Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Μαΐου 2025

Ο Π. Μολυβιάτης στην σκιά του Κωνσταντίνου Καραμανλή

 


Θα σας αφηγηθώ σήμερα την ιστορία του Πέτρου Μολυβιάτη. Του Πέτρου, όπως τον φώναζε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής καθώς από το Σεπτέμβρη του 1974 που έκλεισε η διπλωματική του καριέρα στο Υπουργείο Εξωτερικών και πέρασε το κατώφλι του Κωνσταντίνου Καραμανλή δεν έλλειψε ποτέ έστω και για μισή μέρα, από το πλευρό του.

Από τ' Αϊβαλί στη Χίο

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1922 βγήκαν ντελάληδες στα σοκάκια, στο Αϊβαλί, και ανακοίνωσαν ότι όλοι οι άνδρες των Κυδωνιών πάνω από 18 ετών και κάτω από 45 έπρεπε να ετοιμαστούν   για   να   καταταγούν   στον τουρκικό στρατό εντός δυο ήμερων. Όσοι προσπάθησαν να δραπετεύσουν και συνελήφθησαν από τις τουρκικές περιπόλους, εκτελέστηκαν επί τόπου.

Ο Ηλίας Μέλλος, στο Αϊβαλί, δεν είχε κλείσει τα δεκαοκτώ. Όμως η οικογένεια του έτρεμε για το κακό που τον περίμενε. Η Αγάπη, η ακριβή του αδελφή, πήρε τους δρόμους με ό,τι είχε και δεν είχε πασχίζοντας να τον γλιτώσει. Αν έπρεπε να ιστορήσω τι έκανε αυτή η γυναίκα, θα έπρεπε να ξαναγράψω το βιβλίο της.

 

 

Όσο για τον Ηλία Μέλλο, αφού κατέβηκε στην κόλαση, σπάζοντας πέτρες στα τάγματα εργασίας, γύρισε πίσω ζωντανός καταθέτοντας στην ελληνική πεζογραφία την συγκλονιστικότερη ιστορική μαρτυρία της εποχής, «το Νούμερο 31328». Ο Ηλίας Μέλλος έγραψε όλα τα βιβλία του με το ψευδώνυμο Ηλίας Βενέζης. Η Αγάπη Μέλλου είναι η μάνα του Πέτρου Μολυβιάτη και ο Ηλίας Βενέζης ο θείος του.

Η οικογένεια Μέλλου στο Αϊβαλί, με μακρινή καταγωγή από τη Λέσβο, ήταν έμποροι λαδιών με καλό όνομα στην αγορά της Μασσαλίας. Το σπίτι τους, απέναντι από το Άγιασμα, ήταν ανοικτό σε όλους. Έμποροι ήσαν και οι Μολυβιάτες. Οι δύο οικογένειες έφτασαν πρόσφυγες στην Ελλάδα με την ψυχή στο στόμα και την πίστη στο Θεό. Όπως όλοι. Ενάμισι εκατομμύριο Μικρασιάτες. Λίγο μετά την Καταστροφή ο Γιώργος Μολυβιάτης παντρεύεται την Αγάπη Μέλλου. Καθώς οι Κυδωνιάτες είχαν τρανή παράδοση στα Γράμματα, διορίζεται στο Δημόσιο, διευθυντής στη Νομαρχία Χίου.

Κανείς από φίλους και συγγενείς δεν θυμάται να πήρε ο Γιώργος Μολυβιάτης ανώτερος δημόσιος υπάλληλος, σαράντα χρόνια προσφορά στο κράτος, μισή ημέρα άδεια. Στη Χίο το 1928, γεννήθηκε ο Πέτρος Μολυβιάτης. Έμειναν στο νησί ως το 1939. Τότε ήρθε η μετάθεση για τη Λαμία.

Εκεί ο Πέτρος τελείωσε το γυμνάσιο. Ένας συμμαθητής του, που ασχολείται με τα δημοτικά πράγματα στη Λαμία, θυμήθηκε ότι είχαν ένα σπουδαίο φιλόλογο που τους έμαθε καλά ελληνικά. «Τον Παπασπύρου, Θεός 'σχωρέστονε. Εξαίρετος δάσκαλος μόνον που από το πολύ πάθος του να μας τα μάθει, μας έλειωνε στο ξύλο. Τον Μολυβιάτη δεν τον έδειρε ποτέ. Οχι γιατί ήταν ο πιο καλός ο μαθητής. Αλλά και γιατί ο πατέρας του ήταν συνάδελφος του Δημοσίου...»

Ο συνάδελφος του Δημοσίου, με τον μισθό του Δημοσίου, ίσα - ίσα που εξασφάλιζε τα προς το ζην για την οικογένεια του. Για τη γυναίκα του και τα δύο του αγόρια.

 

Συμφοιτητής με Β. Κόκκινο και Κ. Παπουλια

 


 

Το 1948, μέσα στον Εμφύλιο, ο Πέτρος τελειώνει το Γυμνάσιο και ο πατέρας του τον στέλνει στην Αθήνα. Μαθαίνει πως σε δέκα ημέρες δίνουν εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο. Ένας συμφοιτητής του ισχυρίζεται πως ουδέποτε στη ζωή τους είδαν περισσότερο... σινεμά από εκείνες τις δέκα ημέρες, ώσπου να δώσουν εξετάσεις στη Νομική.

Τι να διαβάσουν σε δέκα μέρες; Έτσι, έμαθαν απέξω, σκηνή με σκηνή, όλα τα μαυρόασπρα έργα, αστυνομικά και μυστηρίου, που πρόβαλαν οι πέντε - έξι κινηματογράφοι στο κέντρο της Αθήνας. Ποιοι ήταν οι συμφοιτητές του Μολυβιάτη; Οι Βασίλης Κόκκινος και Αθανάσιος Σιούλας (δικαστικοί), Οικονόμου, Μανωλάτος και μερικοί ακόμη διπλωμάτες. Γιώργος Παναγιωτόπουλος, Κάρολος Παπούλιας μετέπειτα πολιτικοί. Ο Κάρολος σε μια δεξίωση του Προέδρου, πριν από μερικά χρόνια, πειράζοντας τον Π. Μολυβιάτη, του είπε: «Ρε Πέτρο θυμάσαι; Εσύ ήσουν δεξιός στο Πανεπιστήμιο και εγώ αριστερός. Και οι δημοσιογράφοι τους είδαν να ξεκαρδίζονται στα γέλια καθώς ο Μολυβιάτης απαντούσε: «Και ποια η διαφορά μας; Στο ίδιο καζάνι βράζαμε. Και οι δυο... πεινούσαμε απελπιστικά»...

Το μεγάλο γεγονός των φοιτητικών τους χρόνων ήταν που κατάφερναν, κοντά στο καλοκαίρι, να ανεβαίνουν όλοι μαζί, πιασμένοι μπράτσο με μπράτσο για να μην πέσουν, καμιά τριανταριά αγόρια και λιγοστά κορίτσια, στην ανατρεπόμενη καρότσα ενός ανοικτού φορτηγού να πάνε για μπάνιο στον Σχοινιά. Αυτό έμεινε ως το μεγάλο, το αξέχαστο φοιτητικό ταξίδι, γραμμένο ανεξίτηλα στη νεανική τους μνήμη...

 

Διπλωμάτης καριέρας

 

 

Τελειώνει το Πανεπιστήμιο, το στρατιωτικό και εργάζεται ως ασκούμενος δικηγόρος. Τι απογοήτευση κι αυτή. Με την τσάντα όλη μέρα και με ανύπαρκτο μισθό. Ένας από τους αδελφούς Πρωτονοτάριους, φίλοι του από το Πανεπιστήμιο, αφηγείται πως τον συνάντησε στο δρόμο μια μέρα, Οκτώβρη ή Νοέμβρη του 1954, και του είπε ότι στο υπουργείο Εξωτερικών θα γίνονταν εξετάσεις στις αρχές του 1956 για την πρόσληψη διπλωματικών υπαλλήλων. Διπλωμάτης, μάλιστα. Αλλά με τι γαλλικά; Αγγλικά είχε μάθει, στην Κατοχή, διδασκόμενος... από λεξικό και μέθοδο άνευ διδασκάλου! Μελέτη λοιπόν κάθε μέρα από δεκαέξι ως και δεκαοκτώ ώρες γαλλικά. Μόνος του. Στις εξετάσεις πέρασε. Ακριβέστερα, στον υπηρεσιακό   του   φάκελο   διαβάζω, πως ήρθε πρώτος.

Όταν καμιά φορά γινόταν συζήτηση μπροστά του πως στο υπουργείο για να μπεις χρειάζεσαι ή πατέρα διπλωμάτη ή μέσον ατράνταχτο, γινόταν θηρίο. Κι ενώ επί δεκαεπτά χρόνια, πλάι στον Κωνσταντίνο Καραμανλή δεν άνοιξε το στόμα του ποτέ, ούτε δημόσια ούτε κατ' ιδίαν, σε δημοσιογράφο για να κάνει την παραμικρή δήλωση, αν τον προκαλούσες για το υπουργείο Εξωτερικών είναι βέβαιο ότι θα λάμβανες απάντηση.

Θα σου έλεγε ότι «άδικα κακολογούν το υπουργείο Εξωτερικών. Ότι κανείς που άξιζε, ποτέ δεν αδικήθηκε. Μπορεί να μπήκαν και με μέσον. Αλλά οι ικανοί δεν έμειναν απέξω για να προκριθούν οι άχρηστοι. Οτι τα στελέχη του Υπουργείου, στην πλειοψηφία τους, είναι άνθρωποι προικισμένοι, με υψηλό αίσθημα καθήκοντος».

 

Στο Μιλάνο : Φυλακή και Απέλαση

 

Ο υπηρεσιακός του φάκελος είναι εξαιρετικά ενδιαφέρων. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι ο Πέτρος Μολυβιάτης νεαρός ακόλουθος, το 1958, «φιλοξενήθηκε» στις ιταλικές... φυλακές; Τον συνέλαβαν οι καραμπινιέροι στο Μιλάνο κουβαλώντας, με εντολή της υπηρεσίας, μέσα στο διπλωματικό σάκο περίστροφα που τα χρειαζόταν ο Γρίβας για την  ΕΟΚΑ, στην Κύπρο. Αυτά τα δεσμά όμως ήταν πρόσκαιρα. Μόλις οκτώ ημερών. Τα άλλα, τα σοβαρά με την κυρία Νιόβη Χριστάκη, κρατούν μια ολόκληρη ευτυχισμένη ζωή.

Παντρεύτηκαν κι έφυγαν για τη Μόσχα, ως πρόξενος, όπου όμως αποφάσισε να ασκήσει πλήρως τα καθήκοντα του εν έτει σωτηρίω 1959 και να πάει στη Σιβηρία να επισκεφθεί τους συμπατριώτες μας, τους Πόντιους. Τους είχε εξορίσει ο Στάλιν μακριά από τον κόσμο, στην άκρη θεού. Αγανακτούσε στη θύμηση του γεγονότος. Όχι γιατί τον γύρισαν πίσω σηκωτό, ή γιατί κινδύνεψε η ζωή του. Αλλά γιατί οι Σοβιετικοί τον απέλασαν αμέσως και δεν μπόρεσε να επαναλάβει το εγχείρημα... ως όφειλε. Το «ως όφειλε», τον ακολουθούσε πάντοτε και δεν τον άφησε να ησυχάσει.

Τον στέλνουν στη Νότιο Αφρική και έπειτα στην Άγκυρα. Τότε επισκέφθηκε με τη μητέρα του το Αϊβαλί. Βρήκαν τα σπίτια των γονιών του κι έκλαψαν. Όμως η Αγάπη Μολυβιάτη μεγάλωσε τα παιδιά της μακριά από άγονους σοβινισμούς.

Σκληρά αισθήματα για τους Τούρκους, που χάλασαν τις Κυδωνιές και ρήμαξαν τον Ελληνισμό, δεν ειπώθηκαν στο σπίτι τους. Η μόνη παρατήρηση που μου έκανε η Αγάπη Μολυβιάτη, όταν την συνάντησε η δημοσιογράφος Άννα Παναγιωταρέα το 1982, μελετώντας την Ιστορία των Κυδωνιών, ήταν πως οι Τούρκοι δεν έβαλαν «ούτε ένα καρφί σ' όσα αφήσαμε. Δεν έκτισαν ούτε ένα εργοστάσιο, ούτε ένα σχολείο. Κι όσες εκκλησιές δεν τις έκαναν τζαμιά, τις άφησαν να ερημώσουν»...

Το 1972 ο Μολυβιάτης μετατίθεται στις Βρυξέλλες, στο ΝΑΤΟ, και το 1974 επιστρέφει στην Κεντρική Υπηρεσία. Τον Σεπτέμβρη τον συστήνει ο Ευάγγελος Αβέρωφ στον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Στη σκιά του Κωνσταντίνου Καραμανλή


Τι εντύπωση έκανε στον Πέτρο Μολυβιάτη ο Κωνσταντίνος Καραμανλής; Η εντύπωση ήταν από παλιά. Μια άλλη φορά που ως νεοσσός διπλωμάτης χρειάστηκε να παρουσιαστεί μπροστά του. Νόμιζε πως είχε κάνει κάτι το αποτρόπαιο και πως αυτή η συνάντηση θα ήταν και το τέλος της καριέρας του. Η επιλογή να μείνει κοντά στον Καραμανλή ήρθε σχεδόν φυσική για τον Πέτρο Μολυβιάτη. Όπως ήταν και για την γλυκύτατη Λένα Τριανταφύλλη. Για τον πιστό στο Καραμανλή Θόδωρο. Για το νεώτερο τον Προκοπή Παυλόπουλο.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ζούσε ως ασκητής, έχοντας επιλέξει τη σκληρή μοναξιά του ηγέτη. Δεν του άρεσαν οι κούφιες πολιτικές ομιλίες, οι μεγάλες χειρονομίες του «τίποτα», οι περιττές συνάφειες... και αποστρέφόταν «των συναναστροφών την καθημερινή ανοησία». Αυτό το βηματισμό απαρέγκλιτα ακολουθούσαν και οι άνθρωποι που τον περιέβαλαν. Κινούνταν ήσυχα και αθόρυβα μέσα στο Μέγαρο της Προεδρίας. Με ήπιους τόνους και ίσες αποστάσεις προς κάθε κατεύθυνση.

Θυμάμαι, λέει η Αννα Παναγιωταρέα, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ήταν πρωθυπουργός στο γραφείο του υπηρετούσαν, όλα όλα δώδεκα άτομα. Περνούσαμε στους διαδρόμους και δεν βλέπαμε ψυχή. Κι έπειτα όταν εκείνος πήγε στην Προεδρία κι ήρθε πρωθυπουργός ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν μπορούσε ούτε ο ίδιος να πάει στο γραφείο του από τους πολλούς παρατρεχάμενους.   Ο   Κάραμανλής δεν επέτρεψε στο κόμμα να ανακατευτεί με την κυβέρνηση, ούτε στους επιτελείς του να ανακατευτούν με το κόμμα.

Κανείς ποτέ δεν τόλμησε να δρασκελίσει το πρωθυπουργικό κατώφλι για να ζητήσει εύνοια ή ρουσφέτι. Ούτε βεβαίως το κατώφλι του διευθυντή του πολιτικού και διπλωματικού του γραφείου. Ακόμη και σήμερα, λέει η Άννα Παναγιωταρέα μου φαίνεται σαν όνειρο απίστευτο η σκηνή που είδα, στο πρώτο χρόνο της καριέρας μου, μεταφέροντας έναν φάκελο και περιμένοντας στον προθάλαμο του πρωθυπουργικού γραφείου στη Βουλή. Είδα να βγαίνει ο Κωνσταντίνος Τσάτσος πισοπατώντας και χαιρετώντας, μη τολμώντας να γυρίσει την πλάτη του στον πρωθυπουργό, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

 

 

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής περιέβαλε τον Π. Μολυβιάτη με απόλυτη εμπιστοσύνη. Είναι αλήθεια ότι ο εκάστοτε διευθυντής του πολιτικού γραφείου του πρωθυπουργού διευθύνει... την Ελλάδα. Το πιστοποιεί κανείς αν μελετήσει προσεκτικά το σχετικό διάταγμα με τα καθήκοντα του διευθυντή, που πρώτη φορά θεσμοθετήθηκαν επί της διευθύνσεως Μολυβιάτη. Κάποιοι που δεν τον πολυσυμπαθούσαν λέγανε «ο Μολυβιάτης ασκεί εξουσία». Ποιοι; Κάποιοι πολιτικοί που για να τους δεχθεί, ζητούσε επίμονα να μάθει το σκοπό της επίσκεψης τους. Κάποιοι ίσως μεγαλοσχήμονες που αρέσκονταν να καλούν στο σπίτι τους παράγοντες της δημόσιας ζωής και συναντούσαν την πείσμονα άρνηση του, ακολουθώντας τη νοοτροπία του Κωνσταντίνου Καραμανλή που η πολιτεία του ήταν υπόδειγμα ζωής πολιτικού ανδρός. Ωστόσο, δεν τόλμησε ποτέ κανείς να προσάψει στον κ. Πέτρο Μολυβιάτη ιδιοτέλεια. Γιατί ήξεραν όλοι ότι υπηρετούσε μόνον τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Στο βάθος της ψυχής του ο Πέτρος Μολυβιάτης, κι ας μην το ομολόγησε δημόσια ποτέ, θα ένιωθε αφόρητη δυσφορία για την πολιτική όπως ασκείται σήμερα και ό,τι σχετίζεται με αυτή. Πρόσωπα, καταστάσεις, πνιγηρή ατμόσφαιρα. Όχι ότι θα περίμενε πως θα μπορούσε να βρεθεί πολιτικός που να σταθεί στο ύψος του Καραμανλή. Αλλά να φαινόταν, κάπου στο βάθος, διέξοδος. Κυρίως στα εθνικά αδιέξοδα.

Πόσα θα είχε να γράψει για τα εβδομήντα έξι ταξίδια που έκανε με τον Καραμανλή. Τότε που ο Καραμανλής όργωσε τον κόσμο για να αποκαταστήσει το τραυματισμένο γόητρο της Ελλάδας. Τότε που επέβαλε την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρώπη, λέγοντας στον Σμίτ: «Ακουσε να σου πώ, δεν θα στερήσετε εσείς, που δύο φορές σύρατε στον πόλεμο την Ευρώπη, την Ελλάδα από την Ευρώπη». Και ο Σμιτ που είχε πει στον Τορν ότι «μόνο πάνω από το πτώμα μου θα περάσει η Ελλάδα» ξαφνικά... άκουσε καλά και έκτοτε υποδεχόταν τον Καραμανλή με ανοικτή αγκαλιά και με την προσφώνηση «καλέ μου φίλε»...

Ο κ. Πέτρος Μολυβιάτης προσωπικές φιλοδοξίες δεν είχε. Όχι γιατί «διέδιδε» εκείνον τον καιρό πως έχει φτάσει στα εξήντα επτά του. Ούτε γιατί στο γραφείο του, σε περίοπτο θέση, είχε μια ζωγραφιά της εγγονής του με ψάρια και καράβια. Αλλά γιατί δύσκολα μπορεί κάποιος να βρει ευγενέστερη φιλοδοξία για έναν πολίτη: Να υπηρετεί τον ηγέτη της Ελλάδας με την καθολική αναγνώριση του, περιβαλλόμενος από την απόλυτη εμπιστοσύνη του.

Όταν διάβαζε «σενάρια» ο Μολυβιάτης που τον ήθελαν να πολιτεύεται, αν δεν θύμωνε με την καλπάζουσα φαντασία των συγγραφέων, διασκέδαζε. Να διεκδικήσει την ψήφο του ελληνικού λαού, να μπει σε κόμμα, ή να αποτελέσει την «μη πολιτική» λύση που θα ήθελαν άλλοι παράγοντες; Όλα ηχούσαν στ' αυτιά αστεία. Όταν έχεις ασκήσει εξουσία δεν γίνεσαι από δήμαρχος κλητήρας. Όταν έχεις θητεύσει στον Πολιτικό που με την παρουσία του σφραγίζει τον αιώνα μας, δεν αναμειγνύεσαι σε αυτό «που ονομάζεται δημόσιον πράγμα». Όσο για σχέσεις με οποιουσδήποτε παράγοντες δεν είχε ποτέ. Επομένως; Επομένως «μετράει τις μέρες μία μία, όπως οι στρατιώτες στα δόντια της τσατσάρας» μου έλεγε ο Προκοπής Παυλόπουλος γελώντας.

Τις τελευταίες μέρες πριν από την τελική αποχώρηση του Κ. Καραμανλή από την Προεδρία, ένα μεσημεράκι, που ο Πρόεδρος με τη λιακάδα είχε κατεβεί στο Γκολφ να ρίξει μερικές μπαλιές, τον είδα, λέει η Παναγιωταρέα να διασχίζει κάθετα την Ηρώδου Αττικού, «θα σας χάσουμε από εδώ σε λίγο», του είπα. «Μα, η Πολιτεία, όπου θα επιστρέψει ο Πρόεδρος, δεν είναι τόσο μακρυά», μου απάντησε. Σωστά. Γιατί ούτε στο μέλλον θα βρεθεί κανείς να θυμηθεί ότι ο Πέτρος Μολυβιάτης πέρασε έστω και μια μέρα μακριά από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή μέχρι τον θάνατό του Προέδρου στις 23 Απριλίου 1998.

Η πορεία του μετά τον θάνατο του Προέδρου


Ο Πέτρος Μολυβιάτης, εάν το είχε επιλέξει, θα μπορούσε να είναι ένας πρωταγωνιστής της ελληνικής πολιτικής, αφ' εαυτού και ως εντελώς αυτόφωτος. Για κάτι τέτοιο διέθετε περίσσεια προσόντων και ικανοτήτων, απλώς ο ίδιος προτίμησε να θέση τον εαυτό του στην υπηρεσία της πατρίδας του σε ρόλο δεύτερου βιολιού -αλλά του πλέον φερέγγυου δεξιού χεριού, στο πλευρό του Κωνσταντίνου Καραμανλή.

Το γεγονός ότι ο Καραμανλής, ένας ηγέτης παροιμιωδώς ισχυρογνώμων και εγωκεντρικός, δεν εμπιστεύτηκε ποτέ κανέναν άλλον τόσο ολοκληρωτικά και άνευ οποιασδήποτε δεύτερης σκέψης ή επιφύλαξης, είναι ένα εξαιρετικό προνόμιο, ένας πραγματικά μεγάλος έπαινος για τον Πέτρο Μολυβιάτη. Ο οποίος είχε πλήρη συνείδηση τόσο των δυνατοτήτων, όσο και των φιλοδοξιών του. Ήξερε πολύ καλά ποιος ήταν και έως πού ήθελε να φτάσει στην πολιτική -και πιθανότατα αυτό εκτιμούσε πάνω από όλα ο Καραμανλής, έχοντας πειστεί ότι η αφοσίωση του Μολυβιάτη ήταν άνευ ορίων, οπότε δεν ετίθετο οποιοδήποτε ζήτημα καχυποψίας: Ο Καραμανλής μπορούσε να είναι ήσυχος ότι, ακόμη και εάν όλοι τον εγκατέλειπαν, θα βασιζόταν πάντα στον πιστό του υπασπιστή, τον Πέτρο Μολυβιάτη.

Ο Καραμανλής μπορούσε επίσης, χωρίς φόβο, να αναθέτει στον Μολυβιάτη επικίνδυνες αποστολές κάθε είδους, στο εξωτερικό όπου ήταν το κατ' εξοχήν πεδίο δράσης του ως ένας από τους καλύτερους διπλωμάτες που είχε ποτέ η Ελλάδα, αλλά και το εσωτερικό. Μπορεί οι αποστολές αυτές να έμεναν στο παρασκήνιο, αθέατες για την κοινή γνώμη, όσοι όμως είχαν πρόσβαση στο πώς λειτουργούσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, είτε ως πρωθυπουργός είτε αργότερα ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αναγνώριζαν τη διακριτική μορφή του Πέτρου Μολυβιάτη πίσω από τις εκάστοτε εξελίξεις.

 

Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο Μολυβιάτης διετέλεσε τρεις φορές υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας (2004-2006, 2012 και 2015) και βουλευτής Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας (1996-2004).

Το 2004, στην πρώτη κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή, ο Μολυβιάτης ανέλαβε το υπουργείο Εξωτερικών, επικεφαλής του οποίου παρέμεινε έως και τις 14 Φεβρουαρίου του 2006. Παράλληλα, ήταν πρόεδρος του Ιδρύματος «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής».

Στις 17 Μαΐου 2012, κατά τον διορισμό της Υπηρεσιακής Κυβέρνησης Παναγιώτη Πικραμμένου από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Κάρολου Παπούλια, ανέλαβε το υπουργείο Εξωτερικών μέχρι τη διενέργεια εκλογών στις 17 Ιουνίου 2012.

Στις 28 Αυγούστου 2015, κατά τον διορισμό της Υπηρεσιακής Κυβέρνησης Βασιλικής Θάνου από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο, ανέλαβε το υπουργείο Εξωτερικών έως τη διενέργεια των εκλογών της 20ης Σεπτεμβρίου 2015.

Πηγές :

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 11.12.1994: Π. ΜΟΛΥΒΙΑΤΗΣ : Πάντα σιωπηλός στη σκιά του Προέδρου (συνέντευξη με την Άννα Παναγιωταρέα)

https://www.protothema.gr/politics/article/1634177/petros-moluviatis-i-autofoti-skia-tou-konstadinou-karamanli/

 

Πέτρος Μολυβιάτης: Ο Νέστορας της Ελληνικής Εξωτερικής Πολιτικής

 


Πέτρος Μολυβιάτης: Ο Νέστορας της Ελληνικής Εξωτερικής Πολιτικής

Ο Πέτρος Μολυβιάτης (Χίος, 12 Ιουνίου 1928 - Αθήνα, 4 Μαΐου 2025) ήταν Έλληνας διπλωμάτης και πολιτικός.

Ο Πέτρος Μολυβιάτης υπήρξε μια εμβληματική φυσιογνωμία της σύγχρονης ελληνικής διπλωματίας και ένας άνθρωπος που αφιέρωσε τη ζωή του στην υπηρεσία της πατρίδας, κυρίως μέσα από τη στενή και ακλόνητη σχέση του με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Δεν ήταν απλώς ένας επιτυχημένος διπλωμάτης – ήταν το δεξί χέρι του ηγέτη που σφράγισε την πορεία της χώρας για δεκαετίες. Η αφοσίωσή του, η σοβαρότητα και η ακεραιότητά του αναγνωρίστηκαν ευρύτερα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Η ιστορία της οικογένειάς του ξεκινά από τις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας. Η μητέρα του, Αγάπη Μέλλου, ήταν αδελφή του μεγάλου λογοτέχνη Ηλία Βενέζη – στοιχείο που σηματοδοτεί μια καταγωγή βαθιά συνδεδεμένη με τον μικρασιατικό ελληνισμό και τις δραματικές του εμπειρίες. Γεννήθηκε στη Χίο το 1928, από οικογένεια προσφύγων, και μεγάλωσε με αρχές, πειθαρχία και αίσθηση καθήκοντος, στοιχεία που τον ακολούθησαν σε όλη του τη διαδρομή.

Η πορεία του δεν ήταν εύκολη. Σπούδασε νομικά σε χρόνια δύσκολα, έζησε την Κατοχή και τον Εμφύλιο, εργάστηκε σκληρά ως νέος ασκούμενος δικηγόρος και μόνος του προετοιμάστηκε για τον διαγωνισμό του Υπουργείου Εξωτερικών – περνώντας πρώτος, χάρη σε ατέλειωτες ώρες μελέτης και αυτοπειθαρχίας. Έτσι ξεκίνησε η μεγάλη του διαδρομή ως διπλωμάτης, μια πορεία που τον έφερε από τις ιταλικές φυλακές, όταν μετέφερε μυστικό φορτίο για την ΕΟΚΑ, μέχρι τη Μόσχα, τη Σιβηρία, την Νέα Υόρκη, την Άγκυρα και τις Βρυξέλλες.

Το 1974, μετά τη Μεταπολίτευση, ο Ευάγγελος Αβέρωφ τον παρουσίασε στον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Από εκείνη τη στιγμή και μέχρι τον θάνατο του Καραμανλή το 1998, δεν απομακρύνθηκε ποτέ από το πλευρό του. Ήταν ο στενότερος συνεργάτης του – αθόρυβος, αλλά καθοριστικός. Οι δυο τους μοιράστηκαν κρίσιμα εθνικά ταξίδια, διπλωματικές αποστολές, αλλά και τη μοναξιά της εξουσίας.

Ο Μολυβιάτης δεν επιδίωξε ποτέ την προσωπική πολιτική προβολή. Αν και είχε όλα τα προσόντα για να πρωταγωνιστήσει, επέλεξε να είναι ο άνθρωπος του παρασκηνίου, ο φύλακας της θεσμικής σοβαρότητας. Η εξουσία δεν τον άλλαξε και η αφοσίωσή του δεν αμφισβητήθηκε ποτέ.

Μετά τον θάνατο του Καραμανλή, ανέλαβε τρεις φορές το Υπουργείο Εξωτερικών σε κρίσιμες μεταβατικές περιόδους (2004–2006, 2012, 2015), ενώ υπηρέτησε και ως βουλευτής Επικρατείας της ΝΔ και πρόεδρος του Ιδρύματος «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής». Σε κάθε του ρόλο, επεδίωξε τη συνέπεια, τη μετριοπάθεια και τη θεσμική ευθύνη.

Ο Πέτρος Μολυβιάτης είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις ανθρώπων που έζησαν δίπλα στην καρδιά της εξουσίας χωρίς να παρασυρθούν από αυτήν. Απέδειξε ότι η σεμνότητα, η επαγγελματική αρτιότητα και η ειλικρινής αφοσίωση αποτελούν διαχρονικές αξίες – και μας άφησε μια πολύτιμη παρακαταθήκη: πώς είναι να υπηρετείς, και όχι να εξουσιάζεις.

ΚΓ

 

Τρίτη 20 Απριλίου 2021

Η ερντογανική Τουρκία

 


Η ερντογανική Τουρκία

 

Γράφει ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΦΙΛΗΣ*

 

Η μάχη για τη φυσιογνωμία και την ταυτότητα της Τουρκίας δεν είναι κάτι το νέο. Διεξάγεται από το 1923, όταν ο Μουσταφά Κεμάλ εγκαθίδρυσε τον τουρκικό εθνικισμό ως την κυρίαρχη συνείδηση, περιορίζοντας τον ρόλο της θρησκείας στη δημόσια ζωή (πολιτική, εκπαίδευση) και αναιρώντας οτιδήποτε παρέπεμπε στο οθωμανικό παρελθόν. Ενδεικτικά και μόνο, επιβλήθηκε η προσευχή στα τουρκικά και καταργήθηκε το αραβικό αλφάβητο.

Ο Ερντογάν κατάφερε να αποενοχοποιήσει και να απελευθερώσει τον ισλαμικό τρόπο ζωής χρησιμοποιώντας αρχικά το θεσμικό οικοδόμημα της Δύσης, και συγκεκριμένα την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Εν συνεχεία, πέρασε στη δεύτερη φάση της συστηματικής εφαρμογής μιας ατζέντας που ανταποκρίνεται στην ενυπάρχουσα συνείδηση της πλειονότητας του λαού. Σε μεγάλο βαθμό, ο Τούρκος πρόεδρος είναι αυτός που καθορίζει τη θρησκευτική ευλάβεια, καθώς δεν είναι λίγες οι φορές που ο ίδιος προσπαθεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά των συμπολιτών του, λειτουργώντας σαν πνευματικός/θρησκευτικός ηγέτης, που μοιράζεται τις απόψεις του αναφορικά με τον ενάρετο βίο. Χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις του για τον θεσμό της οικογένειας και τον ρόλο της γυναίκας, που προσδιορίζουν τον ευλαβή και σωστό μουσουλμάνο: «ο οικογενειακός προγραμματισμός και η αντισύλληψη δεν μπορούν να είναι πρακτικές μιας μουσουλμανικής οικογένειας» ή «μια γυναίκα που απέχει από τη μητρότητα, λέγοντας πως εργάζεται, στην πραγματικότητα απορρίπτει τη μητρότητα».

Σημαντικές είναι οι προσπάθειες μετασχηματισμού επί το ισλαμικότερον (αλλά και της υποβάθμισης του ρόλου του Κεμάλ) στον χώρο της Παιδείας. Τα αραβικά έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα διδασκαλίας, τα Θρησκευτικά έχουν γίνει υποχρεωτικό μάθημα στα σχολεία, ενώ ο αριθμός των μαθητών στα θρησκευτικά γυμνάσια από 65.000 έχει ξεπεράσει το 1.000.000. Στο νέο πρόγραμμα διδασκαλίας σταματά να διδάσκεται η δαρβινική θεωρία της εξέλιξης με το επιχείρημα πως διαβρώνει τη θρησκευτική πίστη, ενώ επιχειρείται η αποκατάσταση της λέξης «τζιχάντ», καθώς αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ισλαμικής ταυτότητας. Πλέον, όλα τα σχολεία υποχρεούνται να διαθέτουν δωμάτιο προσευχής. Παράλληλα, η Γενική Γραμματεία Θρησκευτικών Υποθέσεων, η οποία είναι επιφορτισμένη με την εκπαίδευση των ιμάμηδων και τη διοίκηση των χώρων λατρείας και των θρησκευτικών σχολείων, έχει διπλασιάσει το προσωπικό της και τετραπλασιάσει τον ετήσιο προϋπολογισμό της.

Η θρησκεία, συνεπώς, λειτουργεί ως η νέα εθνική συνείδηση των Τούρκων και επηρεάζει τόσο την αντίληψη της τουρκικής κοινωνίας, την καθημερινότητά της, τη λειτουργία του κράτους όσο –σε σημαντικό βαθμό– και την εξωτερική πολιτική. Συνδυαστικά δε με την κλιμακούμενη συγκέντρωση θεσμικών εξουσιών στο πρόσωπο του Ερντογάν –και δη χωρίς θεσμικά αντίβαρα–, μεθοδεύεται η καθολική επικράτηση των αντιλήψεών του που, λόγω των δημογραφικών μεταβολών, συν τω χρόνω μπορούν να διευρύνουν το ακροατήριό του. Πραγματοποιείται, λοιπόν, μια αμφίδρομη διαδικασία ισλαμοποίησης, τόσο από πάνω προς τα κάτω όσο και από τα κάτω προς τα πάνω, κατά το πρότυπο δράσης των Αδελφών Μουσουλμάνων.

Πέραν της συνεχιζόμενης απόκλισής της από τη Δύση, η Τουρκία αποβλέπει στη μετατροπή της σε πόλο του διεθνούς συστήματος, επιδιώκοντας να αποκτήσει τον δικό της διακριτό βηματισμό, με την ίδια στο επίκεντρο μιας ευρύτερης ισλαμικής σύμπραξης, ως κληρονόμος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ακριβώς αυτή η πεποίθηση της δημιουργεί: υποχρεώσεις (να προστατεύει τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, αφού πρώτα τους έχει οικειοποιηθεί), απαιτήσεις (να της αναγνωριστεί το δικαίωμα να κινείται με ευχέρεια κινήσεων ως υπολογίσιμη δύναμη ακόμη και εκτός πλαισίου), βλέψεις (να αποκτήσει ζωτικό χώρο επιρροής μέσω της οικονομικής και πολιτιστικής διείσδυσης αλλά και χάρη στη στρατιωτική της ισχύ), καθώς και εχθρούς (κυρίως στο πρόσωπο του Ισραήλ, της Δύσης και της κοσμικής κυβέρνησης της Αιγύπτου). Ακόμη και αν οι σοβαρές αναταράξεις στην οικονομία και τα ανοικτά μέτωπα στην εξωτερική πολιτική εξωθήσουν τον Ερντογάν στην αναζήτηση μιας λειτουργικής σχέσης με τη Δύση (το ίδιο επιθυμούν και οι περισσότεροι στη Δύση, χωρίς να παραβλέπουμε τα σοβαρά προβλήματα), η στροφή της Αγκυρας προς την Ανατολή (πολιτισμικά, οικονομικά, γεωπολιτικά) έχει πλέον λάβει στρατηγικά χαρακτηριστικά.

* Ο δρ Κων. Φίλης είναι διευθυντής Ερευνών του ΙΔΙΣ και συγγραφέας του βιβλίου «Τουρκία, Ισλάμ, Ερντογάν».

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ /15.07.2018

 

 

Τρίτη 21 Απριλίου 2020

Η βρετανική πολιτική στα χρόνια της χούντας



Η βρετανική πολιτική στα χρόνια της χούντας

Από τα αρχεία του Φόρεϊν Οφις για την κατάσταση στην Ελλάδα το 1969


Τον Αύγουστο 1968, η κυβέρνηση της Βρετανίας ζήτησε από την επιτροπή για την άμυνα και τις εξωτερικές υποθέσεις και τους υπουργούς Εξωτερικών και Άμυνας σε συνεργασία με τον πρόεδρο του Εμπορικού και Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου να συντάξουν έκθεση για την κατάσταση στην Ελλάδα. Η επιτροπή ήθελε στην έκθεση αυτή να γίνεται ειδική μνεία στις προοπτικές πώλησης βαρέων όπλων στη χούντα των Αθηνών .

Από τα έγγραφα του «Φόρεϊν Οφις» για το έτος 1969 γίνεται σαφές ότι τέσσερις ήταν οι βασικοί στόχοι της κυβέρνησης Ουίλσον όσον αφορά το καθεστώς των συνταγματαρχών:

Η αποκατάσταση των δημοκρατικών ελευθεριών και της συνταγματικής ομαλότητας.
Η διαφύλαξη του μάχιμου των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.
Η προστασία των Βρετανών υπηκόων και των βρετανικών συμφερόντων στην Ελλάδα  κυρίως στον εμπορικό τομέα.
Η διατήρηση της επιτροπής του Λονδίνου στην ελληνική εξωτερική πολιτική, ιδίως στο ζήτημα της Κύπρου.

«Για την επίτευξη αυτών των στόχων δεν πρέπει να προβούμε σε ενέργειες που να υποδηλώνουν ότι εγκρίνουμε την πολιτική του καθεστώτος», υπογραμμίζει η επιτροπή άμυνας και εξωτερικών υποθέσεων στην έκθεσή της προς τον πρωθυπουργό Χάρολντ Ουίλσον (24 Ιανουαρίου 1969). Τα μέλη της επιτροπής είχαν τη γνώμη ότι οι πιέσεις προς την κυβέρνηση των συνταγματαρχών καλό θα ήταν να περιορισθούν στο διμερές επίπεδο και όχι σε επίπεδο διεθνών οργανισμών .

Στις αρχές της χρονιάς εκείνης η κυβέρνηση Ουίλσον εκτιμούσε ότι περίπου δύο χρόνια μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 η χούντα των Αθηνών είχε ισχυροποιήσει τη θέση της στο εσωτερικό της χώρας. Επίσης τόνιζαν ότι η σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία (Αύγουστος 1968) είχε αναβαθμίσει το ρόλο της Ελλάδας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, γεγονός που ενίσχυε τη διαπραγματευτική ικανότητα των συνταγματαρχών στις συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι εξελίξεις αυτές εν μέρει απεικονίζοντο στην απόφαση της Ουάσιγκτον (Οκτώβριος 1968) να προχωρήσει στην αποδέσμευση ορισμένων κατηγοριών βαρέων όπλων που θα ήταν δυνατό να διατεθούν προς πώληση για τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις. «Τα γεγονότα εξάλλου στην Τσεχοσλοβακία έδωσαν την ευκαιρία στο καθεστώς να θυμίσει σε πολλούς Έλληνες τους κινδύνους της κομμουνιστικής απειλής», υπογράμμιζαν οι Βρετανοί διπλωμάτες στην Αθήνα.

Στις 3 Ιουλίου 1969, παρουσία του Βρετανού υπουργού των Εξωτερικών Μάικλ Στίουαρτ πραγματοποιείται συνάντηση στο «Φόρεϊν Οφις» με θέμα τη βρετανική πολιτική στην Ελλάδα. Στη συνάντηση συμμετείχε και ο Βρετανός πρέσβης στην Αθήνα σερ Μάικλ Στίουαρτ .

Από τα πρακτικά της συνάντησης εκείνης γίνεται σαφές ότι δύο χρόνια μετά την επιβολή της εκτροπής στη χώρα μας, οι μανδαρίνοι του «Φόρεϊν Οφις» είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα πως η χούντα των συνταγματαρχών δεν βασιζόταν σε συγκεκριμένες ιδεολογικές αρχές. Εκτιμούσαν ότι το καθεστώς διέθετε την υποστήριξη του επιχειρηματικού κόσμου χωρίς όμως οι Έλληνες  επιχειρηματίες να είναι σε θέση να επηρεάσουν  ουσιαστικά την κυβέρνηση.

«Στην πραγματικότητα η κυβέρνηση είναι μια επιτροπή χαμηλόβαθμων αξιωματικών που είναι αρκετά αποτελεσματική στη διατήρηση της εξουσίας και η οποία δεν έχει κανένα απολύτως πολιτικό πρόγραμμα», διαβάζουμε στα πρακτικά της συνάντησης.

Όσον αφορά την αντίσταση στο εσωτερικό, οι Βρετανοί αξιωματούχοι είχαν τη γνώμη ότι αυτή θα μπορούσε να εκδηλωθεί μόνο στους κόλπους των ενόπλων δυνάμεων, ενώ είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αντίσταση των πρώην πολιτικών ήταν αμελητέα.

Στο θέμα του βασιλιά οι αξιωματούχοι του βρετανικού υπουργείου των Εξωτερικών δεν απέκλειαν την κατάργηση της μοναρχίας ύστερα από «στημένο δημοψήφισμα». «Αν ο Παπαδόπουλος το κρίνει αναγκαίο, στην προσπάθειά του να κατευνάσει τα εξτρεμιστικά στοιχεία του καθεστώτος, είναι πολύ πιθανό να αποφασίσει την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου», γράφει η απόρρητη έκθεση για τα συμπεράσματα της συνάντησης στο «Φόρεϊν Οφις» (3 Ιουλίου 1969). Το «Φόρεϊν Οφις» εκτιμούσε ότι η Βρετανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γερμανία θα μπορούσαν να προειδοποιήσουν τον Παπαδόπουλο να μην προχωρήσει στην κατάργηση της μοναρχίας στην Ελλάδα. Παράλληλα στο βρετανικό υπουργείο των εξωτερικών επικρατούσε η εντύπωση ότι η καλύτερη τακτική για τον Κωνσταντίνο  ήταν «η τακτική της αναμονής». Εκείνη την χρονιά όμως το «καυτό ζήτημα» για τη  βρετανική εξωτερική πολιτική όσον αφορά το «ελληνικό πρόβλημα» ήταν η ενδεχόμενη αποπομπή της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Τον Ιούλιο 1969, η βρετανική διπλωματία ήταν βέβαιη ότι τα μέτρα της χούντας για τον εκδημοκρατισμό του καθεστώτος δεν επρόκειτο να ικανοποιήσουν την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και ότι τον Δεκέμβριο της ιδίας χρονιάς, όταν δηλ. θα συνέρχονταν οι υπουργοί των Εξωτερικών των χωρών του Συμβουλίου της Ευρώπης στο Στρασβούργο, το «ελληνικό ζήτημα» θα ετίθετο «επί τάπητος» ακόμη κι αν δεν είχε κυκλοφορήσει η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ελλάδα.

Από το σχετικό φάκελο για τη βρετανική πολιτική στην Ελλάδα γίνεται αντιληπτό ότι στις 25 Ιουνίου 1969, ο Παπαδόπουλος είχε ζητήσει τη «συμβουλή» του Βρετανού πρέσβη στην Αθήνα σερ Μάικλ Στίουαρτ για την τακτική που έπρεπε να ακολουθήσει η ελληνική κυβέρνηση πριν από την κρίσιμη σύνοδο του Συμβουλίου της Ευρώπης (Δεκέμβριος 1969). «Μπορούμε να αναμένουμε ότι ο Παπαδόπουλος θα λάβει σοβαρά υπόψη τις παραστάσεις της βρετανικής κυβέρνησης αν και δεν πρόκειται να ενεργήσει εφόσον δεν έχει υπολογίσει πρώτα τι πρέπει να κάνει για να διατηρηθεί στην εξουσία λόγω των πιέσεων που δέχεται από τα ακραία στοιχεία του καθεστώτος», ήταν το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο Μάικλ Στίουαρτ μετά τη συνομιλία με τον πρωτεργάτη της εκτροπής. Στην αρχή η βρετανική πλευρά διατηρούσε την ελπίδα ότι ο Έλληνας υπουργός των Εξωτερικών Παναγιώτης Πιπινέλης θα ήταν σε θέση να επηρεάσει το καθεστώς για την αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας. Μετά, όμως, την επιδείνωση της υγείας του Έλληνα πολιτικού (καρδιακό επεισόδιο) οι ελπίδες του Λονδίνου για τον ρόλο που μπορούσε να παίξει ο Πιπινέλης περιορίζονται: Επισημαίνει η έκθεση του «Φόρεϊν Οφις» για την πολιτική κατάσταση στη χώρα μας (Ιούνιος, 1969): "Οι πληροφορίες για την υγεία του κ. Πιπινέλη είναι περισσότερο ενθαρρυντικές. Πάντως, δεν είναι γνωστό πόσο έχει βελτιωθεί η υγεία του και δεν γνωρίζουμε πόση επιρροή διαθέτει στον Παπαδόπουλο. Από την άλλη μεριά ο κ. Πιπινέλης στην προσπάθειά μας να επηρεάσουμε το καθεστώς, παραμένει ο άνθρωπος κλειδί».

Στις 9 Δεκεμβρίου 1969, ο Βρετανός πρωθυπουργός Χάρολντ Ουίλσον δηλώνει ότι η χώρα του θα υπερψήφιζε την πρόταση αποπομπής της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Τρεις μέρες αργότερα ο Πιπινέλης ανακοινώνει ότι η Ελλάδα «αποχωρεί μονίμως του Συμβουλίου». Στις 17 Δεκεμβρίου 1969, πραγματοποιείται νέα συνάντηση στο βρετανικό υπουργείο των Εξωτερικών με θέμα και πάλι το «ελληνικό πρόβλημα των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων», διαβάζουμε στην έκθεση του Δεκεμβρίου 1969. Σύμφωνα με την έκθεση αυτή η πολιτική του Πιπινέλη ήταν λανθασμένη. Εξάλλου η έκθεση κάνει σαφές ότι μολονότι η Εργατική κυβέρνηση Ουίλσον είχε υποστηρίξει την πρόταση για την απομάκρυνση της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης, το Λονδίνο επεδίωκε να μη ληφθούν μέτρα κατά της χούντας στο ΝΑΤΟ. Όπως υπογράμμιζε ο Βρετανός πρωθυπουργός στην επιστολή του προς τον βουλευτή του Εργατικού κόμματος Ντέρεκ Πέιτζ (8 Σεπτεμβρίου 1969) «οποιαδήποτε ενέργεια κατά της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ θα εισαγάγει το στοιχείο της διχόνοιας στους κόλπους της συμμαχίας πράγμα που υπό τις παρούσες συνθήκες δεν είναι δυνατό». Ο Ουίλσον εκτιμούσε παράλληλα ότι δεν ήταν καθόλου βέβαιο πως η σκλήρυνση της βρετανικής στάσης κατά του στρατιωτικού καθεστώτος των Αθηνών στους κόλπους της Ατλαντικής Συμμαχίας θα συνέβαλε στην ανατροπή του και στην ενδεχόμενη αντικατάστασή του με ένα σύστημα κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης στην Ελλάδα.

Μετά την αποχώρηση της ελληνικής αντιπροσωπείας από το Συμβούλιο της Ευρώπης και την αρνητική στάση που κράτησε η κυβέρνηση Ουίλσον έναντι της χούντας, η Βρετανία ανέμενε να περιορισθούν οι παραγγελίες της ελληνικής πλευράς για την αγορά όπλων και οι συνολικές απώλειες στις εμπορικές σχέσεις με την Ελλάδα υπολογίζοντο ότι θα ήταν της τάξεως των 6-9 εκατομμυρίων λιρών το χρόνο. Ο Βρετανός πρέσβης είχε εξάλλου τη γνώμη ότι το ενδεχόμενο να υπογραφεί συμφωνία για την προμήθεια βρετανικού πυρηνικού αντιδραστήρα στην Ελλάδα θα έπρεπε να αποκλειστεί.

Από το δημοσίευμα της εφημερίδας Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
 της ΤΡΙΤΗΣ 4 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2000