικό του ρούχο και στην τέχνη του. Ένας τέτοιος θεσμός θα είναι αγώνισμα ομορφιάς και λαϊκής τέχνης, θα είναι Δελφικές εορτές, χωρίς το δράμα, μόνο με το λαογραφικό τους μέρος, με τους χορούς τους, με το λαϊκό τους αγώνισμα, με το θέαμα των, με το πρατήριο των και με τα χρηματικά τους βραβεία.

Μια ηθική και ολική εμψύχωση, όπως τη φαντάζομαι —μια από τις πολλές για τη λαϊκή τέχνη — θα συντρέξει να σώσουμε τη φουστανέλα, έστω ως κόσμημα, όχι ως φόρεμα, άλλα πάντως να παρατείνουμε τη διάρκεια της. Και όχι μόνο τη δική της διάρκεια, άλλα και πολλών ειδών λαϊκής τέχνης, πού αποτελούσαν το επιτελείο της. Ας μη λησμονούμε πώς, δυστυχώς, φεύγει κι’ αυτή σύμφωνα με το πρωτόκολλο των ηγεμόνων: με συνοδεία.

Διασκευή από την «Φουστανέλλα» του Ζαχαρία Παπαντωνίου που γράφτηκε στα 1932

 

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2018

Μετάξι, αισθησιασμός και γοητεία



Μετάξι, αισθησιασμός και γοητεία

της Nina Hyde

ΜΕΤΑΞΙ. Η ίδια η λέξη θυμίζει πολυτέλεια: στιλπνή, γεμάτη αίγλη, συνώνυμη του μεγαλείου. Το απλό άγγιγμα των δακτύλων πάνω στο μετάξι ξυπνά στη θύμηση την πολύχρωμη υφή τόπων μακρινών, το ίδιο το νήμα της Ιστορίας. Το μετάξι έχει ντύσει εστεμμένους κι έχει χαρίσει λαμπρότητα σε ιεροτελεστίες και θεάματα ανά τους αιώνες. Σύμφωνα με την παράδοση, οι Ινδές παντρεύονται φορώντας μεταξένιο σάρι. Το νεκρό σώμα ενός σεβάσμιου γέρου Ινδουιστή καλύπτεται με μεταξωτό ύφασμα σε ένδειξη σεβασμού. Στα προικιά μιας νεαρής Κινέζας πρέπει οπωσδήποτε να περιλαμβάνεται ένα μεταξωτό πάπλωμα. Ακόμη και σήμερα η Βασίλισσα της Ταϋλάνδης, οργανώνει μαθήματα σηροτροφίας στα ανάκτορα και η Αυτοκράτειρα της Ιαπωνίας εξακολουθεί να εκτρέφει μεταξοσκώληκες στο παλάτι κάθε άνοιξη. Ο σχεδιαστής μόδας Όσκαρ ντε λα Ρέντα λέει: «Το μετάξι είναι για το σώμα ό,τι τα διαμάντια για το χέρι.»
Η ανθρωπότητα πάντα αγαπούσε το μετάξι. Είναι το νήμα της ζωής, που παράγεται από «παραχαϊδεμένους» μεταξοσκώληκες, σε συνεχείς ίνες μήκους μέχρι 1.600 μέτρα. Τι είναι αυτό που κάνει το μετάξι να φαίνεται τόσο θεαματικό; Οι ίνες του είναι τριγωνικές και αντανακλούν το φως σαν πρίσματα. Πολλά στρώματα πρωτεΐνης δίνουν στην ίνα μια μαργαριταρένια στιλπνότητα που κάνει το μετάξι ένα νήμα πολυτελές σαν κόσμημα.


Στην πραγματικότητα οι μεταξοσκώληκες είναι κάμπιες. Ανήκουν σε δύο οικογένειες της τάξεως των Λεπιδοπτέρων - στους Βομβυκίδες (εμπορικός μεταξοσκώληκας) και στους Σατουρνίδες (ο άγριος μεταξοσκώληκας που παράγει πιο χοντρό μετάξι). Ουσιαστικά όλα τα λεπιδόπτερα παράγουν μετάξι - ωστόσο, μόνον οι μεταξοσκώληκες δημιουργούν τη γνωστή στιλπνή συνεχή ίνα.
Η πιο κοινή πηγή παραγωγής μεταξιού, ο βόμβυξ της μουριάς ή σηρικός (bombyx mori) είναι οικόσιτος, μόνον όμως στα μέρη όπου υπάρχουν φύλλα μουριάς με τα οποία τρέφονται αποκλειστικά οι προνύμφες. Τα εκατοντάδες είδη άγριου μεταξοσκώληκα τρέφονται με φύλλα βελανιδιάς ή άλλων δέντρων. Όταν μεταμορφωθούν σε πεταλούδες είναι μεγαλύτερες και πιο όμορφες από τον εμπορικό βόμβυκα. Πιο ανθεκτικοί από τα εξημερωμένα ξαδέλφια τους, οι άγριοι μεταξοσκώληκες παράγουν ένα πιο στέρεο και αδρό μετάξι, που όμως δεν λευκαίνεται ούτε βάφεται τόσο εύκολα όσο το μετάξι του βόμβυκος τον σηρικού.
Η Κίνα είναι ο κύριος προμηθευτής ενός υπόλευκου μεταξιού γνωστού ως Τουσαχ. Οι Ινδίες έχουν το μονοπώλιο της κάμπιας «μούγκα» η οποία αναπτύσσεται στην υγρή ατμόσφαιρα της κοιλάδας του Ασάμ και παράγει ένα γυαλιστερό χρυσαφί μετάξι. Στις Ινδίες επίσης, ο μεταξοσκώληκας «έρι», που εκτρέφεται με τα φύλλα του φυτού που μας δίνει το καστορέλαιο, παράγει μετάξι εξαιρετικής αντοχής, που όμως δεν ξετυλίγεται εύκολα από το κουκούλι του και γι' αυτό πρέπει να γνεστεί όπως το βαμβάκι ή το μαλλί.


Οι οικόσιτοι μεταξοσκώληκες που καταβροχθίζουν ασταμάτητα - σαν μικροσκοπικές μηχανές - φύλλα μουριάς, αυξάνουν το βάρος του σώματος τους κατά 10.000 περίπου φορές, μέσα στις 25 ως 28 μέρες που διαρκεί η ζωή τους. Δεν σταματούν το συνεχές τους καταβρόχθισμα ούτε για να πάρουν αναπνοή. Καθώς τρώνε, αναπνέουν από εννέα τρύπες που έχουν σε κάθε πλευρά του σώματος τους. Σε περιοδικά διαστήματα κοιμούνται, για μια περίπου μέρα, και μετά ξυπνούν, αλλάζουν δέρμα και ξαναρχίζουν το ατέλειωτο φαγοπότι.
Μετά από τέσσερις αλλαγές δέρματος ο μεταξοσκώληκας «κλαδώνει», δηλαδή ανεβαίνει σε κλαράκια ρεικιού, λυγαριάς, ή σπάρτου - ειδικά τοποθετημένα, γι' αυτό το σκοπό -και αρχίζει να υφαίνει το κουκούλι του. Πρώτα, για να στηριχτεί πάνω στο κλαδί, πλέκει έναν ελαφρό ιστό από μεταξένια κλωστή. Η κλωστή, αυτή, που λέγεται «σηρικός οπός», σχηματίζεται από δυο νηματίδια που εκκρίνονται από τους δυο σηρικογόνους αδένες του, ακολουθούν τους δυο αγωγούς εκκρίσεως κατά μήκος του σώματος του και, όταν διασχίζουν το τελευταίο και στενότερο τμήμα του αγωγού, συνενώνονται σε ενιαίο νήμα, που βγαίνει από το στόμιο κλώσεως, μια κωνική προεξοχή στο κάτω χείλος του μεταξοσκώληκα. Καλά αγκιστρωμένος στο κλαδάκι του, ο μεταξοσκώληκας αρχίζει να κουνάει το κεφάλι του σε «σχήμα οκτώ» (σαν να τυλίγει καλούμπα), εκκρίνοντας τον σηρικό οπό, ο οποίος είναι ένα ημίρευστο μείγμα πρωτείνης, επικαλυμμένο με μια κομμιώδη ουσία, τη σερικίνη. Το υγρό αυτό μετάξι, που το εκτοξεύει με ταχύτητα μέχρι 30 εκατοστά το λεπτό, στερεοποιείται όταν έρθει σ' επαφή με τον αέρα και γίνεται η ίνα που ο μεταξοσκώληκας χρησιμοποιεί για την κατασκευή του αδιάβροχου κουκουλιού του.
Σε δύο βδομάδες ο μεταξοσκώληκας μεταμορφώνεται σε χρυσαλλίδα, μετά σε πεταλούδα, και βγαίνει από το κουκούλι. Μετά από αρκετές ώρες ζευγαρώματος, το θηλυκό γεννά 300 ως 500 αυγά, και μέσα σε τρεις μέρες πεθαίνει. Τα αυγά για να αναπτυχθούν χρειάζονται κρύο καιρό και εκκολάπτονται σε διάστημα από 6 βδομάδες ως 12 μήνες.
Ενώ μερικά από τα κουκούλια τα αφήνουν να ολοκληρώσουν τον κύκλο εξελίξεως τους ώστε οι πεταλούδες να γεννήσουν τα αυγά τους, στα περισσότερα πνίγουν τη χρυσαλλίδα, συνήθως με τη βοήθεια θερμού αέρα ή ατμού, ώστε να μην καταστραφεί το κουκούλι από την έξοδο της και να εξασφαλιστεί μια συνεχής μεταξωτή ίνα. Για την κατασκευή μιας γραβάτας απαιτούνται 110 κουκούλια, για μια μπλούζα 630 και για ένα κιμονό 3.000.
Το περισσότερο μετάξι προέρχεται από την Κίνα, η οποία παράγει πάνω από το μισό της παγκόσμιας παραγωγής που υπολογίζεται σε 480.000 τόννους κουκούλια το χρόνο. Η Ιαπωνία, ο μεγαλύτερος καταναλωτής μεταξιού, παλαιότερα ήταν πρώτη και σε παραγωγή, αλλά τώρα έρχεται δεύτερη μετά την Κίνα. Έπειτα ακολουθούν οι Ινδίες, η Ρωσία και η Νότιος Κορέα.


Ο τρόπος εκτροφής του μεταξοσκώληκα καθορίζει την ποσότητα και την ποιότητα του μεταξιού που θα παράγει. Παρά το γεγονός ότι από διάφορες διασταυρώσεις έχει προέλθει ένα εύρωστο υβρίδιο, οι προνύμφες εξακολουθούν να εκτρέφονται με μεγάλες  φροντίδες  σαν   ευαίσθητα πλάσματα. Στην πόλη Χανγκτζού, της Κίνας, οι γυναίκες, που εκτρέφουν μεταξοσκώληκες δεν πρέπει να καπνίζουν, να μακιγιάρονται ή να τρώνε σκόρδο, μήπως οι οσμές ενοχλήσουν τους μεταξοσκώληκες που μόλις έχουν βγει από το αυγό. Οι Ιάπωνες καλλιεργητές είναι κι εκείνοι το ίδιο σχολαστικοί. Στην Τοκοροζά-βα, στο κέντρο απ' όπου οι σηροκαλλιεργητές παίρνουν τις προνύμφες για τα εκτροφεία τους, για να μπω στην αποστειρωμένη περιοχή αναγκάστηκα να φορέσω ειδική στολή, καπέλλο και μάσκα σαν κι αυτές που χρησιμοποιούνται στα χειρουργεία. Εκεί, ένα δισεκατομμύριο προ-νύμφες ηλικίας μιας μέρας και μεγέθους κεφαλιού καρφίτσας τσιμπολογούν ακατάπαυστα ένα συμπυκνωμένο μείγμα από φύλλα μουριάς, σόγια και κορνφλάουερ. Εκεί δίπλα υπάρχει ένα φτερό για να σπρώχνουν όσους μεταξοσκώληκες απομακρύνονται από την τροφή τους.
«Είναι πολύ πιο εύκολο να ετοιμάσεις φαγητό για έναν άνθρωπο, παρά για ένα μεταξοσκώληκα,» λέει ο Τοσίο Ιτο, ένας εξέχων Ιάπωνας ειδικός της σηροτροφίας, που συνέβαλε στη δημιουργία της τεχνητής αυτής τροφής για τους νεογέννητους μεταξοσκώληκες, η οποία σήμερα χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο στην Ιαπωνία.
Στην περιοχή Νισίτζιν του Κυότο άκουσα τον συρτό ήχο μερικών από τους 7.500 χειροκίνητους αργαλειούς που δουλεύανε πίσω από τα «σότζι», τις συρταρωτές χάρτινες πόρτες των μικρών σπιτιών. Ούτε ψίθυρος όμως δεν έβγαινε από το σπίτι του Κέιιτσι Χοσίνο, που κάνει «τσουζούρε-όρι» - ύφανση με τα νύχια.


Καθώς κουβέντιαζε, γλίστρησε μια σαίτα μέσα από μια σειρά στημόνια, κι έπειτα «χτένισε» το υφάδι με τα νύχια του, φτιάχνοντας τα λεπτότατα «νερά» που έχουν τα «όμπι» οι μεταξωτές φαρδιές ζώνες των κιμονό. Τα νύχια σε δυο απ' τα δάχτυλα και των δυο χεριών έχουν βαθιές εγκοπές για να περνούν ανάμεσα στα στημόνια του αργαλειού.
Ενώ οι Ιάπωνες έχουν βιομηχανοποιήσει σχεδόν κάθε διαδικασία της σηροτροφίας, στις φτωχότερες χώρες, που είναι όμως πλούσιες σε εργατικό δυναμικό, πολλές εργασίες γίνονται ακόμη με το χέρι. Σ' ένα εργοστάσιο στην Νταντόνγκ, στην Κίνα, οι γυναίκες στέκονται όλη μέρα μπρος στις μηχανές μασουρίσματος πλένοντας τα κουκούλια σε καφτό νερό ώσπου να μαλακώσει η σερικίνη και να «ανασηκωθεί» η άκρη της κλωστής. Τα δάχτυλα τους κινούνται γοργά, μαζεύοντας συγχρόνως τα νήματα από έξι κουκούλια και τοποθετώντας τα στις μηχανές μασουρίσματος.
Στις Ινδίες, η τέχνη της σηροτροφίας απασχολεί όλη την οικογένεια. Σ' ένα νοικοκυριό στο Καντσιπουράμ, παρακολούθησα τη σύζυγο να καθαρίζει και να ξετυλίγει τα κουκούλια, τη γιαγιά να «διάζει» το μετάξι, το ένα παιδί να το τυλίγει, και ένα άλλο να βοηθάει τον πατέρα που ύφαινε στον αργαλειό ένα υπέροχο σκούρο μπλε και χρυσό σάρι.
Το μετάξι είναι συνυφασμένο με την Ιστορία. Τα ινδουιστικά έπη που χρονολογούνται εδώ και 2.000 χρόνια το αναφέρουν. Ευαίσθητα και φθαρτά, τα υφάσματα καταστρέφονται από τη χρήση. Ωστόσο σ' ένα Μουσείο στην Χανγκτζού υπάρχουν μεταξωτές κλωστές και κεντήματα που υπολογίζεται ότι είναι ηλικίας 4.500 ετών.
Η Κίνα θεωρείται η γενέτειρα της σηροτροφίας - της παραγωγής κουκουλιών - και της μεταξοϋφαντουργίας. Το μετάξι θεωρείτο τόσο πολύτιμο που έγινε μέσο συναλλαγής και ανταμοιβής. Η αυτοκρατορική αυλή ίδρυσε εργοστάσια που ύφαιναν μεταξωτά υφάσματα για τις τελετές και για δώρα προς τους ξένους ηγέτες.
Για περισσότερα από 2.000 χρόνια οι Κινέζοι φύλαγαν σχολαστικά το μυστικό της σηροτροφίας. Ο αυτοκρατορικός νόμος τιμωρούσε με μαρτυρικό θάνατο όσους τύχαινε να το αποκαλύψουν. Τον έκτο αιώνα ο Αυτοκράτορας Ιουστινιανός έστειλε δυο καλόγερους στην Κίνα σε μια αποστολή κατασκοπείας. Όταν οι καλόγεροι επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη, έφεραν μέσα στα κούφια μπαστούνια τους αυγά μεταξοσκώληκα, τα πρώτα που έφτασαν στην Δύση.


Στον Μεσαίωνα, το μετάξι ήταν συνυφασμένο με κάθε κατάκτηση και κάθε επάγγελμα. Οι Σταυροφόροι δώριζαν στην εκκλησία ιερά λείψανα τυλιγμένα μέσα σε υπέροχα μεταξωτά υφάσματα. Οι Βενετσιάνοι, όχι μόνο έκαναν εκτεταμένο εμπόριο μεταξιού, αλλά μετακαλούσαν επίσης σηροτρόφους και υφαντές για να τους βοηθήσουν να ιδρύσουν τη δική τους μεταξοβιομηχανία. Τον 13ο αιώνα η Ιταλία είχε γίνει κέντρο της μετάξης στην Δύση. Ο Λουδοβίκος ΙΑ' πήρε δραστικά μέτρα προσπαθώντας να συγκρατήσει την τεράστια διαρροή χρημάτων από την Γαλλία προς την Ιταλία για την αγορά ακριβών μεταξωτών, ενισχύοντας τα γαλλικά μεταξωτά με βασιλικές παραγγελίες στα υφαντουργεία της Τουρ. Η Λυών άρχισε να ανθεί τον 16ο αιώνα με την υποστήριξη του Φραγκίσκου Α’ ο οποίος περιόρισε τις εισαγωγές μεταξωτών και, με υποσχέσεις μεγαλύτερης ελευθερίας στη δουλειά τους, κατόρθωσε να δελεάσει Ιταλούς τεχνίτες να εγκατασταθούν στην Γαλλία. Σήμερα, μερικές επιχειρήσεις της Λυών φέρουν ακόμα ιταλικά ονόματα.
Στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού, η σηροτροφία άρχισε να αναπτύσσεται το 1609 με την υποστήριξη του βασιλιά Ιακώβου Α’ της Αγγλίας που χρειαζόταν πρώτη ύλη για τους εγγλέζικους αργαλειούς. Ο Βενιαμίν Φραγκλίνος που κατανόησε την αντοχή του μεταξιού έκανε τα πειράματα του για τον ηλεκτρισμό χρησιμοποιώντας έναν μεταξωτό αετό. Αλλά η σηροτροφία ήταν βαρετή δουλειά και όχι τόσο επικερδής όσο το βαμβάκι ή ο καπνός κι έτσι οι προσπάθειες στην Αμερική εγκαταλείφθηκαν.
Την έλλειψη διάθεσης όμως, των Αμερικανών για την υπομονετική και κουραστική δουλειά που απαιτεί η παραγωγή του μεταξιού, την αντιστάθμιζε ο ζήλος με τον οποίο ασχολήθηκαν με τη βιομηχανική επεξεργασία της πρώτης ύλης. Η βιομηχανία μεταξωτών υφασμάτων ξεκίνησε στις αρχές του 1800 στις Νοτιοανατολικές Πολιτείες και αναπτύχθηκε με τη βοήθεια έμπειρων τεχνιτών από την Ευρώπη. Το 1915 οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ο μεγαλύτερος καταναλωτής μετάξης στον κόσμο, και η Ιαπωνία ο κυριότερος προμηθευτής τους. Εκείνο που συνετέλεσε στη ραγδαία αύξηση της κατανάλωσης ιαπωνικού μεταξιού ήταν η μεγάλη ζήτηση μεταξωτών καλτσών.
Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η βελτίωση της ποιότητας τεχνιτών ινών όπως το νάυλον και το ραιγιόν, που τα υφάσματα τους χρειάζονται λιγότερη φροντίδα και είναι και πιο φτηνά - περιόρισαν κατά πολύ τις πωλήσεις μεταξωτών. Στα τέλη όμως της δεκαετίας του 1970, ξύπνησε ξανά το ενδιαφέρον των καταναλωτών για την άνεση και την υψηλή ποιότητα που παρέχουν οι φυσικές ίνες, και αυξήθηκε η ζήτηση των μεταξωτών ρούχων και υφασμάτων επιπλώσεως.
Το μετάξι χρησιμοποιείται ακόμη στα λάστιχα των ποδηλάτων, στις χορδές των ρακεττών του τέννις, στις πετονιές και στα αλεξίπτωτα. Ελαφρύ, ωστόσο δυνατότερο από ένα ανάλογο νήμα χάλυβος, το μετάξι χρησιμοποιείται και για χειρουργικά ράμματα.


Εντούτοις, η συνολική παραγωγή 35 χωρών, ανέρχεται μόνο σε 52.000 τόννους ακατέργαστου μεταξιού το χρόνο - μόνο 0,2% της παγκόσμιας παραγωγής κλωστοϋφαντουργικών ινών. Η Κίνα είναι ο κυριότερος προμηθευτής μεταξωτού νήματος - παρήγαγε 36.000 τόννους το 1982. Οι Κινέζοι δεν διαθέτουν ακόμη μηχανικό εξοπλισμό παραγωγής υφασμάτων που να συναγωνίζονται σε ποιότητα τα γαλλικά ή τα ιταλικά, αρχίζουν όμως να εφοδιάζονται με σκοπό να τα ανταγωνιστούν.
Στο Κιριού της Ιαπωνίας ήδη χρησιμοποιείται για την παραγωγή μεταξωτών η πιο σύγχρονη τεχνολογία. Ηλεκτρονικοί αργαλειοί μπορούν ακόμη και να αντιγράψουν τέλεια τα αρχαία γιαπωνέζικα μεταξωτά. «Δεν ανησυχείς που θα σε αντικαταστήσει ένας κομπιούτερ;» ρώτησα τον Τζουνίχι Αράι έναν εφευρετικό σχεδιαστή υφασμάτων. «Ο κομπιούτερ είναι φίλος μου,» μου απάντησε. «Χωρίς τον κομπιούτερ μπορώ να επινοήσω δέκα ή είκοσι σχέδια. Αλλά με τον κομπιούτερ μπορώ να παράγω περισσότερα από διακόσια στο ίδιο χρονικό διάστημα.»
Τελευταία σε μια μπουτίκ στην Ουάσινγκτων, πήρε το μάτι μου μια νεαρή κοπέλα που δοκίμαζε ένα μεταξωτό φόρεμα σε έντονο μπλε χρώμα. Καθώς η νέα γυναίκα έκανε μια στροφή μπροστά στον καθρέφτη η στητή ταφταδένια φούστα, θρόισε. Ο ήχος ξύπνησε ένα αίσθημα πολυτέλειας, κομψότητας, μυστηρίου. Με τη φαντασία μου άκουσα και πολλούς άλλους: το θρόισμα του νυφικού της Αικατερίνης της Μεγάλης, το κυμάτισμα που έκαναν τα βαριά μεταξωτά λάβαρα που ο Πάπας Ιούλιος Β" παρέδωσε στα συντάγματα των Ελβετών Φρουρών του. Θυμάμαι τα λόγια του αρχιτεχνίτη Τσοταλάλ Σάλβι που μου έλεγε στο Πατάν της Ινδίας: «Το μεταξωτό είναι ιερό ύφασμα. Είναι αυτό που πρέπει να φοράς αν θέλεις να αγγίξεις τον Θεό.»
Μέσα στους αιώνες το μετάξι είναι η αδιαφιλονίκητη Βασίλισσα των Υφασμάτων. Ακόμη και σήμερα, την εποχή της υψηλής τεχνολογίας, πρέπει να βασιστούμε για την παραγωγή του σε μια κάμπια με τόσο ασήμαντη εμφάνιση. Οι επιστήμονες κατόρθωσαν να αναπαράγουν τεχνητά το γονίδιο της πρωτεΐνης της μεταξάς, αλλά μόνο σαν άσκηση στον τομέα της βασικής έρευνας. Προς το παρόν, αν δεν έχεις μεταξοσκώληκες δεν έχεις ούτε μετάξι.
National Geographic (january '84)