Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Ιουνίου 2021

Λογοτεχνία και μουσική

 


Λογοτεχνία και μουσική

Της ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

Η Λογοτεχνία και η μουσική έχουν μακρά Ο παράδοση κοινής εμπειρίας. Η λυρική εργασία του ποιητή προμηθεύει τον συνθέτη με στίχους. Το τέμπο του μουσικού εμπνέει στον συγγραφέα ρυθμό. Και οι δύο τέχνες απευθύνονται στο αυτί, και οι δύο σχετίζονται με τη φωνή και τον τόνο. Όλοι όμως ξέρουμε πως οι δυνατότητες της μουσικής να μεταμορφωθεί σε λογοτεχνία ή της λογοτεχνίας να μεταφραστεί σε μουσική είναι τεράστιες. Καθηγητής μουσικής στο Πανεπιστημιακό Κολέγιο του Δουβλίνου ο Harry White έγραψε, όπως μας πληροφορεί η κριτικογράφος του TLS Angela Leighton, το συναρπαστικό βιβλίο «Music and the Irish literary imagination» για τη σχέση των μεγάλων κλασικών Thomas Moore, W.B. Yeats, J.M. Synge, G.B. Shaw, James Joyce, Samuel Beckett και Seamus Heaney με τη μουσική (Oxford University Press, σελ. 260). Με δεδομένο ότι η Ιρλανδία δεν διαθέτει παράδοση κλασικής μουσικής, η μπαγκέτα, παρατηρεί ο μελετητής, φαίνεται πως δόθηκε στος συγγραφείς. Η έρευνα του ρόλου που έπαιξαν οι μουσικοί ήχοι στη ζωή και το έργο τους βασίζεται στην υπόθεση πως η απουσία της μιας παράδοση ισχυροποιεί την άλλη, και πως η ιρλανδική λογοτεχνία επωφελήθηκε από τον στενό συσχετισμό της με τη μουσική.

Επικεφαλής  της παράδοσης βρίσκεται ο Thomas Moore, ο λαϊκός ποιητής ιρλανδικών τραγουδιών και μπαλάντα. Ο συγγραφέας υπενθυμίζει τον κρίσιμο ρόλο του στους κόλπους του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, τη σημασία που είχε ο Moore για τον Μπερλιόζ και τον Σούμαν οι οποίοι χρησιμοποίησαν τον στίχο του στις δικές τους συνθέσεις, καθώς και την επίδραση του στην άνοδο του ιρλανδικού εθνικισμού. Το ισχυρό ιδιότυπο ταλέντο του άλλωστε να συνθέτει στίχους πάνω σε προϋπάρχοντες μουσικούς τόνους βοήθησε στην εξάπλωση της παραδοσιακής ιρλανδικής μουσικής. Τόσο ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σω όσο και ο J.M. Synge είχαν μουσικές καριέρες. Ο Σω έγραφε ως επαγγέλματίας μουσικοκριτικός και ο Synge σπούδασε μουσική σύνθεση πριν στραφεί στη λογοτεχνία το 1894. Ο Σω μπόρεσε, όπως παρατηρεί η Angela Leighton, να χρησιμοποιήσει τα θεατρικά έργα του για να επικρίνει τις στενές αντιλήψεις του βρετανικού μουσικού πνεύματος και να εκδηλώσει την αγάπη του για τον Βάγκνερ. Ο Synge εξάλλου εσωτερίκευσε τη μουσική διαδικασία γράφοντας ομιλίες που λειτουργούν ως άριες κι επιμένοντα στις πρόβες των έργων του να χρησιμοποιούν οι ηθοποιοί την προσωδία της φωνής. Υπήρξε συγγραφέας που διαρκώς μετέτρεπε τους ήχους της μουσικής σε φωνές, έτσι ώστε να αποτελούν τα έργα του «ρηματικές όπερες».

Το ζήτημα της σχέσης του Τζόυς και του Μπέκετ με τη μουσική έχει συζητηθεί. Η ικανότητα του Τζόυς να «μεταγράφει τον θόρυβο στο χαρτί» όπως το είχε επισημάνει ο αδελφός του, οφείλεται στη διά βίου αγάπη του για την όπερα. Στη νουβέλα «Οι Νεκροί», στο κεφάλαιο «Σειρήνες» του «Οδυσσέα» ή στο «Finnegans Wake» (όπου υπάρχουν περίπου τρεις χιλιάδες παραπομπές) στην όπερα δεν είναι τόσο οι συχνές μουσικές νύξεις, όσο η μουσική χρήση της γλώσας - σαν ένα μπελκάντο της φαντασίας να οδηγεί τους ρυθμικούς εσωτερικούς μονολόγους των έργων. Ασχέτως αν θα χαρακτηρίσουμε τα έργα αυτά «ρηματικές όπερες» ή όχι, η γλώσσα του Τζόυς αναμφίβολα αντλεί από τους μη λεκτικούς ήχους, υπακούει σε έναν ρυθμό και σε ένα τόνο οι

οποίοι βομβούν από τη δική τους παιχνιδιάρικη και «αποστασιοποιημένη» μουσική. Όπως ο Τζόυς, έτσι και ο Μπέκετ ήταν ένας καλός ερασιτέχνης πιανίστας - αν και αυτός προτιμούσε όχι την όπερα αλλά τη μουσική δωματίου. Εμπλούτισε τα κείμενα του με ήχους, εξ ου και η επιμονή του να εφαρμόζουν οι παραστάσεις των έργων του ορισμένες δυναμικές λόγου. «Είναι αδύνατον να ακολουθήσουμε το κείμενο σε αυτό τον ρυθμό» παραπονέθηκε κάποτε ένας ηθοποιός, «Είναι σαν μουσική», απάντησε ο Μπέκετ. «Σαν ένα κομμάτι του Σένμπεργκ μέσα στο κεφάλι του». Το σημείο όπου η γλώσσα παραχωρεί τη θέση της στη σύνθεση του ήχου είναι πάντοτε παρόν στον Μπέκετ. Πως είναι παρόν και το σημείο όπου ο ήχος παραχωρεί τη θέση του στη σιωπή - μια σιωπή που στα έργα του Ιρλανδού δραματουργού διαθέτει την εκφραστικότητα μιας μουσικής παύσης. Ανάμεσα σε όλους τους καλλιτέχνες, ο W.B. Yeats αποτελεί όπως φαίνεται εξαίρεση καθώς ομολογούσε τη βαθύτατη αδιαφορία του για τη μουσική ως καλλιτεχνική φόρμα και για την αδυναμία του να ξεχωρίσει τους μουσικούς τόνους. Ποιos όμως μπορεί να ξεχάσει, αναρωτιέται ο συγγραφέας, τους μουσικούς ήχους που γεννά η ανάγνωση του «Lake Isle of Innisfree» ή οι τελευταίες αναγνώσεις ποιημάτων του στο BBC; Λιγότερο ενδιαφέρον είναι, σύμφωνα με την κριτικογράφο, το τελευταίο σύντομο κεφάλαιο του βιβλίου για τον Seamus Heaney στο οποίο τίθενται ζητήματα αισθητικής και ηθικής.

ekotzia@yahoo.gr

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 28.2.2010

Κυριακή 16 Αυγούστου 2020

Γ.Α. ΛΕΟΝΤΑΡΙΤΗ : Πώς φθάσαμε στη συμφωνία της Ζυρίχης

Πώς φθάσαμε στη συμφωνία της Ζυρίχης

Ο Αβέρωφ φοβόταν ότι ο Γρίβας θ' ανέτρεπε την κυβέρνηση Καραμανλή. Η παρακολούθηση των Άγγλων. Αποκαλύψεις Μακαρίου στον Γ. Παπανδρέου. Μακ Μίλαν (πρωθυπουργός Μεγ. Βρετανίας): «Οι Έλληνες είναι χαρούμενοι παρ’ όλον ότι αντιλαμβάνονται ότι δεν είναι οι κυρίως ωφελημένοι…»

Του Γ.Α. ΛΕΟΝΤΑΡΙΤΗ

Η σημερινή επέτειος της επίσημης ανακήρυξης της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960 φέρνει στη μνήμη μας τις επαφές που οδήγησαν στις συμφωνίες της Ζυρίχης, για τις οποίες γίνεται ευρύτατη αναφορά στα αρχεία Καραμανλή.

Οι βάσεις για τη συμφωνία της Ζυρίχης που θα οδηγούσε στη δημιουργία ανεξάρτητου κυπριακού κράτους, ετέθησαν στις αρχές Δεκεμβρίου του 1958 κατά τη συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδος - Τουρκίας, Ε. Αβέρωφ και Φ. Ζορλού, στα παρασκήνια του ΟΗΕ. Το δεύτερο βήμα έγινε σε άλλη συνάντηση τους στο Παρίσι, τον Ιανουάριο του 1959, για να προετοιμάσουν τη διάσκεψη Καραμανλή - Μεντερές που πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 1959 στη Ζυρίχη. Στις 28 Ιανουαρίου 1959, οι «Τάιμς της Ν. Υόρκης» δημοσίευσαν ανταπόκριση του Σ. Σουλτσμπέργκερ, ο οποίος έγραφε ότι βρισκόμασταν «στα πρόθυρα λύσεως του Κυπριακού». Όπως αποκάλυψε αργότερα ο Αμερικανός δημοσιογράφος, ο Ε. Αβέρωφ του είχε πει ότι ήταν έτοιμη λύση για το Κυπριακό, την οποία θα ενσωμάτωναν σε μια γενική ελληνοτουρκική διευθέτηση, η οποία θα επιβεβαίωνε τη συμμαχία μεταξύ των δύο χωρών, θα αποκαθιστούσε το Βαλκανικό Σύμφωνο και θα' έλυε ορισμένα βασικά προβλήματα, όπως του Ορθοδόξου Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη. Ο Αβέρωφ εκμυστηρεύτηκε στον Σουλτσμπέργκερ ότι φοβόταν τον αρχηγό της ΕΟΚΑ συνταγματάρχη Γρίβα, διότι εάν δεν συμφωνούσε με τη λύση του Κυπριακού, μπορούσε ακόμη και να ανατρέψει την ελληνική κυβέρνηση.

Μέχρι την 20ή Ιανουαρίου είχε επέλθει συμφωνία μεταξύ του Αβέρωφ και του Ζορλού στα βασικά σημεία των όρων, για τη δημιουργία του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους. Μόλις ο Ελληνας υπουργός Εξωτερικών γύρισε από το Παρίσι, ενημέρωσε τα αρμόδια στελέχη του υπουργείου για την κατ' αρχήν συμφωνία και τα ίδια στελέχη ανέλαβαν να επεξεργαστούν τις βασικές διατάξεις του νέου Συντάγματος της Κύπρου. Τι είχαν συμφωνήσει μέχρι τότε οι δύο υπουργοί Εξωτερικών; α) Να διατηρήσουν οι Βρετανοί τις βάσεις τους στην Κύπρο, β) Να αποτελέσει το υπόλοιπο έδαφος της Κύπρου ένα ανεξάρτητο κράτος, γ) Να αποκλεισθούν η Ένωση και η Διχοτόμηση. δ) Να δημιουργηθεί μία ενιαία Βουλή, καθώς και δύο Κοινοτικές, ε) Να κατοχυρωθεί το «βέτο» του αντιπροέδρου, που θα ήταν Τούρκος, στ) Να υπογραφεί χωριστή «Συνθήκη Εγγυήσεων» για το νέο κράτος και συνθήκη Συμμαχίας μεταξύ Αγγλίας, Ελλάδος, Τουρκίας και του νέου Κυπριακού Κράτους. Την ίδια ώρα, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος δήλωνε, στο ξενοδοχείο «Σαν Μόριτς» της Ν. Υόρκης, προς τους δημοσιογράφους: «Η Ανεξαρτησία θα είναι το πρώτο βήμα, διότι οι Κύπριοι δεν έχουν παραιτηθεί της επιθυμίας να ενωθούν αργότερα με την Ελλάδα...»

Για τις μυστικές συνομιλίες Αβέρωφ-Ζορλού, ο Μακάριος ενημερώθηκε στο ξενοδοχείο του στη Ν. Υόρκη, από τον μόνιμο αντιπρόσωπο της Ελλάδος στον ΟΗΕ, Ξανθόπουλο-Παλαμά.

Επιστολή στον Γρίβα

 

Την 1η Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα σύσκεψη, υπό την προεδρία του πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή, στην οποία εξετάσθηκαν όλα όσα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ Αβέρωφ-Ζορλού και αποφασίστηκε η στάση που θα τηρούσε η Ελλάδα κατά τη διάρκεια της τελικής διαπραγμάτευσης. Τρεις μέρες αργότερα, στις 4 Φεβρουαρίου 1959, οι Καραμανλής και Αβέρωφ αναχωρούσαν από την Αθήνα για τη Ζυρίχη. Λίγο προτού επιβιβαστούν στο αεροσκάφος της «Ολυμπιακής» που θα τους μετέφερε στην όμορφη πόλη της Ελβετίας, οι δημοσιογράφοι ρώτησαν τον πρωθυπουργό:

— Κύριε πρόεδρε, θα είναι σημαντικές οι συνομιλίες σας;

Ο Καραμανλής ήταν προσεκτικός στην απάντηση του:

  Διεπιστώθη ήδη, κάποια καλή θέληση...

Κι ο Ε. Αβέρωφ συμπλήρωσε:

— Δεν είμαι απαισιόδοξος ούτε αισιόδοξος...

Οι πρωθυπουργοί και οι υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδος-Τουρκίας είχαν συμφωνήσει να συναντηθούν και να συζητήσουν αυτή τη φορά διεξοδικά το Κυπριακό. Από τη συνάντηση απουσίαζαν οι «άλλοι ενδιαφερόμενοι»: οι Άγγλοι. Σίγουρα όμως, είχαν τον τρόπο ώστε το μάτι τους να παρακολουθεί τις δύο πλευρές. Πολλές φορές είχε διατυπωθεί το ερώτημα: Πόσα γνώριζε ο Μακάριος από τις διαπραγματεύσεις των δύο χωρών;

Φαίνεται ότι η ελληνική κυβέρνηση ενημέρωνε τον Αρχιεπίσκοπο. Ο Μακάριος σε επιστολή που έστειλε στον Διγενή (Γρίβα) αρχές Φεβρουαρίου (γραμμένη σαν να τη στέλνει «τρίτο πρόσωπο» για λόγους ασφαλείας) ανέφερε μεταξύ άλλων: «Γεννάται το ερώτημα κατά πόσον η Ελλάς έπρεπε να δεχθεί συνομιλίας, έστω παρασκηνιακώς, μετά της Τουρκίας. Ο Αρχιεπίσκοπος φρονεί ότι τοιαύται ανεπίσημοι διπλωματικοί επαφαί, ανιχνευτικής φύσεως, δεν θα ήσαν επιζήμιοι. Απαιτείται όμως προσοχή διά να μην εμφανισθεί τελικώς το Κυπριακό ως μια καθαρώς ελληνοτουρκική διαφορά. Δι' αυτό, δεν πρέπει να συνεχιστούν αι συνομιλίαι, προτού οι Τούρκοι εγκαταλείψουν την κατά πάντα απαράδεκτον αξίωσιν περί παραχωρήσεως βάσεως. Επρότεινον συνάντησιν Καραμανλή - Μεντερές, απερρίφθη όμως η πρότασίς των...»

«Η ευτυχεστέρα ημέρα...»

Μέχρις ότου όμως φθάσει η επιστολή του Μακαρίου στο λιμέρι του Γρίβα, οι δυο πρωθυπουργοί είχαν συναντηθεί στη Ζυρίχη...

Στην «ειδυλλιακή ατμόσφαιρα» του «Ντόνλτερ Γκραντ οτέλ» της Ζυρίχης πραγματοποιήθηκε η συνάντηση και διεξήχθησαν οι συνομιλίες που θα κατέληγαν στη δημιουργία του νέου κράτους. Την ελληνική αντιπροσωπεία αποτελούσαν: ο πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής, ο υπουργός Εξωτερικών Ε. Αβέρωφ, ο αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ Ξανθόπουλος-Παλαμάς και οι Δημ. Μπίτσιος και Αγγ. Βλάχος. Την τουρκική πλευρά αποτελούσαν: ο πρωθυπουργός Αν. Μεντερές, ο υπουργός Εξωτερικών Φ. Ζορλού, ο γεν. γραμματέας του υπ. Εξωτερικών Εζένμπελ, ο βοηθός του Ζεκί Κιουνερλάπ, ο συνταγματολόγος Νιχάτ Ερίμ και άλλοι υπηρεσιακοί παράγοντες.

Στις 11 Φεβρουαρίου 1959, Καραμανλής και Μεντερές έσφιξαν τα χέρια, μονόγραφαν τη Συμφωνία και την επισφράγισαν μ' ένα ποτήρι σαμπάνια. Ήταν 2.45' το απόγευμα... Ο Κ. Καραμανλής επέστρεψε αμέσως στην Αθήνα. Στο αεροδρόμιο τον ανέμεναν δεκάδες δημοσιογράφοι, προς τους οποίους είπε:

- Η ημέρα αυτή είναι η ευτυχεστέρα της ζωής μου και θα αποτελέσει σταθμόν εις την Ιστορίαν της Κύπρου...

Στις 12 Φεβρουαρίου 1959, ο Καραμανλής ενημέρωσε τον Μακάριο για ό,τι είχε συμφωνηθεί με τον Μεντερές. Ο Αρχιεπίσκοπος διάβασε τα κείμενα των συμφωνιών και εξέφρασε την επιδοκιμασία του, με δήλωση του προς τους δημοσιογράφους:

- Η επιτευχθείσα συμφωνία έθεσε την βάσιν αμέσου και τελικής λύσεως του κυπριακού προβλήματος, καθισταμένης της Κύπρου ανεξαρτήτου και κυριάρχου πολιτείας.

Όμως, από την επομένη εκδήλωσε τάσεις υπαναχώρησης από την αρχική του θέση.

Ο πρέσβης ε.τ. Αγγελος Βλάχος σε μια επιστολή του στο «Βήμα» ανέφερε μεταξύ άλλων για τη στάση του Αρχιεπισκόπου πως: «Όταν ο αρχιεπίσκοπος έθεσε θέμα Ζυρίχης, αυτό που του ζητήθηκε, δεν ήταν ν' αποδεχθεί τη Συμφωνία -πράγμα που είχε ήδη κάνει- αλλά να σεβασθεί τις υποσχέσεις που ο ίδιος είχε δώσει, οι οποίες αποτελούσαν την προϋπόθεση υπό την οποία είχε συγκληθεί η διάσκεψη του Λονδίνου...»

Για το εάν ήταν ενημερωμένος ή όχι ο Μακάριος για ό,τι συνέβη στη Ζυρίχη, έδωσε την απάντηση ο Κ. Καραμανλής στη Βουλή, κατά την αγόρευση του, στις 27 Φεβρουαρίου, όπου ανέφερε μεταξύ άλλων:

«Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ετηρήθη ενήμερος καθ' όλας τας φάσεις των διαπραγματεύσεων. Και δύο ημέρας πριν αναχωρήσω διά τη Ζυρίχη, είχον συνεργασία μαζί του και με τον Μητροπολίτη Άνθιμον, ο οποίος ήλθε επί τούτω εκ Κύπρου. Είχε καθορισθεί η γραμμή η οποία θα ηκολουθείτο...»

Ο τελευταίος κυβερνήτης της Κύπρου, Σερ Χίου Φουτ, σε μια διάλεξη που έδωσε πολύ αργότερα στο Λονδίνο, είχε πει: «Όταν υπογράψαμε τα έγγραφα, διά των οποίων εδημιουργήθη η ελευθέρα και ανεξάρτητος Κυπριακή Δημοκρατία, αφήσαμε πίσω μας τις σημαίες της Μεγ. Βρετανίας, της Ελλάδας και της Τουρκίας».

Ο Μακάριος ανέλαβε την ευθύνη της υπογραφής των Συμφωνιών αλλά στην πραγματικότητα δεν πίστεψε ποτέ σ' αυτές. Σ' επιστολή που απέστειλε αργότερα (1η Μαρτίου 1964) στον Γεώργ. Παπανδρέου, έγραφε για τη στάση του έναντι των Συμφωνιών: «...Είμαι ο υπογράψας τας συμφωνίας αυτάς εκ μέρους των Ελλήνων της Κύπρου. Κατά την προσωπική μου γνώμη, υπό τας επικρατούσας τότε συνθήκας, "ουκ άλλως γενέσθαι". Ουδέ επί στιγμήν όμως επίστευσα ότι αι συμφωνίαι θα αποτελούσαν μόνιμο καθεστώς. Ήτο καθεστώς σκληράς ανάγκης και, κατά την άποψίν μου, η μη χειρών τότε λύσις του κυπριακού δράματος...»

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Κυριακή 5 Ιουλίου 2020

Φιλέλληνας με το αζημίωτο...



«Φιλέλληνας με το αζημίωτο...»

Η προσπάθεια του αρχηγού του βρετανικού στόλου να αποσπάσει αρχαία από την Πάρο και η αντίσταση των προκρίτων του νησιού

Της ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

Η συμπάθεια με την οποία είδαν εξ αρχής τον Αγώνα του υπόδουλου ελληνικού έθνους οι λαοί της Ευρώπης, ανεξάρτητα από τις διαθέσεις των συντηρητικών κυβερνήσεων τους, είχε να κάνει με την αγάπη και τον θαυμασμό που ένοιωθαν οι διανοητές της εποχής για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Οι αρχαίοι συγγραφείς, οι τραγικοί ποιητές μα, προπαντός, η αρχαία ελληνική τέχνη ήσαν από τα θέματα που συγκινούσαν τους Ευρωπαίους. Στη διόγκωση του φιλελληνικού ρεύματος συνέβαλε επιπλέον η διάδοση του ρομαντισμού και του φιλελευθερισμού, ιδέες που σαφώς αποτελούσαν στοιχεία από τον αρχαίο κόσμο, όσο και από την ελληνική υπόθεση, όπως λεγόταν ο υπέρ ανεξαρτησίας Αγώνας των Ελλήνων.
Η σημερινή μνεία στο συγκεκριμένο πρόσωπο του σερ Τζων Πόλτνεϋ Μάλκολμ δεν έχει ασφαλώς να κάμει σε τίποτα με την αυτοθυσία όλων αυτών των ρομαντικών ιδεολόγων που, είτε ήσαν ευγενείς, είτε ενθουσιώδεις φοιτητές, είτε ακόμα επαγγελματίες στρατιωτικοί (είχαν μείνει πολλοί χωρίς δουλειά μετά το τέλος των ναπολεόντειων πολέμων), αψήφησαν την πείνα, τις επιδημίες και τους πυρετούς και συστρατεύτηκαν στο πλευρό των επαναστατημένων Ελλήνων. Λαός και στρατός δοκιμάστηκαν σκληρά.
Τους άμαχους, γυναικόπαιδα και γέροντες θέρισαν κυρίως η πείνα και η δυσεντερία. Κατάσταση που δεν άλλαξε ούτε κι όταν, μετά ποταμούς αιμάτων, ο αγώνας για την πολυπόθητη ελευθερία φαινόταν να δικαιώνεται. Παντού επικρατούσε φτώχεια και δυστυχία. Επί εννέα ολόκληρα χρόνια, την Επανάσταση συντηρούσαν οι περιουσίες των πλουσίων αλλά και το υστέρημα των φτωχών οικογενειών. Όταν έφτασε στην Ελλάδα ο Καποδίστριας, βρήκε μια χώρα που το μεγαλύτερο μέρος της κατεχόταν ακόμα από τον εχθρό, η οικονομία της ήταν τελείως κατεστραμμένη και επιπλέον αντιμετώπιζε οξύ επισιτιστικό πρόβλημα με την είσοδο μεγάλου αριθμού προσφύγων στις ελεύθερες περιοχές. Ως τον Σεπτέμβριο του 1829, ο Καποδίστριας κυβέρνησε εφαρμόζοντας τα πιο αποδοτικά μέτρα στην οικονομία, τόσο για τη συντήρηση της Επανάστασης που ακόμα διαρκούσε, όσο και για τη διατροφή και συντήρηση του λαού που λιμοκτονούσε.


Βρισκόμαστε στο έτος 1829. Ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας παρασημοφορεί, σύμφωνα με το υπ' αριθ. 414 έγγραφο της γραμματείας του τον «εξοχώτατον κύριον Αντιναύαρχον Μάλκολμ ως έκφρασιν εφέσεως της Εθνικής Συνελεύσεως (8ον ψήφισμα) και δείγμα ευγνωμοσύνης με το παράσημον του τάγματος του Σωτήρος...». Ωστόσο, την ίδια χρονιά, ο σερ Πώλτνεϋ Μάλκολμ, που ήταν αρχηγός του βρετανικού στόλου της Μεσογείου μέχρι το 1832, εμφανίζει τα πρώτα ανησυχητικά σημάδια της ...αρχαιολατρείας του! Με την υπ' αριθμό 735 επιστολή του ο προσωρινός διοικητής Πάρου και Αντιπάρου, Αναγνώστης Διδασκάλου, αναφερόμενος σε δραστηριότητα του Άγγλου ναυάρχου γράφει στον Καποδίστρια: «...κατά τον παρελθόντα μήνα ειδοποιούσα την υμετέρα εξοχότητα ότι ο αγγλικός ναύαρχος κύριος Πώλτνεϋ Μάλκολμ, ελθών εις την πόλιν ταύτην παροικίαν, οδηγούμενος από τον ενταύθα υποπρόξενόν του, επήγεν εις τον αγρόν ενός πολίτου εγγύς της πόλεως ένθα όπου φημίζεται να ήταν ο ναός του Ασκληπιού της Υγείας ως έκειντο δύο μέλη μαρμαροκολωνών εξ ων το μεν ήτον τριών πιθαμών το μήκος, το δε ήτο επιοτήλιον, τεσσάρων πιθαμών το εύρος...»(sic).
Από την αναγνώστη του ιδίου εγγράφου προκύπτει ότι ο Μάλκολμ έδωσε ως προκαταβολή δύο δίστηλα.(1) Ο ίδιος επίσης είχε υποσχεθεί ότι θα καταβάλει το ποσό των τεσσάρων δίστηλων για καθένα μάρμαρο. Ο ιδιοκτήτης του αγρού, που στο έγγραφο μνημονεύεται ανωνύμως, ως «πτωχός πολίτης», «...προηδιασμένος ων την προφορικήν απαγόρευσιν της εξαγωγής παντός είδους μαρμάροι τα μεν δίστηλα εδέχθη, πλην έλεγε  ότι τότε έχει βάσιν η συμφωνία, όταν η αρχή το παραχώρηση». Και παρακάτω: «...Ταύτα μαθόν το διοικητήριον αμέσως ετοιχοκόλλησε προκήρυξιν νόμου ως προέγγραφον εις τας δημοσίους οδούς, απαγορεύοντας επισήμως παν είδος εξαγωγής αρχαίου μάρμαρου...», επιπλέον, ο διοικητής της νήσου Πάρου και Αντιπάρου επέστρεψε την προκαταβολή στον Άγγλο ναύαρχο με την παράκληση «...να μη λάβει φροντίδας να στείλη να τα πάρη, προτείνοντας του το ψήφισμα και παρακαλώντας τον να μη το καταδεχθή να κάμη πράγμα εναντίον των καθεστώτων». Μετά παρέλευση όμως δώδεκα ημερών ο ναύαρχος «...έστειλε τον δραγουμάνον του, Χίον όντα» να πάρει τα μάρμαρα «...ή με την συγκατάθεσιν του διοικητηρίου ή με βίαν, ως αυτός δίδει λόγον εις την κυβέρνησιν ή την ιδίαν του αυλήν...». 


Ο διοικητής, που υπογράφει και το σχετικό έγγραφο, το οποίο κατατάσσεται στους φακέλους της Επανάστασης στο ιστορικό αρχείο του υπουργείου των Εξωτερικών, διεμήνυσε τότε στον ναύαρχο σερ Τζων Μάλκολμ ότι με την επιμονή του αυτή να πάρει «...πράγματα ανήκοντα εις το έθνος», και μάλιστα διά της βίας, «...αντιβαίνει εις καθεστώτα, εις τα δίκαια του παρά της Μεγάλης Βρετανίας και των σεβαστών συμμάχων προστατευομένου έθνους...».
Φαίνεται όμως πως τα αυστηρά λόγια του διοικητή του νησιού δεν αποθάρρυναν τον Άγγλο ναύαρχο. Έτσι, με άλλο έγγραφο (αρ. 732), στις 28 Δεκεμβρίου 1829, πληροφορούμαστε ότι η αστυνομία του νησιού έδιωξε πίσω μία λάντζα που έστειλε ο Άγγλος αξιωματικός να παραλάβει τις αρχαιότητες. Ο θόρυβος που προξενήθηκε από την πράξη αυτή στον πληθυσμό του νησιού ήταν τόσος, που, στις 9 Ιανουαρίου του 1830 ο σερ Τζων Πώλτνεϋ Μάλκολμ αποστέλλει από τον Λιμένα Ναούσης επιστολή απολογίας στον διοικητή της Πάρου, ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος φρονούσε πως επρόκειτο για «...αποσπάσματα άχρηστα, μήτε ανήκοντα εις αρχαιολογίαν, μήτε γλυπτά, μήτε έχοντα επιγραφήν τινά». Για να βοηθήσει μάλιστα να ξεχασθεί η πράξη του αυτή, διαβάζουμε στο υστερόγραφο, πως αποφάσισε να δωρίσει στην κοινότητα του νησιού 20 δίστηλα για τις ανάγκες της παιδείας της.
Είναι προφανές ότι ο Αγγλος ναύαρχος δεν είχε παραλείψει να ενημερώσει τον αντί πρέσβη της χώρας του Εδουάρδο-Ιάκωβο Ντώκινς, ο οποίος είχε αποκομίσει ιδίαν πείρα από την προσπάθεια του να εξαγάγει τον Μάρτιο του 1829 ανάγλυφο από τον ναό της Αφαίας Αθηνάς της Αίγινας (έγγραφο αρ. 59 του Πανελληνίου και 4021 της Γενικής Γραμματείας της Επικρατείας). Με την ίδια αποφασιστικότητα είχε αντιδράσει τότε τόσο ο λαός όσο και οι αρχές του νησιού. Ένας λαός που, όσο βασανισμένος ή πεινασμένος κι αν ήταν, αγαπούσε τον τόπο του και δεν ξεπουλούσε την αρχαία του κληρονομιά για να εξασφαλίσει προσωρινές ανέσεις.
Σας ευχαριστούμε σερ Τζων Μάλκολμ, Εδουάρδε Ντώκινς που σταθήκατε η αφορμή να ξαναθυμηθούμε με ένα τόσο ξεχωριστό τρόπο: να θυμηθούμε πως μέσα στα ρεύματα των μοντέρνων καιρών μας είμαστε απόγονοι εκείνων που ζυμώθηκαν μέσα σε πόνους, θυσίες και πόθους για εθνική ελευθερία και ανεξαρτησία κάτω από το ίδιο δυνατό φως του Αιγαίου, που κάνει τα μάρμαρα ακόμα πιο λευκά, οικεία και για τούτο τελεσίδικα ξένα σε χώρες μακρινές όπου κι   αν βρίσκονται σήμερα, με βία...
     
      1.   Κολωνάτα, ονομασία του αργυρού ισπανικού νομίσματος. Κολωνάτα τα ονόμαζαν από τις δύο στήλες ή κολώνες που ήταν χαραγμένες πάνω τους και συμβόλιζαν τις Ηράκλειες στήλες, το στενό του Γιβραλτάρ

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 24.4.1997

Σάββατο 23 Μαΐου 2020

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχωρεί στη Βρετανία την Κύπρο




Η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχωρεί στη Βρετανία την Κύπρο

23.5.1878 (παλαιό ημερολόγιο)

Η Κύπρος προσαρτάται στην Αγγλία. Υπογράφεται η μυστική αγγλοτουρκική συμφωνία της 23ης Μαΐου 1878 (παλαιό ημερολόγιο), βάσει της οποίας η σουλτανική κυβέρνηση επιτρέπει στη Μεγάλη Βρετανία να αναλάβει, αντί συμβολικού ενοικίου (92.687 λιρών στερλινών κατ’ έτος), τη διοίκηση και κατοχή της Κύπρου.
Η μεταβίβαση της κυριαρχίας της Κύπρου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στη Βρετανία το 1878 αποτέλεσε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της βρετανικής διπλωματίας. Η διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ το 1869 αναβάθμισε τη γεωστρατηγική θέση της Κύπρου, αφού αποτέλεσε κομβικό σταθμό στην ύψιστης σημασίας θαλάσσια αρτηρία προς τις Ινδίες και την Άπω Ανατολή. Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και στα πλαίσια του Ανατολικού Ζητήματος τα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή οδήγησαν τη Βρετανία να προβεί σ΄ ένα οργιώδες παρασκήνιο με συνεχής διπλωματικές επαφές και μυστικές συμφωνίες με τις άλλες Μεγάλες Δυνάμεις με απώτερο στόχο να διαφυλάξει τον κυρίαρχο ρόλο της στον χώρο αυτό.
Τα αποτελέσματα του ρωσοτουρκικού πολέμου που έληξε το 1878 ενέτειναν τις παραδοσιακές αγγλικές φοβίες για κάθοδο της τσαρικής Ρωσίας στη Μεσόγειο και έτσι το Λονδίνο θεώρησε ότι έπρεπε να θέσει υπό τον έλεγχό του είτε τα Στενά των Δαρδανελλίων, είτε την Κύπρο που βρισκόταν πλησίον της Διώρυγας του Σουέζ. Η υπογραφή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (Μάρτιος 1878) επιτάχυνε τις εξελίξεις, αφού οι αποφάσεις της υλοποιούσαν εν πολλοίς τα πανσλαβιστικά σχέδια της Ρωσίας.
Οι υπόλοιπες Δυνάμεις αντέδρασαν άμεσα και ανάγκασαν τους Ρώσους να προσέλθουν 3 μήνες αργότερα στο Συνέδριο του Βερολίνου για να επιλυθούν οι διαφορές. Οι αποφάσεις του νέου συνεδρίου περιόριζαν τα ρωσικά κέρδη της προηγούμενης συνθήκης και ταυτόχρονα προσέδιδαν στρατηγικά και εδαφικά οφέλη στην Αυστροουγγαρία στα Βαλκάνια και στη Βρετανία στην ανατολική Μεσόγειο.
Στο χρονικό διάστημα ανάμεσα στα δύο Συνέδρια η Βρετανία κινήθηκε μεθοδικά προς όλες τις Μεγάλες Δυνάμεις με σκοπό να εκμηδενίσει τις βλέψεις και τα κέρδη της Ρωσίας και να περιορίσει αυτά των υπολοίπων δυνάμεων στα Βαλκάνια. Παρουσιαζόταν ως προστάτης της ακεραιότητας της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έναντι των εδαφικών βλέψεων της Ρωσίας και στο πλαίσιο αυτό κατάφερε να αποσπάσει την Κύπρο από το σουλτάνο. Η μετάβαση της κυριαρχίας στην Κύπρο ήταν προϊόν αγγλοτουρκικής μυστικής συμφωνίας, που υπογράφηκε στις 4 Ιουνίου 1878 στην Κωνσταντινούπολη και επικυρώθηκε από το Συνέδριο του Βερολίνου ένα μήνα αργότερα.


Η «Κυπριακή Συνθήκη», όπως ονομάστηκε, ήταν το αποτέλεσμα της αμυντικής αγγλο-οθωμανικής συνθήκης της Κωνσταντινούπολης και δύο προσθηκών στη Συμφωνία που υπογράφηκαν λίγο αργότερα. Προνοούσε τη βρετανική στρατιωτική βοήθεια προς την Πύλη εφ’ όσον η Ρωσία διατηρούσε τις περιοχές Βατούμ, Καρς και Αρδαχάν, που κατέλαβε κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου ή επιχειρούσε να καταλάβει άλλα οθωμανικά εδάφη. Σε αντάλλαγμα ο σουλτάνος θα παραχωρούσε προνόμια προς όφελος των χριστιανών υπηκόων της αυτοκρατορίας και θα παρέδιδε την Κύπρο στους Βρετανούς με την υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλλει το ετήσιο περίσσευμα που θα προέκυπτε από τα δημοσιονομικά του νησιού. Με τη δεύτερη προσθήκη, που υπογράφηκε τον Αύγουστο του ιδίου χρόνου, ο σουλτάνος αποποιήθηκε τα κυριαρχικά του δικαιώματα στην Κύπρο και από κάθε ανάμειξή του στα εσωτερικά του νησιού.
Στις 9 Ιουλίου 1878 ομάδα Βρετανών ναυτών ύψωσε τη σημαία της Αγγλίας στο λιμάνι της Λάρνακας και τρεις μέρες αργότερα ανάλογες σκηνές διαδραματίστηκαν με κάθε επισημότητα στην Πύλη Πάφου στη Λευκωσία. Η μετάβαση στη Βρετανία ολοκληρώθηκε στις 22 Ιουλίου με την άφιξη του πρώτου Αρμοστή σερ Γκάρνετ Γούλσλεϋ, ο οποίος ευθύς αμέσως διακήρυξε στους κατοίκους ότι η νέα διακυβέρνηση θα ελάμβανε μέτρα για την κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη των Κυπρίων. Τον νέο κυβερνήτη υποδέχθηκαν με κάθε εγκαρδιότητα οι κάτοικοι του νησιού με επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο Σοφρώνιο, ο οποίος διατύπωσε τους πόθους των Κυπρίων για αναβάθμιση της ποιότητας της ζωής και την παροχή ισονομίας σε όλους.
Η Κύπρος με βάση το νομικό καθεστώς τελούσε μέχρι το 1914 υπό μια τυπική σουλτανική επικυριαρχία. Οι Βρετανοί στην πραγματικότητα συγκυβερνούσαν με τους Οθωμανούς και το Χεδιβάτο της Αιγύπτου μέχρι τις 5 Νοεμβρίου 1914.

Απόσπασμα από άρθρο του Στέφανου Στεφανίδη Ταγματάρχη (ΠΖ) της Εθνικής Φρουράς Κύπρου, Απόφοιτου του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΘΝΙΚΗ ΦΡΟΥΡΑ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ τ.31