Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Απριλίου 2021

Ταξιδεύοντας στα ερτζιανά με πειρατικό

 


Ταξιδεύοντας στα ερτζιανά με πειρατικό

Τις δεκαετίες του ’50 και του ‘60 η μοντέρνα ξένη μουσική ήταν άγνωστο άκουσμα για το ελληνικό κρατικό ραδιόφωνο. Ιδιωτικοί σταθμοί δεν υπήρχαν, ενώ η μόνη συχνότητα που έπαιζε μουσική από την άλλη άκρη του Ατλαντικού ήταν αυτή του σταθμού της Αμερικανικής Βάσης που εξέπεμπε από το Ελληνικό. Ήταν μία εποχή που η Ελλάδα «κατακλυζόταν από μπουζούκια». Στα κρατικά ερτζιανά κύματα εξέπεμπαν «σοβαρά» λαϊκά ακούσματα και ως εξαίρεση «αναγνωρισμένη» ελαφρά μουσική. Το Ροκ ‘ν’ Ρολ θεωρούταν ξενόφερτο είδος και οι διεθνείς επιτυχίες που παρέκκλιναν έστω και λίγο από τους πατροπαράδοτους ήχους, δεν είχαν τύχη να ακουστούν. Τα συντηρητικά καθεστώτα της εποχής είχαν την άποψη ότι οι ξενόφερτες μουσικές διέφθειραν και αλλοίωναν τον χαρακτήρα των νέων. Ωστόσο, αυτή η ακραία καλλιτεχνική λογοκρισία συντέλεσε στη γέννηση ενός νέου φαινομένου. Οι πρώτοι ραδιοπειρατές  ήρθαν να ταράξουν τις συχνότητες….

Η ραδιοπειρατεία δεν αποτέλεσε ελληνικό φαινόμενο. Στην Ευρώπη οι πρώτοι ραδιοπειρατές εμφανίστηκαν στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πόλεμου, όταν αναπτύχθηκαν και οι τεχνικές των παράνομων μεταδόσεων. Στην Ελλάδα εξέπεμψαν μόλις στις αρχές της δεκαετίας του΄60. Οι πρωτοπόροι ήταν κυρίως νέοι και φοιτητές, οι οποίοι είχαν την τεχνογνωσία και πήραν το ρίσκο να στήσουν μία μικρή ραδιοφωνική βάση μέσα στο σπίτι τους. Έτσι θα μπορούσαν να παίζουν, έστω και παράνομα, τα τραγούδια της επιλογής τους. Μέχρι τα μέσα του ’60, η ραδιοπειρατεία είχε εξαπλωθεί σε τέτοιο βαθμό, που κάθε γειτονιά είχε και τον «πειρατή» της.

Ας διαβάσουμε λοιπόν παρακάτω τις αναμνήσεις  του Γιώργου Χουστουλάκη από εκείνη την εποχή

Σαν πρώην εραστής του ραδιοφώνου, και των πειρατικών εκπομπών, έχω προσωπική άποψη να καταθέσω επί του θέματος.

Από τη δεκαετία του ΄60 και μετά, μέχρι τα τέλη του ’70 για τους πειρατές, οι ποινές ήταν αυστηρές κατά τη σύλληψή τους. Είχαν πρόστιμα και φυλάκιση. Τότε η πολιτεία, φοβόταν περισσότερο τη προπαγάνδα, και λιγότερο το κλασσικό που πρόβαλαν, πως οι πειρατές κάνουν ζημιά στις τηλεπικοινωνίες. Αυτό βέβαια ποτέ δεν είχε βάση, σε καμία περίπτωση, ούτε είχαμε ποτέ κανένα τέτοιο περιστατικό πτώσης αεροπλάνου, που να οφείλεται σε εκπομπή ερασιτέχνη!.

Η κύρια συχνότητα του ερασιτέχνη, ήταν περίπου οι 1600 χιλιόκυκλοι στα μεσαία κύματα , και δεν είχε καμία σχέση με τις συχνότητες των πύργων ελέγχου, που ήταν σε εντελώς διαφορετικές υπέρ υψηλές συχνότητες. Κι όταν μας έλεγαν ότι οι αρμονικές των συχνοτήτων μας, ήταν που τους έκαναν τη ζημιά αυτό δεν ευσταθούσε σαν βάση, γιατί οι αρμονικές που εξέπεμπαν οι σταθμοί μας, ήταν πολύ αδύναμες, και εξασθενούσαν στα εκατό με διακόσια μέτρα! 

 


 

Όμως, το κυνηγητό σε όλους εμάς, δεν είχε σταματήσει ποτέ! Με ειδικά ραδιογωνιόμετρα επί οχημάτων, περιπολούσαν τούς Αθηναϊκούς δρόμους, και ένα ειδικό όργανο, τούς έδειχνε σε ποιά κατεύθυνση είναι ο παράνομος σταθμός. Ήμαστε για αυτούς όλοι παράνομοι! Είχαμε όμως εμείς μια λατρεία σε αυτό που κάναμε, και ένα αλτρουισμό στο να θέμε να ψυχαγωγήσουμε τον κόσμο, που ούτε μας πτοούσε το ανελέητο κυνηγητό τους! Οι περισσότεροι, τους σταθμούς μας τους είχαμε φτιάξει μόνοι μας, με δικά μας χρήματα. Η λυχνία των μεσαίων κυμάτων, μας έβγαζε μια αόρατη ”γλύκα” και αυτό, λόγω της μαγεία της να ”μεταμορφώνεται”, να γίνεται δηλαδή, η ίδια λυχνία, πότε ενισχύτρια λάμπα, στούς ενισχυτές σε διάταξη Α, και πότε η ίδια πάλι λάμπα, να γίνεται λάμπα εκπομπής σε διάταξη Γ’, και να δημιουργεί ηλεκτρομαγνητικά κύματα.

Οι σταθμοί στα μεσαία κύματα, μπορεί να μήν κόστιζαν μια περιουσία, όπως αργότερα στα FM, αλλά όσο και να πεις ο ραδιοφωνικός σταθμός, με τον εξοπλισμό του συν τα έξοδα συντήρησης του, ερχόταν δεύτερος σε ακριβό χόμπι της εποχής, μετά το χόμπι των αερομοντελιστών! Αγωνία, λαχτάρα και πάθος, να κολλάς αργά με το κολλητήρι σου τα εξαρτήματα στο σασί, αντιστάσεις πυκνωτές, διόδους, και να στερεώνεις πάνω μετασχηματιστές, πηνία και βάσεις λυχνιών, και φυσικά να αναμένεις το τελικό αποτέλεσμα.

Εξαρτήματα αγοράζαμε από το Μοναστηράκι καινούρια ή μεταχειρισμένα,  ή ανταλλάσσαμε μεταξύ μας οι ερασιτέχνες. Και άντε και το έφτιαξες το μηχάνημα, είναι σίγουρο ότι θα δουλέψει σωστά; Και αφού το καταφέρεις να σου δουλέψει σωστά, άντε να βγεις στη ταράτσα να απλώσεις μια σωστή κεραία! Με ένα ειδικό χάλκινο σύρμα εμαγιέ ανά χείρας, τυλιγμένο στη καλούμπα όπως του χαρταετού, θα χρειαστεί να την απλώσεις ψηλά και όσο μπορείς περισσότερα μέτρα! Για το άπλωμα της κεραίας, ένας ήταν ο τρόπος, γνωστός σε όλους στον κύκλο των ραδιοπειρατών! Το σύστημα ”πατάτα”! Έδενες την άκρη του σύρματος σε μια πατάτα, και τη πέταγες μακριά, ή σε ένα δέντρο ψηλό, ή σε μια πιο ψηλή ταράτσα και αφού σκάλωνε κάπου, μετά από μερικές προσπάθειες, την έδενες και σε ένα στύλο στη δικιά σου ταράτσα. Στη συνέχεια την τέντωνες, και μέσω ενός πορσελάνινου μονωτήρα, (που αν δεν είχες έβαζες μια κασέτα), κατέβαζες την κάθοδο σου στην έξοδο του μηχανήματος. 

 


 

Όλα στις εκπομπές μας, διέπονταν από ένα πέπλο αόριστου και αγνώστου! Ψευδώνυμο είχε ο εκφωνητής, γενικόλογες και οι αφιερώσεις, πάντα με τα μικρά ονόματα! ” Ο Γιάννης στη Μαρία, ο Κώστας στη Γιωργία” Και τρέχα γύρευε να τους βρεις όλους αυτούς!

Οι περισσότεροι, από μας, κάποια στιγμή είχαν πιαστεί από την αστυνομία, αλλά συνήθως δεν υπήρχαν ποινές. Μια πρόχειρη δικαιολογία ότι σπουδάζαμε το αντικείμενο, και κάναμε απλά μια πραχτική εξάσκηση  με τις λυχνίες, και μας αφήνανε ελεύθερους! Όμως τιμωρία υπήρχε, αφού σού είχαν κατασχέσει τα μηχανήματα. Δηλαδή όχι μόνο τον πομπό, αλλά και όλα τα ηλεκτρονικά μηχανήματα που υπήρχαν μέσα στο σπίτι! Τον ενισχυτή dublex, το πικάπ ή κασετόφωνο, όλους τους δίσκους. Είχες έτσι μια ζημιά στα δεδομένα τα τότε, που στοίχιζε από 50 έως 80 χιλ. δραχμές! Τη στιγμή που το μεροκάματο ήταν από 300 έως 400 δρχ.

Πριν από τη κάθε εκπομπή, γινόταν απαραίτητα ένας συντονισμός, με τη βοήθεια άλλων ερασιτεχνών, για να ξέρει ο εκφωνητής ότι βγαίνει καλά. Σαν σημείο αναφοράς είχαμε, σαν μονάδα σύγκρισης, συνήθως ένα κρατικό σταθμό, το Β΄πρόγραμα, ή τοπικούς ξένους σταθμούς, όπως ο Αμερικάνικος σταθμός Γλυφάδας, Νέας Μάκρης κ.α. Αν ο εκφωνητής είχε το ταπεραμέντο να βάζει συναίσθημα στη φωνή του, να βάζει σωστούς δίσκους, και να κάνει καλό πρόγραμμα, τότε είχε μεγάλο και φανατικό κοινό, κυρίως γυναικείο! Πολλά κορίτσια ερωτεύονταν παράφορα τον εκφωνητή, τον οποίο ήθελαν διακαώς να γνωρίσουν και από κοντά! Αν δε είχες και τηλέφωνο στο σπίτι, ε΄ τότε ήταν πού γινόταν πανδαιμόνιο! Ήταν πραγματικά όλα μια αληθινή μαγεία, που δεν περιγράφεται με λόγια! Και βέβαια κατασκευαστικά είχε μαγεία ένας πομπός, αλλά όμως και η παρουσίαση της εκπομπή ήταν το κάτι άλλο! Μάλιστα για τον ερασιτέχνη που έκανε βόλτες στη περιοχή, και άκουγε σε σπίτια πολλά ραδιόφωνα να παίζουν το δικό του σταθμό, αυτό δεν ξεπληρωνόταν με τίποτα! Έβλεπε για παράδειγμα σε μια βόλτα στη γειτονιά το παιδί του σταθμού μια κοπελίτσα να κάθεται σε μια πράσινη αυλόπορτα, να κρατά ένα ράδιο στο αυτί της, και να ακούει το σταθμό του. Τότε μόλις πήγαινε στο σπίτι, είχε έτοιμη την αφιέρωση!  «Αφιερώνεται το παρακάτω τραγούδι, στην όμορφη μελαχρινή που κάθεται στη πράσινη αυλόπορτα, και έχει στο αυτί της το ραδιόφωνο και μας ακούει!» Και τέτοιες πολλές όμορφες αναμνήσεις έχουν να θυμούνται οι παλιοί ερασιτέχνες! Φυσικά, δεν έλειπαν και τα κορίτσια ερασιτέχνες! Εκεί φυσικά ο ανδρικός πληθυσμός πάθαινε τη πλάκα του, γιατί σαν γυναίκες είχαν πιο αισθησιακή φωνή, στις εκπομπές τους και έτσι είχαν φοβερή απήχηση! Βλέπετε οι κοπελιές βάζανε τσαχπινιά και γοητεία στη φωνή τους, που η φαντασία του ανδρικού πληθυσμού την πολλαπλασίαζε ακόμα περισσότερο! 

 


 

Κάθε μέρα, αργά σχεδόν, γίνονταν τα γνωστά πηγαδάκια, μεταξύ ερασιτεχνών. Μια έπαιρνε το μικρόφωνο ο ένας μια ο άλλος, και ρωτούσαν πως ακούγεται ο σταθμός στην περιοχή τους. Επίσης κατέθετε κάθε ένας την εμπειρία του, από τις πατέντες που ο ίδιος έκανε. Όσο πιο βραχέα συντόνιζες το μηχάνημα, δηλαδή στους 1650 χιλιόκυκλους και πάνω, τόσο πολλαπλασιαζόταν η εμβέλεια του σταθμού, και χωρίς μεγάλη κεραία. Από Αθήνα στα βραχέα, όπως λέγαμε τους 1850 χιλιόκυκλους, με επηρεασμό ποινίου κεραίας, μπορούσε κάποιος να συνομιλεί άνετα με Κρήτη, Πάτρα, ακόμα και Θεσσαλονίκη και Ορεστιάδα!! Όπως σε όλες τις δουλειές, έτσι και μεταξύ μας, υπήρχε μεν και η ευγενής άμιλλα, αλλά πολλές φορές και η ζήλεια, γιατί ο άλλος να έχει καλύτερο μηχάνημα από σένα; Έτσι, δεν λείπανε και οι διαπληκτισμοί, οι κόντρες, οι εγωισμοί, τα γνωστά ”ταπώματα”, όταν έπεφτε ο ένας πάνω στη συχνότητα του άλλου.

Πολλοί ραδιοπειρατές των μεσαίων, κατάφεραν κάποια στιγμή και δούλεψαν και σε μεγάλους ιδιωτικούς σταθμούς, και άλλοι σε κρατικούς αφού πολλοί ήταν αυτοί που ήταν απόφοιτοι της Σιβιτανιδείου, ή άλλης τεχνικής σχολής ραδιοηλεκτρολογίας. Τότε τα κρατικά ραδιόφωνα, δεν ήταν ιδιαίτερα προτιμητέα από το κοινό, γιατί έπαιζαν τα κλασσικά κομμάτια. Ο ερασιτέχνης όμως που είχε μεράκι, και στο Ελληνικό μα προ πάντων στο ξένο ρεπερτόριο, την ”έψαχνε” πολύ τη δουλειά. Έψαχνε ο ερασιτέχνης παντού στα δισκοπωλεία, τα σπάνια και καλά παλιά δισκάκια ή τα δισκάκια της εποχής, και τα έπαιζε στις αφιερώσεις του.. Δεν υπήρχε ποτέ πιθανότητα ένα κρατικό κανάλι να παίξει ένα ”hot rats” του Frank Zappa. Ούτε ένα ”profet” των Τemptation… ή το Peter Griffin – Spiderman. Τα σπάνια αυτά κομμάτια τα έβρισκε το μεράκι και μόνο το μεράκι του ερασιτέχνη, που θυσίαζε ώρες από το χρόνο του για να ψυχαγωγήσει το κοινό του!

Κάποιοι παλαίμαχοι βγαίνουν ακόμα στα μεσαία, γιατί το αγάπησαν και το λάτρεψαν το αντικείμενό τους. Κάνουν ακόμα προγράμματα, γεροντάκια πλέον, έστω και με πολύ ελάχιστη ακροαματικότητα. Όλοι πιστεύω ότι κατά βάθος νοσταλγούμε αυτά τα χρόνια, αλλά όμως τίποτα δεν είναι σήμερα όπως τότε.. Τότε ήταν άλλες εποχές!

Πηγή

https://www.facebook.com/photo?fbid=1728333474032125&set=g.335528360130111

https://www.neoiorizontes.gr/oi-radiopeirates-ta-radiogoniometra-oi-dioxeis-kai-oi-syllipseis/

 

Σάββατο 4 Ιουλίου 2020

ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1960 : ΤΙ ΕΠΑΙΖΑΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ, ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ ΚΑΙ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ




ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1960

ΤΙ ΕΠΑΙΖΑΝ ΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ, ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ ΚΑΙ Η ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

Πριν από τριάντα χρόνια ο κόσμος ήταν χωρισμένος στα δυο: στις κομμουνιστικές χώρες, με κυρίαρχη τη Σοβιετική Ένωση, και στις δυτικές δημοκρατίες με πρωτοπόρο τις ΗΠΑ.
Σ' αυτόν τον κυρίαρχο πολιτικό διαχωρισμό και τον "ψυχρό πόλεμο" βάσισαν την αναγνώριση τους από τη Δύση, και άρα την επιτυχία του πραξικοπήματος τους, οι χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί που οργάνωσαν, πρωτοστάτησαν και στήριξαν τη δικτατορία της 21ης Απριλίου.
Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι κατά την δεκαετία του '60 η έντονη οικονομική ανάπτυξη και ο φόβος ενός πυρηνικού πολέμου διαμόρφωσαν μια μεικτή τάση καταναλωτισμού και επαναστατικότητας.

Η γενιά του σινεμά


Το σινεμά ήταν η μαζικότερη διασκέδαση. Η γενιά, που απομεινάρια της, συμμετέχει ακόμα σήμερα στην διακυβέρνηση της χώρας, υπήρξε η γενιά του κινηματογράφου. Μέσα από τη μεγάλη οθόνη γνώρισε τον κόσμο, βρήκε πρότυπα, έκανε όνειρα.
Ταινίες που σημάδεψαν τη δεκαετία του '60 είναι:
• "Ψυχώ" (1960) του Χίτσκοκ. "Οι αταίριαστοι" με την Μέριλιν Μονρόε. "Γουέστ Σάιντ Στόρι (1961). "Ο Λόρενς της Αραβίας".
   Οι ταινίες του Τζέιμς Μποντ με τον Σον Κόνερι.
• "Κλεοπάτρα" (1963) με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ. "Ωραία μου κυρία". "ΣΟΣ Πεντάγωνο καλεί Μόσχα" (1964). "Ενας άνδρας και μια γυναίκα" {1965). "Δόκτωρ Ζιβάγκο". "Φαρενάιτ 451". "Η ωραία της ημέρας" με την Κατρίν Ντενέβ. Η "Ασύλληπτη απόδραση" με τους Λουί Ντε Φινές, Μπουρβίλ και τον Τέρι Τόμας.
  "Μπλόου Απ" του Αντονιόνι. "Μπόνι και Κλάιντ (1967) με τη Φέι Νταναγουέι και τον Ουόρεν Μπίτι. "Στον δάσκαλο μας με αγάπη" με τον Σίντνεϋ    Πουατιέ. "Το μωρό της Ρόζμαρι", που έκανε διάσημο τον Ρομάν Πολάνσκι και δημοφιλή τον σατανισμό.
   Τα κλασικά γουέστερν "Και οι 7 ήταν υπέροχοι", "Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος", "Μονομαχία στο Ελ Πάσο".
  "Η μεγάλη απόδραση" με τον Στιβ Μακ Κουίν και την μοτοσικλέτα του.
  Η κλασική "2001 Οδύσσεια του Διαστήματος" (1969) του Στάνλεϊ Κιούμπρικ.
Φυσικά, και ο ελληνικός κινηματογράφος βρισκόταν στις καλύτερες στιγμές του. Εκατοντάδες χιλιάδες θεατές πλημμύριζαν τις χιλιάδες κινηματογραφικές αίθουσες. Οι κωμωδίες εκείνης της εποχής προβάλλονται άπειρες φορές ακόμα και σήμερα από την τηλεόραση. Γι' αυτό θα αναφερθούμε σε μερικές ιδιαίτερες κατηγορίες ελληνικών ταινιών της δεκαετίας του '60.


• Ταινίες σπαραγμού και οδυρμού, όπως: Γα την αγάπη μιας ορφανής" (1960) με τη Γκέλυ Μαυροπούλου". "Δύο μάνες στο σταυρό του πόνου (1962) με την Αντιγόνη Βαλάκου και την Μπεάτα Ασημακοπούλου. "Παιδί μου, αμάρτησα" (1964) με την Μιράντα Κουνελάκη. "Ορφανή στους πέντε δρόμους" (1964) με την Μίρκα Καλαντζοπούλου. "Δεν είμαι ατιμασμένη" (1966) με την Αλεξάνδρα Λαδικού.
• Ταινίες σεξ που άρχισαν να γυρίζονται μετά το 1965 κι έθεσαν τα... θεμέλια της "τσόντας", όπως: "Τα μυστικά της αμαρτωλής Αθήνας" (1966) με τη Ζέτα Αποστόλου και τον Αλκή Γιαννακά. "Ο βιασμός της παρθένου"."Έρωτες στην Λέσβο" του Τζέιμς Πάρις. "Ό σαδιστής" (1968). "Έρωτας στην καυτή άμμο" με την Ελενα Ναθαναήλ και τον Σπύρο Φωκά.
Ως προς το θέμα των μουσικών προτιμήσεων Βρισκόμαστε επίσης στην εποχή που οι νεολαίοι τραγουδούν και χορεύουν στους ρυθμούς του Έλβις Πρίσλεϊ. Σύντομα, όμως, θα κλέψουν την καρδιά τους οι Μπιτλς, ένα μουσικό συγκρότημα από το Λίβερπουλ.
Είναι η εποχή που πρωτοκυκλοφορούν τα φορητά πικ-απ και τα μαγνητόφωνα (μπομπινόφωνα) μπαταρίας. Οι δίσκοι μεταφέρονται παντού και τα νεανικά πάρτι κυριαρχούν. Το τουίστ δίνει τη θέση του στο σέικ. Ξεπηδούν και χοροί της μόδας, όπως το χάλι - γκάλι και η γιάνκα.
Στα νεανικά πάρτι ακούγονται και χορεύονται κομμάτια των Ανιμαλς, Σέρτζιο Εντρίγκο, Ντομένικο Μοντούνιο, Πεπίνο ντι Κάπρι, Νικόλα Ντι Μπάρι, Αλ Μπάνο, Τζόνι Χαλιντέι, Νταλιντά, Ανταμό, Σιλβί Βαρτάν.
Τα ελληνικά συγκροτήματα που ξεχωρίζουν είναι οι Φόρμηγξ, οι Τσαρμς, οι Αϊντολς και οι Ολύμπιανς από τη Θεσσαλονίκη, που τολμούν και βάζουν ελληνικούς στίχους ("Το σχολείο"). Ο τραγουδιστής των Ολύμπιανς είναι ο Πασχάλης. Από τους Φόρμινγξ θα αποχωρήσει ο Βαγγέλης Παπαθανασίου και μαζί με τον Ντέμη Ρούσσο και τον Λουκά Σιδερά θα σχηματίσουν το συγκρότημα «Το παιδιά της Αφροδίτης»" που θα κάνει διεθνή καριέρα. 


Στις μπουάτ της Πλάκας επικρατεί το «νέο κύμα» (Σαββόπουλος, Λοίζος, Λεοντής, Ζωγράφος, Αρλέτα, Χωματά, Μαυρουδής) και προσπαθεί με το ρομαντισμό του να ανταγωνιστεί τους γίγαντες του λαϊκού τραγουδιού (Καζαντζίδη, Μπιθικώτση, Χιώτη, Πόλυ Πάνου) και τους μεγάλους συνθέτες Θεοδωράκη, Χατζιδάκι και Ξαρχάκο.
Οι ροκάδες και οι κουλτουριάρηδες (ο όρος είναι από το '60) ακούνε Μπομπ Ντίλαν, Τζόαν Μπαέζ, Ντορς, Ρόλινγκ Στόουνς, Χέντριξ, Τζάνις Τσάπλιν, Τζέφερσον Εϊρεπλέιν, Φρανκ Ζάπα, Βέλβετ Αντεργκράουντ.
Το ραδιόφωνο ήταν στη δεκαετία του '60 το σημαντικότερο μέσο μαζικής ενημέρωσης. Οι σημερινοί πατεράδες (και... παππούδες) είναι η γενιά (και) του ραδιοφώνου -τρανζίστορ.
Οι εκπομπές που είχαν μεγάλη ακροαματικότητα ήταν: Τα ραδιοφωνικά σίριαλ "Μικρή, πικρή μου αγάπη", "Το ημερολόγιο ενός θυρωρού", "Το σπίτι των ανέμων". "Η εκπομπή της σύγχρονης γυναίκας", προσφορά της Πειραϊκής Πατραϊκής.
Τα ραδιοπαιχνίδια "Σε 30 δευτερόλεπτα", "Βρες το και πάρ' το".
Η "Ραδιοφωνική βιβλιοθήκή" με αναγνώσεις που άφησαν εποχή, από τον Νίκο Τζόγια και την Ελένη Χατζηαργύρη.
Οι "Αστυνομικές ιστορίες" του Νίκου Φώσκολου.
"Τα νέα ταλέντα" του Γιώργου Οικονομίδη.
"Λεωφορείον η μελωδία" του Νίκου Μαστοράκη.
Η τηλεόραση θα εισβάλει ξαφνικά στη ζωή των Ελλήνων το 1966, όταν η πειραματική τηλεόραση του ΕΙΡΤ θα αρχίσει να μεταδίδει μαγνητοσκοπημένους   τους   ποδοσφαιρικούς αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Αγγλίας σε περιγραφή Γιάννη Διακογιάννη. Οι ουρές έξω από τα καταστήματα ηλεκτρικών ειδών έπιαναν όλο το πεζοδρόμιο.


Η απριλιανή χούντα προώθησε, για ευνόητους λόγους, την τηλεόραση. Προς το τέλος της δεκαετίας θα, διαμορφωθεί ένα ικανοποιητικό πρόγραμμα με εκπομπές όπως:
"Ηχώ των γεγονότων" με τον Βασίλη Παπαθανασόπουλο. "Καλειδοσκόπιο" με τον Φρέντυ Γερμανό."Για σας κυρία μου" με την Έλλη Ευαγγελίδη."Αθλητική Κυριακή" με τον Γιάννη Διακογιάννη. "Μπίνγκο" με τον Νίκο Μαστοράκη.
Πάντως, η κυρίαρχη γυναικεία μορφή της τηλεόρασης εκείνης της εποχής ήταν η μετέπειτα δημοσιογράφος της εφημερίδας  "Αδέσμευτος της Κυριακής". Η Ελένη Κυπραίου.
Όσον αφορά τα πολιτικά γεγονότα που συνέβησαν κατά την δεκαετία του ’60 να σας αναφέρουμε ότι η δεκαετία αυτή υπήρξε περίοδος πολιτικών συγκρούσεων και ανωμαλιών  με μοιραία κατάληξη όλων την δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967. 

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2020

Ο Επίλογος της Ελληνικής υπηρεσίας του BBC



Η Ελληνική Υπηρεσία του BBC (αγγ.: BBC Greek Service) ήταν μια υπηρεσία του BBC World Service στην Ελλάδα. Ξεκίνησε να λειτουργεί το Σεπτέμβριο του 1939 και έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου του 2005 ύστερα από 66 χρόνια λειτουργίας. Η υπηρεσία ήταν ιδιαίτερα σημαντική για την Ελλάδα, επειδή την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής και την περίοδο της Χούντας ήταν ο μόνος έγκυρος ραδιοφωνικός σταθμός στην Ελλάδα. Από το 1990 λειτουργούσε και η διαδικτυακή υπηρεσία.
Ο σταθμός άρχισε να εκπέμπει, στα βραχέα κύματα, λίγο μετά την αρχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τον Σεπτέμβριο του 1939.
Η φωνή που άρχιζε με τη χαρακτηριστική φράση «Εδώ Λονδίνο» καθιερώθηκε ως η ελληνική φωνή του BBC κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και στην Κατοχή, καθώς εκείνες τις περιόδους το BBC θεωρούνταν έγκυρος και αξιόπιστος ραδιοφωνικός σταθμός.
Πάρα πολλές προσωπικότητες της πολιτικής, αλλά επίσης των γραμμάτων και των τεχνών, φιλοξενήθηκαν στα χρόνια που μεσολάβησαν στα στούντιο της Ελληνικής Υπηρεσίας του BBC. Μερικοί από αυτούς είναι οι: Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, Κωνσταντίνος Καραμανλής, Ευάγγελος Αβέρωφ, Νίκος Καζαντζάκης, Γιάννης Τσαρούχης, Μίκης Θεοδωράκης, Κάρολος Κουν, Δημήτρης Χορν, Μελίνα Μερκούρη και Μαρία Κάλλας.
Αργότερα, κατά τη διάρκεια της χούντας (1967-1974), η ελληνική εκπομπή του BBC ήταν μια από τις πιο σημαντικές πηγές ελεύθερης, αντικειμενικής και ανεξάρτητης πληροφόρησης.
Η Ελληνική Υπηρεσία του BBC, σταμάτησε να εκπέμπει στις 31 Δεκεμβρίου 2005, ύστερα από 66 χρόνια λειτουργίας της. Η απόφαση του κλεισίματος ελήφθη στο πλαίσιο εξοικονόμησης χρημάτων για τη δημιουργία τηλεοπτικού σταθμού στην αραβική γλώσσα που απευθύνεται σε χώρες με λιγότερη ελευθερία στον τύπο, απ' ότι η Ελλάδα και η Κύπρος. Η Παγκόσμια Υπηρεσία του BBC υποστήριξε ότι η Ελληνική Υπηρεσία του BBC, απευθύνεται σε δύο χώρες, όπου, σε αντίθεση με άλλα ευρωπαϊκά κράτη, υπάρχει πλήρης ελευθερία του Τύπου.
Από άρθρο της εποχής διαβάζουμε την περιγραφή των τελευταίων ημερών της ελληνικής υπηρεσίας


Ο Επίλογος της Ελληνικής υπηρεσίας του BBC

Γράφει ο Γιώργος Αλοίμονος

Για περισσότερα από εξήντα πέντε χρόνια η ελληνική «φωνή» του BBC συσπείρωνε τον Ελληνισμό προσφέροντας πολύτιμη ενημέρωση ακόμα και σε εποχές φίμωσης. Σήμερα, «θύμα» των περικοπών που επιβάλλει -μεταξύ άλλων- η αλλαγή στους διεθνείς στόχους του Foreign Office, ετοιμάζεται να παραδώσει την σκυτάλη σε ένα αραβόφωνο τηλεοπτικό δίκτυο. Λίγο πριν το οριστικό σιωπητήριο, ο Γιώργος Αλοίμονος επισκέφτηκε τα γραφεία της Υπηρεσίας, αναζητώντας τα απομεινάρια ενός μύθου.
Ο χειμώνας στο Λονδίνο έχει μία ιδιαιτερότητα.  Είναι ξηρός το πρωί, σαν τριπλή δόση βότκας σε άδειο στομάχι. Κινούμαι από το γραφείο μου στο Γουέστ Εντ προς το Χόλμπορν. To Bush House, η έδρα του BBC World Service, μοιάζει να μην έχει αλλάξει από τότε που διάβηκα την πόρτα του, στα τέλη του 2001: Επιβλητικά γκρίζο, με την ξύλινη είσοδο. Μόλις μπαίνω, ζητώ την Ελληνική Υπηρεσία. Είναι η πιο δύσκολη μου επίσκεψη στο BBC. Δεν έρχομαι για δουλειά όπως παλιά -εργάστηκα εδώ για έναν χρόνο-, ούτε για να δω απλά παλιούς φίλους. Έρχομαι για να μιλήσω με πρώην συναδέλφους για την Ελληνική Υπηρεσία, που σε μερικούς μήνες θα είναι... πρώην. Και όλα αυτά στο πλαίσιο της «ελευθερίας του λόγου».
H Ελληνική Υπηρεσία του BBC είναι ένα, από τα ιστορικότερα διεθνή κομμάτια του World Service. Δημιουργήθηκε το 1939 (λειτούργησε στις 28 Σεπτεμβρίου), μέσα στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, σε μία προσπάθεια να ενημερώσει και να προωθήσει την αντικειμενική ενημέρωση, πάντα βέβαια κατά τη βρετανική εκδοχή. Από τότε -όπως και σήμερα- το World Service χρηματοδοτείται από το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών, το Foreign and Commonwealth Office.
Πρώτος διευθυντής της Ελληνικής Υπηρεσίας του BBC ήταν ο κ. Γιώργος Αγγέλογλου. Στο βιβλίο του «Εδώ Λονδίνο, καλησπέρα σας», ένα ημερολόγιο της 18χρονης παρουσίας του στο τιμόνι της υπηρεσίας, αναφέρει: «Προσελήφθην στις 10 Σεπτεμβρίου 1939, με μισθό 389 στερλινών τον χρόνο και βρέθηκα επικεφαλής της Ελληνικής Υπηρεσίας, η οποία απετελείτο από έξι εργαζομένους, τέσσερις άνδρες και δύο γυναίκες. Ήμουν μόνο 25 ετών, χωρίς προηγούμενη εμπειρία στο ραδιόφωνο και με μια μητρική γλώσσα την οποία δεν χρησιμοποιούσα σε συνεχή βάση από τότε που είχα αφήσει το πατρικό μου σπίτι στο Κάιρο, οχτώ χρόνια νωρίτερα. (...) Ετσι, στην αρχή της νέας μου απασχόλησης, ένιωθα κάπως ανασφαλής μεταξύ ανθρώπων που είχαν σπουδάσει στα ελληνικά και εκ των οποίων ο ένας ήταν ανταποκριτής δύο αθηναϊκών εφημερίδων. Όμως οι πιέσεις και οι κίνδυνοι του πολέμου και το καλοπροαίρετο προσωπικό μου, έκαναν τις πρώτες μέρες στο BBC ευχάριστες και ενδιαφέρουσες».


Ο Πρόεδρος .της Κύπρου, Αρχιεπίσκοπος Μακάριος δίνει συνέντευξη στον Κώστα Σισμάνη, τον Σεπτέμβριο του 1962. - Τον Οκτώβρη του 1958 ο Μίκης Θεοδωράκης βρέθηκε στο στούντιο του Greek Service με οικοδεσπότη τον Ηλία Χαραλαμπόπουλο. Φώτο κάτω : Από αριστερά Χαρολντ Μπαϊατ (της Βρετανικής Πρεσβείας στην Αθήνα, Άγγελος Τερζάκης (Το Βήμα); Πάνος Καραβιάς (Ελευθεροτυπία), Γιώργος. Καράγιωργας {«Εθνος»), Σίλα Χιούστον, Κλέων Παράσχος (Καθημερινή)
 


Οι καιροί ήταν εξαιρετικά δύσκολοι. Η Ελληνική Υπηρεσία έπρεπε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του κοινού στην Ελλάδα. Ο πόλεμος δημιουργούσε την ανάγκη για μια ελεύθερη φωνή, για το κενό που δημιούργησε η Κατοχή. Για μερικά χρόνια η Ελληνική Υπηρεσία είχε το σήμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Ο κ. Αγγέλογλου καταγράφει: «Καθώς έγινε προφανές ότι η γερμανική εισβολή στην Ελλάδα έφθανε στην ολοκλήρωση της, (...) αρχίσαμε να σκεφτόμαστε πώς θα αντιδρούσαμε στις αλλαγές που επρόκειτο να γίνουν στον ραδιοφωνικό σταθμό της Αθήνας. (...) Ο Σωτήρης Σωτηριάδης έδωσε την ιδέα να "κλέψουμε" το σήμα του σταθμού και να το υιοθετήσουμε στις δικές μας μεταδόσεις. Θα αρχίζαμε, δηλαδή, όλες τις εκπομπές μας με μερικά δευτερόλεπτα του σήματος αυτού, θα λέγαμε το "Εδώ Λονδίνο, καλησπέρα σας" και θα εξηγούσαμε ότι πλέον το Λονδίνο, και όχι η Αθήνα, θα μιλούσε για λογαριασμό της Ελλάδος, της ελεύθερης Ελλάδος. (...) Ρωτήσαμε τον πρεσβευτή της Ελλάδος αν συμφωνούσε να κάνει επίσημη παράδοση του σήματος του ραδιοφωνικού σταθμού Αθηνών σε μας, στην Ελληνική Υπηρεσία. Ο πρεσβευτής Σιμόπουλος ήταν απολύτως σύμφωνος. (...) Ήταν μια μεγάλη στιγμή για μας το ότι εμπιστεύθηκαν το σήμα στην Ελληνική Υπηρεσία για την περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα θα ήταν υπό τον Χίτλερ και τις δυνάμεις του. Έτσι, από την ημέρα εκείνη μέχρι την Κυριακή 5 Νοεμβρίου 1944, αρχίζαμε τις εκπομπές μας, οι οποίες ήταν από έξι ως εννέα την ημέρα, με το σήμα του ραδιοφωνικού σταθμού Αθηνών».
Η μεγάλη κυρία της Ελλάδας, η Μαρία Κάλλας πήγε αρκετές φορές στα στούντιο της υπηρεσίας. Πρώτη φορά ήταν το 1952, ύστερα από μία θριαμβευτική συναυλία στη Βασιλική Όπερα. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, κόσμος είχε συγκεντρωθεί έξω από τα γραφεία. Η Κάλλας ήταν μία διεθνής προσωπικότητα και η Υπηρεσία από τότε είχε καταφέρει να πιστοποιηθεί ως το ελληνικό, μα συνάμα διεθνές αξιόπιστο μέσο. Με έδρα το Λονδίνο, διακονούσε την καλύτερη δημοσιογραφική παράδοση. 


Τακτικός επισκέπτης της Ελληνικής Υπηρεσίας ήταν και ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης που στη δεκαετία του '50 υπηρετούσε στην Ελληνική Πρεσβεία στη Βρετανική πρωτεύουσα. Σύμφωνα με την επίσημη ιστορία του Greek Service, «το BBC ήταν οικείος χώρος για τον Σεφέρη από τα τέλη κιόλας της δεκαετίας του '40: ένας από τους πρώτους του μεταφραστές στα αγγλικά ήταν ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης που εργαζόταν τότε στην Ελληνική Υπηρεσία του BBC, στο Bush House. Στη δεκαετία του '50 (αλλά και αργότερα) ακούστηκαν επίσης πολλές φορές από τη ραδιοφωνία του BBC απαγγελίες ποιημάτων του Σεφέρη από την ηθοποιό Έλσα Βεργή. Τον Δεκέμβριο του '59, όταν ο Σεφέρης υπηρετούσε ως πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο, το Τρίτο Πρόγραμμα του BBC μετέδωσε ένα ημίωρο πρόγραμμα που ήταν αφιερωμένο εξ ολοκλήρου στο λογοτεχνικό του έργο. «Η εκπομπή μου στο ραδιόφωνο πληρώθηκε 58 λίρες», είχε γράψει τότε ο Σεφέρης με καμάρι στο ημερολόγιο του, «σπάνια ήμουν τόσο περήφανος για χρήματα που κέρδισα». Το πρόγραμμα αυτό μεταδόθηκε ξανά στις 12 Ιουνίου 1960, λίγες μετά την ανακήρυξη του Σεφέρη σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ. Έναν χρόνο αργότερα, το 1961, ο Σεφέρης τιμήθηκε στο Λονδίνο με το βραβείο «Foyle» (ένα από τα παλαιότερα ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία του Λονδίνου) και, το 1963, με το βραβείο Νόμπελ. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι χωρίς την ενεργό υποστήριξη όλων των ξένων (και ιδιαίτερα των Άγγλων) φίλων του, που μετέφρασαν και επίσης προώθησαν το έργο του στο εξωτερικό, η Σουηδική Ακαδημία δεν θα γνώριζε επαρκώς την ποίηση του Σεφέρη για ν' αποφασίσει να τον τιμήσει με το βραβείο Νόμπελ.
Ο μεγάλος ποιητής διαμέσου του BBC κατήγγειλε και τη χούντα των Συνταγματαρχών και προειδοποίησε για τα κακά που έρχονταν για τη χώρα. Η Ελληνική Υπηρεσία σε αυτά τα δύσκολα χρόνια έγινε καταφύγιο ελευθερίας του λόγου, της καταγγελίας του «βιασμού» της Δημοκρατίας. «Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μας βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό». 


Σύμφωνα με μαρτυρίες, στην Ελληνική Υπηρεσία του BBC είχαν επίσης ακουστεί για πρώτη φορά, σε πρώτη εκτέλεση, και τα καινούρια τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη σε ποίηση Σεφέρη, στο μικρό τότε στούντιο, από τη Μαρία Φαραντούρη. Τη συνόδευαν δύο στελέχη της Ελληνικής Υπηρεσίας του BBC -ο Τζον Θεοχάρης και, στο πιάνο, ο Χρήστος Πήττας. Πολλοί και σημαντικοί Έλληνες ήρθαν στο στούντιο του Bush House για να δημιουργήσουν ένα κομμάτι ιστορίας. Ανάμεσα σε αυτούς, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, υπό την ιδιότητα του Προέδρου της Ελεύθερης Κύπρου, ο Νίκος Καζαντζάκης (1946), ο Ανδρέας Παπανδρέου (1968), η Μελίνα Μερκούρη (1960), ο Γιάννης Τσαρούχης (1951), αλλά και τα Καλουτάκια και η «εθνική σταρ» Αλίκη Βουγιουκλάκη.
Στη δεκαετία του 1990 αποφασίστηκε να σταματήσει την εκπομπή στα βραχέα και, πλέον, να μεταδίδεται στα FM μέσω στρατηγικών συνεργασιών με ελληνικούς και κυπριακούς σταθμούς. Η Υπηρεσία γρήγορα κατάλαβε ότι το ελληνικό ραδιόφωνο αντιμετώπιζε προβλήματα στην ουσιαστική κάλυψη των διεθνών ειδήσεων. Η έναρξη του πολέμου της Γιουγκοσλαβίας δημιουργεί καινούρια αναγκαιότητα για το Greek Service. Στα τέλη του 1997 εγκαινιάζεται και η ιστοσελίδα της Υπηρεσίας. Σύντομα από μία απλή κατασκευή με ένα κείμενο, σταδιακά θα εξελιχθεί σε ένα εξαιρετικά δυναμικό site που θα γίνει σημείο αναφοράς. Είναι η εποχή που στο «πηδάλιο» βρίσκεται ένας από τους πιο επιτυχημένους διευθυντές της υπηρεσίας, ο κ. Μπάμπης Μεταξάς. Συνειδητοποιεί την αναγκαιότητα για νέες προσλήψεις και ειδικότερα σε ανθρώπους που θα ενισχύσουν την ηλεκτρονική παρουσία της Υπηρεσίας. Είναι παράδοση κάθε διαγωνισμός του Greek Service να προσελκύει τα σημαντικότερα ταλέντα από την Ελλάδα. Στα τέλη του 2001 οι προσλήψεις αυτές ολοκληρώνονται έπειτα από εξαντλητικές και αυστηρές εξετάσεις.
Ήδη στην Υπηρεσία υπάρχουν εξαιρετικά ταλαντούχα στελέχη που είναι γνωστά στην Ελλάδα. Η ιστοσελίδα του BBC Greek υπό το άγρυπνο μάτι του Μεταξά αλλά και την αφοσίωση του αρχισυντάκτη του site κ. Μιχάλη Κοσμίδη αποτελεί ό,τι καλύτερο στο ελληνόφωνο Διαδίκτυο. Με την απεριόριστη παροχή πρωτογενούς υλικού από το BBC, αρκετούς δικούς του ανταποκριτές σε όλα τα σημεία του γεωγραφικού ορίζοντα, εγκαινιάζει νέα δεδομένα στην ηλεκτρονική ενημέρωση. Μάλιστα, το ανέκδοτο που κυκλοφορεί είναι ότι από τότε που υπάρχει το BBC Greek τα ελληνικά ΜΜΕ ήξεραν τι έγραφαν οι βρετανικές εφημερίδες.
Από το 2002 είναι προφανές ότι η Υπηρεσία έχει φτάσει στο απόγειο της εξέλιξης της. Τα στελέχη είναι καλά, τα δεδομένα καλύτερα, αλλά η μονοπελατειακή σχέση με σταθμούς σε Ελλάδα και Κύπρο δημιουργεί πιέσεις. Τη στιγμή που άλλες αντίστοιχες Υπηρεσίες, όπως π.χ. π Φωνή της Αμερικής (VOA), η οποία διεύρυνε το «προϊόν» της, εκτός από τα ραδιοφωνικά προγράμματα, και σε τηλεοπτικά, η Ελληνική Υπηρεσία έδειχνε μια δυστοκία στο να ανανεωθεί. Τη χρονιά αυτή ο κ. Μεταξάς αποχωρεί από τη διοίκηση μεταβαίνοντας σε θέση μάνατζερ του World Service. Το πηδάλιο ανέλαβε η κ. Ρόζυ Βουδούρη, μια ικανότατη και ταλαντούχα δημοσιογράφος από τη Θεσσαλονίκη. Η διοίκηση της «περπάτησε» στα βήματα αυτής του κ. Μεταξά. Αρκετοί από τους προσληφθέντες το 2001, απολύθηκαν ή ακριβέστερα δεν ανανεώθηκε η σύμβαση του καθώς απέτυχαν, δις και τρις σε εξετάσεις για μόνιμη θέση. Οι νέες αφίξεις από την Ελλάδα αποδείχτηκαν άλλες εξαιρετικά αποτυχημένες (χαρακτηριστικό είναι περιστατικό όπου νέα συνεργάτιδα σε πρόγραμμα ανταλλαγής από την Ελλάδα, φωναχτά, είπε ότι πρώτη είδηση της ημέρας έπρεπε να είναι η νίκη του Ολυμπιακού!) και άλλες αδύναμες για να στηρίξουν τη νέα πορεία της Υπηρεσίας. Η αποχώρηση του κ. Μεταξά, για τους γνωρίζοντες ήταν κακός οιωνός. Ήδη είχαν ξεκινήσει οι πρώτες συζητήσεις για το μέλλον της υπηρεσίας και η τελευταία ελπίδα της ήταν να ξεκινήσει ένα γραφείο του BBC στην Αθήνα επ' αφορμή των Ολυμπιακών Αγώνων. Κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ. Συγχρόνως, η κάλυψη της διοργάνωσης πραγματοποιήθηκε με έναν περίεργο, χαμηλών τόνων, τρόπο.

 Τον Δεκέμβριο του 1950 ο Δημήτρης Χορν συνομιλεί με την Έλσα Βεργή



Στα μέσα του 2004 τα κακά μαντάτα μαζεύονται σαν μαύρα σύννεφα αφού είναι προφανές ότι οι Ευρωπαϊκές Υπηρεσίες κινδυνεύουν εξαιτίας των μικρών αγορών στις οποίες απευθύνονται, πάντα σε συνδυασμό και με τις απαιτήσεις του Foreign Office. Χωρίς να υπολογίζεται η επιτυχία της Ελληνικής Υπηρεσίας -τόσο όσον αφορά στην ακροαματικότητα όσο και στην παρουσία στο Διαδίκτυο (500.000 επισκέψεις τον μήνα και σε περιόδους κρίσεων το νούμερο αυξανόταν)- λίγο πριν από το καλοκαίρι του 2005 αυτό που όλοι φοβούνταν έρχεται. Τον Οκτώβριο ο φόβος γίνεται επίσημη ανακοίνωση, στο όνομα της «εξέλιξης των ΜΜΕ στην Ελλάδα, αλλά και στην ανάγκη δημιουργίας νέας, παγκόσμιας Αραβικής Τηλεόρασης». Στις πραγματικές αιτίες βρίσκεται το δυσανάλογο κόστος λειτουργίας που δεν καλύπτεται από τα λεφτά που εισπράττει η Υπηρεσία από τα ραδιόφωνα που τη μεταδίδουν σε Ελλάδα και Κύπρο. Άλλωστε η μορφή οργανισμού δημοσίου ενδιαφέροντος απαγορεύει στο BBC να εκμεταλλεύεται διαφημιστικά τα προγράμματα του. Η ανακοίνωση σοκάρει τους εργαζόμενους της Υπηρεσίας. Η εκπρόσωπος τους, κυρία Δόξα Σιβροπούλου, μας είπε: «Αν και το περιμέναμε, νιώθαμε τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια μας», ενώ με νόημα απαντά στην ερώτηση γιατί επελέγη π Ελληνική Υπηρεσία για να κλείσει - μαζί με άλλες 8 υπηρεσίες: «Πρόκειται για πολιτική απόφαση». Ο εκτελών χρέη διευθυντή της Υπηρεσίας, κ. Γιάννης Καραβίδας, τονίζει την ανάγκη να προστατευθούν τα δικαιώματα των εργαζομένων όσον αφορά σε αποζημιώσεις και προγράμματα μετεκπαίδευσης, ενώ τοποθετεί το οριστικό κλείσιμο σε μερικούς μήνες, και την απόλυση των περισσοτέρων μέχρι τον Μάρτιο του 2006. Αξίζει να σημειωθεί ότι η κυρία Βουδούρη βρίσκεται σε απόσπαση στο Ραδιόφωνο του BBC εδώ και αρκετούς μήνες. Το μέλλον των εργαζόμενων προβλέπεται ζοφερό καθώς υπάρχουν μικρές δυνατότητες για πρόσληψη σε άλλα τμήματα του Οργανισμού. Ο στόχος τώρα εντοπίζεται στο να υπάρξει αρραγές μέτωπο με τα σωματεία για την εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών συνθηκών αποχώρησης. Φήμες θέλουν παράγοντα της Κυπριακής Παροικίας, με οικονομική δύναμη και πολιτική επιρροή, να επιθυμεί να κρατήσει ζωντανή την υπηρεσία, αλλά ακόμα τίποτα δεν επιτρέπει την αισιοδοξία. Η σελίδα της Υπηρεσίας ενδεχομένως θα εξαφανιστεί και θα παραμείνει μόνο για αρχειακούς λόγους. Ευθύνες για το τέλος της Ελληνικής Υπηρεσίας βαρύνουν πολλούς, αλλά όπως επισημαίνει η κυρία Σιβροπούλου, «αυτά δεν είναι επί του παρόντος, θα αναζητηθούν στο μέλλον». Η φωνή της αξιοπρεπούς ελληνόφωνης ενημέρωσης χάνεται. Οι «Ερινύες» μόνο μπορούν να τιμωρήσουν τους εφιάλτες της Υπηρεσίας. Μέχρι να τελειώσει και η ελπίδα, καλή τύχη στους συναδέλφους. Εδώ Λονδίνο. Για λίγες ακόμα ακροάσεις...