Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 31 Μαΐου 2024

1453, εάλω η Πόλις και ο κόσμος άλλαξε

 


1453, εάλω η Πόλις και ο κόσμος άλλαξε

Σαν προχθές, 29 Μαΐου, το 1453 και ημέρα Τρίτη, πριν από 571 χρόνια «εάλω η Πόλις», αλώθηκε η Κωνσταντινούπολη από τον νεότατο Τούρκο σουλτάνο Μωάμεθ και έγινε η πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Έλληνας αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ', ο Παλαιολόγος, έπεσε μαχόμενος και από τότε στοιχειώνει τα όνειρα μας.

Από τότε αναφερόμαστε σε αυτόν την ημερομηνία με θρήνο και οδυρμό και η άλωση της Πόλης κατέλαβε στη συνείδηση μας την πιο κεντρική θέση σαν η μεγαλύτερη εθνική απώλεια. Η Τρίτη της 29ης Μαΐου 1453 είναι αποφράς ημέρα και όταν σήμερα επισκεπτόμαστε την Κωνσταντινούπολη με απομεινάρια πλέον Ελλήνων, αλλά πάμπολλα τα σημάδια από το πέρασμα τους, με αβάσταχτη μελαγχολία θυμόμαστε ότι «κάποτε ήταν δικά μας». Είναι δύσκολο να απαλλαγούμε από την καταθλιπτική μνήμη και να δεχθούμε ότι σχεδόν κανένα κράτος στην Ευρώπη δεν είναι σήμερα όμοιο με εκείνο που υπήρξε πριν από 550 χρόνια. Έτσι και το δικό μας κράτος, η σύγχρονη Ελλάδα, δεν είναι όμοιο με εκείνο που άλωσε ο Μωάμεθ Β'.

* • *

Ο Μωάμεθ Β', από τη στιγμή που νεότατος διεδέχθη τον αποθανόντα αιφνιδίως πατέρα του Βαγιαζήτ Α', από την πρωτεύουσα του Αδριανούπολη είχε σταθερά το βλέμμα στραμμένο στην Κωνσταντινούπολη. «Προφητείες και θρύλοι του οθωμανικού κόσμου ωθούσαν το βλέμμα του προς τα κει, αλλά και ο ίδιος είχε βαθιά αίσθηση της ιστορίας, παρά το νεαρό της ηλικίας του. Γνώριζε ότι η Κωνσταντινούπολη επί χίλια και πλέον χρόνια μέσα από μεγάλες περιπέτειες παρέμενε η αναμφισβήτητη πρωτεύουσα της Ευρώπης και της Ασίας, σύμβολο δύναμης και ισχυρού κράτους. Φιλοδοξούσε, μωαμεθανός αυτός, να διαδεχθεί τους χριστιανούς αυτοκράτορες και να συνεχίσει τη χιλιόχρονη ιστορία.

Εμείς θυμόμαστε την άλωση ως εθνική απώλεια. Ο Μωάμεθ Β' είχε ευρύτερη αντίληψη του γεγονότος. Ήξερε ότι ήταν η «μεγάλη στιγμή της Ιστορίας» και ήταν αυτός που θα την ενσάρκωνε και θα θεμελίωνε αυτό που αργότερα-(πολύ σύντομα) γνώρισε ο κόσμος, την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως παγκόσμια δύναμη. Με σύγχρονους όρους, η άλωση της Κωνσταντινούπολης σημάδευε την αρχή μιας μεγάλης γεωπολιτικής αλλαγής, που οι συνέπειές της είναι ακόμη εμφανείς, ιδιαίτερα στη Βαλκανική.

* • *

Όταν ο Μωάμεθ με ισχυρό στράτευμα (πεζούς, ιππικό, πυροβολικό και ναυτικό) άρχισε, στις 6 Απριλίου 1453, να πολιορκεί την Κωνσταντινούπολη, το βυζαντινό κράτος ήταν σκιά του εαυτού του, μικρότερο και ασθενέστερο παρά ποτέ. Ουσιαστικά ολόκληρο το κράτος ήταν η πόλη και ο πληθυσμός της, αλλά και αυτός αποδεκατισμένος από τις επιδρομές και τις επιδημίες. Με δύο ισχυρές κοινότητες Ενετών και Γενουατών.

Αλλά επί Κωνσταντίνου ΙΑ' και γενικότερα την εποχή των Παλαιολόγων το κράτος της Κωνσταντίνουπολης ήταν το ελληνικότερο παρά ποτέ. Τόσο στον πληθυσμό όσο και στη διοίκηση. Τίποτα πλέον δεν θύμιζε την ισχυρή πρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας με ρωμαϊκή καταγωγή. Την ίδια εποχή των Παλαιολόγων η Κωνσταντινούπολη και άλλες περιοχές, γνήσια ελληνικές, στον Πόντο και στην Πελοπόννησο, γνώρισαν αιφνίδια και παράδοξη, σε σχέση με την αποδυνάμωση της κρατικής ισχύος, αναγέννηση των ελληνικών γραμμάτων και της τέχνης που μοιραία ανακόπηκε από την τουρκική κατάκτηση και δεν πρόλαβε να λάβει την έκταση και τη σημασία που την ίδια εποχή είχε η Αναγέννηση στη Δύση. Σήμερα αισθανόμαστε τη μειονεξία ότι δεν γνωρίσαμε Αναγέννηση όπως η Δύση. Και όμως, υπάρχουν πολλά ξεπετάγματα   Αναγέννησης   και στους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου αλλά και κατά τη διάρκεια των ποικίλων κατακτήσεων του ελλαδικού χώρου από τους Οθωμανούς, τους Ενετούς, τους Γενουάτες...

* • *

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ', παρά τις μάλλον. φεουδαρχικές του περιπέτειες στην Πελοπόννησο, πριν στεφθεί αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη (τέσσερα μόλις χρόνια πριν από την άλωση), είχε πλήρη συνείδηση ότι ήταν Έλληνας ηγεμόνας ελληνικού κράτους. Όλοι οι λαοί έχουν να επιδείξουν ηρωισμούς και ηρωικούς ηγεμόνες. Αλλά η απάντηση του Κωνσταντίνου ΙΑ' στην πρόσκληση του Μωάμεθ να παραδώσει την Πόλη και ο ίδιος να εγκατασταθεί όπου θέλει, σώος και αβλαβής, έχει πνοή Αρχαίας Ελλάδας και αρχαίων δημοκρατικών πόλεων: «Το δε την πόλιν σοι δούναι ούτ' εμόν εστίν, ούτ' άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών».

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος έπεσε μαχόμενος κοντά στην Πύλη του Ρωμανού, το πρωί της 29η5 Μαΐου 1453. Εκτός από αυτό τίποτε άλλο δεν είναι ιστορικώς βεβαιωμένο. Δεν είναι βέβαιο ότι βρέθηκε το πτώμα του και αυτό διήγειρε τη λαϊκή φαντασία και αμέσως άρχισαν να πλάθονται λαϊκοί μύθοι και θρύλοι που τελικά συμπυκνώθηκαν στο θρύλο του «Μαρμαρωμένου Βασιλιά», που με τη συγκίνηση που προκαλεί έπαιξε μοιραίο ρόλο στο νεότερο ελληνικό κράτος.

Την άλωση της Κωνσταντινούπολη περιγράφουν με πάθος οι χρονογράφοι Φραντζής, στενός φίλος και συνεργάτης του Κωνσταντίνου ΙΑ', Δούκας και Κριτόβουλος, φίλος του Μωάμεθ Β', που ζούσε στην αυλή του. Οι ίδιοι περιγράφουν τη ζωή, τον χαρακτήρα και τις τελευταίες μέρες του αυτοκράτορα.

+ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΡΚAΓΙΑΝΝΗΣ (1932-2010)

ΠΗΓΗ : ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 31.5.2009

 

Σάββατο 25 Μαρτίου 2023

ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

 


 

ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

ΚΑΙ Ο ΑΠΑΓΧΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ

Κατά την 29ην Μαρτίου άρχισαν οι εκτελέσεις κορυφαίων Ελλήνων. Αποκεφαλίσθηκαν ο ένας μετά τον άλλον ο Νικόλαος Σκαναβής, ο Μιχαήλ Μάνος, ο Θεόδωρος Ρίζος και ο Αλέξανδρος Φωτεινός ενώ συνεχιζόντουσαν και οι επιθέσεις εναντίον των έγκλειστων στα σπίτια τους Ελλήνων καθώς και οι σφαγές τους. Δεν υπήρχε ανάγκη να προσκομισθούν στοιχεία για την ενοχή τους και αρκούσε η παραμικρή υποψία για να θανατωθεί ο οποιοσδήποτε. Απλά αρκούσε το ότι ήταν Ελληνικής καταγωγής. Αγχόνες είχαν στηθεί παντού και οι σφαγές συστηματοποιήθηκαν με την εγκατάσταση σε ορισμένες θέσεις της πόλεως συνεργείων σφαγέων. Τότε ο Ρώσος πρεσβευτής προέβη σε διάβημα προς την Πύλη για όλα τα εγκλήματα που συνέβαιναν και έλαβε την απάντηση ότι επρόκειτο περί μικρών αταξιών οι οποίες προκλήθηκαν από την αποστασία των Ελλήνων της Μολδοβλαχίας.

Ο κεραυνός της αναγγελίας δι' εφίππων απεσταλμένων του Χουρσίτ, των επαναστατικών γεγονότων της Πελοποννήσου, έπεσε σαν κεραυνός στην Κωνσταντινούπολη κατά το δειλινό της 31ης Μαρτίου. Ακολούθως την 4ην Απριλίου έφθασαν άλλοι αγγελιαφόροι με νεωτέρες ειδήσεις για την επέκταση της επαναστάσεως. Τα συνταρακτικά νέα διακηρύχθηκαν αμέσως στην Πόλη υπό των μαινόμενων στις Ελληνικές συνοικίες γενιτσάρων. Στα ανάκτορα και στην Πύλη έγιναν συσκέψεις και υπό το κράτος της οργής, άλλα και του φόβου εκ τού επεκτεινομένου κινήματος, αποφασίστηκε κατά πρώτον να κτυπήσουν τον Ελληνικό πληθυσμό της Κωνσταντινουπόλεως και να τον παραλύσουν δια του τρόμου. Τώρα πλέον οι οχλαγωγίες και οι σφαγές κατευθυνόντουσαν από την Πύλη και από τα ανάκτορα. Εντός της ημέρας μεγάλη διαδήλωση στην οποία μετείχαν και Λαζοί περιήλθε τις συνοικίες και διαπράχθηκαν ανήκουστα εγκλήματα. Τα Ελληνικά σπίτια παραβιαζόντουσαν το ένα μετά το άλλο και σφαγές και λεηλασίες γινόντουσαν παντού.  Τέλος ο όχλος επιτέθηκε και κατά της εκκλησίας της Ζωοδόχου Πηγής, όπου είχαν καταφύγει αρκετοί Έλληνες. Διηρπάγησαν τα ιερά σκεύη ενώ όσοι πιστοί βρέθηκαν εκεί θανατώθηκαν από τους Λαζούς ως σφάγια επί της αγίας τραπέζης και η εκκλησία παραδόθηκε στις φλόγες. Κατά την αυτήν ημέρα αποκεφαλίστηκε δια πελέκεως ο μέγας διερμηνεύς της Πύλης Κωνσταντίνος Μουρούζης.

Οι πρέσβεις των Ευρωπαϊκών κρατών προέβησαν τότε σε παραστάσεις δια την έλλειψη κάθε ασφαλείας και έλαβαν την απάντηση ότι η Πύλη βρισκόταν σε αδυναμία να συγκράτηση τον ευρισκόμενο σε ιερή αγανάκτηση Τουρκικό λαό. Ο πρέσβης της Ρωσίας Στρογγανώφ ζήτησε να γίνει δεκτή μία επέμβαση της Ρωσίας προς τους επαναστάτες για να εξευρεθεί λύσις διασφαλίζουσα την ειρήνη χωρίς ζημιά του γοήτρου της Τουρκίας, αλλά ο μέγας Βεζύρης του απάντησε: «Η μεγάλειότης του δεν συνηθίζει να διαπραγματεύεται με επαναστάτες!». Την επόμενη μέρα κλήθηκε ο πατριάρχης στην Πύλη και ο μέγας Βεζύρης τον ρώτησε αν εγγυάται για την ησυχία των Ελλήνων υπηκόων του σουλτάνου και εκείνος απάντησε ότι ως εθνάρχης των πρέπει να θεωρείται και εγγυητής της ησυχίας των Χριστιανών, αλλά ότι αρμοδιότεροι αυτού ήταν οι κατά τόπους διοικητές του κράτους. Ακολούθως του ζητήθηκε ένας πλήρης κατάλογος των Ελληνικών οικογενειών του Φαναρίου και εκείνος τους απάντησε ότι τοιούτος κατάλογος δεν υπήρχε στο Πατριαρχείο. Η καταγραφή έγινε δι' άλλου τρόπου υπό γενιτσάρων πού γνώριζαν Ελληνικά, αλλά ήδη ο πατριάρχης ερχόταν σε φανερή αντίθεση προς την Πύλην. Τότε τον συμβούλευσαν οι περί αυτόν να φύγει, αλλά εκείνος αρνήθηκε. Τουναντίον τέλεσε ο ίδιος μνημόσυνο για τον Κ. Μουρούζην.

Το ίδιο διάστημα συνεχιζόντουσαν οι ομαδικές πλέον σφαγές και καταζητούντο περισσότερο οι καταγόμενοι εκ της Πελοποννήσου. Έγινε εισβολή του όχλου στην Ισπανική πρεσβεία ενώ έγινε και απόπειρα να παραβιαστεί και η Ρωσική πρεσβεία. Παντού κατεζητούντο "Έλληνες. Οι ακτές γέμισαν από τα πτώματα των πνιγμένων κατά τις νύκτες Ελλήνων. Επειδή οι δήμιοι των καθοριζομένων για τις θανατώσεις τόπων δεν ήταν αρκετοί για τα τόσα θύματα, παλαιά πλοία φορτώνονταν με τους συλλαμβανομένους και καταποντιζόντουσαν τα βράδια στο πέλαγος.

 Με επίσημη διαταγή της Πύλης εκτελέστηκαν ο Αντώνιος Τσιμάς, ο γιος του Στέφανος, ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, ο αδελφός του Ιωάννης, ο Δημήτριος Σκαναβής, ο Παναγιώτης Τσογκής, ο πρώην διερμηνεύς του στόλου Μ. Χατζερής, ο Γ. Μαυροκορδάτος, ο Χατζηβασίλης, ο Δημ. Κάλφας, ο X. Πανανός, ο Κ. Μάνος, ο Αλ. Μαυροκορδάτος, ο Κ. Ήμερος, ο Έμμ. Δανέζης, ο Δημ. Χατζερής, ο Αλ. Ράλλης, ο Τσαλίκης, ο Δημ. Λεβίδης και ό αδελφός του Στέφανος. Κατεσφάγη επίσης και ο ευρισκόμενος ακόμα σε υπηρεσία διερμηνέας του στόλου Νικόλαος Μουρούζης γνωστός για την μεγάλη του μόρφωση και την αρχαιοφιλία του, ο όποιος προ ενός έτους τότε είχε προσπαθήσει ματαίως να σώσει από τα χέρια των Γάλλων το περίφημο άγαλμα της Αφροδίτης της Μήλου, που το άρπαξαν από τα υπόγεια της μονής όπου φυλασσόταν και φορτώθηκε επί του Γαλλικού πλοίου «Εσταφέτ» κατόπιν πραγματικής μάχης προς τους ανίσχυρους κατοίκους της νήσου.

Το κακόν είχε φθάσει στο αποκορύφωμα του. Κατά το δειλινό του Μεγάλου Σαββάτου 9ην Απριλίου πέντε χιλιάδες περίπου γενίτσαροι ένοπλοι έτοιμοι προς μάχη πλημμύρισαν την ενορία του Πατριαρχείου. Περιφερόντουσαν διαρκώς χωρίς να ενοχλούν κανένα, άλλα και μόνη η επίμονος εκείνη παρουσία τους ήταν αρκετή για να προκαλέσει τον τρόμο στους ευρισκομένους εντός του μεγάλου εκκλησιαστικού ιδρύματος. Φοβόντουσαν ότι θα ακολουθούσαν ομαδικές σφαγές όταν θα συγκεντρώνονταν οι Χριστιανοί για την λειτουργία της Αναστάσεως. Ο πατριάρχης εξεδήλωσε το προαίσθημα του ενωρίς. Επρόκειτο περί προγραφής αυτού του ιδίου. Περνούσε ώρες αγωνίας. Εν τούτοις όταν έφθασε η ώρα της λειτουργίας φόρεσε τα καλύτερα του άμφια και κατέβηκε στην εκκλησία όπου παρά την τρομοκρατία είχαν προσέλθει αρκετοί πιστοί και λειτούργησε. Όταν μετά την λειτουργία ανήλθε στο Πατριαρχείο αντί να κατακλιθεί κάθισε σε ένα καναπέ και έμεινε εκεί προσπαθώντας να αναπαύσει το κεφάλι του επάνω σε ένα προσκέφαλο, άλλα χωρίς να κατορθώσει να ηρεμήσει. Κατά την 11ην πρωινή του ανήγγειλαν ότι έφτασε ο νέος μέγας διερμηνεύς Στ. Αριστάρχης και τον περίμενε στην μεγάλη αίθουσα. Ο Γρηγόριος έσπευσε να προσέλθει και βρήκε την αίθουσα πλημμυρισμένη από τους κληθέντας συνοδικούς και από τους ανωτέρους αξιωματούχους της Πύλης. Μεταξύ τούτων παρίστατο και ο Κεσεδάρης - ο αρχιδήμιος. Τότε ο Αριστάρχης ανέγνωσεν εν μέσω νεκρικής σιγής το φιρμάνι δια του οποίου ο πατριάρχης Γρηγόριος «επειδή έφάνη ανάξιος του πατριαρχικού θρόνου αχάριστος και άπιστος προς την Πύλην» κηρυσσόταν έκπτωτος του Πατριαρχικού Θρόνου και του προσδιοριζόταν διαμονή στο Καδίκιοϊ. Ο αρχιδήμιος τον παρέλαβε αμέσως, αλλά αντί να τον οδηγήσει στο Καδίκιοΐ τον παρέδωσε στις φύλακές του Μποστατζήμπασι. Από εκεί μετ' ολίγον τον μετέφεραν με βάρκα με τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα ως επικίνδυνο κακούργο στο Φανάρι. Ο δήμιος περίμενε εκεί και με την συνοδεία αλαλάζοντος όχλου και Εβραίων τον επήγαν προς τον δρόμο του Πατριαρχείου και σταμάτησαν προ της εξωτερικής πύλης όπου τον απαγχόνισαν. Ταυτοχρόνως απαγχονίστηκαν και τρεις εκ των κρατουμένων ως ομήρων Ιεραρχών. Ο νεκρός του Γρήγορου παραδόθηκε εις τον όχλο και μεταφέρθηκε μέχρι της ακτής συρόμενος κατά Γής και από εκεί παραλήφθηκε από βάρκα και ρίχτηκε στην θάλασσαν. Μετά τρεις ημέρας επιπλέοντας το νεκρό σώμα του στη θάλασσα αναγνωρίσθηκε από τον Κεφαλλήνιο πλοίαρχο Σκλάβον και μεταφέρθηκε στην Οδησσό, όπου η Ορθοδοξία κήδευσε τον μέγα εθνομάρτυρα.

Ο απαγχονισμός του πατριάρχου Γρηγορίου προκάλεσε φρίκη στα μεγάλα Ευρωπαϊκά κέντρα και αποδοκιμάσθηκε από όλα τα ανακτοβούλια ακόμη και της Βιέννης. Ενεργήθηκε υπό της Πύλης ως πολιτική πράξη αλλά απέμεινε οικτρό έγκλημα που προκάλεσε εις βάρος των δραστών του τον αποτροπιασμό του πολιτισμένου κόσμου. Ταυτοχρόνως έγιναν διώξεις και σφαγές στην Σμύρνη όπου οι ζεϊμπέκηδες διέπραξαν όσα οι γενίτσαροι έκαναν στην Κωνσταντινούπολη, και στην Κύπρο ο τούρκος διοικητής Κιουτσούκ Μεχμέτ με σύμβουλο τον Φραγκολεβαντίνο Γεώργ. Λασιέρ θανάτωσε πολλούς προκρίτους, τον μητροπολίτη Κυπριανό και τους αρχιερείς της Πάφου, του Κιτίου και της Κυρήνειας. Σφαγές έγιναν επίσης στην Κώ, στην Λήμνο, στην Θάσο και στην Αδριανούπολη, όπου απαγχονίστηκε ο πρώην οικουμενικός πατριάρχης Κύριλλος.

Ετίθετο έν τώ μεταξύ επί τού διπλωματικού πεδίου το Ελληνικό κίνημα, όχι ως ζήτημα ταραχών και αποστασίας υπηκόων του σουλτάνου, όπως είχε καθαρισθεί στο συνέδριο του Λάϋμπαχ – σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό που απέδιδε η Πύλη στα γεγονότα και την εισήγηση του Μέττερνιχ- αλλά ως εθνική επανάσταση που δημιουργούσε ένα ζήτημα στο οποίο όφειλαν να δώσουν προσοχή και να το λύσουν οι μεγάλες Δυνάμεις. Η επιτυχία αυτή για τους Έλληνες ήταν έργον του Ιωάννη Καποδίστρια. Η μεταστροφή της Ρωσικής πολιτικής, Η οποία και βάρυνε περισσότερο απέναντι των άλλων ανακτοβουλίων επί των ζητημάτων της Ανατολής, υπήρξε ραγδαία. Όταν ο Ρώσος αυτοκράτορας Αλέξανδρος αναχωρούσε για την Αγία Πετρούπολη αποχαιρετούσε στις 12ην Μαΐου στο Λάϋμπαχ τον Μέττερνιχ ήταν αιχμάλωτος της πολιτικής του και ο Αυστριακός καγκελάριος φαινόταν απόλυτος κύριος της κατάστασης στο διπλωματικό πεδίο σχετικά με την ειρήνη στη περιοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όμως κατά την ώρα της αναχώρησης του ο Αλέξανδρος έλαβε γνώση, εκ των μόλις αφιχθέντων από την Κωνσταντινούπολη διπλωματικών φακέλων όλα τα σχετικά με τις  φρικαλεότητες που προκαλούσε ο τουρκικός όχλος, με την ανοχή αλλά και την συμμετοχή του επίσημου κράτους, στην Κωνσταντινούπολη, καθώς επίσης για τον απαγχονισμό του Πατριάρχου.. Συγκινήθηκε, έφριξε και οργίστηκε κατά της Πύλης για την περιφρόνηση της προς τα διαβήματα του πρεσβευτή του και προς την Ρωσική σημαία. Τόε ο Καποδίστριας που τον συνόδευε στο ταξίδι του χρησιμοποίησε την περίσταση και έφθασε σε αποτέλεσμα ευνοϊκό για την Ελληνική Επανάσταση. Στην διαδρομή της επιστροφής ο αυτοκράτορας Αλέξανδρος αποφάσισε να αλλάξει την πολιτική της Ρωσίας  απέναντι στην Τουρκία, αλλά και απέναντι των συμμάχων του συνεδρίου του Λάϋμπαχ. Οι αντιφάσεις της πολιτικής του ηγεμόνα αυτού εξηγούνται εκ της ιδιοσυγκρασίας του που επηρεαζόταν τόσο από το περιβάλλον του όσο και από τα γεγονότα και τους αντιμαχόμενους δαιμόνιους διπλωμάτες της εποχής του. Δέσμιος της γοητείας του Μέττερνιχ στο Λάϋμπαχ, απέβη ολίγον αργότερα όργανο των εθνικών επιδιώξεων του Έλληνα υπουργού του, ο οποίος ενισχυόταν από το φιλοπόλεμο αντιτουρκικό κόμμα στην Πετρούπολη και μάλιστα μέχρι και τα μέσα του 1822 που  η Ελληνική Επανάσταση στερείτο άλλου φίλου στα ανακτοβούλια της Ευρώπης και είχε ανάγκη να τεθεί απέναντι στην υφιστάμενη διπλωματία των ξένων. Ο ευρισκόμενος στην Κωνσταντινούπολη φιλέλληνας ρώσος πρεσβευτής έλαβε τέτοιες εντολές από την Κυβέρνησή του, ώστε προχωρώντας από διάβημα σε διάβημα, έφτασε και σε  προσωπικές ακόμη έριδας και αντεγκλήσεις με τον ρεήζ έφένδην και τον μέγαν βεζύρην. Την 6ην Ιουλίου του 1821 επέδωσε προς την Πύλην τελεσίγραφο διακοίνωση, που είχε συνταχτεί από τον Καποδίστρια. Με την διακοίνωση αυτή η Πύλη καθίστατο υπεύθυνος ουσιωδών παραβάσεων του διεθνούς δικαίου και κάθε ανθρωπιστικής αρχής και των απέναντι της Ρωσίας υποχρεώσεων της και ζητιόταν να σταματήσουν οι καταδιώξεις, να γίνουν επανορθώσεις των αδικημάτων, ν' αναγνωρισθεί το δίκαιον των αθώων Χριστιανών υπηκόων του σουλτάνου και να δοθούν εγγυήσεις για την ασφάλεια του. Δηλωνόταν τέλος ότι αν η Πύλη δεν έδιδε απάντηση ότι αποδεχόταν τις αξιώσεις αυτές εντός οκτώ ήμερων, ο Ρώσος πρέσβης θα αναχωρούσε από την Κωνσταντινούπολη με ολόκληρο το προσωπικό της πρεσβείας. Η Πύλη δεν απήντησε εις αυτά και ο Στρογγανώφ αναχώρησε για την Ρωσία. Οι διπλωματικές σχέσεις της Ρωσίας και της Τουρκίας είχαν διακοπή. Τότε επιδόθηκε και μια άλλη διακοίνωση της Ρωσίας προς τις συμμάχους Δυνάμεις, με την οποία γνωστοποιούνταν τα σχετικά με την διακοίνωση που παραδόθηκε την 6ην Ιουλίου στον ρεήζ έφένδην, και αποδιδόταν στην Πύλη η πρόθεση να ταπείνωση την Χριστιανική Εκκλησία, να εξολόθρευση όχι μόνον τους επαναστάτες άλλα ολόκληρο τον Ελληνικό λαό  διεξάγοντας όχι αγώνα εναντίον επαναστάσεως, άλλα πόλεμο του Ισλαμισμού κατά του Σταυρού και ζητιόταν η σύμπραξη και των άλλων Δυνάμεων προς λήψιν κοινών αποφάσεων απέναντι της Τουρκίας, η όποια αποδείκνυε ότι «δεν ήδύνατο πλέον νά συνυπάρχη μετά τών Χριστιανικών κρατών». Προτεινόταν κατόπιν τούτου η σύγκληση διάσκεψης με την δήλωση ότι η Ρωσία δεν επεδίωκε τίποτε για αυτήν, άλλα μόνον την είρήνη, την σταθερότητα της Ευρωπαϊκής ισορροπίας και «αύτοδιοίκησιν τών Ελληνικών χωρών της Ευρωπαϊκής Τουρκίας». Τέλος καθίστατο γνωστόν ότι «τά Ρωσικά στρατεύματα ήσαν έτοιμα προς επιβολήν τών αποφάσεων του αύτοκράτορος». Τούτο απετέλεσε και την πρώτη μεγάλη πολιτική νίκη της Επαναστάσεως, αφού ετίθετο η Ελληνική υπόθεσης επί της τραπέζης της Ευρωπαϊκής διπλωματίας, νίκη η οποία οφειλόταν κατά κύριο λόγο στον Καποδίστρια.

 

ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

 


 ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

Ένα παράξενο παιγνίδι έπαιξε η μοίρα στον σουλτάνο Μαχμούτ τον Ζ' που βασίλευε την χρονιά που ξέσπασε η Επανάσταση του 1821. Είχε ανέλθει στον θρόνο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με το όνειρο μεγάλων εσωτερικών μεταρρυθμίσεων σε όλους τους κλάδους, με το όνειρο της απαλλαγής του κράτους από παρασιτικούς οργανισμούς όπως ήταν οι γενίτσαροι και με το όνειρο της εξυγίανσης της εξαχρειωμένης από την διαφθορά διοίκησης του κράτους. Θεωρούσε ότι το Ελληνικό στοιχείο ήταν ο σημαντικότερος παράγοντα για την πρόοδο της αυτοκρατορίας του και διόριζε επιφανείς Φαναριώτες στην διοίκηση ενώ είχε ως προσωπικούς του φίλους Έλληνες όπως ο Μιχαήλ Σούτσος.  Είδε όμως παράλληλα την αυτοκρατορία του να τραυματίζεται από στασιαστικά κινήματα πασάδων και να κατακερματίζεται από εθνικές επαναστάσεις υποδούλων λαών. Είδε ακόμα η εξουσία του να λούζεται στο αίμα αμάχων και αθώων Ελλήνων δι' ομαδικών εκτελέσεων που ήταν άσκοπες και συνέτειναν στο να εξαγριώσουν περισσότερο τους επαναστατημένους Έλληνες που επεδίωκαν την απόκτηση της ελευθερίας τους στην Ελλάδα και έγιναν αφορμή για φοβερά αντίποινα.

Όταν του διεμήνυσαν, κατά πρώτον ο Αλή πασάς τα περί της Φιλικής Εταιρίας και έπειτα ο Καπετάν πασάς, Τούρκοι βαλήδες, ο Μωχάμετ Αλή της Αιγύπτου και Ευρωπαϊκά ακόμη ανακτοβούλια προσκείμενα προς την Τουρκία, όπως το ανακτοβούλιο της Βιέννης, ότι υπήρχαν στα Επτάνησα, στην Στερεά Ελλάδα και σε αυτήν την Πελοπόννησο εταιρίες και σύλλογοι Ελλήνων δήθεν για εκπαιδευτικούς και φιλανθρωπικούς σκοπούς, άλλα στην πραγματικότητα με μυστικό πολιτικό πρόγραμμα, δεν θέλησε να τους πιστέψει. Δεν έβλεπε ούτε τον λόγο για ένα Ελληνικό κίνημα, ούτε πίστευε στην δυνατότητα της πραγματοποιήσεως του. Πίστευε μόνον ότι πιθανόν να υπήρχαν μερικά παράπονα διά την κακήν Τουρκική διοίκηση και ότι μερικοί θερμόαιμοι πιθανόν να υποκινούνταν από τον πασά των Ιωαννίνων και έκρινε τα διαμηνυόμενα σε αυτόν ως υπερβολές ή ακόμη και ως ραδιουργίες. Όταν προσκομίσθηκαν ενώπιον του τα ανευρεθέντα επί του δολοφονηθέντος Υπάτρου αποκαλυπτικά έγγραφα για την Φιλική Εταιρία και την παρασκευαζομένη επανάσταση, ανησύχησε άλλα δεν πίστεψε ότι η επαναστατική αυτή συνωμοσία είχε έκταση. Κατεπλάγη όμως όταν ένας προδότης κατήγγειλε στην Πύλη συγκεκριμένα στοιχεία περί προσβολής της ίδιας της Κωνσταντινουπόλεως υπό Ελλήνων συνωμοτών. Του εξετέθη ολόκληρο το σχέδιο το οποίον είχε πράγματι καταστρωθεί από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, άλλα μόνον επί χάρτου και κατά το όποιον θα γινόταν κατάληψη ή εμπρησμός του Τουρκικού στόλου, θα πυρπολούνταν επίσημα κτίρια και θα δολοφονούσαν τον ίδιο εντός των ανακτόρων. Ονόματα δεν καταγγέλθηκαν, αλλά αναφερόταν ότι μεταξύ των συνωμοτών ήσαν οι ισχυρότεροι Φαναριώτες. Ο Μαχμούτ απεφάσισε να λάβει αυστηρά μέτρα, άλλα δεν έσπευσε αμέσως να τα πραγματοποίηση. Αυτά όμως έγιναν γνωστά και έξω από τα ανάκτορα και  συζητούντο στα Τουρκικά καφενεία. Έτσι άρχισε αναβρασμός των φανατικών Μουσουλμάνων εναντίον του Ελληνικού στοιχείου. Όταν έφτασε στα ανάκτορα κατά την 1ην Μαρτίου 1821 η είδηση για το κίνημα του Αλέξανδρου Υψηλάντη στην Μολδοβλαχία αυτή εξόργισε τον Μαχμούτ, αλλά και αυτό αποδόθηκε περισσότερο σε Ρωσική υποκίνηση. Στην πόλη όμως άρχισαν να εκδηλώνονται απειλητικές διαθέσεις. Παντού έβριζαν και προκαλούσαν τους Έλληνες, ενώ το περιβάλλον του σουλτάνου και περισσότερο όλων ο ευνοούμενος του παντοδύναμος Χαλίτ εφέντης προσπαθούσαν να τον ερεθίσουν περισσότερο κατά των Ελλήνων, χαρακτηρίζοντάς τους ως αχάριστους διά τις τόσες εύνοιες και ως αιτίους για όλα τα δεινά της αυτοκρατορίας.

Έγινε τότε γνωστό ότι ο Νικόλαος Σούτσος, ο Ιωάννης Σχινάς και ο υιός του τότε ηγεμόνα Καρατζά έφυγαν κρυφά με Αγγλικό πλοίο και με  όλες τους τις αποσκευές. Αυτό κρίθηκε από την Πύλη σαν δραπέτευση ενόχων που φοβόντουσαν ότι επέκειτο η σύλληψή τους και ο Μαχμούτ το θεώρησε ως την σοβαρότερη απόδειξη ότι είχαν ανάμιξη στο κίνημα όλοι οι Φαναριώτες και ακόμη και οι πλέον έμπιστοι του και ότι η έκρηξη της επαναστάσεως τόσο στην Κωνσταντινούπολη  όσο και στην Κάτω Ελλάδα, όπου σύμφωνα με καταγγελίες η κίνησης ήταν ζωηρότερη, ότι ήταν ζήτημα ήμερων. Απεφάσισε λοιπόν πλην της καταστολής του κινήματος στην Μολδοβλαχία να κτυπήσει κατακέφαλα την συνωμοσία, διεγείροντας τον θρησκευτικό και τον φυλετικό φανατισμό του Τουρκικού λαού, ώστε το Ελληνικό κίνημα, να βρει απέναντι του όχι μόνον στρατό, άλλα ολόκληρο το Ισλάμ με ακονισμένη μάχαιραν. Ξαπολήθηκε τότε αγρία τρομοκρατία με σκηνοθετημένο όχλο κρατικών εκδηλώσεων. Τα κακοποιά στοιχεία, γενίτσαροι παραγκωνισμένοι, αχθοφόροι άνεργοι των προκυμαίων, βρήκαν την ευκαιρία να δράσουν, ενώ ουλεμάδες και δερβίσηδες δυσαρεστημένοι από τις μεταρρυθμιστικές τάσεις του σουλτάνου και επειδή φαντάζονταν ότι διαμέσου της επικρατούσας ανωμαλίας θα ανακτούσαν την δύναμη πού είχαν χάσει, περιέτρεχαν τους δρόμους και κραύγαζαν ότι το Ισλάμ κινδυνεύει και ότι πρέπει να τιμωρηθούν σκληρά και χωρίς έλεος οι ανάξιοι να υπάρχουν γκιαούρηδες. Γίνανε επιθέσεις εναντίον οικιών, διαβάτες κακοποιούνταν και ληστεύονταν. Οι Έλληνες έντρομοι είχαν κλειστεί στα σπίτια τους, ενώ για την προμήθεια τροφίμων πλήρωναν όσα-όσα στους Τούρκους, που εμφανίζονταν τάχατες πρόθυμοι να τους εξυπηρετήσουν.

Όπως ήταν επόμενο, πολλοί Έλληνες προσπάθησαν να διαφύγουν με πλοία για να σωθούν και μερικοί το κατόρθωσαν. Διαδόθηκε τότε ότι ο πρώην ηγεμόνας Αλ. Χατζερής δραπέτευσε με την οικογένειά του διά πλοίου προς την Οδησσό. Αυτό ερέθισε περισσότερο τα πνεύματα και εκδόθηκε διαταγή να μετοικήσουν αμέσως στην συνοικία του Φαναριού όλες οι διαμένουσες στις επαύλεις των στα προάστια του Βοσπόρου αρχοντικές Ελληνικές οικογένειες.

Ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ ελπίζοντας ότι με την τακτική της ευπειθείας ήταν δυνατό να αποτραπούν τα απειλούμενα δεινά, απεύθυνε αναφορά στην Πύλη ότι όλοι οι Έλληνες πρόκριτοι - έδιναν εγγύηση ο ένας για τον άλλο για την παραμονή τους στην Κωνσταντινούπολη και ότι εφ' όσον τους δινόταν η δυνατότητα θα συνέπρατταν ως πιστοί υπήκοοι του σουλτάνου. Αλλά ο κεχαγιάς Ζανηπ εφέντης  όταν διάβασε την αναφορά γέλασε. Γνώριζε ότι είχε καταρτιστεί κατάλογος προγραφών σε ευρεία κλίμακα.

Ο πατριάρχης διατάχθηκε να αποστείλει στην Πύλη μερικούς από τους πλέον έγκριτους αρχιερείς, σε εκτέλεση δε της διαταγής μετέβησαν και παρουσιάστηκαν προ του ρεήζ έφέντη - του υπουργού των Εξωτερικών -ο Εφέσου Διονύσιος, ο Δέρκων Γρηγόριος, ο Νικομήδειας Αθανάσιος, ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, ο Τυρνάβου Ιωαννίκιος, ο Αδριανουπόλεως Δωρόθεος, ο Αγχιάλου Ευγένιος. Οι παρουσιασθέντες απομονώθηκαν. Κατά την ιδίαν ημέρα θορυβώδης διαδήλωση δέκα χιλιάδας περίπου Μουσουλμάνων μαζί με ουλεμάδες και δερβίσηδες επί κεφαλής, περιήλθαν με αλαλαγμούς τους δρόμους της Πόλης και κατέληξαν προ της κατοικίας του σεϊχουλισλάμ και ζήτησαν παρά του ανωτάτου θρησκευτικού αρχηγού την κήρυξη Ιερού πολέμου κατά των Χριστιανών και των αρχιερέων των. Τούτο σήμαινε την έναρξη σφαγής όλων των Ελλήνων. Μετ' ολίγον ο σεϊχουλισλάμ κληθείς μετέβη στα ανάκτορα, όπου ο σουλτάνος του ζήτησε άνευ περιστροφών να εκδώσει φετφάν (νομική γνωμοδότηση επί του Μουσουλμανικού δικαίου) για την κήρυξη του Ιερού πολέμου, πράγμα το όποιον αποτελούσε δικαίωμα κατά τον εκ του Κορανίου νόμο του θρησκευτικού αρχηγού. Το άπιστο γένος έπρεπε να εξολοθρευθεί. Αλλά ο σεϊχουλισλάμ ζήτησε ολίγο καιρόν για να σκεφτεί. Δεν ήταν δυνατό να αποφασισθεί σε μίαν στιγμήν η σφαγή εκατομμυρίων ανθρώπων. Ο σουλτάνος δυσφόρησε, αλλά αναγκάσθηκε να περιμένει.

Στο μεταξύ ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ πληροφορήθηκε τα όσα έλαβαν χώρα στο παλάτι και παίρνοντας μαζί του  και τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Πολύκαρπο επισκέφθηκε τον σεϊχουλισλάμ και αφού βεβαιώθηκε παρά αυτού για τα όσα διαδραματίσθηκαν στα ανάκτορα, προσπάθησε να τον πείσει ότι ο Ελληνικός πληθυσμός της Κωνσταντινουπόλεως ήταν αμέτοχος στην επανάσταση και τον εξόρκισε στο όνομα του Θεού και του ανθρωπίνου δικαίου να αποτρέψει την σε ώρες οργής αποφασισθείσα άδικη σφαγή. Εκείνος ζήτησε από τον πατριάρχη να του δώσει την απόδειξη ότι ο πολύς Ελληνικός λαός ήταν ξένος προς το κίνημα και του υπέδειξε ότι αν μετά της Συνόδου της Μεγάλης Εκκλησίας προέβαινε με επίσημη γραπτή απόφαση στην αποδοκιμασία της επανάστασης και στον αφορισμό του Αλεξάνδρου Υψηλάντη και του Μιχαήλ Σούτσου, δεν θα υπέγραφε τον φετφάν του ιερού πολέμου. Υπό την δαμόκλειο αυτήν σπάθη που κρεμόταν από μια κλωστή πάνω από τα κεφάλια του Ελληνικού πληθυσμού της Κωνσταντινούπολης, ο Γρηγόριος μαζί με τους Συνοδικούς αποδοκίμασαν με γραπτό πρακτικό την επανάσταση και εξέδωσαν επιτίμια για τον Αλέξανδρον Υψηλάντη και τον Σούτσο. Επρόκειτο περί πράξεως πού υπαγόρευε η σύνεση για την σωτηρία των Ελλήνων της Πόλης. Επί του έγγραφου αυτού στηρίχθηκε ο σεϊχουλισλάμ και αρνήθηκε τελικά την έκδοση του φετφά.

Ο σουλτάνος οργίστηκε και κήρυξε έκπτωτο τον σεϊχουλισλάμ και τον εξόρισε, χωρίς όμως να τολμήσει να ζητήσει από τον διάδοχο του την έκδοση του φετφά εκ του φόβου νέας αρνήσεως. Ταυτοχρόνως έπαυσε τον μέγα βεζύρη Σαίδ Αλή πασά, διότι η πολιτική και των δυο απέναντι των Ελλήνων του φαινόταν ήπια. Κατά τα μέσα Μαρτίου κήρυξε τον στρατιωτικό νόμο και συνεκέντρωσε στην Κωνσταντινούπολη στρατό υπερβαίνοντα τις 100 χιλιάδας, για την ασφάλεια όχι μόνον της πόλεως, άλλα και της ιδίας του της ζωής, για την οποίαν πράγματι φοβόταν. Και στερούμενος πλέον αντιδράσεως, έδωσε το σύνθημα των σφαγών δια οχλαγωγιών. Οι επιθέσεις άρχισαν και ο φόνος Χριστιανού δεν εθεωρείτο έγκλημα. Οι πόρτες των σπιτιών όσων καταγγελόντουσαν ως ύποπτοι παραβιαζόντουσαν και εκ των ενοίκων οι άνδρες σφάζονταν, οι γυναίκες βιάζονταν ή συρόντουσαν έξω για να πωληθούν ως σκλάβες στα ανθρωποπάζαρα και τα παιδία απήγονταν και όσα δεν εξισλαμιζόντουσαν πωλούνταν και αυτά.

ΗΛΙΟΣ -ΕΛΛΑΣ Α

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020

Η Αγία Σοφία ως τζαμί χαστούκι στην κοσμική Τουρκία



Η Αγία Σοφία ως τζαμί χαστούκι στην κοσμική Τουρκία

Πόσο αλήθεια ανόητος μπορεί να είναι ένας υπερφίαλος εκκολαπτόμενος χαλίφης σαν τον Ερντογάν που, ο μωρός, δεν αντιλαμβάνεται ότι η ιερότητα της ορθόδοξης Αγιάς Σοφιάς δεν σβήνει με το σκοτείνιασμα των εικόνων της την ώρα που ιμάμης θα κάνει την ισλαμική λειτουργία. Γιατί εκείνη την στιγμή το προσκύνημα των ισλαμιστών θα γίνεται κάτω από την σκέπη και το βλέμμα του παντοκράτορα και στο ιερό του ναού θα υπάρχει πάντα η Αγία τράπεζα με κρυμμένα τα οστά των Αγίων της ορθοδοξίας που εντοιχίστηκαν όταν ο ναός ευλογήθηκε να λειτουργεί ως Ναός της Υπερμάχου Στρατηγού. Και εκεί θα συντελείται η υπέρλαμπρη νίκη της Χριστιανοσύνης με τους μουσουλμάνους να προσκυνούν, ακουμπώντας το κεφάλι τους στο δάπεδο του Μεγάλου Ναού της Χριστιανοσύνης, όχι τον Μωάμεθ και τον Αλλάχ τους, αλλά τον Θεό των Χριστιανών και την Υπέρλαμπρο Στρατηγό που και έτσι τους νίκησε.

«Σ’ εσένα Θεοτόκε, την υπέρμαχο στρατηγό,
εγώ, η πόλη σου, αποδίδω (αφιερώνω) ως δείγμα ευγνωμοσύνης (ευχαριστίας) τη νίκη,
γιατί λυτρώθηκα από τις συμφορές (με τη βοήθειά σου).
Αλλά επειδή έχεις ακατανίκητη (ακατάβλητη) τη δύναμη,
ελευθέρωσέ με (απάλλαξέ με) από κάθε είδους κίνδυνο, για να σου φωνάξω δυνατά.
Χαίρε νύμφη ανύμφευτε».




Ασλί Ερντογάν: «Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί είναι ένα χαστούκι σε αυτούς που πιστεύουν ότι η Τουρκία είναι μια κοσμική χώρα»

Τη δημιουργία ενός νέου απολυταρχικού καθεστώτος και το τέλος του κεμαλικού κοσμικού κράτους της Τουρκίας σηματοδοτεί η απόφαση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε τζαμί, σύμφωνα με τη γνωστή Τουρκάλα συγγραφέα Ασλί Ερντογάν.
Σε άρθρο της που δημοσιεύθηκε στη γαλλική εφημερίδα Le Monde, με τίτλο «Η Αγία Σοφία ως τζαμί είναι ένα χαστούκι σε εκείνους που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η Τουρκία είναι μια κοσμική χώρα», επισημαίνει πως η κίνηση αυτή του Ερντογάν είναι κάτι πολύ πιο επικίνδυνο από το να προσεγγίσει απλά περισσότερους ψηφοφόρους, εκμεταλλευόμενος το βαθύ θρησκευτικό τους αίσθημα.

 Η Τουρκάλα συγγραφέας Ασλί Ερντογάν / Φωτογραφία: AP Photo/Thibault Camus

Η Ασλί Ερντογάν στο iefimerida: «Στην Τουρκία γίνονται πράγματα που δεν έκαναν ούτε οι Ναζί»

 «Κατάγομαι από την πόλη που ονομαζόταν Κωνσταντινούπολη όταν ιδρύθηκε και σήμερα, μετά από χίλια και πλέον χρόνια, ονομάζεται Ιστανμπούλ. Στο μεταξύ, η πόλη απέκτησε πάνω από είκοσι διαφορετικά ονόματα. Υπέστη περίπου είκοσι πολιορκίες, δύο επιδημίες λέπρας και περίπου δέκα τρομερούς σεισμούς. Επέζησε, ωστόσο, από αναρίθμητους πολέμους, μάχες, ίντριγκες και αγώνες.
Γνώρισε εκατοντάδες βασιλιάδες, που κυβέρνησαν και χάθηκαν, φιλοξένησε πολλές γλώσσες, θρησκείες και μνημεία… Και για εμένα που γεννήθηκα στην Πόλη, όπως την αποκαλούν οι Έλληνες, υπάρχει ένα αδιαμφισβήτητο σύμβολο μοναδικότητας και σοφίας: η Αγία Σοφία, ένα επιβλητικό και μοναδικό μνημείο όσο και οι πυραμίδες της Αιγύπτου…», γράφει στην αρχή του άρθρου της η διάσημη συγγραφέας και συνεχίζει:
«Το καθεστώς Ερντογάν δηλώνει ότι από τώρα και στο εξής η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα είναι το νέο μοντέλο της σύγχρονης Τουρκίας και δεν θα πιέζεται πλέον με ηθικές αξίες που αποδίδονται στη Δύση ή στη σύγχρονη κοινωνία ούτε, γενικά, με έννοιες της δυτικής νεωτερικότητας, και δεν θα επιτρέψει σε “ασήμαντα” πράγματα, όπως ο νόμος, η δημοκρατία κ.α., να σταθούν εμπόδια στη μεγάλη κατάκτησή της… αυτής της απόλυτης εξουσίας», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με την Ασλί Ερντογάν, η οποία δεν έχει καμία συγγενική σχέση με τον Τούρκο πρόεδρο, η πολιτική που θα ασκείται από εδώ και πέρα στη χώρα θα είναι όπως αυτή των σουλτάνων.


«Αποκαλώντας τον μετασχηματισμό “τελευταία πινελιά μιας κατάκτησης”, ο Ερντογάν παρουσιάζεται ως ο περήφανος διάδοχος του Μωάμεθ του Πορθητή και άλλων Οθωμανών σουλτάνων. Η “κατάκτηση” είναι ένας όρος που ανήκει στην ορολογία ή την ιδεολογία μιας περασμένης εποχής, όπου ο νικητής καταλάμβανε και εξόντωνε τους κατακτημένους, χωρίς να ανησυχεί για την ηθική, ενώ η καταστροφή ή μεταμόρφωση των ναών των κατακτημένων ήταν κοινή πρακτική στο παρελθόν».
Υπενθυμίζεται ότι η Ασλί Ερντογάν είχε κατηγορηθεί στο παρελθόν για «απόπειρα επίθεσης στην ακεραιότητα του κράτους» και «συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση», φυλακίστηκε στην Τουρκία για τέσσερις μήνες αλλά αθωώθηκε, αρνήθηκε να επιστρέψει στη χώρα της και ζει αυτοεξόριστη στη Γερμανία.

ΑΡΘΡΟ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΑΛΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ ΣΤΗ LE MONDE

Πηγή: