Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΕΧΝΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΕΧΝΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Ιουνίου 2021

Μιρό : Ο «κηπουρός» που ζούσε για την τέχνη

 


Μιρό : Ο «κηπουρός» που ζούσε για την τέχνη

Ο Χουάν Μιρό (στα καταλανικά αποδίδεται Zουάν ή Zοάν Μιρό) (Joan Miró i Ferrá, Βαρκελώνη, 20 Απριλίου 1893– Πάλμα (Μαγιόρκα), 25 Δεκεμβρίου 1983)  ήταν Καταλανός ζωγράφος και γλύπτης και θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους υπερρεαλιστές καλλιτέχνες του 20ού αιώνα. O Νταλί τον αποκαλούσε χωριάτη. Ο Πικάσο τον επισκεπτόταν συχνά, και πάντα τον ρωτούσε: «εσύ, άλλη γυναίκα δεν θα πάρεις;».

Ο Μιρό ήταν ήσυχος άνθρωπος, «παππούς» από τη γέννα του. Τον ενδιέφερε μόνο να έχει καλή υγεία ώστε να έχει όρεξη για δουλειά. Ξυπνούσε στις 5, καθόταν για λίγο στο κρεβάτι του να σκεφτεί το πρόγραμμα της ημέρας και μετά κατέβαινε στο εργαστήριό του. Το μεσημέρι, η γυναίκα του, η Πιλάρ, του ετοίμαζε τη σούπα του αφού προηγουμένως εκείνος είχε απολαύσει τον περίπατό του ψάχνοντας για στοιχεία της Φύσης, κόκκαλα, ξύλα, πέτρες. «Ο, τι είναι απ’ τη Φύση, είναι καλό», έλεγε. Αυτό ήταν το καθημερινό πρόγραμμα του σπουδαίου Καταλανού καλλιτέχνη, στην ωριμότητα της ζωής του στην τελευταία του περίοδο, από το 1956, στα 61 του χρόνια δηλαδή, μέχρι και τον θάνατό του το 1983, όταν εγκαταστάθηκε στη Μαγιόρκα, πατρίδα της γυναίκας του, και δούλεψε στο εργαστήριο που σχεδίασε ο αρχιτέκτονας φίλος του Ζοζέφ-Λουίς Σερτ. Είχε ήδη περάσει πολλά, είχε εξοριστεί στη Γαλλία, και σε αντίθεση με τον Πικάσο και τον Νταλί, επέστρεψε για να πολεμήσει τον Φράνκο, με όπλο την τέχνη του.

Εκεί, σε έναν πολύ μεγάλο χώρο, με εσωτερικό περιστύλιο που του επέτρεπε να παρατηρεί τα έργα του από ψηλά, ο Μιρό, διάσημος και χορτάτος, από τις μεγάλες εκθέσεις της Ευρώπης και της Αμερικής -αγορά που του άνοιξε ο εγγονός του Ματίς εκτελώντας χρέη ατζέντη του- έκανε ένα μεγάλο ξεκαθάρισμα και έζησε τη σπουδαία καλλιτεχνική του φάση. Έκαψε έργα, άλλα τα επιζωγράφισε, «πάντρεψε» παλιά και καινούργια, σχεδίασε μελλοντικές δουλειές, καθώς ποτέ δεν φοβήθηκε τον θάνατο, αφοσιώθηκε ψυχή τε και σώματι στην τέχνη του.

«Ο κύριος Μιρό απουσιάζει»


 

Για τον Μιρό, το εργαστήριό του ήταν χώρος ιερός. «Χαρακτηριστικό είναι ότι τα εγγόνια του δεν μπήκαν ποτέ εκεί», λέει ο Μ. Ελευθεριάδης*, «εκτός από τον Χουάν που μπήκε μόνο μια φορά όταν ήταν 11 ετών. Μάλιστα, πείραξε ένα μολύβι, και ο παππούς του έσπευσε αμέσως να το βάλει στη σωστή του θέση.

Ο Μιρό ζούσε για την τέχνη. Είναι από τους πιο παραγωγικούς καλλιτέχνες του 20ού αιώνα. Αν υπολογίσουμε όλα τα έργα του, ξεπερνάμε τις 100 χιλιάδες. Είχε τεράστια τεχνογνωσία και ασχολήθηκε με ό, τι είχε να κάνει με γραφικές τέχνες. Σε αντίθεση με τους Νταλί και Πικάσο, δεν επιθύμησε ποτέ τη διασημότητα ούτε τα χρήματα. Και τα δύο ιδρύματα Μιρό, στη Μαγιόρκα και στη Βαρκελώνη, έγιναν με δικά του λεφτά. Δεν ήθελε να τον αναγνωρίζουν και το είχε πετύχει σε μεγάλο βαθμό. Όταν κατέβαινε με τη σύζυγό του στην πόλη της Πάλμα -είχαν ένα μικρό αυτοκίνητο που οδηγούσε πάντοτε εκείνη- ο κόσμος έλεγε «ήρθε η Πιλάρ με τον σύζυγό της». Μια φορά, ένας δημοσιογράφος χτύπησε την πόρτα του σπιτιού του λέγοντας ότι θέλει να κάνει συνέντευξη με τον κύριο Μιρό κι εκείνος του απάντησε ”Ξέρετε εγώ είμαι ο κηπουρός, ο κύριος Μιρό απουσιάζει”».

 

Πώς έγιναν η σειρά τα Σκυλιά

 


 

«Στη Μαγιόρκα, ο Μιρό άρχισε να κάνει μεγάλες μήτρες», εξηγεί ο Μάριος Ελευθεριάδης. «Χρησιμοποιεί την οξυγραφία για να κάνει τη χαρακτική και στην οξυγραφία βάζουμε πολλές φορές σινική μελάνη και ζάχαρη η οποία οξειδώνει το χαλκό και γι’ αυτό το έργο πρέπει να ζεσταθεί. Οπότε, βγάζει τα έργα του στον καυτό μεσογειακό ήλιο. Αλλά… Πέρασαν σκυλιά, μύρισαν τη ζάχαρη και έγλειψαν τα έργα. Υπάρχουν σημάδια από τη γλώσσα και τις πατούσες τους. Το τυχαίο ο καλλιτέχνης συχνά το εκμεταλλεύεται και το ίδιο έκανε και ο Μιρό. Και ονόμασε τη σειρά αυτή ”Τα Σκυλιά”».

 «Η σειρά ”Οι άνθρωποι της θάλασσας” έγινε από την επιθυμία του Μιρό να αφιερώσει κάποια έργα σε όσους βρίσκονται μέσα στη θάλασσα αλλά και σ’ αυτούς που τους περιμένουν στη στεριά. Κι έτσι προέκυψαν ”Ο ναυαγός”, ”Το μωρό γαρίδα”, ”Ο καβουροφάγος”, ”Η γυναίκα μέδουσα”, ”Ο φαροφύλακας”… Αυτά τα έργα μαζί με τη σειρά Fundacio Palma είναι από τα τελειότερα που έχει κάνει. Είναι έργα μιας ανάσας. Δεν επιστρέφει να διορθώσει τίποτα. Ο Μιρό ό, τι κάνει είναι πάντα προσχεδιασμένο. Το επεξεργάζεται μέσα του και μετά το γεννάει».

Ο Μιρό ενοχλούνταν από την παρουσία άλλων όταν δούλευε στο εργαστήριό του, γι’ αυτό οι φωτογραφικές μαρτυρίες, που είναι λίγες, είναι πολύτιμες.

Από άρθρο της Γιούλης Επτακοίλη στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ με αφορμή την έκθεση «Ο Μιρό της Μαγιόρκα» που έγινε κατόπιν πρότασης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, στον επιμελητή της έκθεσης, Μάριο Ελευθεριάδη, εικαστικό και καθηγητή στην Ανωτάτη Εθνική Σχολή Καλών Τεχνών Λιμόζ-Ομπισόν στη Γαλλία.

 

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2020

Ο Γιάννης Τσαρούχης και το περιοδικό “Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός της Νεότητος”



Ο Γιάννης Τσαρούχης και το περιοδικό “Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός της Νεότητος”

Μια άγνωστη συνεργασία του Γιάννη Τσαρούχη µε το περιοδικό “Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός της Νεότητος” (1927)

Γράφει ο ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΤΣΙΚΝΑΚΗΣ*

Το περιοδικό Ερυθρός Σταυρός της Νεότητος  άρχισε να εκδίδεται τον Δεκέµβριο του 1924. Απέβλεπε στη διάδοση των αρχών του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού Νεότητος που είχε ιδρυθεί τον Ιούνιο του 1924 και λειτουργούσε ως ιδιαίτερη κεντρική υπηρεσία του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Διευθυντής του εντύπου ήταν ο γνωστός παιδαγωγός, κοινωνιο-λόγος και εκπαιδευτικός από τη Σµύρνη Κωνσταντίνος Στυλιανόπουλος. Μέλη της συντακτικής επιτροπής ήταν ο τότε πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Συµβουλίου Ιάκωβος Βαχαβιόλος, ο γιατρός Εµµανουήλ Λαµπαδάριος και ο καθηγητής φυσικής αγωγής Ιωάννης Χρυσάφης.
Το περιοδικό υπήρξε από τα σημαντικότερα νεανικά έντυπα του Μεσοπόλεμου. Κυκλοφορούσε κάθε µήνα, κατά την περίοδο λειτουργίας των σχολείων. Σ’ αυτό δηµοσιεύονταν άρθρα επιστηµονικά, ιστορικά και φιλολογικά καθώς και αναλυτικές περιγραφές από τη δραστηριότητα που ανέπτυσσαν οµάδες ερυθροσταυριτών µαθητών και µαθητριών στην ελληνική επικράτεια. Μεγάλο µέρος της ύλης κάθε τεύχους κάλυπταν οι συνεργασίες των µικρών αναγνωστών. Όπως διαπιστώνει κανείς, αρκετά πρόσωπα που διέπρεψαν αργότερα στην οικονοµική, την πνευµατική και την πολιτική ζωή του τόπου δηµοσίευσαν τα πρωτόλειά τους στο περιοδικό. Στις σελίδες του εντοπίζονται επίσης κείµενα, αθησαύριστα στο µεγαλύτερο µέρος τους, γνωστών λογοτεχνών της εποχής. Ενδεικτικά αναφέρονται οι Τέλλος Άγρας, Γεώργιος Δροσίνης, Διονύσιος Κόκκινος, Άγγελος Σηµηριώτης, Σωτήρης Σκίπης, Αγγελική Χατζηµιχάλη κ.ά.


Σκίτσο του µικρού Ερυθροσταυρίτη Τσαρούχη, Ερυθρός Σταυρός της Νεότητος, 3, (3), Μάρτιος 1927, σελ. 5.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η κυκλοφορία του περιοδικού ήταν πολύ µεγάλη. Τη δεκαετία του 1930 έφτανε τα 40.000 αντίτυπα τον µήνα. Πρόκειται για έναν εκπληκτικό αριθµό µε βάση τα ελληνικά δεδοµένα. Μόνο οι αντίστοιχες εκδόσεις του Αφρικανικού Ερυθρού Σταυρού Νεότητος (155.000 αντίτυπα τον µήνα) και του Αυστριακού Ερυθρού Σταυρού Νεότητος (60.000 αντίτυπα τον µήνα) τυπώνονταν σε µεγαλύτερο αριθµό αντιτύπων το ίδιο χρονικό διάστηµα. Στη µεγάλη κυκλοφορία του συνέτεινε και το γεγονός ότι ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός Νεότητος, µε την έγκριση του Υπουργείου Παιδείας, αποτελούσε εσωσχολική οργάνωση. Το έντυπό του συστηνόταν ως ελεύθερο ανάγνωσµα για τον µαθητικό κόσµο και διανεµόταν κατά κανόνα από τα σχολεία.
Η έκδοση διακόπηκε την περίοδο της Κατοχής. Έως τότε είχαν κυκλοφορήσει 146 τεύχη. Το περιοδικό επανεκδόθηκε το 1945 και συνέχισε να κυκλοφορεί χωρίς διακοπή έως πριν από λίγα χρόνια.
Αναδιφώντας στα προπολεµικά τεύχη του Ερυθρού Σταυρού της Νεότητος  εντόπισα ένα σχέδιο που σύµφωνα µε όλες τις ενδείξεις ανήκει στον Γιάννη Τσαρούχη. Στο 3ο τεύχος του τρίτου έτους του περιοδικού, που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1927, υπάρχει στη σελίδα 5 χρωµατιστό σχέδιο Ελληνίδας ντυµένης µε την εθνική ενδυµασία. Το σχέδιο δηµοσιεύεται µε τον τίτλο Σκίτσο του µικρού Ερυθροσταυρίτη Τσαρούχη και τον υπέρτιτλο Εθνική Ανάµνησι · µια στολή Αµαλίας, υπό τον τίτλο Εθνική Ανάµνησι, στα 1927, στην αρχή της Α΄ Ελληνικής Δηµοκρατίας, πέντε χρόνια µετά την Μικρασιατική Καταστροφή και ενώ έχει προηγηθεί η έξωση της Βασιλείας.
Η δηµιουργία αυτή του Γιάννη Τσαρούχη δεν συµπεριλαµβάνεται στην εργογραφία του. Με βάση µάλιστα τα στοιχεία που έχουµε στη διάθεσή µας, είναι το παλιότερο δηµοσιευµένο έργο του καλλιτέχνη. Η επίδραση των γαλλικών περιοδικών Femina και Vogue, τα οποία ο Τσαρούχης, κατά δήλωσή του, παρακολουθούσε τότε, ή ακόµη και της Gazette du Bon Ton, είναι εµφανής σε αυτό το σχέδιο. Ανιχνεύεται κατά κύριο λόγο στις ήπιες Αrt Deco επιρροές που εύκολα µπορεί κανείς να διακρίνει. Η συνολική εντύπωση απέχει σαφώς από την επικεντρωµένη στις ελληνικές λαϊκές φορεσιές µελέτη που ο Γιάννης Τσαρούχης θα ξεκινήσει το 1929 και η οποία θα οδηγήσει σε µια µεγάλη σειρά σχεδίων τα επόµενα χρόνια.
Το 1927 ο Τσαρούχης ήταν µόλις 17 ετών. Ζούσε µε την οικογένειά του στην Αθήνα, στην οδό Ερµού, κοντά στο Μοναστηράκι. Αναφερόµενος στην περίοδο αυτή έχει τονίσει: «Εζωγράφιζα, πάντα απ’ το φυσικό, νεκρές φύσεις ή τοπία, κατά προτίµηση µε κτίρια, αλλά και προσωπογραφίες». Παράλληλα δραστηριοποιείται, πιθανώς, και στις ερυθροσταυριτικές οµάδες που είχαν συγκροτηθεί στα σχολεία όλης της χώρας. Από τη θητεία του αυτή προήλθε η συνεργασία του στο επίσηµο έντυπο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού Νεότητος. Ο ίδιος πάντως δεν µνηµονεύει καν στην αυτοβιογραφία του το πέρασµά του από τον συγκεκριµένο χώρο.
Λίγο καιρό αργότερα ο Γιάννης Τσαρούχης, που ήταν συστηµατικός αναγνώστης του περιοδικού η Διάπλασις των Παίδων, ξεκίνησε την αλληλογραφία του µε το έντυπο, υιοθετώντας το ψευδώνυµο Θέσπις. Με αυτό το ψευδώνυµο επικοινωνούσε τακτικά τα δύο επόµενα χρόνια µε τους συνοµηλίκους του. Συχνότατα έστελνε σκίτσα του που εγκωµίαζε ο αρχισυντάκτης του περιοδικού Γρηγόριος Ξενόπουλος. Είναι χαρακτηριστικό όµως πως ούτε για τη συνεργασία του µε τη Διάπλασι των Παίδων, το γνωστότερο ελληνικό παιδικό περιοδικό της εποχής, κάνει λόγο ο Γιάννης Τσαρούχης στην αυτοβιογραφία του.


Περισσότερο αναλυτικός είναι, αντιθέτως, για τη δραστηριότητά του των δύο επόµενων ετών. Από τα τέλη Σεπτεµβρίου του 1927 είναι πλέον πρωτοετής φοιτητής της Σχολής Καλών Τεχνών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου (µετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών).Τότε γνωρίστηκε µε τον Φώτη Κόντογλου (1895-1965), από τον οποίο και επηρεάστηκε τα επόµενα χρόνια. Από την πρώτη κιόλας συνάντησή τους ο Γιάννης Τσαρούχης προβληµατίστηκε για την έως τότε δουλειά του. Μαζί του είχε πάρει για να του δείξει µερικές υδατογραφίες και σχέδια. Ο Φώτης Κόντογλου, εκφράζοντας την απογοήτευσή του για ό,τι έβλεπε, του αποκρίθηκε: «Μού ’παν ότι ήσουν ένα παιδί γεννηµένο στον Πειραιά. Νόµιζα ότι ήσουν λαϊκό παιδί που σχεδιάζει καράβια και καραγκιόζηδες. Και βλέπω ένα πληροφορηµένο παιδί που ξεσηκώνει τα φιγουρίνια του Παρισιού». Ίσως γι’ αυτό και ο ίδιος ο Τσαρούχης εντέλει επιλέγει να θυµάται µόνο ότι το 1927 γνωρίζεται µε τον Σωτήρη Σπαθάρη.

Κώστας Γ. Τσικνάκης ktsikn@eie.gr 

O Kώστας Γ. Tσικνάκης είναι ιστορικός. Εργάζεται στο Iνστιτούτο Ιστορικών Eρευνών του Eθνικού Iδρύματος Eρευνών. Έχει δημοσιεύσει βιβλία, μελέτες και άρθρα για τη μεσαιωνική και τη νεότερη ελληνική ιστορία.

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2019

Πάνος Σκουρολιάκος : Επτανησιακός θεατρικός πλούτος

Η «Πρωτομαγιά στην Κέρκυρα», Χαραλαμπος Παχής


Επτανησιακός θεατρικός πλούτος

Γράφει ο Πάνος Σκουρολιάκος

Tο θεατρικό δυναμικό της χώρας μας ασκείται σε αισθητικές αναζητήσεις και θεατρικές αναγνώσεις παλαιότερων κειμένων με εξαιρετική επιτυχία.
Πλήθος παραστάσεων συνεισφέρουν νέες ματιές σε παλιότερα κείμενα, ελληνικά και ξένα. Μαζί με σημαντικά ευρωπαϊκά κυρίως θεατρικά έργα που φθάνουν έως εμάς από την ελισαβετιανή εποχή, αλλά και παλαιότερες και νεότερες εποχές, υπάρχει και μια σημαντική δεξαμενή ελληνικών κειμένων. Πρωταγωνιστική θέση κατέχει το Κρητικό Θέατρο, αλλά και η μετεξέλιξη του σε Επτανησιακό Θέατρο.
Με την πτώση του Χάνδακα και την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους το 1669, η γηγενής πνευματική ελίτ μεταναστεύει στα Επτάνησα. Τα έργα της αποτέλεσαν σχολείο και πρώτη ύλη για τους Επτανήσιους ώστε να οργανώσουν το δικό τους θέατρο. Βεβαίως στον χώρο του Ιονίου Πελάγους υπήρχε από παλαιότερα κάποια θεατρική δραστηριότητα. Παραστάσεις Ιταλών θεατρίνων, όπως ο Αντρέα Μολίνο φαίνεται πως είχαν εμπνεύσει τους ντόπιους δημιουργούς. Έχουμε λοιπόν την «Ευγένα»του Θεόδωρου Μοντσελέζε στα 1646. Το 1666 άλλωστε κάνει την εμφάνιση του στη Ζάκυνθο και το λαϊκό θεατρικό είδος «Ομιλίες», που αποτελεί ένα κράμα Comedia del  Arte και «Θεάτρου του Δρόμου». Να σημειώσουμε πως υπάρχει μια ακόμα ευρύτερη θεατρική δραστηριότητα στα νησιά αυτά. Μαριονέτες, εγγαστρίμυθοι, ταχυδακτυλουργοί, λαϊκές διασκευές λογοτεχνικών έργων, καθώς και πολιτικοί σατιρικοί διάλογοι.
Είναι αρκετά τα έργα που γράφονται το επόμενο διάστημα και εντάσσονται στο επτανησιακό θεατρικό ρεπερτόριο. Η «Ιφιγένεια» του Κατσαΐτη, η κρητοεπτανησιακή τραγωδία «Ζήνων», η «Κωμωδία των ψευτογιατρών» του Σαβόγια Ρούσμελη, ο «Χάσης» του Δημητρίου Γουζέλη, ο «Αμύντας» του Γεωργίου Μόρμορη (πάνω στον «Αμύντα» του Torquatto Tasso) κ.ά.
Εκείνος που ανέδειξε στη χώρα μας τον πλούτο του επτανησιακού θεάτρου ήταν ο Κεφαλλονίτης από πατέρα και Κρητικός από μητέρα σπουδαίος σκηνοθέτης, ακαδημαϊκός και πανεπιστημιακός δάσκαλος Σπύρος Α. Ευαγγελάτος. Ασχολήθηκε πρακτικά και θεωρητικά με το Επτανησιακό Θέατρο, παραδίδοντας μας παραστάσεις και κείμενα εξαιρετικά σημαντικού ποιοτικού φορτίου. Από τη δεκαετία του 1960 ιδρύοντας τη «Νεοελληνική Σκηνή», έως το κύκνειο άσμα του με τον «Αμύντα» του Γεωργίου Μόρμορη στο Ηρώδειο το 2017.
Το θέατρο, εκτός όλων των άλλων, διασώζει την πολιτισμική εξέλιξη και κυρίως την εξέλιξη της γλώσσας. Το Επτανησιακό Θέατρο μας παρέχει μια εικόνα της γλώσσας στην περιοχή από τον 15° έως τον 19° αιώνα. Έχουμε το αποτύπωμα μιας γλώσσας με έντονη την πατίνα της τοπικής διαλέκτου και ταυτόχρονα εξαιρετικά επηρεασμένης από τη Δύση. Μια εικόνα για το πώς μιλούσαν την έως τότε παραδομένη ελληνική γλώσσα στα Επτάνησα.
Δυστυχώς δεν έχουμε εικόνα για το πώς μιλούσαν τη γλώσσα μας στην ηπειρωτική Ελλάδα. Τη Θεσσαλία, τη Θράκη, τη Μακεδονία ή την Πελοπόννησο. Βεβαίως υπάρχει δείγμα γραπτού λόγου μέσω λογοτεχνικών κειμένων, συμβολαίων κ.λπ. Δεν έχουμε όμως στη διάθεση μας αποτυπώματα προφορικού λόγου. Κάτι που μπορεί να μας προσφέρει ένα θεατρικό κείμενο, ως ένα κείμενο που φιλοδοξεί να «μιληθεί». Να μετουσιωθεί θεατρικά δηλαδή από τη γραπτή εκδοχή του στην προφορική.
Πλούτος ανεκτίμητος λοιπόν για παραστάσεις, έρευνα και ρηξικέλευθες θεατρικές προτάσεις υπάρχει στην περιοχή του Επτανησιακού Θεάτρου. Ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος άφησε σπουδαία παρακαταθήκη με την παραστασιακή και θεωρητική κληρονομιά που μας κατέλιπε. Ευελπιστούμε πως αργά ή γρήγορα, άμεσα ή έμμεσα, θα αξιοποιηθεί από τις νεότερες γενιές, πλουτίζοντας και εξελίσσοντας ακόμα περισσότερο το θέατρο μας.

Εφημερίδα "ΑΜΑΡΥΣΙΑ"/2.3.2019