Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

Μπαλωματής του Μωρηά

 


ΠΑΛΗΑ ΚΑΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ

Μπαλωματής του Μωρηά

Του κ. Νίκου Σταυρή

Το γουρουνοτσάρουχο μιλάμε ξάστερα — ήταν η «ποδεμί» της ρωμιοσύνης στα τετρακόσια χρόνια της σκλαβιάς της. Με το τίναγμα του ζυγού από το σβέρκο της, έβαλε στα πόδια της παπούτσια. Φόρεσε τσαρούχια. Με τη περίφημη «φούντα» στη μύτη τους, και με το μαύρο ή κόκκινο χρώμα. Με σολόδερμα χοντρό, κατεργασμένο, από τομάρια δαμαλιών πού αφθονούσαν στα βουνά τού Μωρηά και της Ρούμελης. Οι μυτερές πέτρες συντόμευαν τη φθορά.

Οι μπαλωματήδες κάνουν την εμφάνιση τους. Με το σουβλί και το βελόνι στην αρχή. Με το σφυρί και το αμόνι κατόπιν. Με τα μυτερά προκάκια και τις βιδάτες πρόκες στη συνέχεια. Με τα πετσί και τα εργαλεία στις πλάτες, περιοδεία στα χωριά. Και με το “ματαράτσι”για τον ύπνο κάτου από τα μπαλκόνια όπου υπήρχαν. Για να έχουν προστασία από τη βροχή. Το καλοκαίρι στης σκιές των πουρναριών. Πριν ξημερώσει «παπούτσια να μπαλώώώ. Τυρί, μυτζήθρα, η αμοιβή από τους τσοπάνηδες, αραποσίτι και λάδι από τους ζευγολάτες. Δούλευαν μήνες ολόκληρους. Κάποτε γύριζαν να φορτώσουν στο γαϊδούρι τους την είσπραξη σε είδος. Μαλλιά, τράγων, προβατίνες, φασόλια, ρεβίθια, φακές, γουρουνίσιο κρέας. Χαράς ευαγγέλια για τη φαμελιά. Γύριζε φορτωμένος ο νοικοκύρης σπίτι του. Και μερικά λεφτά στην τσέπη Και με καινούργιο παντελόνι. Και με «πασουμάκι» παπούτσι. 

 

 

Παραμερίζεται σιγά, σιγά, η φουστανέλα. Εμφανίζονται οι φραγγοφορεμένοι. Φορούν παπούτσια βακετένια, στην αρχή, αδιάβροχα στη συνέχεια. Αφανίζεται το τσαρούχι, το φτιαγμένο με τα ίδια τα χέρια αυτού πού τα φορούσε. Το υποτυπώδες μ' άλλα λόγια, κάλυμμα των ποδιών με κομμάτι γουρνουτόμαρου. Με λουριά από τον  ίδιο βγαλμένα, αντί για κλωστές. Για οικονομία οι «φτέρνες» έξω, χωρίς προστασία, για να ακούμε σήμερα στην περιοχή της Αρκαδίας—'Ολυμπίας το περίφημο «σκασμένη φτέρνα». Αρκάδες και 'Ολύμπιοι οι πρώτοι διδάξαντες. Κατά οι Στεμνιτσιώτες τη χρυσοχοεία. Οι Δημητσανίτες το μπαρούτι. Τα Λαγκάδια τη μαστοριά. Η Ζάτουνα στην «αργάσι» των τομαριών όπως    και    η   Ανδρίτσαινα με τα περιττώματα (σκυλόσκατα) των σκύλων. Ο Κοσμάς στα κτένια και ο Άγιος Πέτρος στον ασβέστη. Η Τριπολιτσά στις στολές από «σαγάκι». Καπότες, γιλέκια, πιτούρια.

Βροχές και βοριάδες χτύπησαν αλύπητα τους μπαλωματήδες. Διαφορετική ή τύχη των γανωματήδων πού δούλευαν δίπλα στη φωτιά. Διακονιαραίοι, καλαϊτζήδες, και μπαλωματήδες χτίζουν τα πρώτα σπίτια με τα πελεκητά αγκωνάρια. Δίδουν το παράδειγμα. Φέρνουν στα χωριά τους το μικρό πολιτισμό. Όπως ο Ρόβας στα Γιάννενα από την Πόλη, χρυσαφικά, διαμαντικά, και χαλκωματένια σκεύη. Με τη μεγάλη φάλαγγα, γκαμήλες, άλογα, μουλάρια. Πορεία βαριά, ένα μήνα το πάει και ένα μήνα το έλα! 

 

Η περιοχή της Καρύταινας, η δεύτερη μετά το Φανάρι της Ανδρίτσαινας ισχυρή επαρχία της Τουρκιάς, «έβγαλε τους πρώτους μπαλωματήδες από τα χωριά Μουλάτσι, Δραγουμάνου (Κοτύλιο), Λάβδα πού ταξίδεψαν άλλοι για τους κάμπους τού Πύργου και της Καλαμάτας και άλλοι για το ορεινό συγκρότημα της Ρούμελης. Για τις αρβύλες της εργατιάς στ’ αμπέλια και τις σταφίδες οι πρώτοι, για τ' αρβανίτικα τσαρούχια των τσελιγγάδων οι δεύτεροι. Τα καλιγωμένα με τις βιδάτες πρόκες για την αντοχή. Τα γεμάτα βάρος και ομορφιά. Πού με μια και μόνο κλωτσιά γκρέμιζαν βράχους και σκότωναν ανθρώπους. Κι’ όσοι τα φορούσαν έπιαναν τ' αγρίμια στην τρεχάλα. Και με την κάπα, στρώμα και σκέπασμα, αψηφούσαν τις βροχές και τα χιόνια. Τέτοια ήταν εκείνο το καιρό η ρωμιοσύνη, τούτης της   περιοχής.....

ΝΙΚΟΣ   ΣΤΑΥΡΗΣ

ΠΗΓΗ:

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΝΕΟΣ ΟΡΙΖΩΝ 2012

 

Πέμπτη 30 Μαΐου 2024

Τα Καλύβια τ' Αλώνια και οι Νερόμυλοι της Ολυμπίας και Τριφυλίας

 


Τα Καλύβια τ' Αλώνια  και οι Νερόμυλοι της Ολυμπίας και Τριφυλίας

 

Η ορεινή Ολυμπία και Τριφυλία είναι γεμάτες από σιταροχώραφα σκαρφαλωμένα στις πλαγιές των βουνών τα όποια κάποτε καλλιεργόντουσαν συστηματικά μ' επιμέλεια κι επιμονή απ’ τους κατοίκους των άγονων χωριών τους κι εξασφάλιζαν τον επιούσιο.

Όλα αυτά τα σιταροχώραφα στα πετροβούνια του τόπου δημιουργήθηκαν μ' εκχερσώσεις που έκαναν αγρότες της περιοχής διά μέσου πολλών ετών. Σύλλεξαν χούφτα χούφτα το ευλογημένο χώμα, σαν αποτρίμματα χρυσαφιού, με τα ροζιασμένα χέρια τους και με μόνο γεωργικό εργαλείο ένα πετροκασμά, τα έκλεισαν σε λιθόκτιστα στηθαία (πεζούλια) για να μπορέσουν να σπείρουν εκεί σιτάρι ή καλαμπόκι με την ελπίδα, αν περάσει το ευεργετικό σύννεφο, να θερίσουν. Τις περισσότερες όμως φορές δεν παίρνανε ούτε το άχυρο για τα ζώα τους απ' αυτή την επίπονη και πέρα από κάθε περιγραφή γεωργική τους εργασία.

Σ' επίκαιρες θέσεις είχαν χτίσει με ξερολιθιά πρόχειρες αγροικίες (καλύβια) για να προστατεύονται απ' τις βροχές κατά τις σκληρές μέρες του χρόνου, αφού οι αγρότες μας,  εκείνα τα χρόνια και πριν ακόμα ξημερώσει καλά καλά, έπαιρναν τα ζώα τους και τα γεωργικά τους εργαλεία και πήγαιναν κατ' ευθείαν στα κτήματα που δούλευαν όπου και περνούσαν ολόκληρη την μέρα τους. Για να είμαστε πιο ακριβείς, με τ' αστέρι φεύγανε απ' το χωριό και με τ' φεγγάρι επιστρέφανε στην απέριττη εστία τους κατάκοποι. 


 

Τα τραγούδια τους όμως και το γέλιο δεν έλλειψε ποτέ απ' τα χείλη και το στόμα τους. Και για πολλούς μεγάλους σε ηλικία σήμερα κατοίκους της περιοχής έχει μείνει ζωντανή η ανάμνηση να βλέπουν, ομάδες, ομάδες τους χωρικούς των «Πανω Χωριών» να γυρίζουν απ' τα χωράφια τους φορτωμένοι οι ίδιοι, οι γυναίκες, τα παιδιά τους και τα ζώα τους, ανάλογα ο καθένας με διάφορα πράγματα της δουλειάς και με ξύλα, τραγουδώντας αντιφωνικά και γελώντας εγκάρδια, χωρίς κασετόφωνα και ραδιόφωνα στούς ώμους, παρά μόνο, όπως προλέχθηκε, με τον κασμά, το   λοσταρι και το   ποιμενικό ραβδί ατό χέρι.

Στα μικρομάγαζα των χωρίων συγκεντρώνονταν μόνο τα βράδια, αφού τακτοποιούσαν πρώτα τα ζώα τους, έφερναν νερό μέσα σε ξυλοβάρελα απ' την κεντρική βρύση και προγραμμάτιζαν τις δουλειές της επομένης ημέρας.

Έτσι έζησαν οι άγιοι εκείνοι άνθρωποιτης Ολυμπιακής υπαίθρου, οι ευλογημένοι ήρωες της αγροτικής γης αυτών των περιοχών, κυρίως των χωριών του Λυκαίου (Αμπελιώνας, Αγιοσώστη, Νέδας, Πέτρας, Σκληρού, Μαρίνας, Κακαλέτρι και Στάσιμου). Και μέσα από τις ταπεινές οικογένειες τους ξεπήδησαν  καθηγητές Πανεπιστημίου, Πρωθυπουργοί, Υπουργοί, Βουλευτές, ευλαβείς ιερωμένοι, ακαταπόνητοι εκπαιδευτικοί, Διδάσκαλοι και Καθηγητές, εξαίρετοι Δικηγόροι, Μηχανικοί, άλλοι επιστήμονες, Γιατροί, Γεωπόνοι κ.λ.π.. καθώς και πετυχημένοι έμποροι και φιλότιμοι τεχνίτες...

Κοντά στα καλύβια υπήρχαν και τα πετράλωνα στα όποια θυμώνιαζαν τα χερόβολα κι αλώνιζαν στη συνέχεια. Σχεδόν κάθε μεγάλο χωράφι είχε και τα αλώνι του. Τα μικροχώραφα είχαν κοινό αλώνι με τη συνεργασία των ιδιοκτητών  τους.

Στα κεφαλόβρυσα και στις όχθες των ποταμιών ήσαν οι νερόμυλοι κινούμενοι με τις υδατοπτώσεις για τ' άλεσμα του σιταριού, καλαμποκιού, κριθαριού, βρώμης, μαρτιάκου, σίκαλης, ακόμα και βελανιδιών. Την εποχή της κατοχής σ' αυτούς τους μύλους λειτουργούσε κρυφά ραδιόφωνο με ρεύμα πού αυτοί παρήγαγαν κι έτσι η περιοχή γνώριζε τι γίνεται στον κόσμο.

Όποιος ταξιδεύει σήμερα απ' την Ανδρίτσαινα για τον Πύργο βλέπει κατά τη διαδρομή λείψανα τους. Ομοίως και στις διαδρομές Ανδρίτσαινας—Μεγαλόπολης, Ανδρίτσαινας—Ναού Επικουρίου Απόλλωνα, Ανδρίτσαινας — Καλαμάτας, μέσω των «Πάνω Χωριών».


 

Ο τόπος είναι κατάσπαρτος απ' αυτά τα δημιουργήματα των αγροτών της περιφερείας, μαρτυρία έντονη ενός έντιμου αγροτικού βίου κ’ αγάπης του Έλληνα χωρικού για τη ζωή, την πατρίδα του, την προκοπή και  την ευδοκίμηση.

Αυτά τα σημάδια κι αυτές οι μαρτυρίες, άλλα και το μαρτύριο των συμπατριωτών μας σε σκληρές εποχές, ανάμεσα στα βουνά του Λύκαιου και του Τετραγίου, των κάστρων της Λυνίσταινας, Αγίας Ελένης, Είρας και τις πηγές του Νέδα, σ' όλη γενικά τη διαδρομή στο ορεινό κομμάτι της Τριφυλίας, πρέπει να περισωθούν οπωσδήποτε. Προξενούν, πέρα απ' τους δικούς μας συναισθηματικούς λόγους, βαθύτατες εντυπώσεις στους ντόπιους και ξένους τουρίστες που δεν διστάζουν να αναφέρονται παντοιοτρόπως στις ομορφιές του τόπου και στα αγροτικά μνημεία που είδαν.

Δεν θα ήταν λοιπόν χωρίς κάποια σημασία κι όφελος  η γενικότερη τουριστική αξιοποίηση των καλυβιών, αλανιών, νερόμυλων και κυρίως όσων βρίσκονται σε περάσματα επαρχιακών ή αγροτικών αμαξιτών δρόμων.

Οι νερόμυλοι, τ' αλώνια και τα καλύβια στον τόπο μας μιλάνε για το μακρινό παρελθόν, για τον απόηχο του χτες, για τ' ανεβοκατεβάσματα του χρόνου... Μας μιλάνε για πρόσωπα και περιστατικά, γι' αγάπη, έρωτες, γλέντια, τραγούδια, για πόθους και καημούς των ανθρώπων εκείνων πού τάφτιαξαν κι έζησαν μ' αυτά χρόνια και χρόνια. Είναι μια πλούσια και πολύτιμη λαϊκή κληρονομιά άξια προσοχής, προβολής και περιφρούρησης κι όχι περιφρόνησης.

 


 

Αν σταθείς σ' ένα απ' αυτά τα έργα, τ' αλώνια π.χ. και φωνάξεις δυνατά θ' ακούσεις της φωνής σου την αντιβουή στα σύρραχα και στις αντικρινές πλαγιές, στις ρεματιές και στα ρουμάνια. θ' ακούσης αμέσως χιλιάδες φωνές απ' τα βάθη των ετών να σ' απαντούν μέσα απ' την αιωνιότητα και να σου λένε: Εμείς αυτά μπορούσαμε τότε να κάνουμε κι' αυτά φτιάξαμε. Έτσι ήταν δυνατό να ζήσουμε κι έτσι ζήσαμε. Εσείς σεβαστείτε τα έργα μας και συνεχίστε μ' ακούραστη διάθεση στη ζωή βελτιώνοντας τον πολιτισμό, μ' αρετή και ήθος, μέχρις ότου πάρουν άλλοι τη σειρά σας.

Οι πρόεδροι των Κοινοτήτων και οι αρμόδιες αρχές, θα  πρέπει να έχουν συνεχές  ενδιαφέρον και προτάσεις για την αξιοποίηση αυτών των λειψάνων του αγροτικού και ποιμενικού μας περιβάλλοντος. Άλλωστε οι νερόμυλοι ιδιαίτερα ήσαν μικρά εργοστάσια την παλιά εποχή στον τόπο μας. Δεν πρέπει να χαθούν. Καθήκον μας είναι να τους διατηρήσουμε στη ζωή. Αξίζουν περισσότερο από ένα αργαλειό, μια μασουρίστρα, ένα ξυλόχτενο πού φυλάμε σε κάποιο λαογραφικό μουσείο. Οι νερόμυλοι είναι μόνοι τους υπαίθρια Λαογραφικά μουσεία κι όσοι ακόμα υπάρχουν δεν πρέπει να εξαφανισθούν. Είναι όλοι σε υπέροχες τοποθεσίες κοντά σε θαυμάσια τοπία δίπλα σε σκιερά δένδρα και τα διάφανα νερά των ποταμών Νέδα και Διάγοντα πού γαλήνιοι κι ασημένιοι ανάμεσα από πεύκα και πρίνους, καταπράσινες, γελαστές και κατάστικτες απ' αγριολούλουδα πλαγιές, οδεύουν στην καταγάλανη θάλασσα της Αρκαδίας.

(Διασκευή από παλιό άρθρο του Παναγιώτη Χ. Χαραλαμπόπουλου, Λυκειάρχη με τίτλο «Νά διατηρηθούν τα Καλύβια τ' Αλώνια   και οι Νερόμυλοι της περιοχής»)

Τρίτη 28 Μαΐου 2024

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΖΟΥΡΤΣΑΣ

 


 

ΤΟ  ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΖΟΥΡΤΣΑΣ

Γράφει ο + ΑΧΧΙΛΕΑΣ ΤΑΓΑΡΗΣ (1912-2004)

Στρατηγός—Ακαδημαϊκός

Τα Ελληνικά Σχολεία ή Σχολαρχεία στη Πατρίδα μας λειτούργησαν περίπου ένα αιώνα (1835—1929) και ανήκαν στη Μέση Εκπαίδευση. Αντίστοιχα των σήμερα (1988) είναι τα Γυμνάσια. Στα Ελληνικά Σχολεία δίδασκαν νεοδιοριζόμενοι καθηγητές, πτυχιούχοι του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι οποίοι και μετέδιδαν στους μαθητές τους όλη τη φλόγα του γεμάτου όρεξη νέου μαχητή στο στίβο της Παιδείας. Αργότερα αυτοί πήγαιναν στα Γυμνάσια, με εξέλιξη ως το βαθμό τον Γυμνασιάρχου. Μερικοί απ' αυτούς, οι πιο άξιοι, γίνονταν και Καθηγητές στο Πανεπιστήμιο.

Τα Ελληνικά Σχολεία (Ε.Σ) ιδρύθηκαν το 1835 με το από 25-3-1835 Β.Δ., αρχικά 10, που το συμπλήρωσε το από 31-12-1836 Β.Δ,, πού ανέβασε τον αριθμό τους σε 24. Μετά 75 χρόνια τα Ε. Σ. ήσαν 186 (και τα Γυμνάσια 39, απ' τα όποια 8 δημοσυντήρητα). Τα Ε. Σ. καταργήθηκαν το 1929, με τους νόμους 4373 και 4897. Ήσαν σπουδαία σχολεία κι' εκεί τα Ελληνόπουλα μάθαιναν γερά γράμματα.

Το Ελληνικό Σχολείο στη Ζούρτσα καταργήθηκε κι' αυτό το 1929. Πότε ιδρύθηκε, δεν είναι γνωστό. Ίσως κατά τις τελευταίες 1Οετίες του προηγουμένου αιώνα. Πάντως, πολλές πρωτεύουσες «πολυχωρίων» Δήμων, (όπως ήτο και η Ζούρτσα, πρωτεύουσα του μεγάλου Δήμου Φιγαλίας, με καμιά 20ριά χωριά), είχαν αποκτήσει νωρίς Ελληνικά Σχολεία, με αρχικά τους Ελληνοδιδάσκαλους.

Στο Ζουρτσάνικα Σχολείο φοίτησα απ' το 1922 μέχρι το 1925. Θα το περιγράψω, όπως ήταν τότε, με συντομία, για να μείνει η ιστόρηση τον, σαν ένα μικρό κομμάτι της Ιστορίας της Ζούρτσας, πού δυστυχώς δεν γράφεται  από   κανένα,   αν και θα ήταν τόσο εύκολο να γραφή σε ένα βιβλίο, που θα φυλασσόταν στη Κοινότητα, μας.

Για κτίριο χρησιμοποιούσε το μονόπατο σπίτι της Μαστρογιώργαινας. Στο ισόγειο έμενε η ίδια με την φαμελιά της. Το σπίτι αυτό ήταν κτισμένο σε ψηλή θέση κι' είχε όμορφη θέα τριγύρω, μέχρι πέρα τα βουνά. Ήταν ανάμεσα σε Ζαριφέϊκα, Πιπιλέϊκα και Ταγαρέϊκα σπίτια. Γύρω του είχε μια τεράστια κληματαριά, πολύ καρπερή, χάρι στις προσπάθειες του πολύπειρου Μαστρογιώργη. Η αυλή του ήταν λιθόστρωτη και μαντρωμένη. Στο πάτωμα υπήρχαν τρία δωμάτια, ένα για κάθε τάξη. Στο μεγαλύτερο, της 3ης τάξης, ήταν, μέσα σε σανιδένιο χώρισμα, το Γραφείο των  Καθηγητών.  Είχε χαγιάτι και μπαλκόνι. Πάνω από την πόρτα της εισόδου υπήρχε μια ταμπελίτσα, βαμμένη μπλε. Που ‘γραφε σε άσπρα γράμματα, σε ημικύκλιο, ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΣΧΟΛΕΙΟΝ, και από κάτω, σε ίσια γραμμή, ΖΟΥΡΤΣΗΣ. Ακόμα το όνομα τον χωριού δεν είχε αλλάξει. Άλλαξε το 1927, όταν κοινοτάρχης ήταν ο Άριστος Τάγαρης. Το μπλε και άσπρο της ταμπελίτσας ήσαν τα χρώματα της Ελληνικής Σημαίας. Φοιτούσαμε, τότε, στο Ελληνικό Σχολείο της Ζούρτσας καμιά 50ριά μαθητές, μέσα απ' τη Ζούρτσα κι' από τα γύρω χωριά. Είχαμε μαθήματα πρωί και απόγευμα. Σχολάρχης μας ήταν ο μεγαλοπρεπής στην εμφάνιση και άριστος εκπαιδευτικός, Κώστας Δαΐκος, απ' τη Ζαχάρω. Είχαμε άλλους δύο καθηγητές, τον Γεώργιο Δούκα απ' την Καλυδόνα και τον Γεώργιο Παπακυριακόπουλο, απ' το Μπούζι. Άριστοι κι' αυτοί. Και τους τρεις τους είχαμε και τα τρία χρόνια. Για λίγο, ενδιάμεσα, είχαμε και κάποιο Γιαννόπουλο. Μαθαίναμε τα γράμματα με μεγάλη όρεξη και δίψα.  Όλοι   ήσαν  καλοί μαθητές. Είχα την τύχη και στις τρείς χρονιές να πάρω το απολυτήριο με άριστα (10). Είχαμε αρκετές κενές ώρες, μ' επιτηρητές συμμαθητές μας, που έγραφαν στον Μαυροπίνακα οποίον ατακτούσε, για να τιμωρηθεί μετά απ' τον Σχολάρχη. Σπάνια, έμεναν γραμμένα τα ονόματα ως το σχολικό διάλειμμα. Ένα σφουγγάρισμα του επιτηρητή τάσβαινε όλα.

Οι Καθηγητές μας ήσαν αυστηροί, αλλά δίκαιοι. Σωφρονιστικό μέσο ήταν η βέργα (λούρα), από λυγαριά. Όταν ο Σχολάρχης μας έβγαζε τα κολλαριστά του μανικέτια σήμαινε συμφορά για τον αδιάβαστο. Αν και ο Σχολάρχης μας κάπνιζε πολύ, (αυτό δεν τον εμπόδισε να πεθάνει υπέργηρος), μας δίδασκε να μην καπνίσουμε ποτέ. Έπαιρνε αφορμή απ' τη Φυτολογία, που έγραφε στο περί καπνού, «ευτυχής ο μηδέποτε καπνίσας». Θυμάμαι και το ρητό του ίδιου, πούλεγε: «Βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόχευτος». Όλοι οι μαθητές είμαστε τύποι και υπογραμμοί. Εξαίρεση ήσαν μερικοί αδιάβαστοι.


Αξέχαστα όμορφα χρόνια...

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΝΕΟΣ ΟΡΙΖΩΝ/10.5.1988

 

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2023

ΤΟ ΠΛΙΑΤΣΙΚΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

 


ΑΓΝΩΣΤΕΣ ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΜΑΣ

ΤΟ ΠΛΙΑΤΣΙΚΟ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Είναι αλήθεια πώς με την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως σχηματίστηκαν πολλά και σε διάφορα μέρη πολεμικά στρατόπεδα

Στο κάθε στρατόπεδο, πού είχε την σημαία του και ήταν προφυλαγμένο με «ταμπούρια» (οχυρώματα), «βάρδιες» (φυλάκια με σκοπούς) και «μυστικόν» (σύνθημα), υπήρχε ο αρχηγός και οι καπεταναίοι με τα παλληκάρια τους και ήταν μοιρασμένοι σε «μπουλούκια» (συγγενειακές ή συμπατριωτικές ομάδες). Κοντά τους, απαραίτητα, ήταν και ο αστυνόμος του στρατοπέδου, για να προλαβαίνει τις τυχόν απειθαρχίες, ή και λιποταξίες, που δεν ήταν λιγοστές σε ασύνταχτα και διαφορετικής ηλικίας στρατεύματα. Αν υπήρχαν σπίτια στο χωριό, έμεναν σε αυτά, αλλιώς έφτιαχναν πρόχειρες καλύβες «τσαντήρια», για να προφυλάσσονται από τις βροχές, τα κρύα και τις ζέστες. Και εθεωρείτο θεϊκό δώρο, αν βρισκόταν καμιά ψάθα κάποτε, για να ξαπλώνουν.

Ο εφοδιασμός των στρατοπέδων με τα απολύτως αναγκαία, εφόσον δεν υπήρχε ενιαία επιμελητεία, εξαρτιόταν από τις ενέργειες και τις φροντίδες των κατά τόπους εφορειών, οι οποίες συναντούσαν πάντοτε πολλές δυσκολίες

Η τροφή όλων, καπεταναίων και στρατιωτών, ήταν ξερή και λιτή. Καθημερινό συσσίτιο το πολύ ψωμί, άφθονες ελιές και αρκετό κρασί από τις τσίτσες. Μια φορά την εβδομάδα έτρωγαν ψητό κρέας και πιο συχνά, αν τους εφοδίαζαν οι γειτονικές στάνες. Αν δεν προλάβαιναν οι φούρνοι, ζύμωναν οι ίδιοι σε σανίδες ή πλάκες, το ακοσκίνιστο αλεύρι, χωρίς προζύμι και πολλές φορές χωρίς αλάτι και το έψηναν στην χόβολη. Το ταγάρι, ο «ντορβάς», του καθενός, ο γυλιός του καιρού εκείνου, πάντα κάτι είχε για προσφάγι: τυρί, κρεμμύδια ή σκόρδα. Είχε ακόμη μέσα και τσακμακόπετρες, βελόνες, κλωστές και τσαγκαροσούβλια, για τα τσαρούχια. Ο καθένας φορούσε και ένα χαϊμαλί, για φυλακτό από τα εχθρικά βόλια. Την σχόλη τους την περνούσαν με τραγούδια, χορούς και αγωνίσματα. Πάντα είχαν κοντά τους «παιγνιδιάτορες» με βιολιά, κλαρίνα, μπουζούκια, καραμούζες και νταούλια.

Έτσι περνούσαν τον καιρό τους όσο βρίσκονταν καθιστικοί στα στρατόπεδα. Σαν ξεκίναγαν όμως για μεταστάθμευση, ή για μάχη, ή γύριζαν από πόλεμο, παρά τις συμβουλές και τις απαγορευτικές διαταγές των καπεταναίων, υπέφεραν και κακοπαθούσαν τα σπίτια, τα ζωντανά, τα κοτέτσια, τα βαγένια με το κρασί, τα δενδρικά, οι κήποι και τα περιβόλια των χωριών, που συναντούσαν στο πέρασμα τους. Κι αν δεν ήταν στο δρόμο τους, λοξοδρομούσαν και τα εύρισκαν. Κι εκείνο που γινόταν, ήταν κάτι τρομερό. Τίποτα δεν έμενε απείραχτο. Ήταν σαν να έπεσε χαλάζι, ή να πέρασε ακρίδα. Και οι κάτοικοι όλων των περιοχών, και ιδιαίτερα εκείνοι που ζούσαν σε μέρη από τα οποία συχνοπερνούσαν στρατεύματα, ήσαν όλο παραπόνα.

Κάτι τέτοιο φανερώνει και ζωντανή εικόνα δίνει ή παρακάτω (Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ) Οίκον. Φ. 37) χαρακτηριστική και ανέκδοτη ως τώρα αναφορά των κατοίκων του  Αργούς,  από το οποίο συχνά – πυκνά περνούσαν και, εξ αιτίας της θέσης τους, στάθμευαν πάντα πολλά και διάφορα στρατεύματα:

Προς το σεβαστόν Εκτελεσπκον Σώμα,

Και οι δούλοι σας απηυδήοαμεν γράφοντες και αναφερόμενοι και η σεβαστή Διοίκησις αηδίασεν ίσως από τας καθημερινάς προσκλαύσεις και τους ολοφυρμούς μας, πλην τι να κάμωμεν; Πόθεν άλλοθεν νά ζητήσωμεν αντίληψιν και προστασίαν; Τα αφόρητα δεινά και τας αδιάλειπτους επήρειας όπου δοκιμάζομεν, μήτε λογω ημπορούμεν να τας περιγράψωμεν, μήτε με αναφοράς ημπορούμεν να τας παραστήσωμεν. Όλαι αι επαρχίαι, αναμφιβολως, εδοκίμασαν και δοκιμάζουν εις αυτήν την εποχήν, άλλ' ή μερικώς, ή προσωρινώς, ή εις εν και μόνον είδος ενοχλούνται.

Αι συμφοραί όμως του τρισαθλίου Αργούς, δεν συγκρίνονται με κανενός τόπου. Δεν είναι στρατιώτης άπ’ όλην την Ελλάδα, όστις να μην ήλθεν εις το Αργος. Και ερχόμενοι, όχι να αναχωρήσουν την δεύτερον ή τρίτην ημέραν, άλλα διατρίβουν εβδομάδας, μήνας, καιρόν. Η διάρκεια της διατριβής των τους διδάσκει κάθε είδος καταχρήσεως, ώστε τα πάντα να λογίζωνται κοινά. Δεν εξουσιάζομεν κτήμα, δεν ορίζομεν σπίτι, δεν έχομεν, εν ολίγοις, κανένα περισσότερον λόγον από αυτούς εις τα πράγματα μας. Τα περιφράγματα των σπιτιών μας τα κρημνίζουν, τα περιβόλια και τους κήπους μας τα κατασκάπτουν, τα δενδρικά μας, οίον μουριές, λεμονιές και άλλα από τα οποία ελπίζομεν καπόιαν ωφέλειαν, τα εκριζώνουν παντάπασι. Τα αμπέλια μας τα ξεκουρβουλώνουν και τα καίουν. Εις τα χωράφια μας απέλυσαν τα ζώα τους και τα κατέφθειραν. Τα σπίτιά μας τα μεταχειρίζονται ως καπηλεία και ημάς τους ίδιους ως άνδραπόδα. Να τους εμποδίσωμεν μήτε τολμώμεν, μήτε δυνάμεθα. Να τα υποφέρωμεν δεν ήμπορούμεν πλέον. Αυτοί μόνοι των δεν συστέλλονται. Όθεν κατηντήσαμεν εις αμηχανίαν, ποίαν οδόν να βαδίσωμεν.

'Αλλ'αφού δοκιμάζομεν τοσαύτα βάσανα, μήπως βλέπομεν αλλαχόθεν καμμίαν παραμυθίαν; Μολις πέρυσιν, ευσπλαγχνισθείσα η σεβαστή Διοίκησις, μάς εχάριοε 30.000 γρόσια, το πολλοστόν των εξόδων και ζημιών μας και εξ αυτων ζητεί να λάβη τας 7.000 ο ενοικιαστής. Οι ιερείς των εκκλησιών μας, απαιτούμενοι εμβατίκια παρά του επιτρόπου, έκλεισαν τας εκκλησίας και ευρίσκονται όλοι εδώ (εις το Ναύπλιον) και πιθανόν να αναχωρήσουν διόολου, μη έχοντες τ'απαιτούμενα.

Οι δούλοι σας, παραστήσαντες τους εφετεινούς λογαριασμούς μας, εισέτι δεν βλέπομεν το έλεος της Διοικήσεως. Βλέποντες λοιπόν το πανταχόθεν στενόν των καθ' ημάς πραγμάτων και αμηχανούντες πώς να ζήσωμεν, πώς να οικονομηθώμεν, προστρέχομεν, ως εις ευείδιον λιμένα, προς το σεβαστον τούτο Σώμα, τους ένθερμους του έθνους προστάτας και παρακαλούμεν μετά δακρύων, ή να μας οδηγήσητε τον τροπον δι'ού νά ημπορούμεν να  απαντήσωμεν τα δυσβάστακτα ταύτα δεινά χωρίς να προσκρούσωμεν, ή ν’ ασφάλιση τουλάχιστον την ζωήν και την τιμήν μας, επειδή έξ ού πάσχομεν συμπεραίνομεν και άλλα απευκταιότερα επακόλουθα καθ'ημών, περί ών δίδομεν κατα χρέος την είδησιν προς την σεβαστήν Διοίκηοιν, και αν δεν γίνη η αναγκαία πρόβλεψις, είμεθα τουλάχιστον ανεύθυνοι, ότι δεν εσιωπήσαμεν το πράγμα εν καιρώ οίτινες και μένομεν μέ βαθύτατον σέβας.

Ναύπλιον 1825 Μαρτίου 8

Δούλοι ταπεινοί

οι επιστατοδημογέροντες της επαρχίας Αργούς

Π. Πασχαλινοπουλος

Γεώργ. ' Αλμπανοπουλος

Προστίθεται, ότι διά της 4819/13-3-1825 επιταγής του Εκτελεστικού, «διατάττεται» το υπουργείον της Οικονομίας να διάταξη «οπού ανήκει», να καταβληθούν 40.000 γρόσια στους κατοίκους της πόλεως Αργούς, «προς ανακουφισμόν των όποιων υποφέρουσι δεινών» (Φ. 38).

Σχόλια δεν χρειάζονται.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΙΑΝ-ΦΕΒ 1980