Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Απριλίου 2026

Το Άγιο Φως: Παράδοση, τελετουργία και μαρτυρίες μέσα στους αιώνες

 


Το Άγιο Φως: Παράδοση, τελετουργία και μαρτυρίες μέσα στους αιώνες

Γράφει ο Κ. Γραικιώτης

Κάθε χρόνο, το Μεγάλο Σάββατο, τα βλέμματα εκατομμυρίων πιστών στρέφονται στα Ιεροσόλυμα και στον Ναό της Αναστάσεως, όπου τελείται η Αφή του Αγίου Φωτός. Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες τελετές της Ορθοδοξίας, που συνδυάζει βαθιά θρησκευτική πίστη, αυστηρό τελετουργικό και μακραίωνη ιστορική συνέχεια. Το γεγονός εξακολουθεί να προκαλεί δέος, αλλά και συζητήσεις, τόσο σε θεολογικό όσο και σε επιστημονικό επίπεδο.

Η προετοιμασία και ο αυστηρός έλεγχος

Η διαδικασία ξεκινά το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου με τον σχολαστικό έλεγχο του Παναγίου Τάφου, ο οποίος διαρκεί περίπου μία ώρα. Στόχος είναι να αποκλειστεί κάθε πιθανότητα ύπαρξης μέσου που θα μπορούσε να προκαλέσει φωτιά. Στον έλεγχο παρίστανται και εκπρόσωποι άλλων χριστιανικών δογμάτων, γεγονός που ενισχύει τη διαφάνεια της διαδικασίας.

Αμέσως μετά, ο Τάφος σφραγίζεται με μελισσοκέρι και τοποθετούνται επίσημες σφραγίδες. Το ενδιαφέρον των άλλων δογμάτων παραμένει έντονο, καθώς το τελετουργικό συνδέεται και με ιστορικά προνόμια γύρω από την τέλεσή του.

Η τελετή στον Ναό της Αναστάσεως

Λίγο πριν το μεσημέρι, ο Ελληνορθόδοξος Πατριάρχης Ιεροσολύμων εισέρχεται στον Ναό της Αναστάσεως, συνοδευόμενος από κληρικούς και παρουσία εκπροσώπων άλλων Εκκλησιών. Οι καμπάνες ηχούν πένθιμα, ενώ η ακοίμητη κανδήλα μεταφέρεται σβηστή, προκειμένου να ανάψει από το Άγιο Φως.

Ακολουθεί η καθιερωμένη λιτανεία, η οποία πραγματοποιείται τρεις φορές γύρω από τον Πανάγιο Τάφο. Στη συνέχεια, ο Πατριάρχης αφαιρεί τα αρχιερατικά του άμφια και παραμένει με λευκό στιχάριο, συμβολίζοντας την ταπεινότητα. Πριν εισέλθει στο Ιερό Κουβούκλιο, ελέγχεται από τις αρχές, ώστε να διαπιστωθεί ότι δεν φέρει τίποτα που να μπορεί να προκαλέσει φωτιά.

Με σβηστούς πυρσούς στα χέρια, εισέρχεται στον Πανάγιο Τάφο, ενώ ολόκληρος ο ναός παραμένει βυθισμένος στο σκοτάδι.

Η στιγμή της Αφής και οι μαρτυρίες

Η Αφή του Αγίου Φωτός αποτελεί το αποκορύφωμα της τελετής. Πιστοί κάνουν λόγο για ένα ιδιαίτερο φαινόμενο, που δεν περιορίζεται μόνο στο άναμμα των κεριών, αλλά περιλαμβάνει φωτεινές ανταύγειες, αστραπές ή κινούμενες φλόγες στον χώρο του ναού.

Σύμφωνα με μαρτυρίες, λαμπάδες και κανδήλες ανάβουν αυθόρμητα, ενώ η φλόγα, για τα πρώτα λεπτά, δεν προκαλεί εγκαύματα. Το Φως μεταδίδεται άμεσα στους παρευρισκόμενους και στη συνέχεια μεταφέρεται σε πολλές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, όπου η υποδοχή του γίνεται με ιδιαίτερες τιμές.

Παρά τη μεγάλη απήχηση του γεγονότος, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων δεν έχει λάβει επίσημη θέση ως προς τον θαυματουργικό χαρακτήρα του, αφήνοντας την ερμηνεία στη συνείδηση των πιστών.


 

Το ιστορικό περιστατικό του 1579

Ένα από τα πιο γνωστά περιστατικά που συνδέονται με το Άγιο Φως χρονολογείται στο 1579. Σύμφωνα με τις πηγές, οι οθωμανικές αρχές απαγόρευσαν τότε στους Ορθοδόξους την είσοδο στον Ναό της Αναστάσεως.

Ο Πατριάρχης Σωφρόνιος Δ΄ και οι πιστοί παρέμειναν στο προαύλιο, όπου, κατά την παράδοση, ένας κίονας κοντά στην πύλη ράγισε και από το εσωτερικό του αναπήδησε φως. Από αυτό ο Πατριάρχης άναψε τη λαμπάδα του και μετέδωσε τη φλόγα στο πλήθος, ενώ λίγο αργότερα οι πύλες του ναού άνοιξαν.

Το γεγονός καταγράφεται σε πολυάριθμες μαρτυρίες και παραμένει ζωντανό στην εκκλησιαστική παράδοση.

Η επιστημονική ματιά στη ρωγμή του κίονα

Η ρωγμή της κολόνας έχει απασχολήσει και την επιστημονική κοινότητα. Μελέτες που βασίστηκαν σε φωτογραφικό υλικό υψηλής ανάλυσης κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι πιθανόν προκλήθηκε από ισχυρή ηλεκτρική εκκένωση.

Παράλληλα, Έλληνες επιστήμονες εκτίμησαν ότι ενδέχεται να συνέβαλε και σεισμική δόνηση, δημιουργώντας μια σύνθετη καταπόνηση του υλικού. Ωστόσο, η ταυτόχρονη εμφάνιση αυτών των φαινομένων παραμένει δύσκολο να εξηγηθεί πλήρως, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο για διαφορετικές ερμηνείες.

Επίλογος

Το Άγιο Φως εξακολουθεί να αποτελεί ένα μοναδικό φαινόμενο στο οποίο συναντώνται η πίστη, η παράδοση και η αναζήτηση της εξήγησης. Για τους πιστούς είναι σύμβολο της Ανάστασης και της θείας παρουσίας· για άλλους, ένα ιστορικό και πολιτισμικό γεγονός με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Σε κάθε περίπτωση, η τελετή στον Πανάγιο Τάφο παραμένει ζωντανή εδώ και αιώνες, διατηρώντας αναλλοίωτη τη δύναμή της να συγκινεί, να εμπνέει και να προκαλεί ερωτήματα.

Πηγή:

https://boraeinai.blogspot.com/2009/04/blog-post_3418.html

https://boraeinai.blogspot.com/2019/04/blog-post_20.html

 

Η Ανάσταση του Χριστού και εμείς


Η Ανάσταση του Χριστού και εμείς

Δεύτε πάντες οι πιστοί, προσκυνήσωμεν την του Χριστού αγίαν Ανάστασιν·

ιδού γαρ ήλθε διά του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω

Υπάρχουν στιγμές που ο άνθρωπος στέκεται σιωπηλός απέναντι στη ζωή, σαν να περιμένει μια απάντηση που δεν έρχεται εύκολα. Κοιτάζει γύρω του τον κόσμο, τις χαρές που περνούν, τις σχέσεις που φθείρονται, τον χρόνο που δεν σταματά, και μέσα του γεννιέται ένα ερώτημα επίμονο: άραγε όλα αυτά έχουν νόημα ή χάνονται, όπως το φως που σβήνει στο τέλος της ημέρας;

Μέσα σε αυτή τη σιωπή ακούγεται, σχεδόν σαν ψίθυρος, η ιδέα της Ανάστασης. Όχι ως μια βεβαιότητα που επιβάλλεται, αλλά ως μια δυνατότητα που ζητά να την πλησιάσεις. Κι όμως, πόσο ξένη φαίνεται στην ανθρώπινη εμπειρία· πόσο δύσκολο είναι να πιστέψει κανείς ότι ο θάνατος δεν έχει τον τελευταίο λόγο.

Κι αν όμως δεν είναι έτσι; Αν ο θάνατος δεν είναι το τέλος, αλλά ένα πέρασμα; Αν η ζωή δεν είναι μια σύντομη παρένθεση μέσα στο κενό, αλλά μια πορεία που συνεχίζεται πέρα από αυτό που βλέπουμε;

Τότε όλα αλλάζουν.

Η μοναξιά παύει να είναι οριστική. Η αγωνία δεν είναι πια αδιέξοδο. Η αγάπη δεν είναι μια στιγμιαία λάμψη που χάνεται, αλλά κάτι που μπορεί να αντέξει στον χρόνο. Ο κόσμος δεν μοιάζει πια σαν μια σκηνή που στο τέλος αδειάζει, αλλά σαν ένας τόπος που κρύβει μια βαθύτερη αλήθεια.

Το πρόσωπο του Χριστού στέκεται τότε στο κέντρο αυτού του μυστηρίου. Όχι απλώς ως μια μορφή του παρελθόντος, αλλά ως μια παρουσία που προκαλεί. Τα λόγια Του δεν αφήνουν περιθώριο για εύκολες εξηγήσεις. Σε καλούν να αποφασίσεις: θα τα απορρίψεις ως αδύνατα ή θα τα δεχτείς ως αλήθεια που υπερβαίνει ό,τι γνωρίζεις;

Και κάπου εκεί, μέσα σε αυτή την εσωτερική πάλη, ανοίγεται ένας δρόμος. Όχι θορυβώδης, αλλά βαθύς και προσωπικός. Ένας δρόμος που δεν αποδεικνύεται με επιχειρήματα, αλλά φωτίζεται σιγά σιγά μέσα στην καρδιά.

Η Ανάσταση δεν έρχεται να λύσει όλα τα ερωτήματα. Έρχεται όμως να μεταμορφώσει τον τρόπο που τα κοιτάζεις. Να σου ψιθυρίσει ότι ίσως η ζωή δεν είναι μια τραγωδία χωρίς έξοδο, αλλά μια ιστορία που δεν έχει τελειώσει ακόμη.

Και τότε, ακόμη και μέσα στη φθορά και την αβεβαιότητα, γεννιέται κάτι απρόσμενο: μια ήσυχη ελπίδα. Σαν ένα φως που δεν επιβάλλεται, αλλά επιμένει. Σαν μια υπόσχεση ότι, τελικά, το σκοτάδι δεν είναι το τελευταίο κεφάλαιο.

Καλή Ανάσταση

Χρόνια Πολλά

 

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2021

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

 


ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ

 

της Αγγελικής Δαμίγου

 

Ο Άγιος Αθανάσιος υπήρξε Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας  και η μνήμη του εορτάζεται στις 18 Ιανουαρίου και στις 2 Μαΐου.

Ο Μέγας Αθανάσιος γεννήθηκε το 295 ή 296 στην Αλεξάνδρεια από φτωχούς Χριστιανούς Έλληνες γονείς αλλά με θερμότατη ευσέβεια. Λόγω των οικονομικών του δεν μπόρεσε να έχει πολυετή φοίτηση σε ανώτερες σχολές. Πήρε, όμως, εγκυκλοπαιδική, φιλοσοφική παιδεία, όπως μαρτυρεί ο Γρηγόριος ο Θεολόγος.

Η διάνοια του, πλούσια προικίσθηκε από το Θεό, με γενναία αυτοκαλλιέργεια και ανύψωση και μπόρεσε όχι μόνο να λάμψει σαν μέγας στρατευόμενος ηγέτης της Εκκλησίας αλλά και σαν μεγάλος ακριβολόγος, δογματικός και σαν απολογητής τόσο στους αιρετικούς και τους φιλόσοφους πολέμιους του Χριστιανισμού. Μαζί με τον Κύριλλο ήταν οι αγιότατοι αρχιεπίσκοποι Αλεξανδρείας και οι Θείοι της Εκκλησίας του Χριστού Πατέρες. Και οι δύο από την Αλεξάνδρεια Γι’ αυτό η μνήμη τους εορτάζεται την ίδια μέρα, στις 18 Ιανουαρίου,

Το 312 εχειροθετήθη αναγνώστης. Το 320 σε ηλικία 25 ή 26 ετών χειροτονήθηκε διάκονος από τον τότε Αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο.

Το 325 ο Αλεξανδρείας Αλέξανδρος, 75 χρόνων και φιλάσθενος, δίσταζε ν’ ανταποκριθεί στην πρόσκληση του Μεγάλου Κωνσταντίνου, δια να μεταβούν στην Α' Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια, όπου θα παρευρίσκοντο όλοι οι επίσκοποι Ανατολής και Δύσεως. Ο Μέγας Αθανάσιος, αρχιδιάκονος τότε, τον προέτρεψε να μη διστάσει να παρευρεθεί και τον ενεθάρρυνε, με το σκεπτικό, ότι θα παρευρίσκετο καθ’ όλη τη διάρκεια της μετάβασής του και της επιστροφής του πλάι του.

Δεν έλαβε μέρος στις συνεδριάσεις και στις συζητήσεις της Συνόδου, υπήρξε όμως σπουδαιότατος παράγοντας στις προσυσκέψεις και στις προσυζητήσεις τόσο ώστε αρκετά χρόνια αργότερα το 339, όταν έγινε η Σύνοδος στην Αλεξάνδρεια, εκείνοι που έλαβαν μέρος σ' αυτήν, είπαν: ότι ο Μέγας Αθανάσιος ήταν κυρίως εκείνος που σταμάτησε την αρρώστια του Αρειανισμού.

Ο γηραιός Αλέξανδρος, στο επιθανάτιο κρεβάτι του, τον Απρίλιο του 328 εξέφρασε προς τους παρευρισκόμενους κληρικούς και προκρίτους του ποιμνίου του, ότι ήθελε διάδοχο του τον Αθανάσιο, ο οποίος έλειπε σε αποστολή στην Κωνσταντινούπολη. Επέστρεψε μετά το θάνατο του Αλέξανδρου τον Ιούνιο τον 328, Τότε Κλήρος και λαός τον εξέλεξαν πανηγυρικά σε ηλικία 33 ετών παρά τις λυσσώδεις αντιδράσεις των Αρειανών, που η αναίδεια και η θρασύτητα τους έφτασε  στον   Μεγάλο   Κωνσταντίνο κατά της γενομένης εκλογής.

Ο Άρειος που ξεγέλασε τον Κωνσταντίνο, ότι τάχα παραδέχτηκε τις πράξεις της Α’ Οικουμενικής Συνοδου, είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του αυτοκράτορα, γι' αυτό και ο αυτοκράτορας θέλησε να πείσει τον Αθανάσιο να δεχτεί τον Άρειο στους κόλπους της Εκκλησίας για την ειρήνη κράτους και Εκκλησίας. Όμως, ο Αθανάσιος βαθύς γνώστης των Αρειανών, το αρνήθηκε. Μόλις, λοιπόν, έγινε αρχιεπίσκοπος κατάγγειλαν στον Μέγα Κωνσταντίνο, ότι έκανε σκευωρίες εναντίον του και ότι ήθελε να διαταράξει την ειρήνη του κράτους. Ο Κωνσταντίνος το πίστεψε. Συγκάλεσε το 335 Σύνοδο, στην Καισάρεια της Παλαιστίνης για να εξετάσει τις κατηγορίες κατά του Αθανασίου. Έντεχνα, από τη Σύνοδο, αποκλείστηκαν οι Ορθόδοξοι Μάρτυρες. Η Σύνοδος βασίστηκε στις μαρτυρίες Αρειανών, Μελετιανών ακόμη και Εβραίων ειδωλολατρών και καταδίκασε τον Αθανάσιο σε καθαίρεση, ενώ παράλληλα ψήφισε την παραδοχή του Αρείου στους κύκλους της Εκκλησίας.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος διέταξε την εξορία του Αθανασίου στην πόλη Κρίβερι δυτικά της Γαλατίας που κράτησε 2 χρόνια και 4 μήνες. Ο Μέγας Κωνσταντινος πέθανε τον Μάιο του 337 και ο Μέγας Αθανάσιος επανήλθε στην Αλεξάνδρεια στις 23 Νοεμβρίου του 337 κάτω από τις λαϊκές επευφημίες.

Ο Μέγας Αθανάσιος το 339 συνεκάλεσε Σύνοδο με 100 Ορθοδόξους επισκόπους στην Αλεξάνδρεια κι απέδειξε το ανυπόστατο όλων των κατηγοριών εναντίον του και πήρε αθωωτική ψήφο.

Τον Ιούλιο του 338 ο Μέγας Αντώνιος δήλωσε δημόσια την εκτίμηση και αφοσίωσή του στον πρόμαχο της Ορθοδοξίας Μέγα Αθανάσιο. Οι εχθροί του, όμως, έπεισαν τον Κωνστάντιο να συγκροτήσει Σύνοδο στην Αντιόχεια με την οποία καθήρεσαν τον Αθανάσιο κι έκαναν αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας τον Αρειανό Γρηγόριο τον Καππαδόκη.

Ο Κωνστάντιος επικύρωσε την καταδίκη που ανάγκασε τον Αθανάσιο σε δεύτερη εξορία που διήρκεσε 7 1/2 χρόνια από τις 16 Απριλίου του 339 έως τις 21 Οκτωβρίου του 346.

Μετά την καθαίρεση του ο Μέγας Αθανάσιος, αφού συνέταξε εγκύκλιο -επιστολή στους Επισκόπους του θρόνου του, έφυγε για τη Ρώμη το Πάσχα του 339 κι έμεινε εκεί 3 χρόνια.

Διέδωσε εκεί την Ορθοδοξία κι αποτέλεσε αφετηρία της ισχυρής και συστηματικής μοναχικής κίνησης της Δυτικής Εκκλησίας.

Το 343 η Σύνοδος στη Σαρδική, τον δικαίωσε και τον ανακήρυξε νόμιμο επίσκοπο της Αλεξανδρείας.

Οι πολέμιοι του, που ήταν περίπου 76 στη Φιλιππούπολη, ανανέωσαν την απόφαση της καθαιρέσεώς του κι έπεισαν τον Κωνστάντιο να ειδοποιήσει τον αδελφό του Κώνστα που βασίλευε στη Δύση, ότι αν τυχόν τολμούσε ο Μέγας Αθανάσιος να επανέλθη στην Αλεξάνδρεια, θα τον θανάτωναν. Στο τέλος, ο Πάπας Ιούλιος κι ο Κώνστας έπεισαν τον Κωνστάντιο να ακυρώσει όλα τα μέτρα που είχαν ληφθεί κατά του Αθανασίου. Ξαναγύρισε στην Αίγυπτο και πριν μπει στην Αλεξάνδρεια, επίσημοι και λαός του έκαναν μοναδική υποδοχή.

Στις 21 Οκτωβρίου του 340 εγκαταστάθηκε πάλι στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο της Αλεξάνδρειας, όπου ο Μέγας Αντώνιος σε βαθύ γήρας του έστειλε τους χαιρετισμούς και τα σέβη του. Φρόντισε γιο την πνευματικότερη ζωή των μοναχών της Αιγύπτου, για την εξασφάλιση καλύτερης εργασίας των εργατών της Ορθοδοξίας και συνέγραψε την περίοδο εκείνη την απολογία κατά των Αρειανών και υπέρ των αποφάσεων της εν Νίκαια Συνόδου.

Όταν πέθανε ο αυτοκράτωρας Κώνστας, ο αδελφός του Κωνστάντιος, πιεζόμενες από τους Αριανούς, επέτρεψε στον έπαρχο της Αιγύπτου Συριανό, να κυκλώσει με στρατό το ναό, την ώρα που λειτουργούσε ο Μέγας Αθανάσιας και οι στρατιώτες να ορμήσουν ξιφήρεις στα εκκλησιαζόμενα πλήθη, που ζήτησαν να προστατεύσουν τον ιεράρχη τους, ενώ οι ιερείς τον ικέτευαν να φύγει. Εκείνος αφού έψαλε μέρος του ψαλμού κατά του ασεβούς τυράννου της Αιγύπτου, βοηθούμενος από τα πλήθη, εξήλθε και ξέφυγε.

Η 3η εξορία του διήρκεσε 6 χρόνια από τις 21 Φεβρουαρίου του 362 ως τις 21 Φεβρουαρίου του 362. Περιπλανώμενος στις έρημους της Άνω Αιγύπτου πέρασε από τις κατασκηνώσεις των μοναχών και τα μονήρη ησυχαστήρια των ασκητών. Η θεία Πρόνοια, όμως, τον διεφύλαξε.

Επικοινωνούσε με τους έμπιστους του στην Αλεξάνδρεια.

Στις 3 Νοεμβρίου του 361 απέθανε ο Κωνστάντιος. Τον διαδέχτηκε ο Ιλιανός που στην αρχή της βασιλείας του δέχθηκε την ανεξιθρησκία και επέτρεψε να επανέλθουν στους θρόνους τους οι εξόριστοι επίσκοποι. Έτσι επέστρεψε πάλι ο Αθανάσιος στις 21 Φεβρουαρίου του 362.

Μετά από 8 μήνες όμως ανεξιθρησκίας ο Ιλιανός φοβήθηκε το παμμέγιστον κύρος του Αθανάσιου. Τον αποκαλούσε στις επιστολές του «ανθρωπίσκο» και «εχθρό των θεών» και του κατελόγισε θανάσιμο έγκλημα ότι βάφτισε «Ελληνίδες γυναίκες των επισήμων» και στο τέλος ο Ιλιανός διέταξε στις 24 Οκτωβρίου του 362 την 4η εξορία του Μεγάλου Αθανασίου. Κατά την αναχώρηση του κι επειδή τα πλήθη έκλαιγαν είπε «Θαρρείτε, νεφρίδιον εστί και θάττον παρελεύσετε» («έχετε θάρρος, γιατί είναι ένα νέφος και γρήγορα θα περάσει»).

Φιλοξενήθηκε από τους μοναχούς στη Θηβαϊδας. Όταν πέθανε ο Ιλιανός και ανέλαβε διάδοχος ο Ιοδιανός επανήλθε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο του στις 5 Σεπτεμβρίου του 363. Το 365 ανέλαβε το θρόνο του αυτοκράτορα ο Ουάλης φίλος του Αρειανισμού, ο οποίος εξέδωσε στις 5 Μαίου του 365 διάταγμα που ανανέωσε το παλιότερο διάταγμα του Κωνστάντιου περί εξορίας των Ορθοδόξων επισκόπων.

Ο λαός ήθελε τον αρχιεπίσκοπο του κι έπεισε τον έπαρχο Αλεξανδρείας να παρακαλέσει τον Ουάλη να μην εκτελεστεί η απόφαση. Ο Ουάλης έστειλε  στρατιώτες να σκοτώσουν τον Μεγάλο Αθανάσιο.

Όταν στις 5 Οκτωβρίου ο Μέγας Αθανάσιος το έμαθε, βγήκε νύχτα κρυφά από την Αλεξάνδρεια και κρύφτηκε σε ένα κοιμητήρι στο πατρικό του σπίτι κι έμεινε εκεί 4 μήνες, έως ότου απέθανε ο ηγεμόνας της Αλεξάνδρειας Τατιανός που ζητούσε να τον φονεύσει με εντολή του Ουάλη.

Στο διάστημα αυτών των μηνών πέθανε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ευδόξιος και τον διαδέχτηκε ο σοφός και ενάρετος Ευάργιος. Δεν μπόρεσε, όμως, ν' αποτρέψει τον Ουάλη ν' αποστείλει άλλον αρχιεπίσκοπο στην Αλεξάνδρεια. Όμως όταν το άκουσαν αυτό οι κάτοικοι της Αλεξάνδρειας κι έμαθαν οτι θα χοροστατήσει στο ναό του Αγίου Διονυσίου, ξεσηκώθηκαν, πήραν μαζί τους τον στρατιωτικό διοικητή και κλήρος και λαός περικύκλωσαν απειλητικά τον ναό.

Θεώρησαν αχαρακτήριστη την τελευταία απομάκρυνση του Ποιμενάρχου τους. Κάτω από αυτή την πίεση και τις νουθεσίες του καινούργιου Πατριάρχη Ευάργιου, ο Ουάλης δέχτηκε τελικά να αναλάβει πάλι ο Αθανάσιος το θρόνο του αρχιεπισκόπου Αλεξάνδρειας και να μην ενοχληθεί ποτέ πια. Αυτό έγινε την 1η Φεβρουαρίου του 366

Έκτοτε πλέον ο Αθανάσιος εποίμανε την Αρχιεπισκοπή του με ειρήνη, ανενόχλητος, πολυσέβαστος, πολύτιμος και διατήρησε πάντοτε όλη του τη δραστηριότητα για την Ορθοδοξία. Δικαίως του δόθηκε ο τίτλος ότι υπήρξε ο αγιότερος των ηρώων και ο ηρωικότερος των Αγίων.

Δικαίως επίσης ονομάστηκε Μέγας Πατήρ και στύλος της Ορθοδοξίας. Διακρίθηκε ως πολυγραφότατος και σπουδαιότατος συγγραφέας. Δυστυχώς δεν διεσώθησαν παρά αποσπάσματα από τα έργα του. Ως διάκονος έγραψε τις πραγματείες του κατά των εθνικών και της ενανθρωπίσεως του λόγου. Στα «πολεμικά» του κατατάσσονται η Εκθεσις Πίστεως, η Εγκύκλιος Επιστολή, η Επιστολή προς τους επισκόπους Αιγύπτου και Λιβύης, οι Λόγοι κατά των Αριανών. Άφησε και πολλές επιστολές.

Η γλώσσα του Μεγάλου Αθανασίου δεν έχει κάλλος και κομψότητα, όπως του Βασιλείου, του Γρηγορίου και του Χρυσοστόμου. Διακρίνεται όμως για την ακριβολογία, τον τόνο και τη δύναμή της. Και αληθινά μέσα από τα γραπτά του εξαγγέλλεται ότι υπήρξε κορυφαίος των ποιμεναρχών της Εκκλησίας.

Πέθανε στις 2 Μαΐου του 373 μ. Χ. σε ηλικία 75 ετών. Η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του δύο φορές τον χρόνο. Την 2ά Μαΐου, ημέρα του θανάτου του και την 18η Ιανουαρίου, μαζί με την μνήμη του Αρχιεπισκόπου Κυρίλλου Αλεξανδρείας

Το θρησκευτικό και ηθικό ανάστημά του στέκεται σαν ωραίο πνευματικό άγαλμα στους κόλπος της Εκκλησίας του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού.

ΠΗΓΗ

Αγγελικής Δαμίγου : Το συναξάρι των Αγίων

 

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2020

Αγία Βαρβάρα (μεγαλομάρτυς)

 


 

Αγία Βαρβάρα (μεγαλομάρτυς)



Προστάτιδα του Πυροβολικού

Η Αγία Βαρβάρα έζησε όταν στον αυτοκρατορικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης ήταν ο Μαξιμιανός (284-305) διώκτης των χριστιανών. Ο πατέρας της ήταν τοπικός άρχοντας ήταν τοπάρχης στην Ηλιούπολη (Μπάαλμπεκ) στο Λίβανο. Λεγόταν Διόσκουρος και ήταν φανατικός ειδωλολάτρης. Ο πατέρας της εκτός από τα υλικά αγαθά, είχε δώσει στην Αγία και μόρφωση.
Η Αγία Βαρβάρα, κλείστηκε από τον πατέρα της, όταν εκείνος έφυγε για ταξίδι, σε έναν πύργο ούτως ώστε να μην μπορεί κανένας να την δει. Κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού της ανακάλυψε την αληθινή θρησκεία και από ειδωλολάτρισσα έγινε Χριστιανή. Φεύγοντας ο πατέρας της, άφησε εντολή να κατασκευαστεί ένα λουτρό στον πύργο και σε αυτό να ανοιχτούν δύο παράθυρα. Η Αγία Βαρβάρα έδωσε εντολή να ανοιχτεί και ένα τρίτο, θέλοντας έτσι να μαρτυρήσει την πίστη της στον τριαδικό Θεό.
Γυρνώντας από το ταξίδι ο πατέρας της, και βλέποντας το τρίτο παράθυρο, θύμωσε. Τον θυμό του αύξησε η άρνηση της Αγίας να δεχτεί τα συνοικέσια,   η ομολογία ότι ήταν πλέον Χριστιανή και όχι ειδωλολάτρισσα, καθώς και το ότι μπροστά του η Αγία Βαρβάρα έκανε το σταυρό της. Στον θυμό του πάνω ο πατέρας της προσπάθησε να την αποκεφαλίσει και η Αγία τράπηκε σε φυγή. Κατά την διάρκεια της φυγής της, βρέθηκε στο βουνό όπου κρύφτηκε σε έναν βράχο που άνοιξε θαυματουργικά στα δύο. Όμως ένας βοσκός που είδε το θαύμα, το ανέφερε στον πατέρα της, ο οποίος συνέλαβε τελικά την Αγία και την οδήγησε στον έπαρχο της περιοχής, Μαρκιανό.
Εκεί η Αγία ομολόγησε για μια ακόμη φορά την πίστη της και περιγέλασε τα είδωλα. Ο έπαρχος πρόσταξε τον βασανισμό της. Πληγωμένη και βαριά τραυματισμένη η Αγία φυλακίστηκε και στο κελί της εμφανίστηκε το βράδυ ο Χριστός που θεράπευσε όλες της τις πληγές και την παρότρυνε να διατηρήσει την πίστη της. Ο έπαρχος βλέποντας την άλλη μέρα την Αγία θεραπευμένη, αντί να πιστέψει στον Χριστό, διέταξε να συνεχιστούν τα βασανιστήρια της. Ένα από αυτά ήταν και η περιφορά της στους δρόμους γυμνή. Όταν όμως πήγαν να την γυμνώσουν, ένα νέφος κατέβηκε από τον ουρανό και τύλιξε το σώμα της Αγίας μην επιτρέποντας σε κανέναν να το δει. Μια γυναίκα, η Ιουλιανή, βλέποντας το θαύμα αυτό θέλησε να διακηρύξει κι αυτή την πίστη της και να υπομείνει μαζί με την Αγία Βαρβάρα τα μαρτύρια. Έτσι κι έγινε, έως ότου ο έπαρχος διατάξει τον αποκεφαλισμό και των δύο γυναικών.
Ο πατέρας της Αγίας Βαρβάρας θέλησε να εκτελέσει με τα ίδια του τα χέρια την εντολή του έπαρχου και έτσι η Αγία Βαρβάρα παρέδωσε το πνεύμα της στον Ιησού Χριστό μετά τον αποκεφαλισμό της από τον ίδιο της τον πατέρα, ενώ η Ιουλιανή παρέδωσε το πνεύμα της αποκεφαλισμένη από τα χέρια του δημίου.
Γυρίζοντας από τον τόπο του μαρτυρίου ο Διόσκουρος προς το σπίτι του, δέχτηκε την Θεία δίκη υπό την μορφή ενός κεραυνού που τον χτύπησε και τον έκανε στάχτη. Την λάμψη του κεραυνού είδε και ο αιμοσταγής Μαρκιανός.
Ένας ευσεβής χριστιανός, ο Ουαλεντίνος, παρέλαβε τα σώματα των δύο γυναικών και τα ενταφίασε ιεροπρεπώς στο χωρίο Γελασό, που απείχε λίγα χιλιόμετρα μακριά από την Ηλιούπολη.
Η  Αγία Βαρβάρα θεωρείτε τόσο από την Ανατολή όσο και στη Δύση, προστάτιδα του Πυροβολικού. Στην Ελλάδα καθιερώθηκε ως Προστάτης του Πυροβολικού το 1828 οπότε και αναφέρεται η πρώτη σχετική τελετή με δοξολογία και παράθεση γεύματος σε αξιωματικούς και οπλίτες πυροβολητές. Οι άνθρωποι επικαλούνται την βοήθειά της για τις καταιγίδες, τους κεραυνούς και τον αιφνίδιο θάνατο. Ο Κύριος της έδωσε την Χάρη να εισακούει τους πονεμένους και να προσφέρει θεραπεία και λύτρωση.
Η μνήμη της Αγίας Βαρβάρας εορτάζεται στις 4 Δεκεμβρίου. Ο εορτασμός της στην Ορθόδοξη εκκλησία λαμβάνει εξαιρετικό πανηγυρικό χαρακτήρα. Η Αγία Βαρβάρα θεωρείται επίσης προστάτιδα των ορυχείων και των σταφιδοπαραγωγών της Κρήτης.
Κατά τον 9ο αιώνα έγινε ανακομιδή των λειψάνων της και η μεταφορά τους από την Βιθυνία στην Κωνσταντινούπολη. Κατά δε το 991 ο Αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ δώρησε μέρος αυτών στους Βενετούς οι οποίοι και τα απόθεσαν στον Ναό του Αγίου Μάρκου.
Κατά το 12ο αιώνα, μέρος υπολοίπων λειψάνων της Αγίας μεταφέρθηκαν από την Κωνσταντινούπολη στο Μοναστήρι του Αγίου Μιχαήλ με τους Χρυσούς Τρούλους στο Κίεβο, όπου παρέμειναν ως το 1930, όταν μεταφέρθηκαν εκ νέου στον Καθεδρικό Ναό του Αγ. Βλαδίμηρου στην ίδια πόλη.

 

Απολυτίκιο Aγ. Bαρβάρας της Μεγαλομάρτυρος

Βαρβάραν την Αγίαν τιμήσωμεν 
εχθρού γαρ τας παγίδας συνέτριψε 
και ως στρουθίον ερρύσθη εξ αυτών, 
βοηθεία και όπλω του Σταυρού η πάνσεμνος.