Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΙΓΥΠΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΙΓΥΠΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2025

Αλεξανδρινές Μορφές Υπατία και Αγία Αικατερίνη

 


Αλεξανδρινές Μορφές

Υπατία και Αγία Αικατερίνη

 

Στη δύση του αρχαίου κόσμου και στην αυγή μιας νέας εποχής, τότε που η Αλεξάνδρεια έμοιαζε ακόμη με φλόγα που πάλευε να μείνει αναμμένη μέσα στο σκοτάδι των ταραγμένων αιώνων, αναδύθηκαν δύο γυναίκες τόσο διαφορετικές – και τόσο παράλληλες – ώστε η ιστορία, αιώνες αργότερα, κάποιες φορές τις μπέρδεψε. Η μία, η Υπατία, υπήρξε θυγατέρα της ελληνικής σκέψης και της επιστήμης. Η άλλη, η Αικατερίνη υπήρξε παιδί της νεαρής Εκκλησίας, σύμβολο πίστης και μαρτυρίου. Και οι δύο τέκνα της ίδιας πόλης, της Αλεξάνδρειας που άλλοτε είχε φιλοξενήσει το μεγάλο Μουσείο, τη Βιβλιοθήκη και τα πιο ανήσυχα πνεύματα της οικουμένης.

Η Υπατία γεννήθηκε στον καιρό που το φως του ελληνισμού πάσχιζε ακόμη να κρατηθεί. Κόρη του Θέωνος, μεγάλωσε ανάμεσα σε παπύρους, αστρονομικά όργανα και μαθηματικά διαγράμματα. Στο Μουσείο της Αλεξανδρείας, όπου άλλοτε ο Ερατοσθένης είχε μετρήσει το μέγεθος της γης και ο Ευκλείδης είχε θεμελιώσει τη γεωμετρία, η Υπατία δεν έμαθε απλώς αλλά και δίδαξε. Με τη φωνή της να κυλά σαν καθαρό νερό και με το νου της ακονισμένο, συγκέντρωνε πλήθος μαθητών. Ανάμεσά τους ήταν κι ο Συνέσιος ο Κυρηναίος, μετέπειτα επίσκοπος, που της έγραφε επιστολές ευγνωμοσύνης για την πνευματική της καθοδήγηση.

Όμως εκείνη την εποχή η Αλεξάνδρεια έβραζε σαν καζάνι. Πάθη, θρησκευτικοί ανταγωνισμοί, πολιτικές διαμάχες. Το κύρος και η ελευθερία της Υπατίας έγιναν για κάποιους σκιά απειλητική. Η φήμη της, το πλήθος που την ακολουθούσε, η ευθυκρισία της – όλα ερέθιζαν όσους φοβούνταν την ισχύ ενός λόγου που δεν χωρούσε σε δογματικά καλούπια.

Το 415 μ.Χ., σε μια από εκείνες τις σκοτεινές μέρες όπου οι δρόμοι της Αλεξάνδρειας έβραζαν από φανατισμό, μια ομάδα φανατισμένων μοναχών την άρπαξε από το άρμα της. Την έσυραν στο Καισάριο, την ξέντυσαν και τη θανάτωσαν με θραύσματα αγγείων, διαμελίζοντας το σώμα της και ρίχνοντάς το στη φωτιά. Ο θάνατός της, βίαιος και αδικαιολόγητος, έμεινε ως πληγή στη μνήμη της πόλης. Σαν να κάηκε μαζί της και κάτι από το ελληνικό πνεύμα που επί αιώνες άνθιζε εκεί.

 


Κι ενώ η Υπατία έσβηνε μέσα στη δίνη των συγκρούσεων, μια άλλη μορφή, ήδη τυλιγμένη με το φωτοστέφανο της παράδοσης, συνέχιζε να ζει στις καρδιές των πιστών: η Αγία Αικατερίνη. Η ιστορία τη θέλει κόρη του έπαρχου Κώνστα, όμορφη, μορφωμένη και απτόητη μπροστά στους φιλοσόφους της εποχής της. Λέγεται πως συζήτησε με πενήντα σοφούς και τους οδήγησε στην πίστη της. Η επιμονή, το θάρρος και η καθαρότητά της εξόργισαν τον αυτοκράτορα. Και όπως συχνά γίνεται με όσους επιμένουν σε κάτι που υπερβαίνει την τάξη του κόσμου, οδηγήθηκε στο μαρτύριο: βασανίστηκε και αποκεφαλίστηκε τον καιρό του Μαξιμιλιανού. Η μνήμη της τιμάται στις 25 Νοεμβρίου.

Με τον καιρό, οι δύο αυτές Αλεξανδρινές παρθένες — η μία της επιστήμης, η άλλη της πίστης — άρχισαν να συγχέονται στη λαϊκή φαντασία. Η χριστιανική παράδοση έντυσε την Αικατερίνη με τη σοφία της Υπατίας: της έδωσε διαβήτη και σφαίρα στις εικόνες, σύμβολα της γεωμετρίας και της αστρονομίας — επιστήμες που υπηρετούσε η Υπατία. Ίσως γιατί ο κόσμος είχε ανάγκη από μια μορφή που να ενώνει το πνεύμα και την πίστη, τη γνώση και το μαρτύριο. Ίσως γιατί η ιστορία, όταν περνά μέσα από τους αιώνες, μοιάζει κάποτε να παίρνει τα πρόσωπα των ανθρώπων και να τα συγκολλά για να πει μια βαθύτερη αλήθεια.

Όπως κι αν έγινε, σήμερα ξέρουμε πως η Αικατερίνη και η Υπατία υπήρξαν δύο διαφορετικές παρουσίες: η μία μάρτυρας της πίστης, η άλλη μάρτυρας της γνώσης. Δύο φωτεινές φιγούρες που γεννήθηκαν στην ίδια πόλη, σε καιρούς θολούς, και που ο θάνατός τους, τόσο διαφορετικός, μα και τόσο ίδιος στην τραγικότητα, συνεχίζει να μας θυμίζει ότι η Αλεξάνδρεια υπήρξε κάποτε το σημείο όπου συναντήθηκαν και συγκρούστηκαν οι μεγάλες παραδόσεις του κόσμου.

Δύο γυναίκες. Δύο εποχές. Μία πόλη. Και μια ιστορία που ακόμη μας ζητά να τη διηγηθούμε.

Κων. Γραικιώτης 

Πηγές :

Πηγές:

ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ : Αικατερίνη η αγία. Υπατία η φιλόσοφος

https://www.pemptousia.gr/2015/05/ypatia/

https://atexnos.com/υπατία-και-αγία-αικατερίνη-δύο-πρόσωπ/

 

Σάββατο 7 Ιουνίου 2025

Αλήθεια ή Μύθος η Βιβλική Έξοδος;

 



Αλήθεια ή Μύθος η Βιβλική Έξοδος;

Πότε και γιατί εγκατέλειψαν οι Εβραίοι την Αίγυπτο για την Χαναάν; Πώς έγινε το «θαύμα» που έπνιξε το στρατό του Φαραώ; Σύμφωνα με τη θεωρία ενός διακεκριμένου Αιγυπτιολόγου, δεν ήταν θαύμα: Τα νερά που κατάπιαν τους στρατιώτες οφείλονταν στο παλιρροϊκό κύμα που προκάλεσε η έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης τον 15ο αιώνα π.Χ.

Γράφει ο  Ronald Schiller

Η φυγή των Εβραίων από την Αίγυπτο είναι από τις δραματικότερες και πιο συγκινητικές ιστορίες της Βίβλου, κι ένας από τους θεμέλιους λίθους της χριστιανικής, της εβραϊκής και της μουσουλμανικής πίστης. Έτσι, όταν ο Αιγυπτιολόγος Χανς Γκέντικε, του Πανεπιστημίου Τζωνς Χόπκινς της Βαλτιμόρης, αντέκρουσε τις παραδεδεγμένες βιβλικές θεωρίες σχετικά με την Έξοδο, δεν είναι καθόλου περίεργο το ότι οι απόψεις του δημοσιεύτηκαν σ' όλες τις εφημερίδες του κόσμου.

Οι περισσότεροι μελετητές της Βίβλου πιστεύουν ότι η Έξοδος - αν όντως είναι ιστορικό γεγονός - έγινε τον 13ο αιώνα προ Χριστού. Άλλοι, ότι το θαύμα της Ερυθράς Θάλασσας δεν είναι παρά ένα παραμύθι. Ο Γκέντικε, ωστόσο, παρουσιάζει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η Έξοδος των Εβραίων τοποθετείται χρονολογικά στον 15ο αιώνα πριν απ' τη γέννηση του Χριστού, κι ότι το θαύμα του καταποντισμού του αιγυπτιακού στρατού αποτελεί ιστορική πραγματικότητα.

Ο Γκέντικε βασίζει την αμφιλεγόμενη άποψη του σε τρία ουσιώδη στοιχεία. Το πρώτο είναι μια ιερογλυφική επιγραφή από την εποχή της Χατσεψούτ, του θηλυκού Φαραώ που κυβέρνησε την αρχαία Αίγυπτο από το 1490 ως το 1468 π.Χ. Σύμφωνα με την ερμηνεία του Γκέντικε, η επιγραφή μιλάει για το λαό των Άμου (όπως ονόμαζαν οι Αιγύπτιοι τους Σημίτες) που περιλάμβανε και μια ομάδα αλλοδαπών, τους Σεμάου. Η Χατσεψούτ κατάργησε τα ειδικά προνόμια των Σεμάου, γιατί «είχαν παραμελήσει τα καθήκοντα που τους είχαν ανατεθεί». Κι αφού επέτρεψε σ' αυτά τα «βδελύγματα των θεών» να αποχωρήσουν από τη χώρα, ο «πατέρας των πατέρων [που ο Γκέντικε τον ταυτίζει με το θεό των υδάτων, Νουν] εμφανίστηκε ξαφνικά» και «η γη κατάπιε τα βήματα τους». Για τον Γκέντικε αυτή είναι απλώς μια αιγυπτιακή εκδοχή της Εξόδου, σύμφωνα με την οποία εκείνοι που πνίγηκαν ήταν οι ξένοι και όχι οι στρατιώτες του Φαραώ.

Η δεύτερη αποδεικτική πηγή του Γκέντικε είναι ένα εδάφιο της Βίβλου (Α' Βασιλειών 6:1) που αναφέρει ότι ο Ναός του Σολομώντα χτίστηκε 480 χρόνια μετά την Έξοδο. Μια και είναι γνωστό ότι η ανέγερση του Ναού έγινε γύρω στο 970 π.Χ., η Έξοδος - σύμφωνα με αυτό τον υπολογισμό - πρέπει να πραγματοποιήθηκε τον 15ο αιώνα π.Χ.

Το τρίτο στοιχείο αφορά την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης τον 15ο αιώνα π.Χ. - μια από τις μεγαλύτερες φυσικές καταστροφές της ιστορίας.

Τα γεγονότα της Εξόδου, όπως τα αναπλάθει ο Γκέντικε με βάση τις βιβλικές και αρχαιολογικές ενδείξεις, εξελίχτηκαν ως εξής: Κάποτε, ανάμεσα στο 2000 και το 1500 π.Χ., οι πρόγονοι των Ισραηλιτών που ζούσαν στην Χαναάν, κλήθηκαν επίσημα να εγκατασταθούν στην περιοχή Γκόσεν, στο ανατολικό Δέλτα του Νείλου. Ίσως εκείνος που τους κάλεσε να ήταν ο Ιωσήφ, ένας «δικός τους», που κατείχε κάποιο υψηλό αξίωμα στην αιγυπτιακή αυλή. Ορισμένοι μελετητές εικάζουν ότι ο Ιωσήφ ήταν αξιωματούχος την εποχή που κυβερνούσαν την Αίγυπτο οι σημιτικής καταγωγής εισβολείς Υξώς, μεταξύ 1670 και 1560 π.Χ.

Η κατάσταση άλλαξε απότομα στις αρχές του 15ου αιώνα π.Χ. όταν, στη διάρκεια της βασιλείας ενός Φαραώ που «δεν γνώριζε τον Ιωσήφ» (Έξοδος, 1:8), οι Εβραίοι υποχρεώθηκαν να χτίσουν τις πόλεις Πειθώμ και Ραμεσσή (Έξοδος, 1:11). Προσπαθώντας να γλιτώσουν απ' αυτή την καταδυνάστευση, ζήτησαν από τον Φαραώ να τους δώσει την άδεια να επιστρέψουν στον τόπο καταγωγής τους.

Η άδεια δεν τους δόθηκε, παρά μόνον όταν ο θεός έστειλε στους Αιγυπτίους τις Δέκα Πληγές: Ανάμεσα σε άλλα, σκοτάδι σκέπασε τη χώρα για τρεις μέρες, τα νερά του Νείλου και των λιμνών έγιναν αίμα, κάνοντας τα ψάρια να ψοφήσουν, ο τόπος πλημμύρισε βατράχια, κουνούπια, ακρίδες και μύγες, μία επιδημία γέμισε ανθρώπους και ζώα με σπυριά, χαλάζι κατέστρεψε τις καλλιέργειες, αρρώστιες αποδεκάτισαν τα κοπάδια, και μια μυστηριώδης πανούκλα σκότωσε τα πρωτότοκα παιδιά των Αιγυπτίων.

Τελικά, οι Εβραίοι απέσπασαν από τον Φαραώ την άδεια να εγκαταλείψουν τη χώρα και, με επικεφαλής τον Μωυσή, ξεκίνησαν να διασχίσουν την έρημο. «Ό δέ Θεός ήγείτο αυτών, ημέρας μέν έν στύλω νεφέλης, δείξαι αύτοίς τήν όδόν, τήν δέ νύκτα έν στύλω πυρός.» (Έξοδος, 13:21).

 

 

Ο Γκέντικε είναι βέβαιος πως σημείο αναχώρησης ήταν η πόλη Πειθώμ, η οποία πιστεύει ότι βρισκόταν στη θέση των αρχαίων ερειπίων του Τελ ελ Ράταμπα, όπου έχουν ανακαλυφθεί υπολείμματα ενός παλαιότατου οικισμού Χαναναίων. Κατά τα φαινόμενα, οι Εβραίοι πορεύτηκαν με κατεύθυνση προς το Σινά, ακολουθώντας τον βόρειο παραθαλάσσιο δρόμο που αναφέρεται στην Βίβλο ως «η οδός της χώρας των Φιλισταίων» (Έξοδος, 13:17). Ο Φαραώ όμως άλλαξε γνώμη και έστειλε 600 άρματα, να τους φέρει πίσω. Μόλις το έμαθε αυτό ο Μωυσής, λοξοδρόμησε κατά τα νότια και οδήγησε το λαό του από «το δρόμο της ερήμου» (Έξοδος, 13:18). Αλλά ο ελιγμός του αυτός δεν παραπλάνησε τους Αιγυπτίους, που συνέχισαν την καταδίωξη.

Οι εβραϊκές λέξεις yam suf (που αργότερα οι Έλληνες, λανθασμένα, θεώρησαν   ότι   προσδιόριζαν   την Ερυθρά Θάλασσα), σημαίνουν «Θάλασσα με τις Καλαμιές». Ο Γκέντικε πιστεύει ότι η Θάλασσα με τις Καλαμιές ήταν η Λίμνη Μπάλλα (γνωστή στους Αιγυπτίους με το όνομα Βάλτος των Παπύρων), η οποία βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα νότια της Λίμνης Μανζάλα, μιας μεγάλης παράκτιας λιμνοθάλασσας, δυτικά από τη σημερινή Διώρυγα του Σουέζ.

Εδώ είναι που, κατά τον Γκέντικε, οι Εβραίοι, θέλοντας να αναχαιτίσουν τους εχθρούς τους, στρατοπέδευσαν στο μόνο οχυρό σημείο της περιοχής - μια «τούμπα» ύψους δώδεκα μέτρων, το Τελλ Χαζόμπ -ενώ τα αιγυπτιακά άρματα παρατάχθηκαν στα χαμηλότερα εδάφη. Στο σημείο αυτό, λέει ο Γκέντικε, «νωρίς ένα ανοιξιάτικο πρωινό, γύρω στα 1477 π.Χ.», έγινε η πλημμύρα που έπνιξε τους Αιγυπτίους, χωρίς να πειράξει τους Εβραίους.

Ο Γκέντικε πιστεύει - και αρκετοί γεωλόγοι συμφωνούν μαζί του - ότι την πλημμύρα αυτή προκάλεσε η έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης, που τίναξε στους ουρανούς μια στήλη σκόνης, στάχτης και καπνού, ύψους ίσως και 30 χιλιομέτρων.

Στην περιοχή που βρίσκεται τώρα ό,τι απόμεινε απ' την Σαντορίνη, αλλά και στην ανατολική Μεσόγειο γενικότερα, τα ηφαίστεια και σήμερα να «βγάζουν» οξείδια του σιδήρου που δίνουν στο νερό ένα κόκκινο χρώμα και δηλητηριάζουν τα ψάρια. Επίσης, οι μετεωρολογικές διαταραχές που συνοδεύουν κάθε ηφαιστειακή δραστηριότητα προξενούν ισχυρούς ανέμους, καταρρακτώδεις βροχές και πλημμύρες.

Οι γεωλόγοι επισημαίνουν ότι τα φαινόμενα που συνοδεύουν μεγάλες ηφαιστειακές εκρήξεις, μοιάζουν με τις Δέκα Πληγές του Φαραώ. Τα ύδατα της Αιγύπτου μπορεί, πράγματι, να έγιναν κόκκινα, να δηλητηρίασαν τα ψάρια και να ανάγκασαν τα βατράχια να βγουν έξω. Η στάχτη που γέμισε τον ουρανό, όντως θα μπορούσε να βυθίσει τη χώρα για τρεις ολόκληρες μέρες στο σκοτάδι και να «γυρίσει» τη βροχή σε χαλάζι. Οι ισχυροί άνεμοι θα μπορούσαν, κάλλιστα, να μεταφέρουν σμήνη ακριδών που κατέστρεψαν όση σοδειά είχε απομείνει, αφήνοντας τα ζώα να ψοφήσουν της πείνας. Βρίσκοντας ιδανικό περιβάλλον αναπαραγωγής στα κουφάρια των ζώων που σάπιζαν και στα πρόσφατα δημιουργημένα έλη, τα έντομα μπορεί να πολλαπλασιάστηκαν και να προκάλεσαν επιδημίες στους ανθρώπους και στα ζωντανά.

Είναι πιθανό, τέλος, η θνησιμότητα να είχε φτάσει σε τέτοια υψηλά επίπεδα, ώστε να αφάνισε τα «πρωτότοκα» παιδιά σε όλες τις οικογένειες - ανθρώπων και ζώων - του λαού του Φαραώ.

 


Εκτός του ότι είναι πιθανώς υπεύθυνη για τις Δέκα Πληγές, η έκρηξη του ηφαιστείου θα μπορούσε, επίσης, να έχει δημιουργήσει τη «στήλη καπνού», την ημέρα, και τη «στήλη φωτιάς», τη νύχτα. Οι ειδικοί έχουν υπολογίσει ότι πρέπει να ήταν ορατή στο αιγυπτιακό Δέλτα, που βρίσκεται σε απόσταση 950 περίπου χιλιομέτρων.

Όταν το ηφαίστειο άδειασε, οι πλαγιές του βουνού - ένα κούφιο κέλυφος πια - γκρεμίστηκαν μέσα στον κρατήρα, που έφτανε σε βάθος 350 μέτρων κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, προκαλώντας ένα παλιρροϊκό κύμα ύψους πάνω από τριάντα μέτρων. Τρεις ώρες αργότερα, αλλεπάλληλα θεόρατα κύματα κατέκλυζαν το Δέλτα του Νείλου. Ο Γκέντικε και άλλοι πιστεύουν ότι ήταν το παλιρροϊκό κύμα της Σαντορίνης που προκάλεσε το θαύμα της «διάβασης της Ερυθράς».

«Η έκρηξη της Σαντορίνης δεν ήταν θαύμα,» λέει ο Γκέντικε. «Ήταν ένα φυσικό φαινόμενο, αν και σπάνιο. Το θαύμα είναι ότι έφτασε το παλιρροϊκό κύμα. ακριβώς την κρίσιμη εκείνη στιγμή.»

Πολλοί μελετητές της Βίβλου θεωρούν τόσο τη σύμπτωση αυτή - όσο και μεγάλο μέρος του σεναρίου του Γκέντικε - «παρατραβηγμένη». Παρόλο που αναγνωρίζουν ότι, ως Αιγυπτιολόγος, ο Γκέντικε είναι αυθεντία, οι επικριτές του τον κατηγορούν ότι αποδίδει αρκετά αυθαίρετα το περιεχόμενο της επιγραφής της Χατσεψούτ. Σύμφωνα με τη δική τους ερμηνεία, δεν μνημονεύεται πουθενά η κατάργηση των προνομίων των ξένων, ούτε η άρνηση τους να εκτελέσουν καθήκοντα που τους ανατέθηκαν. Η φράση «πατέρας των πατέρων», λένε, δεν αναφέρεται στο θεό των υδάτων, Νουν, αλλά στο θεό Ήλιο, Άμωνα-Ρα. Τέλος, η φράση «η γη κατάπιε τα βήματα τους» σημαίνει απλώς ότι οι μετανάστες εξαφανίστηκαν.

Ένα άλλο σημείο, σε σχέση με το οποίο οι μελετητές της Βίβλου διατηρούν ζωηρότατες επιφυλάξεις, είναι η ακρίβεια των αριθμών της Παλαιάς Διαθήκης, και ειδικότερα αυτά τα «480 χρόνια» που υποτίθεται

Κατά τη γνώμη τους, η Έξοδος έλαβε χώρα τον 13ο αιώνα. Η εκδοχή αυτή θεμελιώνεται σε τρία αποδεικτικά στοιχεία: Πρώτον, εδώ και πολλά χρόνια έχει γίνει δεκτό ότι η πόλη Ραμεσσή που έχτισαν οι Εβραίοι, ήταν η πρωτεύουσα που είχε ανεγερθεί από τον Ραμσή Β', ο οποίος βασίλεψε από το 1290 ώς το 1224 π.Χ. Δεύτερον, το είδος των ανασκαφικών ευρημάτων σε πολλές από τις πόλεις που καταστράφηκαν από τους Εβραίους κατά την κατάκτηση της Χαναάν, αποτελεί ένδειξη ότι οι πόλεις έπεσαν κατά το τέλος του 13ου και την αρχή του 12ου αιώνα π.Χ. Τρίτον, η Βίβλος (Αριθμοί, 20 και 21) αναφέρει ότι οι Εβραίοι αναγκάστηκαν να παρακάμψουν τα βασίλεια της Εδώμ και Μωάβ, γιατί δεν τους δόθηκε άδεια να τα διασχίσουν. Σύμφωνα με τα ιστορικά στοιχεία όμως, τα βασίλεια αυτά δεν είχαν εποικιστεί μέχρι τις αρχές του 13ου αιώνα.

Ωστόσο, και αυτά τα επιχειρήματα μπορούν να αντικρουστούν. Η εκδοχή ότι η πόλη Ραμεσσή είναι εκείνη που χτίστηκε από τον Φαραώ Ραμσή αμφισβητείται από τον Καναδό Αιγυπτιολόγο Ντόναλντ Ρέντφορντ, που έχει αποδείξει ότι τα δύο ονόματα, παρ' όλη την ομοιότητα τους, προέρχονται από δύο διαφορετικές πηγές και έχουν διαφορετικές σημασίες.

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αρκετές από τις πόλεις των Χαναναίων που δέχτηκαν επιθέσεις των Εβραίων κατά τη διάρκεια της κατάκτησης της Χαναάν, είχαν πράγματι καταληφθεί και λεηλατηθεί τον 13ο και 12ο αιώνα π.Χ. - όχι όμως υποχρεωτικά από τους Εβραίους, γιατί την εποχή εκείνη οι πόλεμοι ήταν συνεχείς σ' όλη την Παλαιστίνη. Όπως παρατηρεί ο Βρεταννός αρχαιολόγος και συγγραφέας Τζων Μπίμσον, πολλές από αυτές τις πόλεις καταστράφηκαν και ξαναχτίστηκαν αρκετές φορές. Ο Μπίμσον, χρονολογώντας, κατά την άποψη του, πιο λογικά τα ορειχάλκινα και πήλινα αντικείμενα που βρέθηκαν στα ερείπια, συμπεραίνει ότι, από τις εννέα γνωστές πόλεις που αναφέρεται στην Βίβλο ότι καταστράφηκαν από τους Εβραίους, οι οκτώ έπεσαν τον 15ο αιώνα π.Χ., και μόνο τέσσερις μπορεί να κατελήφθησαν ξανά τον 13ο αιώνα.

Το καταπληκτικό είναι ότι δεν αποκλείεται και οι δύο χρονολογίες - 15ος και 13ος αιώνας - να είναι σωστές! Οι σημερινοί μελετητές της Βίβλου καταλήγουν σχεδόν ομόφωνα στο συμπέρασμα ότι οι Εβραίοι δεν μετανάστευσαν όλοι μαζί στην Αίγυπτο, ούτε την εγκατέλειψαν «εν σώματι». Πολλοί ειδικοί εικάζουν ότι πρέπει να πραγματοποιήθηκαν δύο, τουλάχιστον, μαζικές έξοδοι από την Αίγυπτο, διότι η Βίβλος περιγράφει δύο αντικρουόμενες διαδρομές του ταξιδιού προς την Χαναάν.

Αν, πράγματι, η Έξοδος υπήρξε μια μακροχρόνια και παρατεταμένη διαδικασία, είναι πιθανό η πρώτη αναχώρηση των Εβραίων να έγινε τον 15ο αιώνα π.Χ., όταν εξερράγη το ηφαίστειο της Σαντορίνης, και η δεύτερη δύο αιώνες αργότερα. Έτσι, η πρώτη ομάδα μπόρεσε να διασχίσει τα εδάφη όπου αργότερα απλώθηκαν τα βασίλεια Εδώμ και Μωάβ, ενώ στη δεύτερη δεν επετράπη να τα διασχίσει.

Βέβαια, και αυτή η εκδοχή αφήνει αναπάντητα ορισμένα ερωτήματα. Αν ο Μωυσής ήταν επικεφαλής των Εβραίων που σώθηκαν χάρη στο παλιρροϊκό κύμα τον 15ο αιώνα π.Χ., τότε πώς είναι δυνατό να είχε οδηγήσει εκείνους που παρέκαμψαν τα βασίλεια Εδώμ και Μωάβ τον 13ο αιώνα π.Χ.; Και πώς εξηγούνται τα γεγονότα εκείνα της Εξόδου που, κατά την Βίβλο, αποτελούν θαύματα;

Πολλοί ειδικοί τα θεωρούν ηθοπλαστικές ιστορίες, φτιαγμένες από μεταγενέστερους Εβραίους θεολόγους για να αποδείξουν το ενδιαφέρον του Θεού για τον περιούσιο λαό του. Από την άλλη πλευρά, οι εθνολόγοι λένε ότι υπάρχει «ένας κόκκος αλήθειας σχεδόν σε όλες τις λαϊκές παραδόσεις». Αν ένας τέτοιος κόκκος αλήθειας κρύβεται, πράγματι, στις βιβλικές περιγραφές των Δέκα Πληγών του Φαραώ, των στηλών καπνού και φωτιάς, και της διάβασης της Ερυθράς, τότε θα πρέπει να δεχτούμε ως ορθή τη χρονολογία του 15ου αιώνα, τουλάχιστον για μία φάση της Εξόδου - αφού, μετά την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης, δεν είναι γνωστό να έγινε κανένας άλλος κατακλυσμός που θα μπορούσε να εξηγήσει αυτά τα φαινόμενα.

Ένα πράγμα, πάντως, είναι βέβαιο: Ότι η διαμάχη ανάμεσα στους μελετητές της Βίβλου, τους αρχαιολόγους και τους Αιγυπτιολόγους θα συνεχιστεί και τον 21ο αιώνα! Γιατί η αναζήτηση της ιστορικότητας της Βίβλου δεν είναι απλώς μια ακαδημαϊκή άσκηση· είναι μια προσπάθεια να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στην πίστη και τη γνώση. Η θεωρία του Hans Goedicke δεν επιδιώκει να υπονομεύσει το θρησκευτικό μήνυμα της Εξόδου, αλλά να το φωτίσει με τη βοήθεια της επιστήμης και της αρχαιολογίας.

Ίσως τελικά το θαύμα να μην είναι η ίδια η πλημμύρα, αλλά το γεγονός ότι συνέβη την κατάλληλη στιγμή. Ίσως το υπερφυσικό και το φυσικό να μην είναι πάντα αντίθετα. Όπως και να 'χει, το ερώτημα παραμένει: αλήθεια ή μύθος; Και η απάντηση, όπως συμβαίνει συχνά στην ιστορία, ίσως να βρίσκεται κάπου ανάμεσα.

ΕΠΙΛΟΓΕΣ

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2025

Η Μονή Σινά, η UNESCO, και οι αιώνιοι δεσμοί με τους Βεδουίνους

 


Η Μονή Σινά, η UNESCO, και οι αιώνιοι δεσμοί με τους Βεδουίνους

Ένα ταξίδι στο Σινά, εκεί όπου εδώ και 15 αιώνες συναντώνται η πίστη, η ειρήνη και ο διαπολιτισμικός σεβασμός.

 Η Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης του Σινά, ένα από τα αρχαιότερα εν λειτουργία μοναστήρια στον κόσμο, δεν είναι μόνο τόπος πίστης και προσευχής, αλλά και πυλώνας πολιτισμού, ειρήνης και διαθρησκειακής συνύπαρξης στην καρδιά της ερήμου του Νοτίου Σινά. Πρόσφατες εξελίξεις που αφορούν δικαστική αμφισβήτηση της κυριότητάς της σε δεκάδες ακίνητα από αιγυπτιακό δικαστήριο, φέρνουν στο προσκήνιο μια ευρύτερη συζήτηση για τον διεθνή χαρακτήρα και την πνευματική αποστολή της Μονής, αλλά και για τους βαθιά ανθρώπινους δεσμούς που έχει χτίσει με τις βεδουινικές φυλές της περιοχής. 

 

Η διεθνής υπόσταση της Μονής και η παρέμβαση Παυλόπουλου

 

Ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας και Ακαδημαϊκός Προκόπης Παυλόπουλος παρενέβη πρόσφατα νομικά και δημόσια, ζητώντας την άμεση ενεργοποίηση της UNESCO. Η παρέμβασή του εστιάζει στον κίνδυνο που διατρέχει η διεθνής και πνευματική ταυτότητα της Μονής αν η υπόθεση εξεταστεί αποκλειστικά στο πλαίσιο του αιγυπτιακού δικαίου.

Όπως επισημαίνει, η Μονή αποτελεί από το 2002 Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, με την Αίγυπτο να έχει δεσμευτεί διεθνώς για την προστασία του ιδιαίτερου χαρακτήρα της. Επιπλέον, παραπέμπει στο Άρθρο 18 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο απαγορεύει αυθαίρετες κρατικές παρεμβάσεις σε ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας.

Ο κ. Παυλόπουλος καλεί την ελληνική κυβέρνηση να αναλάβει δράση σε διεθνές επίπεδο, ώστε να διασφαλιστεί η πλήρης εφαρμογή της Σύμβασης της UNESCO του 1972.

Ένας άρρηκτος δεσμός αιώνων με τους Βεδουίνους

 

 

Πέρα όμως από τις νομικές και διπλωματικές διαστάσεις, η ιστορία της Μονής είναι βαθιά δεμένη με την τοπική κοινωνία των Βεδουίνων. Οι σχέσεις αυτές, που ξεκίνησαν ήδη από την εποχή του Ιουστινιανού (6ος αιώνας), έχουν χαρακτηριστεί από αλληλοσεβασμό, αλληλοβοήθεια και συνύπαρξη παρά τις πολιτισμικές και θρησκευτικές διαφορές.

Η φυλή των Γκεμπελίων, απόγονοι στρατιωτών που στάλθηκαν για να προστατεύσουν τη Μονή, είναι μέχρι και σήμερα η πιο στενά συνδεδεμένη με αυτήν. Παρά τον εξισλαμισμό τους στον 7ο–8ο αιώνα, διατηρούν ζωντανή την ιστορική τους μνήμη και θεωρούν τους εαυτούς τους απογόνους του ανατολικού ρωμαϊκού κόσμου. Αξιοσημείωτο είναι ότι συχνά αποκαλούν τους εαυτούς τους «Ρωμιούς» ή και «Έλληνες», έστω και με κάποια σύγχυση ως προς τη σημασία των όρων.

Η Μονή, μέσα στο πέρασμα των αιώνων, λειτούργησε ως σταθεροποιητικός παράγοντας για τις βεδουινικές φυλές της περιοχής. Συχνά είχε λόγο στον καθορισμό των τόπων εγκατάστασής τους και ενεργούσε ως ειρηνοποιός σε τοπικές διαμάχες. Μεριμνούσε επίσης όχι μόνο για την πνευματική ζωή, αλλά και για την καθημερινή επιβίωση και υγεία των κατοίκων της περιοχής.

 

Πρακτική στήριξη και συμβίωση

 

 

Ακόμη και σήμερα, η Μονή συνεχίζει να παρέχει δωρεάν ιατρική φροντίδα, τροφή, ρουχισμό και εργασία στους Βεδουίνους. Μέχρι πρόσφατα, οι ίδιοι οι μοναχοί αναλάμβαναν ιατρικά καθήκοντα, ενώ πλέον τη σκυτάλη έχουν πάρει γιατροί από την Ελλάδα που υπηρετούν εθελοντικά. Το φαρμακείο της Μονής είναι ανοιχτό για όλους και εξυπηρετεί εκατοντάδες ανθρώπους κάθε χρόνο.

Οι Βεδουίνοι συμμετέχουν στις χαρές και τις λύπες των μοναχών – γάμοι, κηδείες, τοπικά έθιμα όπως η «ζουβάρα» συνδέουν τις δύο κοινότητες. Δεν είναι τυχαίο ότι οι σταθεροί υπηρέτες και φύλακες της Μονής προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τη φυλή των Γκεμπελίων, ενώ καθημερινά δεκάδες Βεδουίνοι απασχολούνται σε οικοδομικά και άλλα έργα.

Το παρελθόν είναι γεμάτο παραδείγματα αυτής της συνεργασίας: από τις παλιές καραβανικές διαδρομές μεταφοράς προμηθειών με καμήλες μέχρι τη συνδρομή των Βεδουίνων στην πυρκαγιά του 1971 ή τον σεισμό του Μεσαίωνα. Η Μονή όχι μόνο αντλεί δύναμη από τη στήριξη αυτών των ανθρώπων, αλλά και τους έχει βοηθήσει να επιβιώσουν και να ευημερήσουν.

Το Σινά ως κοιτίδα Ορθόδοξης πνευματικότητας

Η ευρύτερη περιοχή του Νοτίου Σινά, με τις εκατοντάδες σκήτες, λαύρες και μοναστήρια που διασώζονται μέχρι σήμερα, υπήρξε για αιώνες ένα μοναστικό λίκνο της Ορθοδοξίας. Ο τραχύς και απομονωμένος τόπος, η ύπαρξη νερού και καλλιεργήσιμης γης, αλλά κυρίως το δέος του όρους Χωρήβ, όπου κατά την παράδοση ο Μωυσής έλαβε τις Δέκα Εντολές, δημιούργησαν ένα μοναδικό περιβάλλον ασκητικής ζωής.

Η σιναϊτική μοναστική παράδοση ανέδειξε σημαντικές μορφές όπως τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, μάρτυρες και αγίους των πρώτων χριστιανικών αιώνων, ενώ η Μονή συνέχισε να ακτινοβολεί πνευματικά μέσα στους αιώνες, διατηρώντας το ήθος της ακτημοσύνης, της προσευχής και της αδερφοσύνης.

 


Η Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης δεν είναι απλώς ένα μνημείο πίστης – είναι ένας ζωντανός οργανισμός που συνδέει πολιτισμούς, γενιές και παραδόσεις. Η πρόσφατη δικαστική αμφισβήτηση της κυριότητάς της δεν πρέπει να ιδωθεί στενά νομικά, αλλά ως απειλή στον μοναδικό της ρόλο: να γεφυρώνει κόσμους που σε άλλες περιπτώσεις θα συγκρούονταν.

Η ενεργοποίηση της διεθνούς κοινότητας και της UNESCO, όπως προτείνει ο Προκόπης Παυλόπουλος, είναι αναγκαία όχι μόνο για να διασφαλιστεί η ιδιοκτησία της Μονής, αλλά και για να προστατευτεί μια μακραίωνη σχέση σεβασμού, φιλίας και πίστης μεταξύ ανθρώπων της ερήμου και ανθρώπων του Θεού.

 ΚΑΓ

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2024

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΣΤΟΛΟ ΤΗΣ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑΣ ΣΤΟ ΑΚΤΙΟ

 


ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΣΤΟΛΟ ΤΗΣ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑΣ ΣΤΟ ΑΚΤΙΟ

Έρευνες για τον αιγυπτιακό στόλο στη ναυμαχία του Ακτίου

ΕΤΟΣ 31 π.Χ. Στο Άκτιο, στο στενό θαλάσσιο πέρασμα στην είσοδο του Αμβρακικού Κόλπου, τα σύννεφα της μάχης απλώνονται βαριά. Σε δύο χιλιόμετρα πλάτος, στη θάλασσα, συγκρούονται δύο ισχυροί στόλοι της εποχής. Ο ρωμαϊκός υπό τον Οκτάβιο και ο στόλος της Αιγύπτου που διοικούν η βασίλισσα Κλεοπάτρα και ο Μάρκος Αντώνιος. Σήμερα, 2.092 χρόνια μετά την ήττα των Αιγυπτίων, η αρχαιολογική έρευνα αναζητεί τα ίχνη του στόλου προκειμένου να γνωρίσει περισσότερα για την εποχή εκείνη. Η πολυπόθητη επισήμανση των λειψάνων της ναυμαχίας χαρακτηρίστηκε ως μεγάλης σημασίας έρευνα για την υποβρύχια αρχαιολογία.

Η απόφαση για τη διεξαγωγή ανασκαφών στον θαλάσσιο χώρο κοντά στο Άκτιο, οροθετεί μια σειρά ερευνών, με κύριο στόχο την ανακάλυψη των χάλκινων εμβόλων που έφεραν τα πλοία της εποχής στην πλώρη τους και με τα οποία εμβόλιζαν τα αντίπαλα σκάφη.

Ας ξεκινήσουμε όμως από τη ναυμαχία του Ακτίου που θεωρείται από τις πλέον αποφασιστικές της εποχής και που το αποτέλεσμα της σηματοδότησε την πορεία των γεγονότων. Ο στόλος του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας που αριθμούσε περίπου 500 πλοία, κατέπλευσε στις ακτές της Πρέβεζας όπου συνάντησε τον ρωμαϊκό στόλο του Οκτάβιου. Ο νικητής θα είχε τον έλεγχο των θαλασσίων οδών της Μεσογείου. 

 


 

Από την αρχή η σύγκρουση ήταν σκληρή, όμως ο ρωμαϊκός στόλος αποδείχθηκε πιο σθεναρός και επικράτησε. Ο Μάρκος Αντώνιος, του οποίου ο στρατός είχε ήδη εξασθενίσει από τις αρρώστιες και τις κακουχίες, προσπάθησε να διαφύγει με όλο τον στόλο του, αλλά ο Οκτάβιος απέκλεισε την έξοδο, εγκλωβίζοντας τον αντίπαλο του στα στενά της Πρέβεζας.

Κατά τη διάρκεια της ναυμαχίας, τα ογκώδη σκάφη του Αντωνίου προσπάθησαν να εμβολίσουν τα ρωμαϊκά. Όμως η προσπάθεια έμεινε άκαρπη. Τα πλοία του Οκτάβιου ήταν πιο γρήγορα και ευέλικτα και κατάφεραν να σχηματίσουν κλοιό. Συγχρόνως άλλα πιο μικρά πλοία σε τρεις ή τέσσερις συστάδες, χρησιμοποιούσαν φλογοβόλα, το τρομερό όπλο της εποχής.

Την ίδια στιγμή η Κλεοπάτρα κατάφερε με εξήντα πλοία της να διασπάσει τον κλοιό και να δραπετεύσει στο Ιόνιο Πέλαγος. Όταν ο Αντώνιος την είδε να φεύγει, την ακολούθησε με ένα μικρό αλλά γρήγορο πλοίο. Η ναυμαχία είχε κλίνει οριστικά προς την πλευρά του Οκτάβιου. Μέσα σε λίγες ώρες ολόκληρος ο πτολεμαϊκός στόλος είχε ηττηθεί από τον ρωμαϊκό. Το αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης ουσιαστικά έθετε τέλος στη μακεδόνικη δυναστεία της Αιγύπτου και άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία της Ρώμης, αφού τώρα δεν είχε κάποιον μεγάλο αντίπαλο για την κυριαρχία του κόσμου.

 


 

Στους αιώνες που ακολούθησαν πολλά άλλαξαν, όμως στα στενά της Πρέβεζας τα λείψανα της ναυμαχίας, τα ίχνη του αιγυπτιακού στόλου, εξακολουθούν να βρίσκονται εκεί. Όπως αναφέρουν οι επιστήμονες, ο εντοπισμός, η ανακάλυψη ενός πλοίου της ναυμαχίας του Ακτίου, θα αποτελούσε το σημαντικότερο εύρημα ζωής ενός αρχαιολόγου ή ενός μελετητή της αρχαίας ελληνικής ναυπηγικής.

Παράλληλα ο στόχος αυτός θεωρείται σχεδόν ανέφικτος διότι τα αρχαία πολεμικά πλοία ήταν ελαφράς κατασκευής και δεν μετέφεραν έρμα ή άλλο φορτίο που θα τα παρέσυρε στον βυθό, όπως συνέβαινε με τα εμπορικά πλοία. Μοναδικό τμήμα του σκάφους το οποίο βυθιζόταν μαζί με ελάχιστο τμήμα της πλώρης, ήταν το χάλκινο έμβολο.

Όμως μέχρι σήμερα έχει ανακαλυφθεί μόνο ένα τέτοιο χάλκινο έμβολο πριν μερικά χρόνια,στον θαλάσσιο βυθό κοντά στο Ισραήλ. Ανασύρθηκε και σήμερα εκτίθεται στο Ναυτικό Μουσείο της Χάιφας. Το έμβολο ζυγίζει 465 κιλά και ανήκε σε πολυήρη κανονικού μεγέθους του βασιλιά Πτολεμαίου Ε' ή Στ' της Αιγύπτου (204-167 π.Χ.).

Η υποθαλάσσια έρευνα στο Άκτιο αποσκοπεί στην επισήμανση κάποιων τέτοιων εμβόλων, καθώς βεβαίως και κάθε άλλου αντικειμένου που μπορεί να προέρχεται από τη ναυμαχία. Το σημαντικότερο μέχρι σήμερα εύρημα από το Άκτιο είναι ένα χάλκινο κράνος. Πρόκειται για μακεδόνικου τύπου κράνος -της δυναστείας των Πτολεμαίων - από τον στρατό της Κλεοπάτρας, που ανακάλυψε τυχαία ένας ψαράς.

 


Όσον αφορά για έμβολα είναι δύσκολο καταρχήν να φανταστεί κανείς τον αριθμό τους. Καθώς φαίνεται, ο Οκτάβιος κατέβαλε προσπάθειες για τη διάσωση των εμβόλων μετά τη ναυμαχία, αφού τότε είχαν πολύ μεγάλη αξία ως μέταλλο. Όπως αναφέρουν αρχαίοι συγγραφείς, ο Οκτάβιος αιχμαλώτισε περίπου 300 πλοία. Το μνημείο που ανήγειρε στη Νικόπολη, προς ανάμνηση της νίκης του, έφερε 30 έμβολα ενσωματωμένα σε έναν τοίχο, δηλαδή το 1/10 (τη δέκατη) των λαφύρων, όπως συνηθιζόταν την εποχή εκείνη. Οι αρχαιολόγοι επισημαίνουν ότι στην περιοχή της ναυμαχίας όπου συμμετείχαν περισσότερα από 600 πλοία και όπου ο κύριος τρόπος πολεμικής επίθεσης ήταν η χρήση φλογοβόλων, παράλληλα με τον εμβολισμό, θα πρέπει να έχουν βυθιστεί περισσότερα από 50 έμβολα.

Ο θαλάσσιος χώρος γύρω από τον οποίο θα είναι θαμμένα είναι τα στενά του Ακτίου που έχουν πλάτος δύο χιλιόμετρα. Ο Οκτάβιος, έχοντας αποκλείσει την έξοδο στον Αντώνιο, με 400 πλοία σε απόσταση 30 μέτρων το ένα από το άλλο, σχημάτισε μια σειρά μήκους 12 χιλιομέτρων με ακτίνα δράσης πέντε χιλιόμετρα. Συμπερασματικά η περιοχή της υποβρύχιας έρευνας οροθετείται μεταξύ των ακρωτηρίων Μύτικα προς βορρά και Τυράπετρα της νήσου Λευκάδας προς τον νότο.

 

 

Η αρχαιολογική έρευνα άρχισε το καλοκαίρι του 1994. Αποτελεί συνεργασία της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων με το εργαστήριο θαλάσσιας Γεωλογίας και Φυσικής Ωκεανογραφίας του Πανεπιστημίου Πατρών και με τα αμερικανικά Πανεπιστήμια του Μαϊάμι και Νότιας Φλώριδας.

Στόχος είναι ο εντοπισμός μεγάλων μεταλλικών, μη σιδηρούχων, αντικειμένων. Στην υπηρεσία της αρχαιολογίας τίθενται η νέα τεχνολογία και ένας υπερσύγχρονος εξοπλισμός με πειραματικό ηλεκτρομαγνητικό ανιχνευτή μη σιδηρούχων μετάλλων, δορυφορικό σύστημα προσδιορισμού θέσεων, ηχοβολιστικό πλευρικής σάρωσης τηλεκατευθυνόμενο υποβρύχιο, διαφορικό δορυφορικό σύστημα με ναυτιλιακούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές κ.ά.

Η έρευνα στο μέλλον ενδεχομένως να επεκταθεί και στην ξηρά, αφού οι γεωλογικές μεταβολές που έχουν συμβεί στο πέρασμα του χρόνου μπορεί να έχουν μεταφέρει εκεί ένα μέρος των αντικειμένων που απέμειναν από τη ναυμαχία του Ακτίου. Η σκαπάνη και η έρευνα στον βυθό ίσως φέρουν στο φως ίχνη από τον περίφημο στόλο της Κλεοπάτρας, της περήφανης βασίλισσας του Νείλου.

 

Τα Rostra, μνημείο της αρχαίας Ρώμης. Οι "θήκες" για τα έμβολατρόπαια φαίνονται κάτω αριστερά στην εικόνα

Το μνημείο του Αυγούστου στην Νικόπολη

Στους αρχαιολόγους και τους ιστορικούς ήταν ήδη γνωστό από τον Δίωνα Κάσσιο ότι «ο Οκταβιανός ανήγειρε Μνημείο το οποίο κόσμησε με τα χάλκινα έμβολα των αιχμαλωτισθέντων πλοίων, στον χώρο όπου είχε στρατοπεδεύσει». Επίσης ο Στράβων μνημονεύει τον λόφο της Σμυρτούλας, ως «ιερό λόφο του Απόλλωνα».

Πριν από εκατό περίπου χρόνια, περίπου 1.500 μέτρα βόρεια από τη Νικόπολη, σε μια πλαγιά κάτω από τους λόφους της σημερινής κοινότητας Νικόπολη (Σμυρτούλα) βρέθηκε το κρηπίδωμα του Βωμού -ή Μνημείου- του Αυγούστου, πού χτίστηκε αφιερωμένο στους θεούς Άρη και Ποσειδώνα. Το Μνημείο ανασκάφτηκε το έτος 1911 από τον Αλέξανδρο Φιλαδελφέα. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δυστυχώς τα Ιταλικά στρατεύματα λεηλάτησαν τον χώρο αυτό, είτε με σκοπό την κατασκευή οχυρωματικών έργων στον λόφο, είτε με σκοπό την αρχαιοκαπηλία. 

 

 

Πέραν αυτού, πολλές αμμοληψίες πού έγιναν στην περιοχή, είχαν ως αποτέλεσμα να υποστεί καθίζηση όλο το Μνημείο. Πρόσφατα, τα έτη 1995-2007, με τη χρηματοδότηση Ευρωπαϊκών προγραμμάτων όπως το Interreg ΙΙ, η ΙΒ' Εφορεία Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων υπό την εποπτεία του καθηγητή Δρ. Κων. Ζάχου πραγματοποίησε στο Μνημείο Αυγούστου έργα ανασκαφών, αναστήλωσης και τεκμηρίωσης.

Το Μνημείο Αυγούστου ήταν κτίριο μήκους 62 μ. και πλάτους 45 μ. όπου ο Αύγουστος είχε δώσει εντολή να τοποθετηθούν, σε ειδικά λαξευμένες «θήκες», 36 πραγματικά ακρόπρωρα (έμβολα) διαφόρων μεγεθών από πλοία της Κλεοπάτρας και του Αντώνιου. Τα έμβολα αυτά έχουν συληθεί ή αφαιρέθηκαν μεταγενέστερα για να κοπούν νομίσματα ή να κατασκευασθούν άλλα μεταλλικά αντικείμενα, επί Θεοδοσίου. Σύμφωνα με αρχαίες πηγές η διακόσμηση μνημείων με έμβολα πλοίων ύστερα από νικηφόρα ναυμαχία αποτελούσε παλαιά συνήθεια των Ρωμαίων. Το πιο φημισμένο μνημείο αυτού του είδους ήταν το βήμα της Αγοράς (Forum) στην Αρχαία Ρώμη γνωστό ως Rostra (έμβολοι). Το μνημείο αυτό, που είχε ανακαινισθεί πολλές φορές και είχε μετακινηθεί από την αρχική του θέση, έφερε δύο παράλληλες σειρές εμβόλων.

 

 

Επίσης πέραν του Μνημείου Αυγούστου πού είχε 36 έμβολα, υπάρχουν αρχαίες πηγές πού αναφέρουν ότι έμβολα από τη Ναυμαχία του Ακτίου τοποθετήθηκαν από τον Αύγουστο και μπροστά από τον Ναό του Ιουλίου Καίσαρα στη Ρώμη (Rostra Aedis Divi Julii).

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ Τ.307/1994

https://el.wikipedia.org/wiki/Ναυμαχία_του_Ακτίου

https://www.prevezanews.gr/allnews/ipiros/preveza/9898-i-naymachia-toy-aktioy-apo-tis-simantikoteres-polemikes-sygkroyseis-tis-archaiotitas/

https://navaldefence.gr/31-09-02-bc-aktion-battle/