Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Οι τρεις ακατάσχετες περιουσίες



ΔΙΑΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ

Οι τρεις ακατάσχετες περιουσίες

«Ο βασιλέας, βλέποντας ολάκερο τον Ελλήσποντο σκεπασμένον από τα πλοία κι όλα τ’ ακρογιάλια και τις πεδιάδες των Αβυδηνών γεμάτα από ανθρώπους, μακάρισε τον εαυτό του, αλλά ύστερα δάκρυσε.

Ο θείος του Αρτάβανος παρατήρησε αυτό το πράμα και είπε στον Ξέρξη: “Βασιλέα, τώρα και λίγο πριν έκαμες δυο πράματα διαφορετικά· πρώτα μακάρισες τον εαυτό σου κι ύστερα δάκρυσες”. Ο Ξέρξης αποκρίθηκε: “Συλλογίστηκα πόσο σύντομη είναι η ζωή του ανθρώπου και ένιωσα λύπη στην ψυχή μου, γιατί απ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους σ’ εκατό χρόνια κανείς δε θα υπάρχη”».

Ηροδότου, «Περσικοί Πόλεμοι» (Ιστοριών Εβδόμη, Επιγραφομένη Πολύμνια), ΟΕΔΒ (1966), σελ. 52

Ο Ξέρξης είναι γνωστός στο παγκόσμιο κοινό από την αποτυχημένη εκστρατεία του εναντίον της Ελλάδας. Δευτερευόντως, το όνομά του αποτυπώθηκε στην ιστοριογραφία λόγω της μάταιης και ακρότατα αλαζονικής απόφασής του να διατάξει να μαστιγωθεί (!) ο Ελλήσποντος, επειδή μια τρικυμία έκοψε τα δεσίματα των γεφυριών που είχε φτιάξει για να ενώσει την ευρωπαϊκή με την ασιατική όχθη του Ελλήσποντου, λίγο προτού επιτεθεί στους Ελληνες. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Ξέρξης είχε διατάξει τους μαστιγωτές να υβρίζουν τη θάλασσα την ώρα της απονομής της «ποινής». Ωστόσο, το προαναφερθέν χωρίο, όπου φαίνεται η συνειδητοποίηση και η αποδοχή της θνητότητας του ανθρώπου από τον «Μέγα Βασιλέα», περνάει σχετικά απαρατήρητο, αν και ο Ηρόδοτος, για να αποφασίσει να το περιλάβει στην αφήγηση των Μηδικών, το θεωρούσε εξίσου σημαντικό με το μαστίγωμα του Ελλησπόντου. Υπάρχουν, λοιπόν, στιγμές που ακόμα και οι πιο υπερφίαλοι, οργισμένοι, μεθυσμένοι με την ίδια τη δύναμή τους άνθρωποι, βλέπουν με τα μάτια της ψυχής τους το σεισμικό χάσμα του τάφου και δέος καταλαμβάνει την παραζαλισμένη συνείδησή τους.

Ο χρόνος

Ο πρώτος συνειρμός που έρχεται αυθόρμητα με την ανάγνωση για τον Ξέρξη που δάκρυσε στη σκέψη του συντόμου περάσματός του ανθρώπου από τη γη είναι ο χρόνος. Είναι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που μπορούμε να διαχειριστούμε όσο βρισκόμαστε εν ζωή. Μόνο εμείς και ο Θεός μπορούμε να καθορίσουμε πού θα τον διαθέσουμε, για ποιον λόγο και με ποια πρόσωπα θα ζήσουμε το πέρασμά του. Είναι κτήμα μη μεταβιβάσιμο. Δικός μας, θέλουμε δεν θέλουμε. Πεπερασμένος, αλλά άγνωστος. Μπορεί να τελειώσει τώρα.

Μπορεί αύριο. Μπορεί σε εκατό χρόνια. Ακόμα και οι θανατοποινίτες δεν γνωρίζουν -έως την τελευταία στιγμή- αν θα τους δοθεί χάρη, αν θα προκύψουν νέα στοιχεία, ελαφρυντικά, σωτήρια για την υπόθεσή τους. Ο χρόνος μας είναι το μοναδικό «άγνωστο», που οι περισσότεροι θα ήθελαν να παραμείνει άγνωστο. Λίγοι μπορούν να αντιμετωπίσουν την επίγνωση της στιγμής της θανής.

Η μνήμη

Το δεύτερο «κεφάλαιο» που διαθέτει το είδος μας αλλά είναι μη διαχειρίσιμο από εκείνους που το παράγουν είναι η ανάμνηση που αφήνουν· η άποψη των άλλων για το πέρασμά μας από τη γη. Υστεροφημία το λένε όταν πρόκειται για πολιτικούς, στρατιωτικούς και λοιπούς ηγήτορες. Η μνήμη μας είναι ένας καρπός που ουδέποτε πρόκειται να γευτούμε. Τη σπορά κάνουμε με την επίγεια δράση μας. Το δέντρο της θύμησης οι ενάρετοι, οι ανήμποροι, οι καταπιεσμένοι το ποτίζουν με τα δάκρυα, τον ιδρώτα και το αίμα τους. Ο καρπός γράφει το όνομά τους. Οι γενεές που θα ακολουθήσουν θα τραφούν με αυτόν. Από την ποιότητα της καλλιέργειας θα κριθεί αν οι επίγονοι θα δυναμώσουν ή θα δηλητηριαστούν καταναλώνοντας τη μνήμη των προγόνων. Με μνήμες προχωράει ο πολιτισμός. Μνήμες από το παρελθόν, που λέγονται Ιστορία, και μνήμες από το μέλλον που βλέπουμε στα όνειρα και στις φιλοδοξίες μας.

Η αγάπη

Το τρίτο και σπουδαιότερο κτήμα του ανθρώπου είναι η αγάπη. Αυτή έχει ισχύ μεγαλύτερη του θανάτου. Με την αγάπη Του ο Χριστός έσπασε τις αλυσίδες που έδεναν τους σκλάβους. Με το «αγαπάτε αλλήλους» χώρισε το ποτάμι του χρόνου στα δύο - πριν και μετά Εκείνον. Την αγάπη που νιώθουμε για τη γη μας, την πατρίδα μας, την οικογένειά μας, τον συνάνθρωπο κανείς δεν μπορεί να μας τη στερήσει. Μόνο εμείς μπορούμε να πάρουμε την απόφαση να μην την έχουμε. Η αγάπη είναι το απόλυτο υπερόπλο του ατόμου και της κοινωνίας. Μεταμορφώνει κολάσεις σε παραδείσους πιο γρήγορα κι από τη σκέψη.

Αυτά είναι τα κληροδοτήματα του Κυρίου στον άνθρωπο: χρόνος, μνήμη και αγάπη. Κανείς δανειστής δεν μπορεί να απαιτήσει την αφαίρεσή τους από το υπαρκτικό θησαυροφυλάκιό μας.

ΥΓ.: Ολα τα παραπάνω αφιερώνονται σε έναν ξεχωριστό φίλο. Τον Γιάννη Βαρνάκο, τον σπουδαίο, τίμιο και φλογερό Ελληνα αγωνιστή που πέθανε στις 29/11/2012.

Παναγιώτης Λιάκος

http://www.dimokratianews.gr/content/11800/οι-τρεις-ακατάσχετες-περιουσίες

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

Στο βασίλειο του Βορονώφ των στυλογράφων




«Γράφω με πένα την πρώτη εκδοχή των βιβλίων μου» Τζον Μπάνβιλ
Σιδέρης Λιάσκος



Μια Φορά Και Έναν Καιρό
 
Του ΝΙΚΟΥ ΑΜΜΑΝΙΤΗ

Στο βασίλειο του Βορονώφ

Σε ένα προηγούμενο σημείωμα, αναφερόμενος στην εποχή που δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμη το Bic, ή «στυλό διαρκείας», όπως ήταν η πρώτη, περιγραφική ονομασία του καινούργιου τότε επαναστατικού προϊόντος, και που ο στυλογράφος, ή το στυλό, επί το κομψότερο, βασίλευε και κοσμούσε τα τσεπάκια των σακακιών των λεφτάδων και των… γιάπηδων, υπήρχε ένας μερακλής τεχνίτης που έβγαζε το ψωμί του επισκευάζοντας στυλογράφους.

Για να δώσει έμφαση και κύρος στην τέχνη του, αυτοαποκλήθηκε «Βορονώφ των στυλογράφων» και με μια λεπτεπίλεπτη καλλιτεχνική επιγραφή οδηγούσε τους υποψήφιους πελάτες στο υπόγειο άντρο του. Αρκετοί νεότεροι αναγνώστες, δηλαδή έφηβοι… πενηντάρηδες και κάτω, διαβάζοντας το όνομα Βορονώφ, που ενδεχομένως δεν το είχανε ξανακούσει, πιθανόν να πίστευαν πως επρόκειτο για κανέναν ρώσο στρατηγό του τσάρου, θριαμβευτή του Κριμαϊκού Πολέμου, ή για μπολσεβίκο κομισάριο με πλούσια κομματική δράση, υμνηθέντα από το Βλαδιβοστόκ μέχρι τα υπόγεια της στοάς Ορφανίδου, όπου ήτο εγκατεστημένο το εργαστήριο του εγκυκλοπαιδικού τεχνίτη. Τίποτε απ' όλα αυτά δεν ίσχυε. Απλώς, υπήρξε εποχή που σύμπασα η ανθρωπότητα, πολιτισμένη και μη, πρόφερε το όνομα Βορονώφ και τρέχανε τα σάλια της. Διότι ο Βορονώφ ήταν βιολόγος και ύστερα από μια σειρά πειραμάτων μεταμοσχεύσεων περί τα μέσα του περασμένου αιώνος είχε διαδοθεί πως ανακάλυψε τον τρόπο να επανέρχεται η χαμένη μας νεότητα. Κατόπιν τούτου, δεν είχαμε πια ανάγκη την αρωγή κανενός και γράψαμε στα παλιά μας τα παπούτσια τον Μεφιστοφελή, τον Φάουστ και τα μνημόνιά τους.

Αναθάρρησαν κάτι χούφταλα του κερατά και ετοιμάστηκαν να ξεχυθούν ασυγκράτητα στο Ζάππειο να γοητεύσουν νέα ξανθομαλλούσα και, με την ευγενική χορηγία του βιολόγου, να θυμηθούν τα παλιά, έστω κι αν είχαν προχωρημένη απώλεια μνήμης. Μέσα σ' εκείνη την έξαψη της ήττας των γερατειών, ως πολυμήχανος Έλληνας, ο τεχνιτάκος σκέφτηκε: «Αφού Εκείνος μπορεί και ξανανιώνει ανθρώπους, γιατί να μην ξανανιώνω κι εγώ στυλούς;».

Αυθωρεί και παραχρήμα, αυτοχαρακτηρίσθηκε «Βορονώφ των στυλογράφων» και έπιασε δουλειά στην υπόγα της στοάς Ορφανίδου, όπου στεγάζονταν πολλά και ποικίλα ιδιόμορφα μαγαζιά, κυρίως σαράφικα λόγω του γειτονικού Χρηματιστηρίου, και πολύς ήταν ο κόσμος που τη χρησιμοποιούσε για να κόψει δρόμο. Στο μέσον της υπήρχε ένα ιστορικό κατάστημα επί σχεδόν μισό αιώνα. Ο «Μερακλής» με τις τυρόπιτές του, που δεν μοιάζανε με καμιά άλλη. Ήταν εκείνες με το… τυρί και οι άλλες που είχαν άχνη ζάχαρη για γέμιση. Σέρβιρε ακόμα, ειδικά το καλοκαίρι, μια δικής του συνταγής λεμονάδα, πολύ εύγευστη και δροσιστική. Δεν πρέπει να υπήρξε Αθηναίος ή άλλος περαστικός από την πρωτεύουσα που να μη γεύτηκε αυτά τα προϊόντα και να μην έγινε πιστός πελάτης του «Μερακλή».

Ακριβώς αντίκρυ, μια μεγαλοπρεπής μαρμάρινη σκάλα οδηγούσε στις… κάτω χώρες του κτιρίου, όπου σε μια σούδα ήταν το βασίλειο του Βορονώφ. Με ένα γείσο στο κούτελο, σαν αυτό που φορούσαν οι χαρτοπαίχτες του Φαρ Ουέστ, για να μην τον θαμπώνουν στη λεπτή δουλειά του τα γύρω φώτα και κυρίως με το δικό του πορτατίφ. Ανάμεσα σε λογιών λογιών στυλογράφους που περίμεναν τη σειρά τους, τον έβλεπες σκυμμένο, με ένα σαν οδοντογλυφίδα κατσαβίδι, να προσπαθεί να αναστήσει μια ταλαιπωρημένη πένα, που πολλές φορές, ανάλογα με τον κάτοχό της, συνέβαινε να είναι χρυσή δεκατεσσάρων καρατίων. Και μια και το έφερε η κουβέντα, γείτονάς του ήταν ο Γιούλης Γιαννουκάκης με το τυπογραφείο του. Καθισμένος στο μικρό του γραφειάκι, πίσω από όγκους χαρτιών και χειρογράφων, χαμογελαστός, με ένα πάντα καινούργιο πιπεράτο ανέκδοτο στο στόμα, δεχόταν φίλους και πελάτες. Μακέτες από αφίσες που χρησιμοποιούσαν τα τσιγάρα EGO στόλιζαν τον τοίχο και παρέκει οι κάσες με τα τυπογραφικά στοιχεία, το «μάρμαρο» και το πιεστήριο Victoria. Μόνιμος τυπογράφος, η αξιαγάπητη κυρά του, η κυρία Νίτσα. Βαθιά καλλιεργημένος, με αγάπη στην κλασική μουσική, ευφυολόγος, αριστοκράτης με τα όλα του, ήταν ιδιαίτερη χαρά να έχεις μαζί του νταλαβέρι.

Την ίδια πάνω - κάτω εποχή, τότε που όλα επισκευάζονταν και τίποτα δεν πετιόταν, υπήρχαν πολλοί και διάφοροι μαστόροι, κυρίως για λεπτοδουλειές. Έτσι, στο βάθος της στοάς, όπου το θέατρο «Κεντρικόν» στην πλατεία Κολοκοτρώνη, που δεν υπάρχει πια, υπάρχει όμως πάντα η φερ φορζέ ταμπέλα του στην είσοδο της στοάς, βρισκόταν ένας επισκευαστής αναπτήρων και στο 10 της οδού Λέκκα ένας και μοναδικός ταλαντούχος στην επισκευή φωτογραφικών μηχανών. Και δεν ήταν εύκολη δουλειά η επισκευή τους, ιδίως αν τρύπαγε η φυσούνα που είχαν τότε όλες σχεδόν οι φωτογραφικές μηχανές και απαιτούσε αλλαγή. Έπρεπε να πάρει το κατάλληλο δερμάτινο υλικό και να το κάνει με το χέρι «πλισέ» για να φτιάξει καινούργια φυσούνα, προσέχοντας να μην αλλάξει το «φουαγιέ» και βγαίνουν «φλου» οι φωτογραφίες. Ήταν πραγματικό ταλέντο…

Καθώς ο χρόνος έτρεχε, η ανακάλυψη ξανανιώματος του Βορονώφ αποδείχθηκε άνθρακες ο θησαυρός. Ξαναπέσανε οι γέροι σε κατάθλιψη και περιορίστηκαν στο τίλιο και στις… αναπολήσεις, ενώ ταυτόχρονα αναθάρρησε ο Μεφιστοφελής, που προσέθεσε νέους, βαρύτερους όρους σε όσους προσέφευγαν ζητώντας τη συνδρομή του για να ξαναγίνουν τζόβενα. Το κενό ήρθε να καλύψει ο Μπογκομόλετς, που με έναν θαυματουργό ορό ανέβαζε το προσδόκιμο ζωής του ανθρώπου στα 150 χρόνια, όσο περίπου δηλαδή το προσδόκιμο της «τρόικας» να μας κονέψει… Τη σκυτάλη αργότερα παρέλαβε η ρουμάνα Ασλάν, αλλά πάλι τζίφος. Παρά τις αέναες προσπάθειες της επιστήμης, η επιστροφή στη νεότητα παρέμεινε άπιαστο όνειρο. Μονάχα ο «Βορονώφ των στυλογράφων» πέτυχε με την ανάμνησή του να μας ξαναγυρίσει στο παρελθόν.

http://www.paron.gr/v3/new.php?id=77688&colid=64&dt=2012-06-24




Γιατρεύοντας... στυλογράφους

Χαρακτηρίζεται μη λειτουργική, εξαιτίας της ευαίσθητης μύτης της, και ακριβή, λόγω του υψηλού κόστους αγοράς.
 

«Γράφω με πένα την πρώτη εκδοχή των βιβλίων μου» Τζον Μπάνβιλ

Οι χρήστες της επικρίνονται ως σχολαστικοί, ενίοτε ως υποχόνδριοι, όταν κάθε φορά που τελειώνει η μελάνη ξεβιδώνουν ιεροτελεστικά το σώμα της, στροφάρουν το πιστόνι και ρουφούν μέσα από το μελανοδοχείο. Μια-δυο σταγόνες για να φύγει ο αέρας και έτοιμοι...

Οσους επικριτές και να έχει η πένα και οι γράφοντες με αυτήν, η γοητεία αυτού του εργαλείου είναι τέτοια που συμπυκνώνεται σε λίγες λέξεις: «επιτρέπει να προηγείται η σκέψη της γραφής». Για τους λάτρεις των στυλογράφων -σχολείο στη Βρετανία επανέφερε την υποχρεωτική χρήση του κονδυλοφόρου για να μάθουν τα παιδιά καλλιγραφία- ο Σιδέρης Λιάσκος είναι μια εμβληματική φυσιογνωμία. Είναι κάτι σαν το «πρώτων βοηθειών» των στυλογράφων, εκεί που προστρέχουν όσοι διαπίστωσαν «ατύχημα» στην πένα τους.

«Είμαι από το 1963 σε αυτή τη δουλειά. Σε ένα μήνα βγαίνω σε σύνταξη. Δεν είναι εύκολο. Ευτύχησα να κάνω κάτι που λάτρευα», μας λέει. Στο γραφείο του στην Πανεπιστημίου, συρταράκια με γραφίδες, καπάκια, έμβολα, μικροαντικείμενα, χαρτιά, εργαλεία, το δοχείο με το νερό και τα μελάνια, φανερώνουν τη φροντίδα που δείχνει στις πένες. «Εχουν περάσει από τα χέρια μου αναρίθμητοι στυλογράφοι. Ο Goethe περιέγραφε το μελάνι σαν "υγρές σκέψεις". Η μαύρη πένα του Κωστή Στεφανόπουλου, που αργότερα χάρισε στην κόρη του, η πορτοκαλί "Χεμινγουέι" που λάτρευε ο Ανδρέας Παπανδρέου, η μοβ του μακαριστού Χριστόδουλου, οι συλλεκτικές του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη που είναι και καλλιγράφος, του Βαγγέλη του Γιαννόπουλου, τι να πρωτοθυμηθώ. Εζησα μοναδικές στιγμές. Ηταν ιδιαίτερες, τις κρατώ όλες στο νου και την ψυχή μου».

Υπεύθυνος: ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΙΟΥΣΗΣ kiousis@enet.gr
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=20/07/2010&s=an8rwpina&c=ellada