Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2025

Ο Μύθος του Μαγικού Καθρέφτη

 


Ο Μύθος του Μαγικού Καθρέφτη

(Από την αρχαία μαντεία έως την προϊστορία της τηλεόρασης)

 

Από τα βάθη της αρχαιότητας, ο άνθρωπος αναζητούσε τρόπους να βλέπει πέρα από τα φυσικά του όρια — να γνωρίζει το μέλλον, να εποπτεύει το μακρινό, να αντικρίζει το αόρατο. Ο καθρέφτης, αντικείμενο τόσο οικείο όσο και μυστηριώδες, στάθηκε επί αιώνες το όργανο αυτής της επιθυμίας. Από εργαλείο μαντείας έγινε σύμβολο γνώσης, και αργότερα, πρόδρομος της ίδιας της τηλεοπτικής οθόνης. Η ιστορία του μαγικού καθρέφτη είναι ταυτόχρονα η ιστορία της ανθρώπινης φαντασίας — και των πρώτων βημάτων της τεχνολογίας της τηλεόρασης.

 


Ο μύθος και οι απαρχές του

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, όταν η τηλεόραση άρχισε να γίνεται τεχνολογική πραγματικότητα, ο Μπέρτολντ Λάουφερ, επιμελητής Ανθρωπολογίας στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Σικάγο, δημοσίευσε το άρθρο «Η Προϊστορία της Τηλεόρασης». Εκεί συγκέντρωνε μύθους και παραδόσεις που περιέγραφαν μαγικές οπτικές συσκευές — καθρέφτες, κύπελλα, φακούς, τηλεσκόπια — ικανά να δείχνουν εικόνες από μακριά.

Ο Λάουφερ πίστευε ότι η φαντασία και η λογοτεχνία δεν είναι απλώς παραμύθια, αλλά προανακρούσματα των τεχνολογικών καινοτομιών. Από το Βιβλίο των Βασιλέων και τις Χίλιες και Μία Νύχτες μέχρι τον Λουκιανό, οι άνθρωποι «ονειρεύονταν» ήδη την τηλεόραση πολύ πριν την εφεύρουν.

Η άποψή του Λάουφερ αντικρούει εκείνη του θεωρητικού Φρίντριχ Κίττλερ, που υποστήριζε ότι «η τηλεόραση δεν μπορούσε καν να ονειρευτεί προτού επινοηθεί». Οι μύθοι του μαγικού καθρέφτη δείχνουν ακριβώς το αντίθετο.

 


Ο καθρέφτης της μαντείας

Η κατοπτρομαντεία — η μαντεία μέσω καθρεφτών ή επιφανειών νερού — είναι πρακτική που συναντάμε σε πολλές αρχαίες παραδόσεις: από την Αίγυπτο και τη Ρώμη, έως τον ταοϊσμό, τον αραβικό κόσμο και τις αφρικανικές κουλτούρες.

Ο καθρέφτης χρησίμευε όχι μόνο για προφητεία αλλά και για αυτογνωσία, για να φανερώσει συναισθήματα, για να δείξει μακρινά γεγονότα ή αγαπημένα πρόσωπα.

Μία από τις αρχαιότερες ιστορίες είναι εκείνη του Φαραώ Νεκτάνεμπου, που βλέποντας μέσα σε μια λεκάνη νερού τις περσικές στρατιές να πλησιάζουν, προαισθάνθηκε την ήττα του και κατέφυγε στη Μακεδονία. Εκεί, λέει ο μύθος, αποπλάνησε την Ολυμπιάδα, σύζυγο του Φιλίππου — και έγινε ο πατέρας του Αλεξάνδρου του Μεγάλου.

 


Οι καθρέφτες της μαγείας και της Εκκλησίας

Στον Μεσαίωνα, οι σχέσεις ανάμεσα στην οπτική και τη μαγεία ήταν περίπλοκες. Η Εκκλησία υποψιαζόταν όσους χρησιμοποιούσαν καθρέφτες ή γυαλιστερές επιφάνειες για μαντεία. Ο Ιωάννης του Σώλσμπερι, στο Policraticus (1159), ονόμαζε speculari τους μάγους που «βλέπουν μέσα σε καθρέφτες και κύπελλα».

Το 1326, ο πάπας Ιωάννης ΚΒ΄, με τη βούλα Super illius specula, καταδίκασε τέτοιες πρακτικές ως δαιμονικές, και όρισε ότι όσοι τις ασκούν είναι αιρετικοί.

Ωστόσο, οι βασιλιάδες συνέχισαν να μαγεύονται από τα «οπτικά θαύματα»: τον 16ο αιώνα ακούμε για τον καθρέφτη του Πυθαγόρα που υποτίθεται πως είχε ο Φραγκίσκος Α΄, για τον μαύρο καθρέφτη του Τζον Ντι που έδειξε στην Ελισάβετ Α΄, ή για τον καθρέφτη του φιλοσόφου Μερκούριου για τον Λουδοβίκο ΙΒ΄.

 


Από τη «φυσική μαγεία» στην επιστήμη

Κατά την Αναγέννηση, η μελέτη των καθρεφτών πέρασε σταδιακά στην πρώιμη επιστήμη, την αποκαλούμενη «φυσική μαγεία». Η παρατήρηση της φύσης και η φαντασία δεν ήταν ακόμη διαχωρισμένες.

Ο Ρότζερ Μπέικον, θεμελιωτής της πειραματικής οπτικής, θεωρούσε πως μαγεία και πείραμα είναι σχεδόν το ίδιο. Μιλούσε για κοίλους και κυρτούς καθρέφτες, για καθρέφτες που συγκεντρώνουν το φως και ανάβουν φωτιές, αλλά διατηρούσε και δοξασίες: για καθρέφτες που αντανακλούν το βλέμμα των φιδιών ή αποκαλύπτουν το αίμα των γυναικών.

Οι ιδέες του επηρέασαν τον Τζιοβάνι ντελλα Πόρτα και, αργότερα, τους Ιησουίτες Άθανασιους Κίρχερ και Κάσπαρ Σοτ, που μελέτησαν καθρεφτικά συστήματα «όρασης από απόσταση». Ο Κίρχερ, στο Ars Magna Lucis et Umbrae (1647), μιλούσε για «κατοπτική μαγεία», ενώ ο Σοτ περιέγραφε με ενθουσιασμό τα θαυμαστά και τρομακτικά αποτελέσματα των παιχνιδιών με καθρέφτες.

 


Ο ρομαντισμός και το τέλος του μύθου

Με την πρόοδο της επιστήμης και της κριτικής σκέψης, ο μαγικός καθρέφτης πέρασε πλέον στη σφαίρα της λογοτεχνίας: στα έργα της ελισαβετιανής εποχής, στα ανατολίτικα παραμύθια του 19ου αιώνα, και στα ρομαντικά κείμενα των Γκαίτε, Μπαλζάκ, Νερβάλ ή Μυσσέ. Από τον 18ο αιώνα και μετά, ο όρος «μαγικός καθρέφτης» έγινε μεταφορά — ένα σύμβολο της ανθρώπινης φαντασίας.

 


Οι τελευταίοι καθρέφτες του ονείρου

Παρόλα αυτά, η ιδέα δεν έσβησε. Το 1878, ο Πολωνός επιστήμονας Γιούλιαν Οχορόβιτς έγραψε για τη «δυνατότητα αποστολής εικόνων σε οποιαδήποτε απόσταση», επικαλούμενος τον καθρέφτη του Πυθαγόρα.

Το 1891, ο Γερμανός χημικός Έντουαρντ Ράφαελ Λίζεγκαγκ, στο πρώτο γερμανικό έργο για την τηλεόραση, ξεκινούσε με το ερώτημα του Γκαίτε: «Τι βλέπω;» από τη σκηνή των μαγισσών στον Urfaust.

Αυτές οι λογοτεχνικές αναφορές φανερώνουν ότι στα τέλη του 19ου αιώνα τα σύνορα ανάμεσα στην επιστήμη και τον μύθο παρέμεναν ρευστά. Επιστήμονες όπως ο Σαρλ Κρος ή ο Καμίλ Φλαμαριόν αναζητούσαν τρόπους να επικοινωνήσουν με πιθανούς κατοίκους του Άρη. Ακόμη και ο Φερδινάνδος Μπράουν, εφευρέτης του καθοδικού σωλήνα, δίσταζε να τον συνδέσει με την «όραση από απόσταση», επειδή η ίδια η λέξη Fernsehen του θύμιζε αποκρυφισμό.

 


Από τον καθρέφτη στην οθόνη

Η τηλεόραση δεν προήλθε φυσικά από τη μαγεία, αλλά από τη συνεργασία της φυσιολογίας, της φυσικής, της χημείας και των μαθηματικών. Όμως η επιστήμη των καθρεφτών — η κατοπτική — έπαιξε καθοριστικό ρόλο:

με τους ταλαντευόμενους καθρέφτες του Μορίς Λεμπλάν (1880),

τα διπλά συστήματα καθρεφτών του Ζορζ Ρινιού (1906),

και κυρίως τους μηχανισμούς με τροχούς καθρεφτών των Άτκινσον (1882), Βάιλερ (1889), Μπερντ και φον Μίχαλι (1930).

Από τη λεκάνη του Φαραώ ως την τηλεοπτική οθόνη, η ιστορία του μαγικού καθρέφτη αποκαλύπτει κάτι διαχρονικό: την ατέρμονη ανθρώπινη επιθυμία να βλέπουμε πέρα από τον εαυτό μας και τον κόσμο μας.

Τελικά ο «μαγικός καθρέφτης» δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένα παραμύθι· υπήρξε το πρώτο στάδιο μιας μακράς διαδρομής γνώσης και φαντασίας. Από τη μαντεία και τη μαγεία ως την τηλεοπτική εικόνα, η τεχνολογία της όρασης γεννήθηκε μέσα από τον μύθο — κι ίσως κάθε νέα εφεύρεση να μην είναι παρά ένας ακόμη τρόπος να κοιταχτούμε μέσα σε έναν καινούριο καθρέφτη.

 

Κείμενο & επιμέλεια: Κων. Γραικιώτης 

Πηγή έμπνευσης:  Το ομότιτλο άρθρο του André Lange https://www.histv.net/le-mythe-du-miroir-magique

 

Σάββατο 4 Ιουλίου 2020

ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1960 : ΤΙ ΕΠΑΙΖΑΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ, ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ ΚΑΙ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ




ΔΕΚΑΕΤΙΑ 1960

ΤΙ ΕΠΑΙΖΑΝ ΟΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΙ, ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ ΚΑΙ Η ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

Πριν από τριάντα χρόνια ο κόσμος ήταν χωρισμένος στα δυο: στις κομμουνιστικές χώρες, με κυρίαρχη τη Σοβιετική Ένωση, και στις δυτικές δημοκρατίες με πρωτοπόρο τις ΗΠΑ.
Σ' αυτόν τον κυρίαρχο πολιτικό διαχωρισμό και τον "ψυχρό πόλεμο" βάσισαν την αναγνώριση τους από τη Δύση, και άρα την επιτυχία του πραξικοπήματος τους, οι χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί που οργάνωσαν, πρωτοστάτησαν και στήριξαν τη δικτατορία της 21ης Απριλίου.
Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι κατά την δεκαετία του '60 η έντονη οικονομική ανάπτυξη και ο φόβος ενός πυρηνικού πολέμου διαμόρφωσαν μια μεικτή τάση καταναλωτισμού και επαναστατικότητας.

Η γενιά του σινεμά


Το σινεμά ήταν η μαζικότερη διασκέδαση. Η γενιά, που απομεινάρια της, συμμετέχει ακόμα σήμερα στην διακυβέρνηση της χώρας, υπήρξε η γενιά του κινηματογράφου. Μέσα από τη μεγάλη οθόνη γνώρισε τον κόσμο, βρήκε πρότυπα, έκανε όνειρα.
Ταινίες που σημάδεψαν τη δεκαετία του '60 είναι:
• "Ψυχώ" (1960) του Χίτσκοκ. "Οι αταίριαστοι" με την Μέριλιν Μονρόε. "Γουέστ Σάιντ Στόρι (1961). "Ο Λόρενς της Αραβίας".
   Οι ταινίες του Τζέιμς Μποντ με τον Σον Κόνερι.
• "Κλεοπάτρα" (1963) με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ. "Ωραία μου κυρία". "ΣΟΣ Πεντάγωνο καλεί Μόσχα" (1964). "Ενας άνδρας και μια γυναίκα" {1965). "Δόκτωρ Ζιβάγκο". "Φαρενάιτ 451". "Η ωραία της ημέρας" με την Κατρίν Ντενέβ. Η "Ασύλληπτη απόδραση" με τους Λουί Ντε Φινές, Μπουρβίλ και τον Τέρι Τόμας.
  "Μπλόου Απ" του Αντονιόνι. "Μπόνι και Κλάιντ (1967) με τη Φέι Νταναγουέι και τον Ουόρεν Μπίτι. "Στον δάσκαλο μας με αγάπη" με τον Σίντνεϋ    Πουατιέ. "Το μωρό της Ρόζμαρι", που έκανε διάσημο τον Ρομάν Πολάνσκι και δημοφιλή τον σατανισμό.
   Τα κλασικά γουέστερν "Και οι 7 ήταν υπέροχοι", "Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος", "Μονομαχία στο Ελ Πάσο".
  "Η μεγάλη απόδραση" με τον Στιβ Μακ Κουίν και την μοτοσικλέτα του.
  Η κλασική "2001 Οδύσσεια του Διαστήματος" (1969) του Στάνλεϊ Κιούμπρικ.
Φυσικά, και ο ελληνικός κινηματογράφος βρισκόταν στις καλύτερες στιγμές του. Εκατοντάδες χιλιάδες θεατές πλημμύριζαν τις χιλιάδες κινηματογραφικές αίθουσες. Οι κωμωδίες εκείνης της εποχής προβάλλονται άπειρες φορές ακόμα και σήμερα από την τηλεόραση. Γι' αυτό θα αναφερθούμε σε μερικές ιδιαίτερες κατηγορίες ελληνικών ταινιών της δεκαετίας του '60.


• Ταινίες σπαραγμού και οδυρμού, όπως: Γα την αγάπη μιας ορφανής" (1960) με τη Γκέλυ Μαυροπούλου". "Δύο μάνες στο σταυρό του πόνου (1962) με την Αντιγόνη Βαλάκου και την Μπεάτα Ασημακοπούλου. "Παιδί μου, αμάρτησα" (1964) με την Μιράντα Κουνελάκη. "Ορφανή στους πέντε δρόμους" (1964) με την Μίρκα Καλαντζοπούλου. "Δεν είμαι ατιμασμένη" (1966) με την Αλεξάνδρα Λαδικού.
• Ταινίες σεξ που άρχισαν να γυρίζονται μετά το 1965 κι έθεσαν τα... θεμέλια της "τσόντας", όπως: "Τα μυστικά της αμαρτωλής Αθήνας" (1966) με τη Ζέτα Αποστόλου και τον Αλκή Γιαννακά. "Ο βιασμός της παρθένου"."Έρωτες στην Λέσβο" του Τζέιμς Πάρις. "Ό σαδιστής" (1968). "Έρωτας στην καυτή άμμο" με την Ελενα Ναθαναήλ και τον Σπύρο Φωκά.
Ως προς το θέμα των μουσικών προτιμήσεων Βρισκόμαστε επίσης στην εποχή που οι νεολαίοι τραγουδούν και χορεύουν στους ρυθμούς του Έλβις Πρίσλεϊ. Σύντομα, όμως, θα κλέψουν την καρδιά τους οι Μπιτλς, ένα μουσικό συγκρότημα από το Λίβερπουλ.
Είναι η εποχή που πρωτοκυκλοφορούν τα φορητά πικ-απ και τα μαγνητόφωνα (μπομπινόφωνα) μπαταρίας. Οι δίσκοι μεταφέρονται παντού και τα νεανικά πάρτι κυριαρχούν. Το τουίστ δίνει τη θέση του στο σέικ. Ξεπηδούν και χοροί της μόδας, όπως το χάλι - γκάλι και η γιάνκα.
Στα νεανικά πάρτι ακούγονται και χορεύονται κομμάτια των Ανιμαλς, Σέρτζιο Εντρίγκο, Ντομένικο Μοντούνιο, Πεπίνο ντι Κάπρι, Νικόλα Ντι Μπάρι, Αλ Μπάνο, Τζόνι Χαλιντέι, Νταλιντά, Ανταμό, Σιλβί Βαρτάν.
Τα ελληνικά συγκροτήματα που ξεχωρίζουν είναι οι Φόρμηγξ, οι Τσαρμς, οι Αϊντολς και οι Ολύμπιανς από τη Θεσσαλονίκη, που τολμούν και βάζουν ελληνικούς στίχους ("Το σχολείο"). Ο τραγουδιστής των Ολύμπιανς είναι ο Πασχάλης. Από τους Φόρμινγξ θα αποχωρήσει ο Βαγγέλης Παπαθανασίου και μαζί με τον Ντέμη Ρούσσο και τον Λουκά Σιδερά θα σχηματίσουν το συγκρότημα «Το παιδιά της Αφροδίτης»" που θα κάνει διεθνή καριέρα. 


Στις μπουάτ της Πλάκας επικρατεί το «νέο κύμα» (Σαββόπουλος, Λοίζος, Λεοντής, Ζωγράφος, Αρλέτα, Χωματά, Μαυρουδής) και προσπαθεί με το ρομαντισμό του να ανταγωνιστεί τους γίγαντες του λαϊκού τραγουδιού (Καζαντζίδη, Μπιθικώτση, Χιώτη, Πόλυ Πάνου) και τους μεγάλους συνθέτες Θεοδωράκη, Χατζιδάκι και Ξαρχάκο.
Οι ροκάδες και οι κουλτουριάρηδες (ο όρος είναι από το '60) ακούνε Μπομπ Ντίλαν, Τζόαν Μπαέζ, Ντορς, Ρόλινγκ Στόουνς, Χέντριξ, Τζάνις Τσάπλιν, Τζέφερσον Εϊρεπλέιν, Φρανκ Ζάπα, Βέλβετ Αντεργκράουντ.
Το ραδιόφωνο ήταν στη δεκαετία του '60 το σημαντικότερο μέσο μαζικής ενημέρωσης. Οι σημερινοί πατεράδες (και... παππούδες) είναι η γενιά (και) του ραδιοφώνου -τρανζίστορ.
Οι εκπομπές που είχαν μεγάλη ακροαματικότητα ήταν: Τα ραδιοφωνικά σίριαλ "Μικρή, πικρή μου αγάπη", "Το ημερολόγιο ενός θυρωρού", "Το σπίτι των ανέμων". "Η εκπομπή της σύγχρονης γυναίκας", προσφορά της Πειραϊκής Πατραϊκής.
Τα ραδιοπαιχνίδια "Σε 30 δευτερόλεπτα", "Βρες το και πάρ' το".
Η "Ραδιοφωνική βιβλιοθήκή" με αναγνώσεις που άφησαν εποχή, από τον Νίκο Τζόγια και την Ελένη Χατζηαργύρη.
Οι "Αστυνομικές ιστορίες" του Νίκου Φώσκολου.
"Τα νέα ταλέντα" του Γιώργου Οικονομίδη.
"Λεωφορείον η μελωδία" του Νίκου Μαστοράκη.
Η τηλεόραση θα εισβάλει ξαφνικά στη ζωή των Ελλήνων το 1966, όταν η πειραματική τηλεόραση του ΕΙΡΤ θα αρχίσει να μεταδίδει μαγνητοσκοπημένους   τους   ποδοσφαιρικούς αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Αγγλίας σε περιγραφή Γιάννη Διακογιάννη. Οι ουρές έξω από τα καταστήματα ηλεκτρικών ειδών έπιαναν όλο το πεζοδρόμιο.


Η απριλιανή χούντα προώθησε, για ευνόητους λόγους, την τηλεόραση. Προς το τέλος της δεκαετίας θα, διαμορφωθεί ένα ικανοποιητικό πρόγραμμα με εκπομπές όπως:
"Ηχώ των γεγονότων" με τον Βασίλη Παπαθανασόπουλο. "Καλειδοσκόπιο" με τον Φρέντυ Γερμανό."Για σας κυρία μου" με την Έλλη Ευαγγελίδη."Αθλητική Κυριακή" με τον Γιάννη Διακογιάννη. "Μπίνγκο" με τον Νίκο Μαστοράκη.
Πάντως, η κυρίαρχη γυναικεία μορφή της τηλεόρασης εκείνης της εποχής ήταν η μετέπειτα δημοσιογράφος της εφημερίδας  "Αδέσμευτος της Κυριακής". Η Ελένη Κυπραίου.
Όσον αφορά τα πολιτικά γεγονότα που συνέβησαν κατά την δεκαετία του ’60 να σας αναφέρουμε ότι η δεκαετία αυτή υπήρξε περίοδος πολιτικών συγκρούσεων και ανωμαλιών  με μοιραία κατάληξη όλων την δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967. 

Σάββατο 2 Μαΐου 2020

Η γλώσσα στο γυαλί



Η γλώσσα στο γυαλί

Πληθαίνουν τα παράπονα των τηλεθεατών για τις ελληνικούρες αλλά και τις ακατάσχετες αγγλικούρες πολλών εκπομπών.

Μια χαρούμενη παρέα, σε μια ραδιοφωνική εκπομπή, συζητά για τη συναυλία του Ρότζερ Γουότερδ των Ρink Floyd στην Αθήνα το 2011. Μια κοπέλα, που προφανώς διαβάζει από κάποια ιστοσελίδα, παραθέτει τα ποσοτικά στοιχεία του σόου: τόσα μέτρα η ψηφιακή οθόνη (η διάμετρος, το μήκος της), τόσοι τόνοι τα σκηνικά, τόσες νταλίκες χρειάζονται για τη μεταφορά τους, τόσοι άνθρωποι για το στήσιμο και το ξεστήσιμό τους, τόσοι βοηθοί και... 20.000 μίλια καλώδια. Εδώ η παρουσιάστρια τα βρήκε σκούρα. «Μίλια, δηλαδή πόσα χιλιόμετρα; Χα χα, δεν ξέρω, όμως ξέρω ότι Αθήνα - Θεσσαλονίκη είναι 504 χιλιόμετρα, αχ, όμορφη Θεσσαλονίκη...»
ΤΥΠΙΚΑ, κανείς δημοσιογράφος δεν είναι υποχρεωμένος να ξέρει πώς μετατρέπονται τα μίλια σε χιλιόμετρα, είναι όμως υποχρεωμένος, προτού παρουσιάσει ένα θέμα, να προετοιμάζεται λιγάκι, να μη στηρίζεται αποκλειστικά στο προφορικό copy-paste. Αυτό που με εντυπωσίασε δεν ήταν η άγνοια, αλλά η ανεμελιά. Και τι έγινε, βρε παιδί μου; Όποιος ακροατής θέλει να μάθει πόσα χιλιόμετρα καλώδια χρησιμοποιήθηκαν στη συναυλία ας ψάξει στο Διαδίκτυο.
Αρκετοί αναγνώστες της «Κ» διαμαρτύρονται για την «ευτέλεια» του λόγου που ακούγεται στα πρωινάδικα και σε διάφορες εκπομπές ελαφράς ψυχαγωγίας. Αγανακτούν για τις ελληντκούρες, αλλά και για τις ακατάσχετες αγγλικούρες. Μα η γλώσσα δεν είναι άσχετη με το περιεχόμενο και, όταν το περιεχόμενο είναι ασήμαντο, τετριμμένο και ηλίθιο, είναι φυσικό η γλώσσα να του μοιάζει. Και ο Όμηρος να ζωντάνευε και να του ζητούσαμε να σχολιάσει ποιητικά, π.χ., το γιατί χώρισαν η Έλενα Παπαρίζου και ο καλός της, τα χέρια ψηλά θα σήκωνε ο άνθρωπος.
Τα μεμονωμένα λάθη, στον προφορικό αλλά και στον γραπτό λόγο, είναι ανθρώπινα και αναπόφευκτα, όμως το θέμα δεν είναι μόνο τα λάθη, αλλά και η φτώχεια, η ακυριολεξία, η μονοτονία και ο στόμφος του τηλεοπτικού (και όχι μόνο) λόγου. Π.χ., «έρχονται οι πολυπόθητες και περιβόητες διακοπές» ή «έγινε μεγάλη αναφορά και ασκήθηκε μεγάλη κριτική», «έρχονται μάνατζερς στα πανεπιστήμια», «γκέιμς και φόρουμς». (Και το λίγο παλιό, αλλά αλησμόνητο: «Όλο το τζετ σετ έφτασε στο νησί με τζετς».)
Άλλοι πάλι καταφεύγουν σε γλωσσικές περικοκλάδες ώστε να μας πείσουν για το βάθος των στοχασμών τους: «αν υπάρχει κάτι που έχει την αίσθηση του προβοκατόρικου, θα αποδειχτεί», λέει ένα στέλεχος της αστυνομίας, αναφερόμενος στο πολυσυζητημένο βίντεο που δείχνει τη φιλική συνύπαρξη μαγκουροφόρων και αντρών των ΜΑΤ την ημέρα ψήφισης του Μεσοπρόθεσμου στη Βουλή το 2011. «Θα είμαι πολύ κάθετος με όποιον καθυστερεί και τα "μασάει"» (υπουργός για τα νωθρά στελέχη του δημόσιου τομέα που δεν, εφαρμόζουν με προθυμία το Μεσοπρόθεσμο). «Δεν νομίζετε ότι αυτή η μορφή διαμαρτυρίας (δηλαδή οι διακοπές ρεύματος) σας κάνει να χάνετε όποιο δίκιο ή άδικο έχετε;» (Ερώτηση δημοσιογράφου προς συνδικαλιστή της ΔΕΗ.) Μα, αν έχουν άδικο, γιατί να μην το χάσουν;
Πολλές είναι οι αιτίες γι' αυτό το γλωσσικό ξεχαρβάλωμα, όμως άλλο το να «γράφει» κανείς στο γυαλί και άλλο το να ξέρει ή μάλλον διαρκώς να μαθαίνει γραφή και ανάγνωση. Εδώ και χρόνια, η λογοτεχνία, η ποίηση, το θέατρο -οι πραγματικοί δάσκαλοι της γλώσσας- είναι φτωχοί συγγενείς στον κόσμο του τηλεοπτικού (και του διαδικτυακού) θεάματος, έχουν μετατραπεί σε είδος πολυτελείας, που υποτίθεται ότι αφορά μόνο τους λίγους, τους σχολαστικούς, τους «ξινούς», ενώ οι πολλοί συνηθίζουν στην ιδέα ότι το ημίφως είναι προτιμότερο από το σκοτάδι.

Από άρθρο της Μαριάννα Τζιαντζή στις 17/7/2011 στο ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ της Κυριακής