Η πόλη του Μεσολογγίου
είναι η πρωτεύουσα του νομού Αιτωλοακρνανίας, απλωμένη ανάμεσα στις εκβολές του
Eύηνου και του Aχελώου.
Η ιστορική πόλη αναφέρεται
πρώτη φορά ως οικισμός μόλις το 1545. Έγινε γνωστή το 1571 με τη ναυμαχία της
Nαυπάκτου. Επί Ενετοκρατίας εξελίχθηκε σε σημαντικό εμπορικό κέντρο. Κατά τη
διάρκεια της Tουρκοκρατίας λειτούργησε εδώ η Παλαμαϊκή Σχολή. Στα χρόνια της
Eπανάστασης του 1821 η γενναία αντίσταση των Mεσολογγιτών, η πολιορκία των ετών
1825-1826 και, τελικά, η ηρωική Έξοδος (10 Απριλίου 1826) σφράγισαν τη νεότερη
ελληνική ιστορία.
H πόλη χτίστηκε από την
αρχή το 1829 και χαρακτηρίστηκε Iερή Πόλη το 1937.
Από το Μεσολόγγι
κατάγονταν, μεταξύ άλλων, οι πολιτικοί Σπυρίδων και Χαρίλαος Τρικούπης,
Επαμεινώνδας Δεληγεώργης, Ζηνόβιος και Δημήτριος Βάλβης, καθώς και οι
λογοτέχνες Κωστής Παλαμάς, Μιλτιάδης Μαλακάσης και Αντώνης Τραυλαντώνης.
H λιμνοθάλασσα της
γραφικής πόλης. με το ρομαντικό ηλιοβασίλεμα, σχηματίστηκε από τις προσχώσεις
του Εύηνου και του Aχελώου και αποτελεί σημαντικό ιχθυοπαραγωγικό κέντρο και
κύριο πυλώνα της τοπικής οικονομίας. Η σύγχρονη πόλη του Μεσολογγίου γοητεύει
τους επισκέπτες με το παραδοσιακό χρώμα και την έντονη πνευματική και
καλλιτεχνική δραστηριότητά της.
Το Μεσολόγγι έχει 12.225
κατοίκους.
Η
Λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου
Ο ποταμός Αχελώος πηγάζει
από τα κορφοβούνια της Πίνδου και αδειάζει την κοίτη του στη θάλασσα, δυτικά
της πόλης του Μεσολογγίου. Λίγο πιο ανατολικά εκβάλλει ο ποταμός Εύηνος που
ξεκινά από τα βουνά της Ρούμελης. Τα δύο ποτάμια δημιουργούν ένα υγροτοπικό
σύμπλεγμα. Στο κέντρο κυριαρχεί, με τη μεγαλύτερη έκταση, η αβαθής λιμνοθάλασσα
του Μεσολογγίου, που απλώνεται σε μήκος 50 χιλιομέτρων απέναντι από τον
Πατραϊκό κόλπο. Βόρεια, εισχωρεί στην ακαρνανική γη, ενώ στα ανατολικά μοιάζει
να στρογγυλοκάθεται δίπλα στην ακτογραμμή, αυτής της Κλείσοβας με τα 22.000
στρέμματα νερού να κρύβουν τον πιο πλούσιο ιχθυοπαραγωγικό βυθό της χώρας.
Η λίμνη αυτή συμφώνα με
τον αρχαίο διάσημο γεωγράφο Στραβώνα ονομαζόταν Κυνία και έδωσε από πολύ παλιά
τροφή και στέγη στον άνθρωπο. Στις όχθες της εμφανίστηκαν μερικοί από τους
αρχαιότερους οικισμούς του ελλαδικού χώρου. Η Αιτωλία, όπως ονομαζόταν τότε η
έκταση γύρω της, κατοικήθηκε από τους Αιτωλούς και τους Κουρήτες.
Στην περιοχή αυτή πολλές
πόλεις-κράτη ήκμασαν και έλαβαν μέρος στον Τρωικό πόλεμο. Η Καλυδώνα (σημερινό
Κρυονέρι) σύμφωνα με τον Όμηρο ήταν μία από τις πέντε ισχυρές πόλεις της
Αιτωλίας. Εδώ βρισκόταν η πόλη Πλευρώνα, ένα μεγάλο αστικό κέντρο της εποχής.
Η λιμνοθάλασσα υπήρξε
φυσικό οχυρό, αφού τα βαλτώδη εδάφη και τα έλη της δεν επέτρεπαν την εύκολη
πρόσβαση. Το Μεσολόγγι μέχρι το 1700 βρισκόταν υπό βενετική κατοχή, ενώ η ιστορική
μνήμη το ταύτισε με τον απελευθερωτικό αγώνα κατά των Τούρκων και συνδέθηκε
στενά με μια από τις ενδοξότερες σελίδες της ιστορία μας, την ηρωική «Έξοδο των
Πολιορκημένων».
Η λιμνοθάλασσα του
Μεσολογγίου έχει χαρακτηρισθεί Περιβαλλοντικό Πάρκο και προστατεύεται από τη
συνθήκη RAMSAR. Πολύ γνωστά προϊόντα της λιμνοθάλασσας είναι τα ψάρια της και
μάλιστα ψάρια που δεν βρίσκονται εύκολα, όπως είναι το χέλι, η Μεσολογγίτικητσιπούρα που λέγεται λίγδα, καθώς επίσης ο
κέφαλος και το λαβράκι και τα φυσικά προϊόντα της λιμνοθάλασσας που είναι τόσο
το αυγοτάραχο το οποίο είναι μοναδικό σε όλη τη χώρα και σε όλο τον κόσμο και
φυσικά το αλάτι. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι από αυτή τη λιμνοθάλασσα παράγεται
το 70% του αλατιού όλης της χώρας μας.
Η λιμνοθάλασσα μπορεί να
προσφέρει εκτός από την παραγωγή των προϊόντων που αναφέρθηκαν προηγουμένως και
πάρα πολύ σημαντικά πράγματα. Πάρτε παράδειγμα τον πηλό που είναι ιαματικός και
χρησιμεύει για λασπόλουτρα για ανθρώπους που έχουν προβλήματα υγείας. Επίσης εδώ
γίνονται αγώνες Κανόε Καγιάκ. Επιπλέον αναπτύσσεται η παρατήρηση των πουλιών.
Ένα ακόμα στοιχείο είναι ο
εναλλακτικός τουρισμός, γιατί μέσα στη λίμνη υπάρχουν οι ξύλινες κατοικίες, οι
πελάδες. Αυτά είναι ξύλινα σπιτάκια των ψαράδων που στηρίζονται σε πασσάλους
πάνω από την επιφάνεια του νερού, και τα ιβάρια, οι πασσαλόπηκτοι φραγμοί από
δικτυωτό πλέγμα για τον έλεγχο των μετακινήσεων των ψαριών και την αλιεία.
Οι πελάδες ήταν τα ζωτικά
καταλύματα που προστάτευαν τους φτωχούς εργάτες της λιμνοθάλασσας από τα
απροσδόκητα μπουρίνια, που τους μάζευαν σε μικρές και μεγάλες παρέες για
περιστασιακές ουζοκατανύξεις κατά τις κρύες χειμωνιάτικες βραδιές, που τους
πρόσφεραν ένα αχυρένιο στρώμα και μερικές ώρες ύπνο και ξεκούραση ενδιάμεσα
στην αλιευτική τους βάρδια. Για πολλά χρόνια υπήρξαν και κατοικίες για τις
οικογένειες των ψαράδων αφού τα πενιχρά τους έσοδα, δεν έφταναν για να
νοικιάσουν ή να κατασκευάσουν σπίτια.
Oι πελάδες φτιάχνονταν άλλοτε μεμονωμένες και
άλλοτε σε ομάδα, σε στρατηγικά σημεία της λιμνοθάλασσας (Τουρλίδα, Πλώστενα,
Κλείσοβα κ.α.), εκεί όπου θα υπηρετούσαν καλύτερα τους παραπάνω σκοπούς.
Όλα τα υλικά δόμησης ήταν
αυτά που πρόσφερε το τοπικό φυσικό περιβάλλον και υπήρχαν αυτοφυή στο ευρύτερο
περιβάλλον της λιμνοθάλασσας. Πάσσαλοι από φτελιές και στηρίγματα από
αλμυρίκια. Σκελετοί τοιχοποιίας από χοντρό καλάμι και δέσιμο με μάτσα από ψαθί.
Η επένδυση τωντοίχων και της οροφής ήταν
από πλεγμένα ψαθιά και ψιλά νεροκάλαμα. Το ψαθί μετά από στέγνωμα στο ήλιο και
την κατάλληλη επεξεργασία αποτελούσε το σχοινί σ΄ αυτές τις κατασκευές, αλλά
και πλεχτό, ήταν το χαλί ήτο στρώμα που
ξεκούραζε τα ηλιοκαμένα τους κορμιά.
Όλες οι πελάδες βρίσκονταν
πάνω σε κάθετους πασσάλους χωμένους βαθιά στη μαλακή οργανική λάσπη, για να
μοιράζεται το βάρος. Η ίδια μηχανική πρακτική χρησιμοποιείται έως σήμερα σε όλα
τα μεγάλα έργα που ακουμπούν στον βυθό, όπως και στη σύγχρονη γέφυρα Ρίου -
Αντίρριου, της οποίας οι πυλώνες πατούν πάνω σε ένα «δάσος» στύλων σκυροδέματος
βυθισμένων στον πυθμένα.
Οι πελάδες, λοιπόν, της
λιμνοθάλασσας ήταν κομψοτεχνήματα μηχανικής και αρχιτεκτονικής που πρόσφεραν
όλες τις απαραίτητες ανέσεις. Πολύ λειτουργικές, εξασφάλιζαν ζεστασιά τον
χειμώνα και δροσερή σκίαση το καλοκαίρι. Δεμένες άρρηκτα με το επίπεδο τοπίο,
δύσκολα ξεχώριζαν αν βρίσκονταν στον όχθο κάποιας νησίδας που είχε πάνω της
αρκετή βλάστηση. Στήνονταν συνήθως στις όχθες για να πιάνει εκεί αμέσως η γαΐτα
(βάρκα της λιμνοθάλασσας χωρίς καρίνα). Πολλές φορές η πελάδα επεκτείνονταν στο
πλάι για να στεγάζεται και η γαΐτα. Υπέροχα καταλύματα φτιαγμένα με το
«τίποτα»,με μόνη δαπάνη τον ιδρώτα των
ψαράδων και την παραδοσιακή μαστορική ευφυΐα.
Ξεχωριστή ταξιδιωτική
εμπειρία αποτελεί η επίσκεψη στον οικισμό της Τουρλίδας με τις πελάδες, τα
σπίτια των ψαράδων, στην είσοδο της λιμνοθάλασσας.
Η Τουρλίδα βρίσκεται στο
νότιο μέρος της Λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου, στον Πατραϊκό Κόλπο. Την
ονομασία της έλαβε από ένα είδος θαλασσινών πουλιών της περιοχής, τις
"τουρλίδες". Αρχικά, μέχρι το 1885, η Τουρλίδα ήταν νησί, και το
σημείο, όπου άραζαν τα καράβια, δεδομένου ότι από το σημείο αυτό και προς την
πόλη τα νερά γίνονταν πολύ ρηχά. Μεταγενέστερα, η Τουρλίδα ενώθηκε με την πόλη
του Μεσολογγίου, με μια στενή λωρίδα γης 3 χλμ. περίπου, που δημιουργήθηκε από
βυθοκορήματα προερχόμενα από τις εκσκαφές για την κατασκευή του λιμανιού του
Μεσολογγίου. και την σύνδεσή του έτσι µε την ανοικτή θάλασσα έξω από την
Τουρλίδα. Ένα έργο που εµπνεύστηκε και έκανε πράξη, ο Χαρίλαος Τρικούπης
Στον ξύλινο μόλο της
Τουρλίδας δένουν ψαρόβαρκες. Aυτοκινητόδρομος, πεζόδρομος και ποδηλατόδρομος
συνδέουν την Tουρλίδα με την πόλη του Mεσολογγίου.
Πολλοί Mεσολογγίτες κάνουν
τον απογευματινό περίπατό τους μέχρι την Tουρλίδα, για να απολαύσουν τη θέα στη
λιμνοθάλασσα και το μαγευτικό ηλιοβασίλεμα.
Σε μια βόλτα αρκετών
χιλιομέτρων, που περνάει πάνω από μικρές γέφυρες και σημεία που υπάρχουν οι
“μπούκες”, που ενώνουν τη θάλασσα, με την λιμνοθάλασσα, θα δείτε δεκάδες
ερωδιούς, να παίρνουν το γεύμα τους.
Τριακόσια μέτρα πριν την
Τουρλίδα, βρίσκεται ο δρόμος που πάει περιμετρικά στη λιμνοθάλασσα. Αν είστε
τυχεροί εκεί θα δείτε και αβοκέτες, ένα από τα ωραιότερα πουλιά, με τεράστιο
καμπυλωτό –προς τα πάνω- ράμφος, που βουτάει μέσα στο νερό για να “ψαρέψει”
τους μικροοργανισμούς που αποτελούν την τροφή της. Ξύλινα, παλιά σπίτια, που
χρησιμοποιούνται για ψάρεμα αλλά και διακοπές, θα αποσπάσουν την προσοχή σας
από τα πουλιά, μέχρι να συναντήσετε τα flamingo. Εκατοντάδες πανέμορφα πουλιά,
πετούν, στέκονται με κουλουριασμένο το λαιμό τους ή ποζάρουν δημιουργώντας ένα
υπερθέαμα.
Αυτά είναι τα πιο
χαρακτηριστικά αξιοθέατα της περιοχής.
Όσο για την ιστορία της
Λιμνοθάλασσας και για τα οκτώ νησάκια της μην ξεχνάμε ότι ένα από αυτά τα οχτώ
νησιά είναι το νησί της Κλείσοβας, εκεί όπου προηγήθηκε της εξόδου μια αιματηρή
μάχη στην οποία σκοτώθηκαν δυόμισι χιλιάδες Οθωμανοί. Ήταν τότε που είπαν ότι
«το νερό βάφτηκε κόκκινο». Και η Κλείσοβα και ο Προκοπάνιστος και το Βασιλάδι.
Και στο Βασιλάδι έχουν γίνει ιστορικές μάχες και αποτέλεσε και το πρώτο λιμάνι
του Μεσολογγίου. Υπάρχει και ο Ντολμάς στο οποίο έγινε μια σημαντική μάχη πριν
προηγηθεί η επέμβαση και η άλωση του Αιτωλικού. Όλα αυτά είναι στοιχεία που θα
μπορούσαν να αναπτυχθούν και πολιτιστικά, αλλά και που μπορούν να αναπτυχθούν
στο πλαίσιο του εναλλακτικού τουρισμού, δηλαδή να γίνονται εκδρομές,
περιηγήσεις κλπ.
Ενώ για τον έρωτα Καρυωτάκη-Πολυδούρη έχουν γραφτεί πάρα
πολλά, ο δεσμός της με τον χτυπημένο από την ίδια αρρώστια ποιητή Μίνω Ζώτο
είναι ελάχιστα γνωστός.
Μάταια θα ψάξει να βρει κανείς το όνομα του στη βιογραφία της
ποιήτριας, «που είχε το θάρρος να ορθώσει το ανάστημα της στο συντηρητισμό της πρώτης
εικοσαετίας του αιώνα». Ο «νεο-ρομαντικός του ελάσσονος τόνου της πρώτης
δεκαετίας του Μεσοπολέμου» Μίνως Ζώτος (1905-1932) εν τούτοις και στίχους του
έχει αφιερώσει στη Μαρία Πολυδούρη (1902-1903), μεγαλύτερη του κατά τρία χρόνια
και μακροβιότερη κατά ένα! Εκείνη έσβυσε στα 28 της κι εκείνος δυο χρόνια μετά,
στα 27, από την ίδια ακριβώς ασθένεια. Στα «Άπαντα» του Ζώτου, που εξέδωσε το
1972 ο Κ. Σ. Κώνστας, βρίσκουμε το παρακάτω ποίημα με τον τίτλο «Μαρία
Πολυδούρη», χαρακτηριστικό των αισθημάτων που έτρεφε γι' αυτήν ο ποιητής:
«Όλα τα ωραία βιβλία
για σένα λένε
κι όλα τα παραμύθια τα
πουλιά.
Τ’ άνθη, Μαρία, την
άνοιξη σε κλαίνε,
Μαρία, πικρά σε κλαίνε
τα πουλιά.
Σε κλαίνε οι χάρες κ'
οι αύρες οι γελούσες
κι ανώφελα για σένα
τις ρωτώ·
κλαίνε όλες,
λυσίκομες, οι Μούσες
και πιο γοερά, Μαρία,
η Ερατώ.
Σε ρεματιές νεράιδες
σε θρηνούνε
Ξωθιέςσταδάση,λάμιεςστα βουνά.
Μαρία,ταεξωτικάσου μάτια πούναι,
πούναι,Μαρία,ταχείλητα γκρενά;
Κι εδώ, από μας,
Μαρία, σ' αποζητούνε
όλες οι ωραίες οι
σκέψεις, ορφανές.
Μαρία,τα ωραία τα λάθη μας πενθούμε
κ' οιαγάπεςοιθανάσιμεςκι αγνές».
Στις 29 Απριλίου 1930, που η Πολυδούρη άφησε την τελευταία
της πνοή, ο Ζώτος έγραψε το παρακάτω ποίημα με τον τίτλο «Η Μαρία πέθανε...»:
«Σήμερα η μέρα πέρασε
με τη Μαρία φευγάτη!
Όχι πως απαρνήθη την
τόση μας στοργή,
όχι πως πάει ταξίδι,
μήτε παρόμοιο κάτι.
Αλλοίμονό μας! Έχει
πεθάνει απ' την αυγή
κι ο γλυκασμός μαζί
της και τ' όνειρο κι η απάτη
κι ο ήλιος της ζωής
μας εχάθη από τη γη!»
Όπως σημειώνει ο Κώνστας, «όχι λιγότερο θερμές (από εκείνες
με τον Μαλακάση) υπήρξαν και οι σχέσεις του (Μίνου Ζώτου) με την άμοιρη εκείνη
Μαρία Πολυδούρη, ιδίως μετά τον βίαιο χαμό του Καρυωτάκη, σχέσεις που
τοποθετούνται στις μεγάλες στιγμές της συναισθηματικής και ψυχικής αγωνίας του
Ζώτου».
Ο ίδιος μελετητής παραθέτει σχετικά την εξής πολύ
ενδιαφέρουσα αναφορά του Δημήτρη Σταμέλου:
«Η ίδια η Πολυδούρη του έδειξε πολλή αγάπη. Ήταν άραγε
αναγκαίο και στερνό καταφύγιο στο πικρό μαρτύριο της, έπειτα από το χαμό του
Καρυωτάκη, ή πραγματικά έβρισκε στον Ζώτο περισσότερη γαλήνη, σιγουριά και
κατανόηση; Όταν η Πολυδούρη, που ο Ζώτος της αφιέρωσε πολλούς στίχους, αργόσβηνε
στη "Σωτηρία" χτυπημένη και κείνη από την φυματίωση, ο Ζώτος βρέθηκε
παρήγορος σύντροφος κοντά της. Κι όταν εκείνη έκλεισε τα μάτια της, ο Ζώτος
πικράθηκε. Έγραψε καινούργια τραγούδια, νέες ελεγειακές εξομολογήσεις στη
χαμένη της εφηβεία, στον απολεσθέντα μικρό — έναν από τους ελάχιστους —
παράδεισο του. Ο χαμός αυτός θάναι, από δω και πέρα, μαρτυρία φυγής».
Κι από την πλευρά της Πολυδούρη υπάρχουν κάποιες μαρτυρίες,
ανάμεσα στις οποίες ένα γράμμα της γραμμένο μετά από μια βδομάδα με 40 πυρετό
(«μια μικρή συμφόρησις, που ελπίζω να περάσει», σημειώνει η ίδια), όπου
διαβάζομε:
«Καημένε Μίνω, δεν αμφέβαλα ποτέ, ούτε για την ειλικρίνεια
σου, ούτε για την καλωσύνη σου, γιατί ν' αγωνίζεσαι να μου δείχνεις πράγματα,
που τα πιστεύω εύκολα σε σένα, και με απλά λόγια ειπωμένα... Έχασα ολωσδιόλου
τον γλυκύτατο Ζώτο... Μα γιατί επιμένεις να βλεπόμαστε, δεν καταλαβαίνω τίποτε.
Μου είναι πολύ ευχάριστη η ευκαιρία αυτής της μοναξιάς... Σ' αφήνω, γιατί είμαι
φοβερά εξαντλημένη. Γράψε τίποτε δροσερό. Με πολλήν αγάπη, Μαρία».
Διδάχτηκε τα εγκύκλιαγράμματα στο χωριό του Νεοχώρι Μεσολογγίου και αποφοίτησε το 1922 από το
Γυμνάσιο Μεσολογγίου . Εφοίτησεστη Νομική
Αθηνών αλλά πτυχίο δεν πήρε. Διορίστηκε υπάλληλος στο Δήμο Αθηναίων . Εκεί,
στην Αθήνα , ήλθε σε επαφήμε τους φιλολογικούς
κύκλους της εποχής του και συνδέθηκε ιδιαιτέρως με το Μαλακάση και την
Πολυδούρη . Δημοσίευε συνεχώς ποιήματα σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής .
Οι πρώτες ποιητικές συλλογές ξάφνιασαν για την ευαισθησία, το στίχο, την
πρωτοτυπία τους.
Πέθανε από φυματίωση, πριν ανατείλει το ποιητικό του άστρο.
Τα άπαντά του, με επιμέλεια του αιτωλοακαρνάναΚ. Σ. Κώνστα , εκδόθηκαν από την Κοινότητα Νεοχωρίου Παραχελωίτιδος το
1972.
·Ποιητικές συλλογές :
Βήματα, 1929
Αφιέρωμα , 1930
Σουρντίνα , 1932
·Διηγήματα
1.Ο Θάνατος του
Παλικαριού , 1901.
2.Διηγήματα, 1920.
·Θέατρο
1.Η Τρισεύγενη ,
1903.
·Κριτικά – μελέτες
1)Γράμματα ,
τόμοςΑ’ 1904 ( συλλογή μελετημάτων ). Τόμος
Β’ ,1907. 2) Τα Πρώτα Κριτικά , 1913. 3) Πεζοί Δρόμοι , τόμοι 3,1928- 1934. 4) Τα Χρόνια μου και τα Χαρτιά
μου, Η Ποιητική μου , τόμοι 2, 1933-1940. 5) Πλήθος άλλες μελέτες για Σολωμό,
Βαλαωρίτη, καθώς καιάρθρα,
συνεντεύξειςπεριλαμβάνονται στα Άπαντα
του ποιητή στους τόμους 12,13,14, και 16.
·Μεταφράσεις
1)Emile verhaeren Η
Ελένη της Σπάρτης(έμμετρο θεατρικό ), 1916.2) Δύο Λουλούδια από τα Ξένα ( από το
Schiller και τον Heine , μαζί με τη συλλογήαριθ. 15 ), 1925. 3) Ξανατονισμένη μουσική , ( συγκεντρωτική έκδοση όλων
σχεδόν των μεταφρασμένων ποιημάτων ) 1930. 4) Σε διάφορα περιοδικά άλλες
μεταφράσεις .
Το σύνολο του ποιητικού
έργου του Μίνου Ζώτου δεν είναι εκτεταμένο, αφού μέσα στα δέκα περίπου χρόνια
της ποιητικής του ζωής (πέθανε, όπως είναι γνωστό προτού συμπληρώσει τα 28 του
χρόνια), δεν πρόλαβε ούτε να το αναπτύξει ούτε να το κορυφώσει. Παραταύτα,
όμως, κρινόμενο και ως ποσότητα δεν μπορεί να θεωρηθεί ευκαταφρόνητο.
Απαρτίζεται από τρεις ποιητικές συλλογές κι απ
άλλα «σκόρπια» ποιήματα δημοσιευμένα, κατά καιρούς, σε διάφορα έντυπα αλλά και
από ποιήματα που δεν είδαν στο φως της δημοσιότητας. Θα προσπαθήσουμε
να το προσεγγίσουμε τηρώντας τη χρονολογική σειρά.
Η πρώτη ποιητική συλλογή
του Μίνου Ζώτου τυπώθηκε το έτος 1929 και κυκλοφόρησε με τον τίτλο: Βήματα.
Χωρίζεται σε δυο ενότητες με τις επιγραφικές ενδείξεις: «Λησμονημένοι σκοποί»
και «Βήματα». Περιλαμβάνει, συνολικά, 36 ποιήματα. Η στιχουργική γραφή
ακολουθεί παραδοσιακές φόρμες. Οι στίχοι ομοιοκαταληκτούν σταυρωτά.
Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα που τιτλοφορείται «Σιγά-Σιγά»
«Σιγά-σιγά. μη βιάζεσαι ζωή. Φρόνιμα τώρα.
Τα
θέλγητρά σου σπάταλα κι αν σκόρπιζες μπροστά μου,
εγώ
σου ακριβοπλήρωσα τ απατηλά σου δώρα,
μ όλους, θαρρώ τους πόθους μου και μ όλα τα όνειρά μου.
Το
βλέπω πια. υστερόβουλη, ζωή, μου εφάνεις. Τώρα
στάλα
τη στάλα ράθυμα θα πιω το νέο ποτήρι.
κι
αν είναι αργά και θάνατός μου γίνει απά στην ώρα
Θα
μ εύρει σαν τον άτρομο, καλό καραβοκύρη»
Όπως συμπεραίνεται εκ των
υστέρων, όταν έγραφε αυτό το ποίημα ο Μίνως Ζώτος, είχε διαισθανθεί τη σύντομη
διάρκεια και την αναγκαστική σμίκρυνση του βιολογικού του κύκλου.
Η
πρώτη συλλογή του εμπεριέχει ποιήματα που είχε γράψει ως το
1929. Η κριτική-λογοτεχνική σκέψη της εποχής εκείνης τα αντιμετώπισε ευνοϊκά
και επαινετικά. Είχαν γράψει επαινετικές κριτικές παρουσιάσεις: ο Κλέων
Παράσχος, ο Απόστολος Μαγγανάρης, ο Χαρίλαος Παπαντωνίου (αδερφός του Ζαχαρία
Παπαντωνίου), ο Σπύρος Παναγιωτόπουλος και άλλοι. Αποσπούμε χαρακτηριστικές
κρίσεις:
«Τα τραγούδια του νεοκλασικά (…..) έχουν το χρώμα
της υγιούς ποιήσεως. Τα «Βήματά» του ακούσθησαν σαν σταθερά βήματα επάνω στο
δρόμο της επιτυχίας». Συνόψισε ο Απόστολος
Μαγγανάρης.
«Ως ποιητής ο Μίνως Ζώτος
διψά μουσικώς τον Μαλακάση και είναι αφ’ετέρου
κυριευμένος από την τεχνική αδηφαγίαν του Μορεάς. Φιλοσοφικώς φαίνεται ότι
κοντεύει να τον αφομοιώσει εις τα ποιήματά του». Αποφάνθηκε ο Χαρίλαος Παπαντωνίου.
« Ο στίχος του, υποταγμένος σόλους τους αυστηρούς τεχνικούς κανόνες, είναι
δροσερός, αρμονικός, αψεγάδιαστος και κορνιζάρει ταιριαστά
τις περίτεχνες εικόνες της ψυχής του».
Συμπέρανε ο Σπύρος Παναγιωτόπουλος.
Η
δεύτερη ποιητική συλλογή του Μίνου Ζώτου τυπώθηκε στα 1930 και
κυκλοφόρησε τον ίδιο χρόνο με τον τίτλο Αφιέρωμα. Είναι χωρισμένη στις ενότητες:
«Αφιέρωμα» και «Ο εξόριστος». Απαρτίζεται από τριάντα δύο (32) ποιήματα
παραδοσιακής στιχουργικής μορφής. Ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της συλλογής
αυτής είναι και το τιτλοφορούμενο «Περιδέραιο» από το οποίο αποσπούμε
χαρακτηριστικές στροφές:
« Ν αποξεχνιέμαι
κι
ώρες να σε κυττάζω εκστατικός.
σε
μύρο, σε αύρα, σε όνειρο, σε φως
να
πνέω και να διαλυέμαι
Να
μη ταράσσει
καθώς
θα μπαίνω στο είναι σου ελαφρός
την
αίσθησή μου, ουδόσο φύλλων θρος
τα
ησυχασμένα δάση
Ώ
έσφιξαν τώρα οι μέρες.
οι
ώρες στένεψαν πολύ.
η
ωραία στιγμή περίτρομο πουλί
που
καρτερεί τη μπόρα.
Μαζί
να πλέμε
κι
εγώ να σε κυττάζω εκστατικός.
σε
μύρο, σε αύρα, σε όνειρο, σε φως
να
πνέω και να διαλυέμαι»
Με το ποίημά του αυτό ο
Μίνως Ζώτος δημιουργεί τέλεια υποβλητική ατμόσφαιρα σε βαθμό έκστασης. Η
αίσθηση της ζωής σε άμεση αντιστοιχία με τη συνείδηση του θανάτου. Η
μοναδικότητα και το ανυπέρβλητο της ερωτικής δύναμης. Η δικαίωση της αξίας της
ζωής διαμέσου του ερωτικού συναισθήματος. Ο εξαγνισμός και η υπέρβαση της
φθαρτότητας με την παντοδυναμία της Αγάπης.
Στο ειδικό μελέτημά του
για το Μίνω Ζώτο, ο Δημήτρης Γιάκος αναφέρει την πληροφορία πως όταν ο ποιητής
Μιλτιάδης Μαλακάσης διάβασε σε χειρόγραφο το ποίημα τούτο, πλημμυρισμένος από
αισθητική συγκίνηση άφησε το χαρτί να πέσει απ
τα χέρια του
Αργότερα, κι ύστερα από το
θάνατο του Μίνου Ζώτου ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος έγραψε:
«κανείς δεν θα μπορέσει να του αρνηθεί την
ποιητική ιδιοφυϊα, την πηγαία έμπνευση, το πλούσια θρεμμένο
με το ίδιο του το φτωχό του αίμα πάθος. Όποιος τον γνώρισε δεν θα μπορέσει να
τον ξεχάσει ποτέ. Ήταν μια θερμή φλογισμένη καρδιά πέρα-πέρα κι είναι γραφτό,
φαίνεται, κάποιες καρδιές να γίνονται στάχτη με την ίδια τη φλόγα τους»
Ο Γιώργος Κοτζιούλας
εξάλλου αναφερόμενος στην κριτική-αισθητική ικανότητα του Μίνου Ζώτου έγραψε
στα 1933 ανάμεσα στ άλλα και τα εξής
χαρακτηριστικά:
« Αξιοθαύμαστη ήταν η κρίση αυτού του νέου. Έκρινε
με γνώση και ασφάλεια, δυσανάλογα με την ηλικία και
την πείρα του. Σ ένα τετράστιχο που άξιζε
τον κόπο εύρισκε ο Ζώτος λεπτομέρειες που δεν ήταν εύκολο στον καθένα να τις
ιδεί. Εμάντευε τις μυστικές αιτίες που έκαμαν τον Ποιητή να εκφραστεί με τούτον
ή τον άλλον τρόπο (…..) ο Μίνως Ζώτος ήταν για την ερμηνεία
ποιημάτων αυθεντία».
Η
τρίτη και τελευταία ποιητική συλλογή του Μίνου Ζώτου, με τον
τίτλο Σουρντίνα δεν τυπώθηκε όσο ζούσε ο ποιητής. Ούτε κυκλοφόρησε σε ξεχωριστό
βιβλίο μετά το θάνατό του. Καταχωρήθηκε στα ’παντά του, δηλαδή στον τόμο που
εκδόθηκε τιμητικά από την Κοινότητα Νεοχωρίου, με την επιμέλεια του Κ. Σ.
Κώνστα.
Η συλλογή Σουρντίνα
χωρίζεται σε πέντε ενότητες που έχουν τους εξής τίτλους: «Σουρντίνα», «Νότες»,
«Η Τούλα», «Το Τραγούδι» και «Στο περιθώριο». Απαρτίζεται από σαράντα έξι (46)
ποιήματα. Η ποιητική εργασία της Σουρντίνας κάλυψε την κοντινή προς το θάνατο
περίοδο της ζωής του Μίνου Ζώτου. Είναι διαποτισμένη από αγωνία και πόνο.
Στις περισσότερες λυρικές
συνθέσεις αυτής της περιόδου συναντάμε μια έντονη μελαγχολία ή μια κραυγαλέα
χαρά για ζωή ως αντίδραση κι αντίσταση στην επερχόμενη μοίρα του θανάτου. Την
ίδια εποχή ο ποιητής, όπως προκύπτει από ορισμένες επιστολές του, βιώνει τη ζωή
όσο μπορεί πιο έντονα: Ερωτεύεται και απογοητεύεται. Γλεντάει και ξενυχτάει.
Ματώνει και αδιαφορεί. Ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα ποιήματα αυτής της
εποχής είναι το επιγραφόμενο «Το μαύρο περιστέρι» από το οποίο παραθέτουμε
ορισμένους στίχους:
«τα ξωτικά μου πήρανε το νου
κι
εκεί που αρχίζει η θάλασσα η μεγάλη
απ’ τα ριζά του απόγκρεμου βουνού,
σε
τούτο εδώ με ρίξανε ακρογιάλι,
π έχει μπροστά του πέλαο, βράχο πίσω
να
μην μπορώ κοντά σας να γυρίσω.
Βοήθεια
εγώ καμιά δεν καρτερώ
γιατί
πηχτό σκοτάδι μας χωρίζει.
Σα
μέσα σ άλλον έπεσα καιρό
και
μια κατάρα ασήλωτη μ ορίζει
σε
σας μηνώ καθένας να το ξέρει
με
τούτο εδώ το μαύρο περιστέρι:
Είναι
πολλά στο βίο τα ξαφνικά
κι
απ την οργή της μοίρας φυλαχθείτε,
να
μην σας βρουν και σας τα ξωτικά
και
κάποιο βράδυ απάντεχα βρεθείτε
στα
στοιχειωμένα μέρη στ ακρογιάλι,
εδώ
που αρχίζει η θάλασσα η μεγάλη»
Ο Μίνως Ζώτος, με το κακό
προαίσθημα του θανάτου μέσα του, γύρισε στα 1932 στο χωριό του, οριστικά και
αμετάκλητα αθεράπευτος από τη φυματίωση που φώλιασε στο στήθος του. Το
τελευταίο του καλοκαίρι το πέρασε κάτω από αντίσκηνο, κοντά στο μοναστήρι
«Αη-Γιώργης» του Ζυγού. Από εκεί, διωγμένος από τους καλόγερους, που φοβήθηκαν
τη μεταδοτικότητα της νόσου, επέστρεψε στο χωριό του για να σβήσει τελικά στο
σπίτι του, στην αγκαλιά της μάνας του το πρωϊ της 17ης Δεκεμβρίου του 1932.
Το προτελευταίο από τα
είκοσι (20) εκτός σειράς ποιήματά του (καταχωρημένα κι αυτά στον τόμο των
Απάντων του) έχει τον τίτλο «Δικαίωσις». Είναι στιχουργημένο με μέτρο και
ομοιοκαταληξία σταυρωτή.
Πρόκειται για μια
σαρκαστική φαντασίωση της μετά τον θάνατό του διαδικασίας. Θυμίζει ψαλμωδία κι
έχει θαυμάσια εικονοπλασία. Θεωρείται αριστουργηματικό. Αξίζει να το
παραθέσουμε:
«Αγίων ψαλμοί και Αγγέλων κίνησις πολλή.
Η
ανάκλησίς μου εν Ουρανοίς εορτή μεγάλη.
Εν
νεφέλη αφαρπάζομαι. ’γγελοι εν στολή
προς
το αναβήναι με κρατούν απ τη μασχάλη.
Και
ιδού πομπή με δάδας και πυρσούς
με
δέχεται εν οργάνοις. δεν απουσιάζει
εκ
των Αγίων ουδείς, και μόνον ο Ιησούς
ολονέν
και πλέον βαρύθυμος, πέραν μονάζει.
Μακαρίζω
την τύχην. Ευτυχής εγώ
ότι
ηξιώθην χάριτος. Εδόθη μοι όντως
λαμπρά
δικαίωσις τον Θεόν να υμνολογώ
εκ
δεξιών Αγίου Κλαυδίου του μειδιώντος»
Ο Μίνως Ζώτος γνώριζε καλά
πως δεν μπορούσε να νικήσει το θάνατο. Δεν παραδέχθηκε όμως, όπως φαίνεται,
ποτέ την υπεροχή του. Δεν ταπεινώθηκε μπροστά στην ακατάβλητη δύναμή του. Δεν
εκλιπάρησε και δεν ζήτησε παράταση ζωής. Αντιμετώπισε αγέρωχα τη μοίρα του. Και
όταν πλησίασε η ώρα η θριαμβική του Θανάτου
σάρκασε, με ποιητικό τρόπο, το ζοφερό μεγαλείο της νίκης του.
Μόνο είκοσι επτά και μισό
έτη έζησε στο φλοιό της γης ο Μίνως Ζώτος. Απ
αυτά σχεδόν τα μισά τα πέρασε με τη συναίσθηση ότι η ασθένειά του ήταν
ανίατη. Ίσως ήταν λίγα για μια ολοκληρωτική κατάκτηση της ποιητικής τέχνης.
Ήταν όμως αρκετά για μια γνήσια λυρική περιγραφή του ψυχικού και
συναισθηματικού του κόσμου, που εντυπωσιάζει με την ειλικρίνεια, συναρπάζει με
τη ζωντανή εικονοπλασία, παρασύρει σε συμμετοχή και δημιουργεί άμεσες
συγκινησιακές καταστάσεις για να δικαιώσει, τελικά, και την αγαθότητα της
ποιητικής πρόθεσης και την ιερότητα της λυρικής αλλά «De Profundis»
εξομολόγησης του Ανθρώπου.
Θ. Μ. Πολίτης
Ημερίδα για τον ποιητή του Μεσοπολέμου Μίνω Ζώτο (1905-1932)
Ο
ποιητής Μίνως Ζώτος
Ο Ζώτος, ένας από εκείνους
που έφεραν το καινούργιο ποιητικό ρίγος ανάμεσα στο 1920 και στο 1930 και
άνοιξαν το δρόμο για τον Εμπειρίκο, τον Σεφέρη και τους άλλους, έζησε και
πέθανε τραγικά. Φυματίωση, φτώχια, πιοτό, ξενύχτι, απελπισμένοι έρωτες και μέγα
πάθος για μια νέα ποίηση, μια ζωντανή γλώσσα, μια Ελλάδα καλύτερη.
Δεν είναι τυχαίο ότι κι ο
κορμός της ποιητικής γενιάς του 20
σε μεγάλο βαθμό αποτελέσθηκε από συμπατριώτες μας: Γιώργος Τσουκαλάς, Στάθης
Ζαρκιάς, Γιώργος Αθάνας, Θόδωρος Σκουρλής, Χάρης Σταματίου,
Τάκης Μπαρλάς, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Θωμάς Λαλαπάνος, Δημήτρης Γαλάνης, Τάκης
Μαυροκέφαλος, Γερ. Κασόλας κ.ά. Και δεν ήταν τυχαίο επίσης πως ένας, ο πιο
σημαντικός, από τους κρίκους που συνδέουν την παλιά, πριν το 1900, ποίησή μας
με την καινούργια είναι ο Μαλακάσης. Ο ποιητής του «Τάκη Πλούμα» και των άλλων
αριστουργημάτων των εμπνευσμένων από την ιδιαίτερη πατρίδα του, στα
μεσοπολεμικά χρόνια θ ανταποδώσει με πολλή
αγάπη και στοργή τη λατρεία που του είχαν οι καταραμένοι ποιητές της «Χαμένης
γενιάς»
(Καρυωτάκης, Ζώτος, Πολυδούρη, Λάσκος, Ανθίας, Μπολέτσης και άλλοι) των οποίων
το στέκι, το υπόγειο λουκουματζίδικο στο ξενοδοχείο «Μπάγκειον» της Ομονοίας,
θα φτάσει σαν θρύλος σε μας τους νεότερους. Κι ας σημειώσουμε εδώ, ότι ένας
ακόμα λαμπρός ποιητής και ακέραιος διανοούμενος που τους δίνει την αγάπη και το
κύρος του, τότε που αυτοί οι απόγονοι του Ρεμπώ, του Μορεάς και του Απολλιναίρ
αναστατώνουν την Αθήνα με τη νεότερη ποίησή τους, αλλά και την ανατρεπτική
κοινωνική συμπεριφορά τους, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, από τη μάνα του είναι
μεσολογγίτης. Μια τρίτη προσωπικότητα, ο σπουδαίος μεσολογγίτης ποιητής,
αισθητικός και μεταφραστής Μίμης Λιμπεράκης τους δίνει επίσης την εύνοιά του.
Ο Γεράσιμος Κασόλας στο
φύλλο της 19-1-1933 του φιλολογικού περιοδικού Ελληνικά Χρονικά, που έβγαινε
στο Μεσολόγγι, έγραφε: «Ο ποιητής των ανθρωπίνων παθών, ο γλυκύς Μίνως Ζώτος
πέθανε. Ο Χάρος φτερούγισε Μαύρος και ίσκιωσε το ήσυχο χωριουδάκι του και πήρε
τον Γόητα».
Ο Απ. Μελαχρινός έγραφε σε
σημείωμά του στο περιοδικό Κύκλος αρ. 5-6, 1932: «Αγνό λυρικό αίσθημα κ ένας παλμός ειλικρινής και θερμός χαρακτήριζαν
τα μάλλον πεσιμιστικής διάθεσης ποιήματά του..»
Ο Απόστολος Μαγγανάρης,
οξύ κριτικό μάτι της εποχής, γράφει στο πρωτοποριακό περιοδικό Ο Λόγος, τ.1,
1930: «Στο Αφιέρωμα διακρίνει κανείς ευθύς αμέσως μια δυνατή
ποιητική φλόγα. Αίσθημα λεπτό, ραφιναρισμένο, ντυμένο κομψά, τεχνικά,
μελετημένα. Τα περισσότερα τραγούδια ποτισμένα από τον πιο πικρόχολο πεσιμισμό
κρύβουν μέσα τους μια αυθόρμητη μελαγχολία και μιαν ακατανίκητη
απογοήτευση Δυό από τα τραγούδια το «Περιδέραιο» και το «Δεν
θέλω πια να πάω σ άγνωστους τόπους» είναι
δυό μικρά αριστουργήματα».
Από τους συμπατριώτες μας
λογοτέχνες με τη ζωή και το έργο του Ζώτου έχουν ασχοληθεί ο Δημήτρης Σταμέλος,
ο Δημήτρης Γιάκος, ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, ο Γεράσιμος Κασόλας, ο Θ. Λαλαπάνος,
ο Γ. Τσουκαλάς, ο Ι. Ν. Κουφός και προπαντός ο Κ. Σ. Κώνστας, ο οποίος και
επιμελήθηκε των Απάντων του (έκδοση Κοινότητας Νεοχωρίου, 1972).
Ο Ζώτος είναι ένας
μετασυμβολιστής με λαμπρή μαθητεία σε ποιητές όπως ο Μορεάς κι ο Μαλακάσης. Εδώ
κ εκεί, στο Αφιέρωμα και ώς το θάνατό του, σε
κάποια ποιήματα αναδεύεται έμπνευση σουρρεαλιστική. Αν ζούσε, σίγουρα, όπως
έγινε με τον Αναστάσιο Δρίβα, η ποίηση του Νιοχωρίτη λυρικού
θα τραβούσε για πολύ πιο πέρα, όπου θα συναντούσε την ποίηση την πλήρως
νεότροπη του Εμπειρίκου, του Σαραντάρη, του Ελύτη
Η «Φαντασμαγορία», το
«Περιδέραιο», είναι απ’ αυτά τα ποιήματα που
καθόριζαν το ποιητικό μέλλον του Ζώτου.
Σαρκασμός, αυτοσαρκασμός,
ευαισθησία εύθραυστη στο έπακρον. Πάθη της πόλεως και της νύχτας. Έρωτας για τα
κορμιά και για τα πράγματα. Εικόνες με μια κινητικότητα μέσα τους. Και ένα
στοιχείο που το συναντούμε μόνο στους προικισμένους δημιουργούς της εποχής του,
η αγωνία και ο αγώνας του για το πλάσιμο μιας γλώσσας, που θα βγάλει οριστικά
άχρηστη την «δημοτική» των Παλαμάδων, πριν ακόμα φτάσει ο δεύτερος παγκόσμιος
πόλεμος.
Ο Μίνως Ζώτος υπήρξε ένας
από τους τρεις μεγάλους έρωτες της Μαρίας Πολυδούρη: οι άλλοι δυο ήταν ο Κώστας
Καρυωτάκης κι ο Γιάννης Χονδρογιάννης. Η απαγγελία του στίχων υπήρξε μαγική,
απάγγελνε από στήθους και καθήλωνε. Ήτανε ολόκληρος ποτισμένος με ποίηση. Και
υπήρξε θρυλική όσο και του Λάσκου αυτού
εντυπωσιακή, με θεατρικά μέσα..
Ο Ζώτος, ένας από τους
τελευταίους μποέμηδες, της λεγόμενης τώρα παλιάς εποχής, έβρισκε τη ζέστη ή τη
δροσιά έξω από την πληκτική, άθλια εργένικη κάμαρα, στα χειμωνιάτικα υπόγεια με
τα πολλά χνώτα, το αψέντι και το κρασί, στα υπαίθρια ξενυχτάδικα, στον Βασιλικό
Κήπο και το Ζάππειο, στους περιπάτους ώς την Καστέλα κι ώς το Μενίδι
Η ζωή του υπήρξε αυθεντική
και πρωτότυπη όπως κ η ποίησή του. Σήμερα
παραμένει λησμονημένος. Οι νεότεροι, ακόμα κ οι
συμπατριώτες του δεν ξέρουν ότι υπήρξε κάποτε, πόνεσε κι έγραψε.
Όμως το μέλλον ανήκει μόνο στους ποιητές της ράτσας του Ζώτου.
Θωμάς Γκόρπας
1 Ο Μίνως Ζώτος γεννήθηκε
το 1905 στο Νεοχώρι της επαρχίας Μεσολογγίου κι άφησε την τελευταία του πνοή
στον ίδιο τόπο το 1932.
2 Το κείμενο αυτό
δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Τα Γιοφύρια που εκδίδεται στο Αιτωλικό από τον κ.
Απόστολο Μπλίκα.
ΕΚΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ
Γιάκος Δημ., Λυρικοί της
Ρούμελης, Αθήνα 1958.
Κόρφης Τάσος, Ματιές σε
ποιητές του Μεσοπολέμου: Δοκίμια, εκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1978.
Κώνστας Κ. Σ., «Μίνου
Ζώτου: Ανέκδοτα Ποιήματα», Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο επιμ. Δ. Χ. Σταμέλου, έτος
Γ΄, Αθήνα 1959, σ. 119-120.
Κώνστας Κ. Σ., ’παντα: Όσα
βρέθηκαν φιλολογικά κείμενα δημοσιευμένα από 1η Αυγούστου 1947 ως 1η Μαρτίου
1967, εκδ. Μαυρίδη, Αθήνα 1991.
Κώνστας Κ. Σ., ’παντα: Όσα
βρέθηκαν φιλολογικά κείμενα δημοσιευμένα από 1η Μαρτίου 1968 ως 31η Σεπτεμβρίου
1978, τομ. 6ος , εκδ. Μαυρίδη, Αθήνα 1994.
Κώνστας Κ.Σ., «Φιλολογικά
στο Μίνω Ζώτο», περ. Στερεοελλαδική Εστία, έτος Α΄, τευχ. 5-6, Οκτ.-Δεκ. 1960,
σ. 314.
Λαλαπάνος Θωμάς, «Πώς
θυμούμαι το Μίνω Ζώτο», Ρουμελιώτικο Ημερολόγιο, επιμ. Δ. Χ. Σταμέλου, έτος Θ΄,
Αθήνα 1965.
Πολίτης Θ.Μ., «Μίνως Ζώτος: Ένας άξιος και
ξεχασμένος Νιοχωρίτης ποιητής», περ. Επίκαιρα Αιτωλοακαρνανίας, τευχ. 40,
Δεκέμβριος 1998, σ. 22.
Σταμέλος Δημ., Νεοέλληνες:
Πνευματικές και καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες του 19ου και 20ου αιώνα, Αθήνα 1968,
σσ. 29-36.
ΣHMEIΩΣH: Το κείμενο αυτό
είναι παρμένο από το βιβλίο «ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΤΗΣ ΛΙΝΜΟΘΑΛΑΣΣΑΣ» που εκδόθηκε από την
Παπαχαραλάμπειο Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπάκτου το 2002.
Υλικό από την παρουσίαση
της ποιητικής συλλογής «ΑΠΑΝΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ-ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ-ΕΡΓΟΚΡΙΤΙΚΗ» του Μίνου
Ζώτου από το ΑΘΛ.Ε.ΠΟΛΙ.Σ και τον Σύλλογο Αιτωλοακαρνάνων Γέρακα