Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2020

Γιατί η κόντρα Ερντογάν με τον Μακρόν;

 


Γιατί η κόντρα Ερντογάν με τον Μακρόν;

Μαγκρέμπ είναι η ονομασία που προσδιορίζει τη Δύση στα Αραβικά και ονομάζεται η περιοχή της Βορειοδυτικής - Βόρειας Αφρικής που περιλαμβάνει το Μαρόκο, την Αλγερία και την Τυνησία. Με τον όρο Μεγάλο Μαγρέμπ περιλαμβάνονται επιπλέον οι περιοχές της Δυτικής Σαχάρας, Μαυριτανίας και της Λιβύης.

Η ονομασία Μαγκρέμπ ή Μάγκριμπ (στην κλασική αραβική) προέρχεται από την αραβική λέξη γκαρίμπ (gharib) που σημαίνει "πηγαίνοντας προς το άγνωστο" που αποτελούσε το σύνθημα, ίσως και την ιαχή των Αράβων κατακτητών κινούμενοι δυτικά στα βόρεια παράλια της Αφρικής.

Παλαιότερα οι Άραβες θεωρούσαν ως Μαγκρέμπ μόνο τις περιοχές των χωρών αυτών που βρίσκονται μεταξύ της οροσειράς του Άτλαντα και της Μεσογείου. Κατά την περίοδο της Αραβικής και μουσουλμανικής κυριαρχίας τους, ορισμένοι συγγραφείς θεωρούσαν Μαγρέμπ και την Ισπανία - Πορτογαλία (Ελ Ανταλούς), τη Σικελία (το εμιράτο της Σικελίας) και τη Μάλτα (όπου και σήμερα η μαλτέζικη γλώσσα προέρχεται από την αραβική).

Οι κάτοικοι της περιοχής του Μαγκρέμπ θεωρούνται Άραβες αν και υπάρχουν σημαντικά τμήματα του πληθυσμού με διαφορετική προέλευση όπως οι Βέρβεροι και πολύ λιγότεροι οι Εβραίοι. Σημειώνεται ότι οι χώρες του Μαγκρέμπ διαφέρουν μεταξύ τους ακόμα και από πόλη σε πόλη, τόσο γεωγραφικά, εθνολογικά, πολιτικά και πολιτιστικά, όσο ακόμη και αρχιτεκτονικά.

 

Μαγκρέμπ: Η αθόρυβη διείσδυση του Ερντογάν και η κόντρα με τον Μακρόν

 


Η Τουρκία επιδίδεται σε εντεινόμενο «ακτιβισμό» στην περιοχή του Μαγκρέμπ μετά την Αραβική Άνοιξη του 2011. Έχει μεταβληθεί σε πρότυπο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, υπό την ώθηση της νεο-οθωμανικής πολιτικής του προέδρου Ταγίπ Ερντογάν, σύμφωνα τον ιστορικό Πιερ Βερμεράν, ειδικό στο σύγχρονο Μαγκρέμπ στο πανεπιστήμιο Paris-I της Σορβόνης, που απαντά στις ερωτήσεις του Γαλλικού Πρακτορείου (AFP).

Ποιο είναι το βάρος και το διακύβευμα της τουρκικής επιρροής στο Μαγκρέμπ;

Βρίσκεται σε μεγάλη αύξηση εδώ και μερικά χρόνια, ακόμη και αν αυτό δεν επικοινωνείται αρκετά.

Στην Λιβύη, η τουρκική επιρροή είναι οικονομική, πολιτική, στρατιωτική, εμπορική και, σύντομα, πετρελαϊκή. Η επιρροή της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην κυβέρνηση, τις ένοπλες και πολιτικές οργανώσεις της Τρίπολης είναι μεγάλη, διότι η Τουρκία τους διέσωσε στρατιωτικά.

Στην Τυνησία, η επιρροή είναι πολιτική, διπλωματική, εμπορική, πολιτιστική και θρησκευτική, ανάμειξη που, όμως, αντιμετωπίζεται αρνητικά από μεγάλο μέρος της χώρας.

Στην Αλγερία, είναι, μου φαίνεται. εμπορική και πολιτιστική. Ας σημειωθεί ότι ο Ερντογάν προβάλλει τα κολοσσιαία εγκλήματα της αποικιοκρατικής Γαλλίας φουσκώνοντάς τα στο μάξιμουμ, ποντάροντας στο αντιγαλλικό αίσθημα.

Στο Μαρόκο, το τουρκικό μοντέλο είναι υπαρκτό, αλλά κάπως ξεχασμένο σήμερα, εκτός της σύμπραξης ανάμεσα στον θρησκευτικό συντηρητισμό και το επιχειρείν, που αποτελεί επίσης όνειρο της αυταρχικής και αποτελεσματικής τεχνοκρατίας.

Για τον Ερντογάν, είναι ένα σημαντικό στοίχημα η διατήρηση της επιρροής στην Αφρική και η υποδαύλιση των εντάσεων ανάμεσα στο Μαγκρέμπ και την Ευρώπη, ειδικά στην Γαλλία.

Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Ερντογάν καθυβρίζει τον πρόεδρο της Γαλλίας, θέλει να εμφανισθεί ως υπερασπιστής των μουσουλμάνων και του ισλάμ και να προσελκύσει συμπάθειες στο Μαγκρέμπ.

Από πότε και με ποιον τρόπο ασκείται αυτή η επιρροή; Η Άγκυρα διαθέτει τα μέσα για να επιβληθεί ως βασικός εταίρος στις χώρες του Μαγκρέμπ;

Συνδέεται ξεκάθαρα με την ιμπεριαλιστική πολιτική του Ερντογάν, νεο-οθωμανική και πανισλαμική. Αυτό αρχίζει στην πραγματικότητα το 2011 την στιγμή των «Αραβικών Ανοίξεων», όταν γίνεται εμφανές ότι η Τουρκία έχει γίνει το μοντέλο και ο επικεφαλής της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.

Το 2020 υπήρξε αιφνίδια αύξηση της τουρκικής επιρροής, η οποία σήμερα είναι ευθεία, με την επέμβαση στην Λιβύη, πράγμα που φέρνει τους Τούρκους στρατιώτες και μισθοφόρους στα σύνορα της Αλγερίας και της Τυνησίας.

Όμως, η επιρροή της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα εθνικά παίγνια σε κάθε χώρα και δυνάμεις αντιτιθέμενες στην επιρροή αυτή υπάρχουν παντού.

Στην Λιβύη, η Τουρκία έχει πάρει χαρακτήρα sine qua non, πρόκειται για «hard power» (διπλωματία εξαναγκασμού).

Στο υπόλοιπο Μαγκρέμπ, πρόκειται, ίσως, για «ήπια διπλωματία», αλλά με βαρύ οικονομικό πυροβολικό.

Η επιχειρηματική δραστηριότητα την ενδιαφέρει, τόσο για οικονομικούς όσο και για πολιτικούς λόγους.

Φυσικά, ως προς το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν που έχει μειωθεί, η Τουρκία δεν έχει σημαντική ικανότητα επενδύσεων…Αλλά το πρόβλημα έγκειται στην τραγική κατάσταση στην οποία βρίσκεται το Μαγκρέμπ έπειτα από έναν χρόνο πανδημίας.

Οι χώρες και οι οικονομίες είναι τόσο εξαντλημένες και εύθραυστες που μπορούν να αποδεχθούν κάθε πρόταση που τους γίνεται…

Από την πλευρά της η Ευρώπη είναι αρκετά αναδιπλωμένη, πολύ αποδυναμωμένη επίσης…Υπάρχουν, κατά συνέπεια, ξεκάθαρα ευκαιρίες που μπορεί να εκμεταλλευθεί η Τουρκία, οι βιομηχανίες της και οι τράπεζές της.

Πώς εξηγείται η ελκυστικότητα της τουρκικής ρητορικής στους νέους του Μαγκρέμπ;

Μετά τον Νάσερ, τον Αραφάτ τον Σαντάμ, τον Νασράλαχ, τον Καντάφι, τον Μπασάρ…υπάρχει τώρα μία άλλη μεσογειακή προσωπικότητα που παρουσιάζεται ως υπερασπιστής των μουσουλμάνων, των μεταναστών, των Σύρων κλπ: ο Ερντογάν.

Πρόκειται για την επικράτηση ενός αισθήματος εκτίμησης και όχι για βαθιά επιρροή, εκτός των δικτύων της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και των ισλαμιστών εν γένει.

Κανείς δεν μιλά τουρκικά στο Μαγκρέμπ, αλλά τα τουρκικά δίκτυα περνούν το μήνυμα μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, του Τύπο και άλλων τοπικών πομπών που χρηματοδοτούνται για να πουν μια καλή κουβέντα.

Σε μία περιοχή σε βαθιά κρίση, με εκατομμύρια νεαρούς Μαγκρεμπίνους στερημένους από ελπίδα, το να ακούς έναν μουσουλμάνο ηγέτη «να πατάει πόδι» στην Ευρώπη, να κάνει πολέμους και προκλήσεις, αυτό τροφοδοτεί ένα αίσθημα ρεβανσισμού και πανισλαμισμού.

Πηγή: AFP / ΑΠΕ-ΜΠΕ

https://el.wikipedia.org/wiki/Μαγκρέμπ

https://www.onalert.gr/kosmos/tourkia/magkremp-i-athoryvi-dieisdysi-toy-erntogan-kai-i-kontra-me-ton-makron

 

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2020

Ο Μακρόν παγίδευσε τον Ερντογάν

 


Ο Μακρόν παγίδευσε τον Ερντογάν 

και τώρα μένει να μην παγιδευτούμε εμείς

Γράφει ο Αλέξανδρος Δρίβας*

Φαίνεται πως όσοι κάνουν αποτίμηση της πορείας του Ερντογάν, όταν έλθει η ώρα αυτής της αποτίμησης, θα έχουν σε περίοπτη θέση ένα (από τα ομολογουμένως πολλά) λάθος του Τούρκου προέδρου. Πρόκειται για το ''λοκάρισμα'' γαλλικού πλοίου από τουρκικό ανοικτά της Λιβύης. Έκτοτε, η Γαλλία απέδειξε οτι παρά τα πολλά προβλήματα που έχει, οτι είναι η μόνο χώρα της ΕΕ που δεν είναι παρηκμασμένη.

Η παρακμή της ΕΕ είναι τόσο μεγάλη ώστε να μη θεωρείται δεδομένο εδώ και χρόνια οτι η Τουρκία συνιστά δομική απειλή για τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής ο οποίος πλέον δεν έχει ορίζοντα μακροπρόθεσμο παρά μόνο όψιμα οικονομικά συμφέροντα που καθορίζουν την περίφημη ''Ευρωπαϊκή Πολιτική προς Τρίτες Χώρες''. Αν έτσι η ΕΕ αντιδρά στην Τουρκία, τότε τι θα κάνει απέναντι στη Ρωσία ή στην Κίνα; Σε κάθε περίπτωση, ο Γάλλος πρόεδρος έριξε στην παγίδα του τον Ταγίπ Ερντογάν και ένα νέο παράθυρο ευκαιρίας ανοίγει για τα ελληνοτουρκικά. Δυστυχώς, η για δεκαετίες απομακρυσμένη από τον ρεαλισμό χώρα μας, μπορεί ακόμη να χύσει την καρδάρα με το γάλα, αν δεν προσέξει την απολογητικότητά της σε περίπτωση που τα ελληνοτουρκικά, ως δια μαγείας εισέλθουν σε μια συζήτηση γύρω από την ''κακή Γαλλία που δε σέβεται τις άλλες θρησκείες'' και που ''όσα κράτη στηρίξουν τη γαλλική πολιτική είναι κράτη που προωθούν την ισλαμοφοβία''.

Ο Ερντογάν αποκαλύφθηκε πλήρως

Η πυγμή του προέδρου Μακρόν αποκάλυψε σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ολλανδία, η Ισπανία και η Ιταλία πως η Τουρκία επιθυμεί την εργαλειοποίηση μιας επικίνδυνης πέμπτης φάλαγγας. Ο πρόεδρος Αλ Σίσι μας προειδοποίησε λίγες μέρες πριν. Η Τουρκία έχει κάνει συνήθεια την αποστολή τζιχαντιστών που πολεμούν για τα συμφέροντά της. Σε Συρία, Λιβύη, Ναγκόρνο-Καραμπάχ, η Τουρκία δείχνει πως έχει προσαρμοστεί πλήρως στις νέες μορφές πολέμου. Ο πόλεμος που είναι έτοιμος να κηρύξει ο Ερντογάν απέναντι στη Δύση, είναι ''ιερός''. Απειλεί την ειρήνη και όσα στήριξαν το βιοτικό επίπεδο εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων εδώ και αιώνες. Οι κοντόφθαλμες λογικές αρκετών δυτικών κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, στηρίχθηκαν στη γραμμική ερμηνεία της ιστορίας. Οτι μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η πρόοδος της ανθρωπότητας με βάση τον δυτικό τρόπο ζωής και πολιτικής οργάνωσης, ήταν μονόδρομος. Σήμερα, αρκετοί πολιτικοί που ήταν θιασώτες μιας αυτόματης ιστορικής επιτάχυνσης προς τη βελτίωση, κοιτούν αποσβολωμένοι έναν άρπαγα ηγέτη ο οποίος σκέφτεται και πράττει με τρόπους περασμένων αιώνων. Η ιστορία δε διαχύθηκε με τον ίδιο τρόπο σε όλον τον κόσμο. Χάρη στη Γαλλία και στην αντίδραση που έβγαλε, ακόμη και αυτή η ΕΕ είναι πιο κοντά στο να δείξει σκληρό πρόσωπο στην Τουρκία. Δε χρειάζεται να αναφέρουμε τους λόγους που αυτό συμφέρει την Ελλάδα και την Κύπρο.

Η μονότονη προσέγγιση της πολιτικής ορθότητας

Η αντίδραση του Wilders στην Ολλανδία δεν πρέπει να μας χαροποιεί τόσο. Ο Κύριος Wilders έχει 'βαρύ' ιστορικό, ωστόσο μην ξεχνάμε πως και εκείνος αλλά και ο Ούγγρος πρωθυπουργός, δεν ήταν αιτίες αλλά συνέπειες της ελλιποβαρούς μετριοπαθούς πολιτικής ελίτ της ΕΕ η οποία μέσα σε 10 έτη αφήνει μια Ευρώπη γεμάτη κρίσεις, με το χαμηλότερο δυνατό βαθμό αλληλεγγύης και ανύπαρκτη στις ολοένα και αυξανόμενες γεωπολιτικές ζυμώσεις που συνοδεύουν τον ''νέο περήφανο πολυπολικό κόσμο''. Γιατί όμως ο Wilders μπορεί να είναι παγίδα για μας;

Οι θιασώτες της ''όποιας λύσης'' με την Τουρκία, οι αριστούχοι της σχολής του κατευνασμού και συνάμα μονίμως μετεξεταστέοι στα μαθήματα Ιστορίας και Πολιτικού Ρεαλισμού, θα σπεύσουν να εξισώσουν τη Γαλλία με την ολλανδική αντιπολίτευση. Η Γαλλία έχει μακρά παράδοση στην προσπάθεια αφομοίωσης πολιτών άλλης προέλευσης. Είναι η χώρα που ουσιαστικά συνέχισε το έργο της αρχαίας Ελλάδας. Στο Παρίσι πήρε ξανά τα πάνω της η ελευθεροστομία, η ισηγορία, απέκτησε νόημα η ελευθερία και οικοδομήθηκε ο σημερινός τρόπος πολιτειακής οργάνωσης. Το έθνος-κράτος. Η διάκριση των εξουσιών πέρασε από τον Αριστοτέλη στον Μοντεσκιέ. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Ελληνισμό ο οποίος έχει παράδοση στο να ''χωνεύει'' άλλους πολιτισμούς. Κανείς μεγάλος πολιτισμός δε φοβάται κανέναν άλλον. Ή τον συγχωνεύει ή απλώς τον κρατά σε απόσταση. Ο εκτροχιασμός της συζήτησης για το νέο Ανατολικό Ζήτημα και του πώς θα είναι οι σχέσεις της ΕΕ με την Τουρκία σε μια συζήτηση για τις θρησκευτικές ελευθερίες που θα καταλήξει στο ''Χριστιανισμός Vs Ισλάμ'' είναι άκαιρη και επικίνδυνη. Όχι μόνο γιατί η σημερινή Δύση έχει νομοθετημένες και θεσμοθετημένες όλες τις θεμελιώδεις ελευθερίες, αλλά και γιατί το πρόβλημα μας (εμάς, των Γάλλων, των Ιρλανδών, των Σλοβένων, των Πολωνών, των Αυστριακών και τελικά ακόμη και του Κυρίου Ρούτε) είναι ο τουρκοϊσλαμισμός ως σκέπη των τζιχαντιστών.

Για μας τελικά, πρόβλημα είναι η πολιτική ποδηγεσία των ακραίων στοιχείων από την Τουρκία η οποία επιθυμεί να αλλάξει τις ισορροπίες σε όλη την Ευρασία. Αυτό που διακυβεύεται όλους αυτούς τους μήνες, τους περασμένους και τους ερχόμενους, δεν είναι η Τελωνειακή Ένωση με την Τουρκία, ούτε καν οι κυρώσεις εναντίον της Τουρκίας. Διακυβεύεται το αν θα μείνουμε πιστοί ως Έλληνες σε κάτι που έχουμε συνεισφέρει στον πολιτισμένο κόσμο. Στο αν θα ζούμε όπως αξίζει και αρμόζει στα ανθρώπινα όντα ή στο αν θα μπούμε σε έναν ''διάλογο'' με ένα κράτος ταραξία το οποίο επιθυμεί να αλλάξει την καθημερινότητα εκατοντάδων εκατομμυρίων πολιτών. Οποιοσδήποτε εκτροχιασμός των παραπάνω θεμάτων και ο διαχωρισμός ''εθνικιστών'' και ''μετριοπαθών'', είναι η λάθος απάντηση στην Τουρκία η οποία έχει ποντάρει όλο της το πολιτικό κεφάλαιο σε έναν ακόμη διχασμό της ΕΕ, αυτή τη φορά πολύ πιο επικίνδυνο.

Η πραγματικότητα μας υποχρεώνει να σεβαστούμε περισσότερο την Ιστορία από τις απόψεις μας οι οποίες παραμένουν φωτογραφίες μπροστά στη μεγάλη εικόνα. Όπως πρέπει να κάνει η Ευρώπη, έτσι πρέπει να κάνει και η Ελλάδα με την Κύπρο. Να μιλούν περισσότερο με όρους συνόρων και όχι με όρους γεφυρών σε σχέση με αυτήν την Τουρκία. Κρατώντας παράλληλα την ελπίδα οτι η Τουρκία θα εισέλθει κάποια στιγμή στην κοινότητα των πολιτισμένων κρατών, δεν πρέπει να ξεχνάμε οτι δεν είναι καιρός για παραχωρήσεις και για διαλόγους με ένα κράτος που απειλεί ανοικτά λαούς και εκλεγμένους ηγέτες κρατών που με όλα τους τα κακώς κείμενα, παραμένουν έτη φωτός σε πολιτικό (και όχι μόνο) πολιτισμό από την Τουρκία. Η συμπαράσταση στη Γαλλία από την πλευρά του Ελληνισμού, πρέπει να είναι δεδομένη. Υποστηρίζουμε τη Γαλλία, όταν προστατεύουμε τα συμφέροντά μας απέναντι στην Τουρκία και εμείς οι ίδιοι. Το ίδιο οφείλουν να κάνουν και όλα τα κράτη της ΕΕ.

*Ο Αλέξανδρος Δρίβας είναι Research Fellow in Hellenic American Leadership Council (HALC)

 Πηγή:

Liberal.gr

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2019

Θανάσης Δ. Σφήκας : Η σοβιετική πρόταση για τον Εμφύλιο



ΗΠΑ Λέικ Σαξές, Ιούλιος 1947. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ συνεδριάζει για το «ελληνικό ζήτημα». Στηφωτογραφία ο αντιπρόσωπος της Βρετανίας σερ Αλεξάντερ Κοντογκαν, ο Χέρσελ Τζόνσον των Ηνωμένων Πολιτειών και ο Γουίλιαμ Χόντσον της Αυστραλίας. Στο άκρο δεξιά ο αντιπρόσωπος της Ελλάδας Βασίλειος Δενδραμής και πίσω του οι Αλέξης Κύρου και Αλέξανδρος Βεϊνόγλου


Η σοβιετική πρόταση για τον Εμφύλιο

Η Μόσχα επιχείρησε να εμπλακεί στα ελληνικά πράγματα με συνδρομή της στη λήξη των μαχών και τη διεξαγωγή εκλογών

Γράφει ο κ. Θανάσης Δ. Σφήκας *

Διεργασίες στον ΟΗΕ για το «ελληνικό ζήτημα» της περιόδου του Εμφυλίου Πολέμου καταγράφονται από τις αρχές του 1946 με διαφορετικούς υποκινητές. Η Μόσχα, ειδικά, κυρίως από το 1948 επιθυμούσε να διατηρήσει τις προσβάσεις της στην Ελλάδα μέσω μιας διπλωματικής διευθέτησης. Οι σοβιετικές προσπάθειες έλαβαν τη μορφή ανεπίσημων βολιδοσκοπήσεων προς τους Αμερικανούς και τους Βρετανούς· αυτοί όμως δεν έδωσαν συνέχεια, ενώ από τις αρχές του 1949 η ραγδαία αποδυνάμωση του ΔΣΕ ενίσχυσε την αδιαλλαξία των κυβερνήσεων της Αθήνας, του Λονδίνου και της Ουάσιγκτον.
Στις 20 Απριλίου 1949 το ΚΚΕ απηύθυνε έκκληση στον ΟΗΕ για τον τερματισμό του Εμφυλίου, διαβεβαιώνοντας ότι ήταν έτοιμο για «τις πιο μεγάλες υποχωρήσεις». Η ελληνική κυβέρνηση αδιαφόρησε, δηλώνοντας ότι οι αντάρτες του ΔΣΕ έπρεπε πρώτα να καταθέσουν τα όπλα, ενώ το  αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών επισήμανε ότι αυτή ήταν η εικοστή πρώτη ειρηνευτική πρόταση του ΚΚΕ από το 1946.
Η έκκληση είχε ίχνη απόγνωσης, για την οποία υπήρχαν βάσιμοι λόγοι. Ο Στάλιν ανησυχούσε ότι η επ' άπειρον παράταση της σύγκρουσης στην Ελλάδα και η δυνατότητα του ΔΣΕ να διασχίζει την ελληνοαλβανική μεθόριο ίσως προκαλούσαν εισβολή των δυτικών δυνάμεων στην Αλβανία, η οποία, μετά την αποβολή της Γιουγκοσλαβίας από την Κομινφόρμ τον Ιούνιο του 1948, αποτελούσε τη μοναδική πρόσβαση των Σοβιετικών στη Μεσόγειο. Στις αρχές Απριλίου 1949, λίγες ημέρες αφότου η ελληνική κυβέρνηση είχε ζητήσει από τους Δυτικούς στρατιωτική επέμβαση κατά της Αλβανίας, η Μόσχα πληροφόρησε τον Ζαχαριάδη ότι όλες οι επιχειρήσεις του ΔΣΕ έπρεπε να τερματιστούν ως τις αρχές Μαΐου. Ο ΔΣΕ άρχισε τις προετοιμασίες για αποχώρηση, αλλά τότε ακριβώς (αρχές Μαΐου) ο Ζαχαριάδης ενημέρωσε το επιτελείο του ότι η κατάσταση είχε μεταβληθεί προσωρινά και ότι ο ΔΣΕ θα συνέχιζε τις επιχειρήσεις. Η μεταστροφή επήλθε επειδή ξαφνικά διαφάνηκε το ενδεχόμενο νέων διεθνών επαφών, και όσο αυτές θα διαρκούσαν, έπρεπε να αποτραπεί η εντύπωση ότι ο ΔΣΕ, ανεπανόρθωτα εξαντλημένος, εκλιπαρούσε για ειρήνη.

Συνεχείς ελιγμοί ΗΠΑ, Βρετανίας και ΕΣΣΔ


Στις 26 Απριλίου 1949, ενώ ο ΔΣΕ ετοιμαζόταν να αποχωρήσει από την Ελλάδα, ο Αντρέι Γκρομύκο, επικεφαλής της σοβιετικής αντιπροσωπείας στον ΟΗΕ, δείπνησε στη Νέα Υόρκη με τον Βρετανό ομόλογο του Εκτωρ Μακνήλ και τον Αμερικανό υφυπουργό Εξωτερικών Ντην Ρασκ. Ο Αμερικανός ρώτησε τον Γκρομύκο κατά πόσον οι τρείς δυνάμεις θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την επιρροή τους για «να ομαλοποιήσουν» την κατάσταση στην Ελλάδα. Ο Γκρομύκο διαβίβασε το ερώτημα στη Μόσχα και στις 4 Μάιου ενημέρωσε τους Ρασκ και Μακνήλ ότι η κυβέρνηση του ήταν πρόθυμη για περαιτέρω συζητήσεις. Η πρόταση που μετέφερε ο Σοβιετικός αντιπρόσωπος προέβλεπε την παύση των εχθροπραξιών και τη διεξαγωγή εκλογών με τη συμμετοχή των «βόρειων δυνάμεων» (ΔΣΕ), αλλά και νύξη για σοβιετική συνδρομή στην εφαρμογή της.
Η αρχική αντίδραση των Αμερικανών και των Βρετανών ήταν επιφυλακτική. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Χάρυ Τρούμαν έδειξε «μεγάλο ενδιαφέρον» και ζήτησε «να μην κλείσουν την πόρτα» σε περαιτέρω διευκρινίσεις του Γκρομύκο, υπό τον όρο ότι τυχόν συνομιλίες δεν θα ξεκινούσαν χωρίς τη συμμετοχή της ελληνικής κυβέρνησης. Για τους Βρετανούς, από την άλλη πλευρά, η σοβιετική πρωτοβουλία συνέπεσε με νέο κύμα εσωτερικών πιέσεων για διευθέτηση του ελληνικού ζητήματος: τον Μάιο του 1949 εβδομήντα βουλευτές του Εργατικού Κόμματος απηύθυναν έκκληση στην κυβέρνηση τους να υποστηρίξει τις προτάσσεις για ειρήνευση και διενέργεια εκλογών στην Ελλάδα υπό την εποπτεία του ΟΗΕ.
Στις 14 Μάιου ο Ρασκ και ο Μακνήλ ενημέρωσαν τον Γκρομύκο για την ανάγκη συμμετοχής της ελληνικής κυβέρνησης στις διαβουλεύσεις και επέμειναν στην πάγια θέση τους ότι το πραγματικό αίτιο της κρίσης στην Ελλάδα ήταν η έξωθεν βοήθεια στον ΔΣΕ. Ο Γκρομύκο εξήγησε ότι η Μόσχα ήταν πρόθυμη να συμμετάσχει στην εποπτεία εκλογών και να συνδράμει την ελληνική κυβέρνηση στον έλεγχο των βορείων συνόρων, αλλά πρόσθεσε ότι έπρεπε να διακοπεί κάθε είδους υλική και έμψυχη βοήθεια προς την Ελλάδα. Ο Βρετανός και ο Αμερικανός απέφυγαν να τοποθετηθούν, λέγοντας ότι οι συζητήσεις προς το παρόν ήταν «ανεπίσημες και σε προσωπική βάση» και επαναλαμβάνοντάς την ανάγκη συμμετοχής της ελληνικής κυβέρνησης στις διαβουλεύσεις.
Στις 16 Μαΐου ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Ερνεστ Μπέβιν ενημέρωσε το βρετανικό υπουργικό συμβούλιο ότι οι σοβιετικές προτάσσεις τοποθετούσαν σε «ισότιμη» βάση τις δύο πλευρές του Εμφυλίου και ενίσχυαν τη θέση του ΚΚΕ στο εσωτερικό· ωστόσο δεν εισηγήθηκε να απορριφθούν άμεσα αλλά να διερευνηθεί εάν το σοβιετικό άνοιγμα απέρρεε από ειλικρινή διάθεση να διευθετηθούν οι διαφορές της Δύσης με τη Μόσχα στην Ελλάδα. Αυτό που τον ανησυχούσε ιδιαιτέρως ήταν η σοβιετική πρόθεση συμμετοχής στην επιτήρηση μιας εκεχειρίας μεταξύ των αντιμαχόμενων, η οποία θα παρείχε στη Μόσχα «άπειρες ευκαιρίες να καταστήσει αδύνατη μια πραγματική και ευνοϊκή διευθέτηση». Η Βρετανία δεν αναζητούσε συμφωνία μεταξύ των εμπολέμων στην Ελλάδα αλλά τον τερματισμό της εξωτερικής βοήθειας προς τον ΔΣΕ, και προς αυτή την κατεύθυνση όφειλαν να συνδράμουν οι Σοβιετικοί.

Αρνητικές εξαρχής οι διαθέσεις της Αθήνας


Η επιμονή των Βρετανών και των Αμερικανών να εμπλέξουν στις συνομιλίες την ελληνική κυβέρνηση σήμαινε ότι η τύχη της σοβιετικής πρωτοβουλίας θα κρινόταν και από τις διαθέσεις της Αθήνας. Ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης, αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Λαϊκών - Φιλελευθέρων, υπουργός Εξωτερικών και ηγέτης του Λαϊκού Κόμματος, δήλωσε ότι η Ελλάδα «δεν πρέπει να στερηθεί δολίως τους καρπούς των νικών του στρατού και δεν πρέπει να υπάρξει νέα Βάρκιζα. «Δεν θα επιτρέψουμε την είσοδο Δούρειων Ίππων στα τείχη της χώρας μας». Ο υπουργός Στρατιωτικών, Κωνσταντίνος Ρέντης, από το Κόμμα Φιλελευθέρων, έβλεπε μακρύτερα: «Το ΚΚΕ είχε συνταχθεί ανοικτά με τους εχθρούς της χώρας και επομένως δεν θα μπορούσε να υπάρξει στην Ελλάδα μετά την καταστολή της εξέγερσης».
Οι ελληνικές θέσεις συνέπεσαν με τις αμερικανικές και βρετανικές επιδιώξεις. Για τις δύο δυτικές δυνάμεις, από τα τέλη του 1946 η κύρια αιτία της ελληνικής κρίσης ήταν η έξωθεν βοήθεια προς τον ΔΣΕ, και το κατάλληλο βήμα για τη συζήτηση αυτού του προβλήματος ήταν ο ΟΗΕ. Οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί θα άκουγαν τις σοβιετικές απόψεις, αλλά δεν θα ξεκινούσαν συνομιλίες χωρίς τη συμμετοχή της ελληνικής κυβέρνησης. Όσο για τον ΔΣΕ, εφόσον βάσει του διεθνούς δικαίου στερείτο νομικής υπόστασης, τυχόν διαπραγματεύσεις με αυτόν υπόκειντο αποκλειστικά στη δικαιοδοσίας της ελληνικής κυβέρνησης. Κοινή εκτίμηση της Ουάσιγκτον, του Λονδίνου και της Αθήνας ήταν ότι οι σοβιετικές προτάσεις εκκινούσαν από θέση αδυναμίας τόσο της σοβιετικής διπλωματίας διεθνώς  (στις 4 Μαΐου 1949 η Μόσχα ανακοίνωσε την άρση του αποκλεισμού του Βερολίνου) όσο και του ΚΚΕ στο εσωτερικό της Ελλάδας. Η απόρριψη τους παρουσιάστηκε ως επιμονή για επίλυση μέσω του ΟΗΕ, όπου δεν μπορούσε να γίνει αντικείμενο συζήτησης η σύγκρουση μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και του ΔΣΕ. Στις 20 Μαΐου 1949, η σύμπλευση επισημοποιήθηκε όταν ο Ρασκ καθησύχασε τον Έλληνα πρέσβη στην Ουάσιγκτον ότι το πρόβλημα δεν αφορούσε την εσωτερική κατάσταση στην Ελλάδα, αλλά την έξωθεν βοήθεια στους αντάρτες. Ο πρέσβης δήλωσε ότι η ελληνική κυβέρνηση προτιμούσε να μην υπάρξουν συνομιλίες με τους Σοβιετικούς: «Οι αντάρτες έπρεπε να καταθέσουν πρώτα τα όπλα τους. η αμνηστία και τα συναφή θα έλθουν αργότερα». Επιπλέον, η ελληνική κυβέρνηση δεν επιθυμούσε συνομιλίες που θα υπονόμευαν το ηθικό του στρατού και θα επέτρεπαν τη σοβιετική ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας.

Η τελική απόφαση για στρατιωτική λύση και συντριβή του ΔΣΕ


Στις 27 Μαΐου 1949, Αμερικανοί και Βρετανοί συμφώνησαν να κοινοποιήσουν προφορικά τις θέσεις τους στους Σοβιετικούς. Οι σοβιετικές προτάσεις απορρίφθηκαν και άρχισε να γράφεται ο στρατιωτικός επίλογος της ελληνικής κρίσης. Οι Σοβιετικοί, τη στιγμή ακριβώς που είχαν δώσει εντολή στον Ζαχαριάδη για παύση των εχθροπραξιών και αποχώρηση του ΔΣΕ, διερεύνησαν τις αγγλοαμερικανικές προθέσεις για τη δυνατότητα συνεννόησης των «τριών μεγάλων». Η Μόσχα θεώρησε ότι η βολιδοσκόπηση του Ρασκ στα τέλη Απριλίου παρείχε μια τελευταία ευκαιρία, πριν από την αποχώρηση ή τη συντριβή του ΔΣΕ, για τη διατήρηση κάποιας επιρροής στην Ελλάδα. Οι Αμερικανοί και οι Βρετανοί αναζητούσαν την εξάλειψη της έξωθεν στρατιωτικής βοήθειας στον ΔΣΕ ως προϋπόθεση για τη στρατιωτική λύση του ελληνικού ζητήματος. Σε αυτήν τη διαφορά επιδιώξεων οφείλονται η βολιδοσκόπηση του Ρασκ στον Γκρομύκο, η εκδήλωση της σοβιετικής πρωτοβουλίας και η απόρριψη της από τους Δυτικούς.
* Ο κ. Θανάσης Δ. Σφήκας είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς και Ελληνικής Ιστορίας του 20ού αιώνα στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 3.7.2012