Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Μια δίκη στη μεταπολεμική Αθήνα

 


Μια δίκη στη μεταπολεμική Αθήνα

Φωτογραφικές μαρτυρίες από υπόθεση ανθρωποκτονίας σε ταβέρνα της Αττικής (1956–1961)

Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το παρόν άρθρο προέρχονται από ιδιωτικό αρχείο και καταγράφουν μια πραγματική δικαστική υπόθεση της μεταπολεμικής περιόδου. Δεν γνωρίζουμε όλα τα στοιχεία της δικογραφίας· γνωρίζουμε όμως αρκετά ώστε να διαβάσουμε τις εικόνες ως ιστορικές μαρτυρίες.

Στόχος της παρούσας ανάρτησης δεν είναι η ανασύνθεση του εγκλήματος, αλλά η ανάδειξη της δικαστικής διαδικασίας ως κοινωνικού γεγονότος και της φωτογραφίας ως φορέα μνήμης. Οι εικόνες αυτές, τραβηγμένες σε μια εποχή όπου η Δικαιοσύνη ήταν αυστηρά δημόσια υπόθεση, επιτρέπουν σήμερα μια σπάνια ματιά στον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία αντιμετώπιζε το έγκλημα, την ευθύνη και την κρίση.

Από την ταβέρνα στο δικαστήριο

Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, σε ταβέρνα περιοχής της Αττικής —πιθανότατα στο Καπανδρίτι ή στο Κορωπί ή στο Μαρκόπουλο ή στις Αχαρνές — σημειώθηκε ένα περιστατικό που κατέληξε σε ανθρωποκτονία. Η εκπυρσοκρότηση πυροβόλου όπλου, κατά πάσα πιθανότητα καραμπίνας, έκοψε απότομα τη γραμμή ζωής ενός ανθρώπου ανάμεσα στην καθημερινότητα και την τραγωδία.

Η υπόθεση έφτασε στη Δικαιοσύνη και εκδικάστηκε λίγα χρόνια αργότερα. Το έγκλημα αυτό καθαυτό παραμένει εκτός φωτογραφικού κάδρου. Αντίθετα, αυτό που διασώζεται είναι η θεσμική του κατάληξη: η δίκη.

Η αίθουσα και η δημόσια φύση της Δικαιοσύνης

Οι πρώτες εικόνες αποτυπώνουν μια κατάμεστη αίθουσα. Η έδρα δεσπόζει ψηλά, οι δικαστές παρακολουθούν, οι συνήγοροι στέκονται σε στάση ετοιμότητας, ενώ το ακροατήριο συμμετέχει σιωπηρά.

Η αίθουσα του δικαστηρίου είναι κατάμεστη κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Η απονομή της δικαιοσύνης εξελίσσεται ως δημόσιο γεγονός.

Η Δικαιοσύνη της εποχής δεν είναι ιδιωτική υπόθεση. Εκτίθεται, ακούγεται, παρακολουθείται. Κάθε χειρονομία, κάθε σιωπή, αποκτά ιδιαίτερο βάρος.

Η έδρα και ο ρόλος του προέδρου

Στο κέντρο της σύνθεσης βρίσκεται ο πρόεδρος του δικαστηρίου, ο δικαστής Αντώνης Γραικιώτης. Οι φωτογραφίες τον δείχνουν καθισμένο, σκυμμένο ελαφρά προς τα έγγραφα, με βλέμμα συγκεντρωμένο. Δεν υπάρχει δραματικότητα· υπάρχει καθήκον.

 

Ο πρόεδρος Αντώνης Γραικιώτης στο κέντρο της έδρας, πλαισιωμένος από τα μέλη της σύνθεσης.

Η παρουσία του δεν κυριαρχεί· ρυθμίζει. Είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο οργανώνεται η διαδικασία.

Η ορκωμοσία και η μαρτυρία του ιερέα

Κομβικό σημείο της δίκης αποτελεί η κατάθεση ενός ιερέα, μάρτυρα-κλειδί. Οι φωτογραφίες καταγράφουν τη στιγμή της ορκωμοσίας και ακολούθως την εξέτασή του.

 Κατά την εξέταση, ο ιερέας υψώνει το χέρι, χειρονομεί, επιμένει. Ο λόγος του φαίνεται να έχει ειδικό βάρος — όχι μόνο αποδεικτικό, αλλά και ηθικό.

Ο ιερέας κατά την κατάθεσή του, σε άμεσο διάλογο με την έδρα. 

  

Συνήγοροι, έγγραφα και ανθρώπινες στάσεις

Οι συνήγοροι εμφανίζονται με φακέλους, σημειώσεις, χαρτοφύλακες. Στέκονται, παρατηρούν, περιμένουν. Πίσω τους, το ακροατήριο —άνδρες κυρίως— παρακολουθεί προσεκτικά, σχεδόν τελετουργικά.

 

Συνήγοροι και ακροατές κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. 

 Οι φωτογραφίες δεν δείχνουν μόνο ρόλους. Δείχνουν στάσεις σώματος, βλέμματα, σιωπές. Την ανθρώπινη διάσταση μιας δικαστικής κρίσης.

 

Το φωτογραφείο «Άρμαος» και η δικαστική φωτογραφία

 


Οι εικόνες φέρουν τη σφραγίδα του φωτογραφείου «Άρμαος», ενός από τα δραστήρια επαγγελματικά φωτογραφεία της μεταπολεμικής Αθήνας. Το «Άρμαος» ειδικευόταν στη φωτογράφιση δημόσιων γεγονότων: δικαστηρίων, πολιτικών συγκεντρώσεων, κοινωνικών στιγμών με ιστορικό αποτύπωμα.

Η αισθητική του είναι αυστηρά τεκμηριακή. Δεν επιδιώκει καλλιτεχνία, αλλά καθαρή καταγραφή. Χάρη σε αυτήν τη στάση, οι φωτογραφίες λειτουργούν σήμερα όχι απλώς ως εικόνες, αλλά ως ιστορικά τεκμήρια μιας εποχής όπου η φωτογραφία είχε ρόλο μάρτυρα.

 


Ο Αντώνης  Γραικιώτης (1903-1988)

Οι φωτογραφίες αυτής της δίκης αποκτούν ιδιαίτερη σημασία επειδή στο κέντρο τους βρίσκεται ο Αντώνης Γραικιώτης, πρόεδρος του δικαστηρίου που υπήρξε ένας από τους αρχαιότερους δικαστές στο Πρωτοδικείο Αθηνών με συμμετοχή σε αρκετές σοβαρές ποινικές υποθέσεις. Χωρίς να επιζητούν την προσωπική του προβολή, οι εικόνες τον καταγράφουν σαν έναν δικαστικό λειτουργό εν ώρα καθήκοντος: ψύχραιμο, συγκεντρωμένο, πλήρως ενταγμένο στον ρόλο του.

Ο Αντώνης Γραικιώτης ανήκε στη γενιά των δικαστικών λειτουργών που διαμόρφωσαν τη φυσιογνωμία της ελληνικής Δικαιοσύνης στη μεταπολεμική περίοδο. Η παρουσία του στις φωτογραφίες δεν λειτουργεί ως μνημειακή αναφορά, αλλά ως ήσυχη υπενθύμιση του τρόπου με τον οποίο η δικαιοσύνη αποδιδόταν τότε: με αυστηρότητα, δημόσια λογοδοσία και ανθρώπινη εγγύτητα.

Απεβίωσε το 1988, αφήνοντας πίσω του όχι μόνο δικαστικές αποφάσεις, αλλά και τέτοιες σιωπηλές μαρτυρίες μιας εποχής που έχει πια περάσει.

 


ΜΙΑ ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Λίγα λόγια από τον συγγραφέα του άρθρου για το άγνωστο έγκλημα και μια παράκληση:

Δεν γνωρίζουμε το όνομα του θύματος ούτε και του θύτη.
Δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημερομηνία, ίσως συνέβηκε στα 1956-1961
Γνωρίζουμε μόνο ότι κάποτε, στην Αθήνα, ένας άνθρωπος δικάστηκε για τον θάνατο ενός άλλου.

Την εποχή εκείνη, οι ποινικές δίκες που συγκέντρωναν δικαστικό φωτορεπορτάζ αφορούσαν κατά κανόνα ανθρωποκτονίες ή σοβαρά εγκλήματα που είχαν απασχολήσει την κοινή γνώμη.

Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες και έμμεσες ενδείξεις, η συγκεκριμένη υπόθεση σχετιζόταν με θάνατο από πυροβόλο όπλο σε ταβέρνα της Αττικής.

Οι φωτογραφίες δεν συνοδεύονται από δημοσιευμένο ρεπορτάζ της εποχής, ωστόσο η ύπαρξη επαγγελματικού φωτογραφείου υποδηλώνει ευρεία δημοσιότητα. 

Οι φωτογραφίες μας οδηγούν σε  ένα ανοιχτό ιστορικό ερώτημα: ποια υπόθεση ήταν αυτή; Ποιοι άνθρωποι βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη Δικαιοσύνη; Αν κάποιος αναγνωρίζει πρόσωπα, χώρους ή γεγονότα, ίσως αυτές οι εικόνες αποτελέσουν την αφετηρία για τον εντοπισμό της λησμονημένης αυτής ποινικής ιστορίας της Αθήνας στον Τύπο της εποχής. Μήπως μπορείτε να βοηθήσετε;

Αν το άρθρο αυτό καταφέρει τελικά να λειτουργήσει ως αφετηρία για τον εντοπισμό της συγκεκριμένης υπόθεσης και το τι συνέβη, τότε οι φωτογραφίες θα έχουν εκπληρώσει τον ρόλο τους: όχι μόνο ως τεκμήρια, αλλά ως φορείς μνήμης που συνεχίζουν να συνομιλούν με το παρόν.

 Κων. Γραικιώτης

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2025

Η Προσπάθεια για Φίμωση και ο Φόβος της Αλήθειας

 


Η Προσπάθεια για Φίμωση και ο Φόβος της Αλήθειας

Από τα Τέμπη στον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ: 

"Ο αγώνας ενάντια στη λήθη και την αποσιώπηση"

 

Γράφει ο Κωνσταντίνος Γραικιώτης

Οικονομολόγος - Αρθρογράφος κοινωνικών και ιστορικών θεμάτων

 


1. Το Αρχέγονο Ερώτημα της Δικαιοσύνης

Τι είναι αυτό που κάνει τις φωνές που ζητούν δικαιοσύνη τόσο απειλητικές για την εξουσία; Γιατί, ακόμη και σήμερα, σε μια εποχή που η πληροφορία είναι παντού, κάποιοι επιμένουν να φιμώσουν όσους απαιτούν δικαιοσύνη και λογοδοσία; Το ερώτημα αυτό δεν είναι θεωρητικό, δεν είναι νέο αλλά είναι τόσο παλιό όσο και η ίδια η ανθρώπινη ιστορία. Είναι βαθιά υπαρξιακό για κάθε κοινωνία που θέλει να λέγεται δημοκρατική. Από τις εποχές των πρώτων μαρτύρων της αλήθειας μέχρι τους σύγχρονους ακτιβιστές, η φωνή που ζητά λογοδοσία και διαφάνεια αντιμετωπίζει πάντοτε αντιστάσεις.

Η περίπτωση των Τεμπών και η στάση της κυρίας Καρυστιανού, εκπροσώπου του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων  καθώς και των υπολοίπων συγγενών των θυμάτων είναι ένα σύγχρονο παράδειγμα του αγώνα ενάντια στη σιωπή και την λήθη. Ένας αγώνας που θυμίζει τις αρχές του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Τζούνιορ, ο οποίος πίστευε ότι η αδικία δεν πρέπει να ξεχνιέται, ούτε να αποσιωπάται. Αν δεν καταγραφεί, αν δεν αποδειχθεί, τότε κάποιοι θα ισχυριστούν ότι «δεν συνέβη ποτέ». Και για αυτό σήμερα περισσότερο από ποτέ είναι επιτακτική ανάγκη να αγωνιζόμαστε “ενάντια στη λήθη”, γιατί η λήθη είναι το πρώτο βήμα προς τη συγκάλυψη.

 


2. Οι Μηχανισμοί Φίμωσης: Όταν η Αλήθεια Πονάει

Οι προσπάθειες φίμωσης ή υποβάθμισης των φωνών που ζητούν δικαιοσύνη δεν είναι τυχαίες ούτε ασύνδετες. Η φίμωση δεν είναι απλώς σιωπή.  Είναι ενεργή στρατηγική. Προέρχεται συνήθως από εκείνους που έχουν κάτι να χάσουν από την αποκάλυψη της αλήθειας. Από εκείνους που έχουν θεσμική, πολιτική ή οικονομική ευθύνη και άρα διακύβευμα από την αποκάλυψη της πλήρους αλήθειας. Η αντίδρασή τους στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες:

Πολιτικό Κόστος: Η πλήρης αποκάλυψη των αιτίων και των υπευθύνων για το δυστύχημα στα Τέμπη συνεπάγεται βαρύ πολιτικό τίμημα. Αποκαλύπτει διαχρονικές παραλείψεις, ανεπάρκεια ελέγχου, αδράνεια ή συγκάλυψη, ευθύνες σε ανώτερα επίπεδα εξουσίας δηλαδή στοιχεία που θίγουν κυβερνήσεις και κόμματα.

Θεσμική Προστασία: Η φίμωση λειτουργεί ως μηχανισμός αυτοάμυνας ως ασπίδα απέναντι στην απαξίωση δημόσιων οργανισμών, απαξίωση για ολόκληρα θεσμικά συστήματα, που επιδιώκουν να διατηρήσουν το κύρος τους. Η ανάδειξη των διαρθρωτικών αδυναμιών σε οργανισμούς όπως ο ΟΣΕ ή οι ρυθμιστικές αρχές θα σήμαινε την αποδόμηση ενός ολόκληρου διοικητικού οικοδομήματος.

Υποβάθμιση Ευθυνών: Η υποβάθμιση των ευθυνών μέσω της εστίασης στο ανθρώπινο λάθος είναι η πιο βολική λύση. Η συστηματική εστίαση στο λεγόμενο “ανθρώπινο λάθος” —του σταθμάρχη— είναι μια προσπάθεια να περιορίσει την υπόθεση σε ένα μεμονωμένο περιστατικό, αποκρύπτοντας τη θεσμική και πολιτική ευθύνη της μη λειτουργίας των συστημάτων ασφαλείας.

 

 

3. Ο Αγώνας των Συγγενών: Μια Σύγχρονη Αντι-λησμονητική Πορεία

Η στάση της κυρίας Καρυστιανού και των συγγενών των θυμάτων στα Τέμπη δεν είναι απλώς συναισθηματική αντίδραση. Είναι πολιτική πράξη. Είναι η εφαρμογή των αρχών του Κινγκ στη σύγχρονη Ελλάδα.

Ο Κινγκ πίστευε πως η μεγαλύτερη νίκη δεν είναι να νικήσεις τον εχθρό σου, αλλά να εμποδίσεις τη λήθη να καταπιεί την αδικία και για αυτό ο Κινγκ απαιτούσε οι κάμερες να καταγράφουν τη βία για να υπάρξουν αποδείξεις διότι, όπως έλεγε, «αν δεν το δουν, θα πουν πως δεν συνέβη ποτέ». Την συμβουλή του M.L.King  ακολουθούν και οι συγγενείς με το να απαιτούν πλήρη διαφάνεια. Γιατί δεν αρκεί να γνωρίζουμε ότι έγινε το δυστύχημα. Πρέπει να αποδείξουμε το γιατί έγινε. Οι συγγενείς των θυμάτων των Τεμπών αγωνίζονται να μην ξεχαστούν οι 57 νεκροί τους και να μην παραγραφούν οι ευθύνες κάτω από την θολούρα που δημιουργεί το πέρασμα του χρόνου ή η ρητορική του “ανθρώπινου λάθους”.

Ζητούν πλήρη διαφάνεια στη δικαστική έρευνα, καταγραφή των τεχνικών ελλείψεων, ανάδειξη των διοικητικών και πολιτικών παραλείψεων. Ο φόβος τους είναι συγκεκριμένος: Η υπόθεση των ανθρώπων τους που χάθηκαν δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να βυθιστεί στη δικαστική ομίχλη και να παραδοθεί στη λήθη.

 

 

4. Η Αναγκαιότητα της «Απόδειξης» ως πολιτική πράξη

Η ανάγκη για «απόδειξη» δεν είναι νομική λεπτομέρεια. Είναι πολιτική πράξη. Είναι η άρνηση της λήθης. Είναι η απαίτηση να μην ξεχαστούν οι 57 ψυχές. Είναι η πίεση προς τα ΜΜΕ, την Ευρώπη, τη Δικαιοσύνη, ώστε η έρευνα να φτάσει σε βάθος.

Το ερώτημα που έθετε ο Κινγκ παραμένει δραματικά επίκαιρο: «Χρειαζόμαστε αποδείξεις για να πιστέψουμε στην αδικία;»

Στην υπόθεση των Τεμπών, οι συγγενείς απαντούν ξεκάθαρα: ναι, χρειαζόμαστε αποδείξεις, όχι για το ότι συνέβη το δυστύχημα – αυτό είναι αυτονόητο – αλλά για το γιατί συνέβη.

Η αλήθεια δεν αναζητείται στο γεγονός, αλλά στα αίτια.

Αποδείξεις για τα Μη-Λειτουργικά Συστήματα: Τα συστήματα ασφαλείας ήταν εκτός λειτουργίας επί χρόνια. Η αλήθεια πρέπει να αποκαλύψει ποιος είχε την ευθύνη αυτής της παρατεταμένης αποτυχίας.

Αποδείξεις για τις Παραλείψεις και τη Διαφθορά: Οι καθυστερήσεις στα έργα, οι αστοχίες στις συμβάσεις και η ανυπαρξία ηλεκτρονικού ελέγχου αποτελούν τη «σύγχρονη μαρτυρία» που ζητούσε ο Κινγκ – τη μαρτυρία της κάμερας που δείχνει ό,τι οι ισχυροί θα ήθελαν να σβήσουν.

 

 

5. Η Πίεση ως Μηχανισμός Αντίστασης

Στον 21ο αιώνα, ο αγώνας για δικαιοσύνη δεν διεξάγεται μόνο στους δρόμους αλλά και στα μέσα ενημέρωσης, στα ευρωπαϊκά όργανα, στα δικαστήρια.

Η Καρυστιανού και οι συγγενείς των θυμάτων χρησιμοποιούν την πίεση ως εργαλείο διατήρησης της μνήμης:

·        με δημόσιες παρεμβάσεις στα ΜΜΕ,

·        με συγκέντρωση υπογραφών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,

·        με νομικές κινήσεις που δεν επιτρέπουν στην υπόθεση να ξεχαστεί.

Η πίεση αυτή λειτουργεί ως αντίδοτο στη λήθη και ως ασπίδα απέναντι στη προσπάθεια συγκάλυψης. Είναι η διαρκής υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε στατιστικό νούμερο υπάρχουν πρόσωπα, ζωές, οικογένειες, και πως η αλήθεια δεν μπορεί να θαφτεί για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας.

 

 

6. Συμπέρασμα: Ο Αγώνας για τη Μνήμη

Ο αγώνας των συγγενών των Τεμπών δεν είναι μόνο νομικός ή ηθικός· είναι ιστορικός.

Είναι η διεκδίκηση του δικαιώματος να μην ξεχαστεί η αδικία, να αποτυπωθεί η ευθύνη με τρόπο που θα αποτρέψει την επανάληψή της.

Όπως θα έλεγε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, “η αδικία οπουδήποτε είναι απειλή για τη δικαιοσύνη παντού”.

Αν δεν υπάρξει συλλογική μνήμη, τότε το τραγικό γεγονός των Τεμπών κινδυνεύει να μετατραπεί σε ακόμη ένα σημείο υποσημείωσης της ιστορίας· και τότε, οι υπεύθυνοι θα μπορέσουν να ισχυριστούν πως «δεν συνέβη ποτέ».

Για αυτό και η ανάγκη για «αποδείξεις» δεν είναι νομική λεπτομέρεια. Είναι πολιτική πράξη. Είναι η άρνηση της λήθης.

Ο αγώνας της Καρυστιανού και των συγγενών είναι επομένως ένας σύγχρονος αγώνας ενάντια στη θεσμική λήθη, μια μάχη για την αποκατάσταση της αλήθειας και της αξιοπρέπειας των θυμάτων. Είναι η απαίτηση να μην ξεχαστούν οι 57 ψυχές. Είναι η πίεση προς τα ΜΜΕ, την Ευρώπη, τη Δικαιοσύνη, ώστε η έρευνα να φτάσει σε βάθος. Και όσο αυτή η φωνή για πίεση παραμένει ζωντανή, η φίμωση δεν θα έχει τον τελευταίο λόγο.

Ο απλός λαός που συμπαρίσταται στον αγώνα των συγγενών των θυμάτων γνωρίζει πολύ καλά πως αν δεν υπάρξει πίεση, αν δεν υπάρξει καταγραφή, τότε η αλήθεια θα θαφτεί. Και μαζί της, η ελπίδα για δικαιοσύνη. Και αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να το επιτρέψουμε να συμβεί.

Καλή δύναμη σε όλους και καλή συνέχεια στον δρόμο της αλήθειας και της μνήμης

ΚΓ

Δευτέρα 8 Απριλίου 2024

Η ΜΕΓΑΛΗ ΛΗΣΤΕΙΑ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΝΑΖΙΣΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ

 

 

Η ΜΕΓΑΛΗ ΛΗΣΤΕΙΑ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΝΑΖΙΣΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ

Κατά τις τελευταίες ημέρες του πολέμου, μια μονάδα των SS λήστεψε την κεντρική τράπεζα της ναζιστικής Γερμανίας και ξέφυγε με περισσότερα από 130 εκατομμύρια δολάρια, κάτι που ισοδυναμεί με τη μεγαλύτερη ληστεία τράπεζας στην ιστορία.

Παρόλο που το ναζιστικό καθεστώς φαινόταν ότι επρόκειτο να καταρρεύσει, η Κεντρική Τράπεζά του 3ου Ράϊχ, η Reichsbank, τροφοδοτήθηκε με χρήματα και λάφυρα από τις εισβολές και τις καταλήψεις στην Ευρώπη. Το συνολικό ποσό με το οποίο τροφοδοτήθηκε  το θησαυροφυλάκιο της τράπεζας ετιμήθηκε σε περίπου 3,4 δισεκατομμύρια δολάρια σημερινή αξία.

Τον Φεβρουάριο του 1945, το κτήριο της Reichsbank καταστράφηκε μερικώς κατά τη διάρκεια μιας μαζικής αεροπορικής επιδρομής των Συμμάχων. Περίπου 950 B-17 (Ιπτάμενα Φρούρια) ισοπέδωσαν το κέντρο του Βερολίνου, προκαλώντας ζημιές σε πολλά κτίρια, συμπεριλαμβανομένης και της Κεντρικής Τράπεζας. Αν και οι 5.000 περίπου υπάλληλοι της τράπεζας κατάφεραν να επιβιώσουν από την αεροπορική επιδρομή κατεβαίνοντας στο καταφύγιο που βρισκόταν στις υπόγειες αποθήκες του κτιρίου, οι επάνω όροφοι καταστράφηκαν.

 


 

Ο Χίτλερ αποφάσισε τότε να μετακινηθεί μεγαλύτερο μέρος του θησαυρού της Τράπεζας και να διασκορπιστεί σε όσο το δυνατόν περισσότερα μέρη για να αποτραπεί η καταστροφή του. Χρυσός, χρήματα και άλλα λάφυρα μπήκαν σε κρυψώνες στη νότια Γερμανία και την Αυστρία με απώτερο στόχο μια πιθανής χρηματοδότηση εξέγερσης σε περίπτωση που η Γερμανία θα βρισκόταν κάτω από Συμμαχική κατοχή.

Ο Χίτλερ επέλεξε το ορυχείο καλίου Merkers, ένα πολύ βαθύ ορυχείο περίπου 200 μίλια νοτιοδυτικά του Βερολίνου για την αποθήκευση σημαντικού μέρους του θησυρού. Εκεί, οι Ναζί μετέφεραν πάνω από 100 τόνους χρυσού, εκτός από χρυσά νομίσματα, χαρτονομίσματα και άλλα πολύτιμα αντικείμενα, όπως και έργα τέχνης.

Η συνολική αξία του ναζιστικού χρυσού που μεταφέρθηκε στο ορυχείο ήταν περίπου 520 εκατομμύρια δολάρια εκείνης της εποχή, που σε σημερινά χρήματα ανέρχεται σε περίπου 8 δισεκατομμύρια δολάρια. Περιλάμβανε 3.682 σακούλες και χαρτοκιβώτια γερμανικών μάρκων, 80 σακούλες με ξένο συνάλλαγμα, 4.173 σάκους που περιείχαν 8.307 ράβδους χρυσού, 55 κιβώτια ράβδους χρυσού, 3.326 σακούλες με χρυσά νομίσματα, 63 σακούλες με ασήμι, 1 σακούλες με  ράβδους πλατίνας, 8 σακούλες με δαχτυλίδια και 207 σακούλες και κοντέινερ με κλοπιμαία των SS.

 

 

Τον Απρίλιο του 1945, ο Κόκκινος Στρατός έφτασε τελικά στο Βερολίνο την πρωτεύουσα του Γ’ Ράϊχ. Είχαν περάσει σχεδόν τέσσερα χρόνια από τότε που τα γερμανικά στρατεύματα εξαπέλυσαν μια από τις μεγαλύτερες επιθέσεις στην ιστορία του Γερμανικού Στρατού κατά της Σοβιετικής Ένωσης και εισέβαλλαν στα εδάφη της. Κατά τη διάρκεια αυτών των τεσσάρων ετών, ο σοβιετικός στρατός και ο άμαχος πληθυσμός υπέστησαν τεράστιες απώλειες προσπαθώντας να σταματήσουν τη ναζιστική επίθεση. Σχεδόν 20 εκατομμύρια σοβιετικοί στρατιώτες και πολίτες χάθηκαν στις μάχες.

Η υπεράσπιση του Βερολίνου αφέθηκε σε ορισμένα απομεινάρια της Βέρμαχτ, ξένων σχηματισμών Waffen SS —συμπεριλαμβανομένων των γαλλικών— και της Volkssturm, ενός είδους γερμανικής εθνοφρουράς που αποτελείτο από ηλικιωμένους και μικρά παιδιά. Στην αντίθετη πλευρά, εκατομμύρια σοβιετικά στρατεύματα ήταν στην καλύτερη δυνατή πολεμική ετοιμότητα και εγρήγορση για να κατακτήσουν την πρωτεύουσα του εχθρού τους και να τερματίσουν το όνειρο του χιλιόχρονου Ράιχ του Χίτλερ.

 


 

Το Βερολίνο τελικά παραδόθηκε στις 2 Μαΐου και οι Σοβιετικοί κατέλαβαν τον όποιο χρυσό και τα τιμαλφή είχαν απομείνει στην τράπεζα.

Η ηγεσία των SS όμως, που στο μεταξύ είχε δραπετεύσει στη Βαυαρία, επέλεξε τον συνταγματάρχη των SS Josef Spacil, ο οποίος είχε παραμείνει στο Βερολίνο, για να ηγηθεί της ληστείας της τράπεζας. Ο Σπάσιλ είχε διοικήσει μια μονάδα στρατιωτικής αστυνομίας στην κατεχόμενη Ολλανδία στην αρχή του πολέμου και ήταν καταζητούμενος από τους Συμμάχους ως εγκληματίας πολέμου

Στις 22 Απριλίου, με τους Σοβιετικούς ήδη προ των πυλών του Βερολίνου, ο Σπάσιλ και οι άνδρες του έφτασαν στη Ράιχσμπανκ με φορτηγά. Με προτεταμένα τα όπλα που κρατούσαν στα χέρια, μπήκαν στο κτίριο και διέταξαν τους εργαζόμενους να ανοίξουν τα θησαυροφυλάκια.

 

 

Πήραν ό,τι μπορούσαν να μεταφέρουν, συμπεριλαμβανομένων χαρτονομισμάτων, διαμαντιών, κοσμημάτων και ομολόγων. Αλλά άφησαν πίσω τους τον χρυσό που υπήρχε στα θησαυροφυλάκια καθώς δεν ήθελαν να τους επιβραδύνει στην διαφυγή τους λόγω του βάρους του. Η μονάδα των SS φόρτωσε τα κλοπιμαία στα φορτηγά και έφυγαν με κατεύθυνση προς ένα κοντινό αεροδρόμιο που βρισκόταν ακόμα στα χέρια των Γερμανών. Εκεί επιβιβάστηκαν σε μεταγωγικά αεροπλάνα Junkers 52 που τους περίμενε και πέταξαν στην Αυστρία.

Ενώ όμως βρισκόντουσαν στην Αυστρία, οι στρατιώτες των SS  πληροφορήθηκαν  ότι αμερικανικές και γαλλικές μηχανοκίνητες δυνάμεις τους πλησίαζαν. Έτσι έκρυψαν πολλά από τα λάφυρα σε διαφορετικά μέρη γύρω από το Σάλτσμπουργκ, για μελλοντική χρήση, ενώ συγχρόνως φρόντιζαν και έπαιρναν αρκετά από τα κλοπιμαία προκειμένου να εξασφαλίσουν την δραπέτευση και επιβίωση τους

 

 

Εκείνες τις ώρες συνάντησαν τον Otto Skorzeny, τον κομάντο του Χίτλερ που είχε σώσει τον Μπενίτο Μουσολίνι κατά τη διάρκεια μιας από τις πιο τολμηρές αποστολές ειδικών επιχειρήσεων του πολέμου λίγα χρόνια νωρίτερα. Ο Spacil, ο Skorzeny και οι άνδρες τους διασκορπίστηκαν και είτε πήγαν στα βουνά για να κρυφτούν είτε ανακατεύτηκαν μεταμφιεσμένοι μαζί με τις γερμανικές δυνάμεις που παραδόθηκαν. Ωστόσο, τα αμερικανικά στρατεύματα έπιασαν έναν από τους επιτελείς του Spacil, ο οποίος τους οδήγησε σε μια από τις τοποθεσίες απόκρυψης που είχαν καταχωνιαστεί θησαυροί αξίας περίπου 8 εκατομμυρίων δολαρίων. Όμως άλλα περίπου 123 εκατομμύρια δολάρια ναζιστικού χρυσού παρέμεναν σε άγνωστη κρυψώνα.

Ο Skorzeny συνελήφθη και ανακρίθηκε, αλλά ποτέ δεν αποκάλυψε τη θέση του κρυμμένου θησαυρού. Τρία χρόνια αργότερα, ο καταδρομέας του Χίτλερ, Skorzeny, δραπέτευσε και αργότερα επανεμφανίστηκε στην Ισπανία, όπου ζούσε μέσα στην απόλυτη χλιδή. Συνέχισε επίσης να χρησιμοποιεί τα χρήματα από την ληστεία καθώς και την επιρροή του υπέρ των ναζί φυγάδων.  Με τα χρήματα που είχε στην διάθεσή του κατάφερε και χρηματοδότησε ένα δίκτυο διαφυγής που βοήθησε πολλούς άνδρες των SS και Γερμανούς εγκληματίες πολέμου να διαφύγουν στη Νότια Αμερική.

 


 

Μέχρι σήμερα, περίπου 6 δισεκατομμύρια δολάρια από τη Reichsbank παραμένει άγνωστο που βρίσκονται.

 QUORA /2nd World War