Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Erika Hess: Το “χρυσό” κορίτσι του ελβετικού σλάλομ που σημάδεψε μια εποχή

 


Erika Hess: Το “χρυσό” κορίτσι του ελβετικού σλάλομ που σημάδεψε μια εποχή

Με αφορμή την σημερινή λήξη των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων (6 Φεβρουαρίου 2026 – 22 Φεβρουαρίου 2026) θα κάνω μια ιστορική αναδρομή στο παρελθόν και θα αναφερθώ στo «χρυσό» κορίτσι του ελβετικού σλάλομ την Έρικα Χέςς.

Η Erika Hess αποτελεί μία από τις πιο εμβληματικές μορφές στην ιστορία του αλπικού σκι. Με απαράμιλλη τεχνική, ψυχραιμία και συνέπεια, κυριάρχησε στα τεχνικά αγωνίσματα στις αρχές της δεκαετίας του 1980, αφήνοντας πίσω της μια κληρονομιά που ακόμη και σήμερα θεωρείται σημείο αναφοράς.

«Απίστευτο! Φανταστικό! Ανυπέρβλητο!» ήταν οι τίτλοι που κυριαρχούσαν στις ελβετικές εφημερίδες της 3ης Φεβρουαρίου 1982. Για ποιο λόγο; Γιατί ένα εικοσάχρονο κορίτσι από την κεντρική Ελβετία είχε κερδίσει δύο χρυσά μετάλλια στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Σκι του Σλάντμινγκ της Αυστρίας - το ένα στην κατάβαση και το σλάλομ, και το άλλο στο γιγαντιαίο σλάλομ. Κι όλα αυτά, χωρίς ακόμη να έχει διεξαχθεί το ειδικό σλάλομ, που ήταν το αγαπημένο της αγώνισμα. Άραγε, θα κατάφερνε να κερδίσει κι ένα τρίτο χρυσό;

Συγγενείς, φίλοι κι εκατομμύρια φιλάθλων - τρεις μέρες αργότερα -κάθονταν καρφωμένοι μπροστά στις τηλεοπτικές οθόνες τους, με την αγωνία να τους φλογίζει, καθώς το κορίτσι από το καντόνι, του Νιντβάλντεν ζύγιαζε το κορμί του, ψηλά, στην κορφή της βουνοπλαγιάς, πριν ριχτεί στον αγώνα. Η μόνη που έδειχνε ήρεμη ήταν η ίδια η Έρικα.

Ένα οξύ και διαπεραστικό σήμα σήμανε τα τρία τελευταία δευτερόλεπτα πριν απ' την εκκίνηση. Η Έρικα κουλουριάστηκε σαν γάτα και. όρμησε μπροστά. Πρώτη πόρτα, δεύτερη πόρτα - κι ο ρυθμός της όλο επιταχυνόταν  παράτολμα.   Έκτη,   έβδομη πόρτα και, ξαφνικά, ένα ουρλιαχτό από τους θεατές: Μια μικρή ανωμαλία του  εδάφους είχε  βγάλει την αθλήτρια έξω απ' τη διαδρομή. Τελειωααν όλα, σκέφτηκε η Έρικα. Ωστόσο, σαν από θαύμα, κατάφερε να σταθεί στα πόδια της και να μην κυλιστεί στο χιόνι.

«Μόνο η Έρικα ήταν άξια να κάνει κάτι τέτοιο,» είπε γεμάτος θαυμασμό ο προπονητής της εθνικής ελβετικής ομάδας Ζαν-Πιέρ Φουρνιέ. «Η ευστάθεια της είναι κάτι πρωτοφανές!» Μπαίνοντας ξανά στην κούρσα, η Έρικα τα ήθελε όλα ή τίποτα: Άρχισε να παίρνει τις στροφές μερικά εκατοστά πιο κλειστές και, με μια τελευταία προσπάθεια, κατάφερε να περάσει τη γραμμή του τερματισμού επιτυγχάνοντας τον δεύτερο καλύτερο χρόνο, παρά την αναποδιά που της είχε τύχει. Η μόνη που είχε κάνει καλύτερο χρόνο - μόλις κατά 27 εκατοστά του δευτερολέπτου - ήταν η Ιταλίδα Μαρία Ρόζα Κουάριο.

Στη δεύτερη κούρσα, ψύχραιμα, η Έρικα επιτάχυνε το ρυθμό της, όποτε αυτό ήταν δυνατό, κι άλλοτε πάλι, όποτε οι πόρτες παρουσίαζαν δυσκολίες, ανέκοπτε την ταχύτητα της όσο χρειαζόταν. Απ' όσες είχαν ήδη τερματίσει, είχε πετύχει τον ταχύτερο χρόνο. Τώρα πια, η μόνη που είχε τη δυνατότητα να ξεπεράσει την Έρικα, ήταν η κοπέλα απ' την Ιταλία. Η Μαρία Ρόζα, όμως, σκόνταψε δυο φορές και χρειάστηκε να τα δώσει όλα για να καταφέρει να τερματίσει πέμπτη. Έτσι, λοιπόν, άλλο ένα χρυσό για την Έρικα!

 

 

Όταν η «βασίλισσα» του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Αλπικού Σκι του 1982 γύρισε στον τόπο της, οι συμπατριώτες της της επιφύλαξαν θριαμβευτική υποδοχή. Πάνω από 10.000 άνθρωποι είχαν κατακλύσει τους δρόμους του Σταν, πρωτεύουσας του Νιντβάλντεν, για να καμαρώσουν την πανευτυχή πρωταθλήτρια να οδηγείται πάνω σε μια άμαξα στο Δημαρχείο. Φτάνοντας στην ιδιαίτερη πατρίδα της, το Βολφενσίσσεν, ένα άλλο πλήθος 10.000 ανθρώπων την έπνιξε στα λουλούδια και στα δώρα - που ανάμεσα τους υπήρχε κι ένα ζωντανό... γουρουνάκι, σαν σύμβολο καλής τύχης. Όταν οι γιορταστικές εκδηλώσεις έφτασαν στο αποκορύφωμα τους και η νεαρή πρωταθλήτρια πήρε στα χέρια της το μικρόφωνο, για να ευχαριστήσει τον κόσμο που πανηγύριζε, πολλοί από τους σκληροτράχηλους αρσενικούς βουνίσιους είχαν δάκρυα στα μάτια τους. «Θά 'ρθουν και χειρότερες μέρες,» είπε η Έρικα. «Ελπίζω πως και τότε, θα είσαστε στο πλευρό μου, όπως σήμερα.»

Στο σπίτι της, η νεαρή βασίλισσα των βουνοπλαγιών, με τα πλούσια καστανά μαλλιά, τα γκριζοκάστανα μάτια και το γοητευτικό χαμόγελο, εξακολουθεί να παραμένει η χωριατοπούλα που ήταν πάντοτε. Μαζί με τέσσερα από τα πέντε αδέλφια της μένει στο ορεινό αγροτόσπιτο των γονιών της, όπου ο πατέρας της ο Καρλ κι ο αδελφός της ο Τέο καλλιεργούν δώδεκα εκτάρια γης. Το καλοκαίρι, η Έρικα βοηθάει να ξεραίνουν τα σανά και ταΐζει τις δεκαπέντε αγελάδες και τα δέκα μικρότερα ζωντανά του κτήματος.

Η Έρικα γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου του 1962, καθώς έξω μαινόταν μια φοβερή χιονοθύελλα. «Μείναμε κατάπληκτοι όταν είδαμε τη μαμή να φτάνει στο σπίτι, με τέτοιο καιρό,.. θυμάται η μητέρα της, η Λίνα.

Η Έρικα φόρεσε για πρώτη φορά σκι σε ηλικία τεσσάρων χρονών. Από τότε, έθεσε στον εαυτό της σαν ζήτημα τιμής το να μην μένει πίσω από τα μεγαλύτερα αδέλφια της, και ιδιαίτερα από τη μικρότερη ξαδέλφη της, την Φρέντσι. «Ό,τι μπορεί να κάνει η Φρέντσι, μπορώ να το κάνω κι εγώ!» αποφάσισε, και η πεποίθηση αυτή, για σχεδόν μια δεκαετία, έγινε η κινητήρια δύναμη της αθλητικής της προόδου.

Μόλις πέντε ετών, έλαβε μέρος στην πρώτη κούρσα της ζωής της ήταν μια κούρσα μεταξύ παιδιών του σχολείου, η οποία έγινε σε μια πλαγιά, δίπλα στο πατρικό της σπίτι. Ήταν κατά πολύ μικρότερη από τ' άλλα παιδιά και δεν τα πήγε και τόσο καλά. Ωστόσο, θυμάται ακόμη εκείνο το πρώτο της έπαθλο: «Πήρα μία πλάκα σοκολάτα, που μ' έκανε να νιώσω μεγάλη περηφάνια.» Έσπασε δυο φορές το πόδι της, σε ηλικία πέντε και έξι χρονών, αλλά αυτό δεν επηρέασε την αγάπη της για το σκι.

Πριν η Έρικα μπει στο σχολείο, ο θείος της - ο πατέρας της Φρέντσι αγόρασε ένα μεταχειρισμένο σκι-λιφτ με τέσσερις θέσεις και το έστήσε δίπλα στο σπίτι της. «Σ' όλα τα σχολικά της χρόνια, σπάνιες ήταν οι φορές που η Έρικα δεν αφιέρωνε τη μεσημεριανή διακοπή για ν' ανεβαίνει, μια και δυο φορές, στο σκι-λιφτ,» αναπολεί ο πατέρας της. Κι όλα αυτά, για να κατεβεί σε δυο λεπτά, σαν βολίδα, μια βουνοπλαγιά και να καταλήξει μπροστά στο σχολείο της.

Η πρώτη της δασκάλα ήταν η μητέρα της Φρέντσι, η Ανν Μαρί Εςς-Βάζερ, που το 1958, στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Σκι του Μπάντγκαστάιν, είχε κερδίσει χάλκινο μετάλλιο. Έξι ή εφτά φορές το χρόνο, η Ανν Μαρί πήγαινε τις δυο κόρες της, την Φρέντσι και την Μόνικα, καθώς και την ανεψιά της, να λάβουν μέρος σε διάφορους τοπικούς χιονοδρομικούς αγώνες. Παρατήρησε ότι η Έρικα, σε αντίθεση με τις κόρες της, άκουγε τις συμβουλές της με προσοχή. «Η Έρικα ήταν πολύ πράο παιδί,» θυμάται. «Πολύ σπάνια-κι αυτό ισχύει και σήμερα- υπήρχε κάτι που μπορούσε να την κάνει να χάσει τον έλεγχο των νεύρων της.»

Συνήθως, τα παιδιά της οικογένειας Εςς κυριαρχούσαν στις τοπικές κούρσες. Ωστόσο, στους αγώνες που έπαιρναν μέρος σκιέρ και άλλων περιοχών, καθώς και στους διεθνείς αγώνες, δεν είχαν ανάλογες επιτυχίες. Ένα πρόβλημα ήταν ο εξοπλισμός τους. Αρχικά, η Έρικα αγωνιζόταν χρησιμοποιώντας κοινά στρατιωτικά σκι, νοικιασμένα προς πέντε φράγκα για κάθε κούρσα, διότι οι γονείς της δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τη δαπάνη της αγοράς ειδικών σκι κούρσας. Ένα άλλο πρόβλημα ήταν το σχολείο: Όποτε τα κορίτσια ζητούσαν άδεια να λείψουν καμιά-δυο μέρες, για να πάρουν μέρος σε κάποιους αγώνες, παρά τους καλούς βαθμούς τους, το συμβούλιο των καθηγητών τους το αρνιόταν... Αυτό όμως δεν αποτελούσε ανασχετικό παράγοντα για τους γονείς τους, οι οποίοι πήγαιναν τα παιδιά τους στους αγώνες, με αποτέλεσμα να τα κατσαδιάζει ο διευθυντής του σχολείου. Χρειάστηκε να φτάσει στο Πρακτικό Λύκειο, για να βρει η Έρικα έναν καθηγητή με κατανόηση, ο οποίος της έδινε τον απαιτούμενο χρόνο για να παίρνει μέρος στους αγώνες χιονοδρομίας.



Όταν έκλεινε τα δώδεκα, η «χωριατοπούλα» ήταν η ταχύτερη δρομέας του Νιντβάλντεν: Έτρεχε τα 80 μέτρα σε 10.6 δευτερόλεπτα. Ωστόσο, αρνήθηκε μια πρόταση να λάβει μέρος στο ελβετικό πρωτάθλημα στίβου , γιατί οι αγώνες αυτοί τύχαινε να συμπίπτουν με τις ημέρες λειτουργίας ενός κέντρου προπονήσεως για σκιέρ. Δεν άργησε να αποδειχτεί σωστή η απόφαση της. Φτάνοντας με μεγάλη καθυστέρηση στο Σέρενμπεργκ, για να πάρει μέρος σε μια κούρσα που γινόταν εκεί, της έδωσαν αριθμό εκκινήσεως πολύ πάνω από 100, γεγονός που αποτελεί τρομερό μειονέκτημα, γιατί εκείνοι που αγωνίζονται πρώτοι καταστρέφουν το χιόνι της πίστας. Όταν όμως η Έρικα τερμάτισε, οι κριτές άρχισαν να αναρωτιούνται μήπως είχαν πάθει κάτι τα χρονόμετρα: Η άγνωστη αργοπορημένη είχε ανατρέψει κάθε λογική πρόγνωση κι είχε νικήσει.

Στα δεκατρία της, μετά από μια «τριτιά» που είχε κερδίσει σε μια κούρσα νεανίδων απ' όλη την Ελβετία, η Έρικα έγινε δεκτή σαν μέλος της Ελβετικής Χιονοδρομικής Ομοσπονδίας. Τώρα πια, οι σκοτούρες της σε σχέση με τον αγωνιστικό εξοπλισμό της,   είχαν  τελειώσει:  Σκι, μπότες, προστατευτικά γυαλιά, μπαστούνια και κράνος, της τα παρείχε πλέον το Swiss Ski Pool, από τις προσφορές αθλητικού υλικού εκ μέρους των κατασκευαστών. Μέσα σε δυο χρόνια μεταπήδησε από την ομάδα νεανίδων κι έγινε βασικό στέλεχος της εθνικής ομάδας της χώρας της.

Στο Ελβετικό Πρωτάθλημα του 1977, στο Ντιαμπλερέ, προς γενική κατάπληξη το νέο αστεράκι του σκι τερμάτισε δεύτερο στο γιγαντιαίο σλάλομ, ακριβώς πίσω από τη θρυλική Λιζ Μαρί Μόρεροντ. Ήταν η αρχή μιας πολύ στενής φιλίας. «Όταν το 1978, στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του Γκάρμις-Παρτενκίρχεν, έδωσα την πρώτη μου τηλεοπτική συνέντευξη,» θυμάται τώρα η Έρικα, «δεν είπα σχεδόν ούτε μια φράση, χωρίς να τα μπερδέψω. Αλλά κάθε φορά που έχανα τα λόγια μου, η Λιζ Μαρί έσωζε την κατάσταση.»

Παρά το γεγονός ότι είχε πάει πολύ καλά σε αρκετούς διεθνείς αγώνες κι ότι, το 1980, κέρδισε ένα χάλκινο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς του Λαίηκ Πλάσιντ, η Έρικα χρειάστηκε να περιμένει αρκετά μέχρι να κερδίσει τη διεθνή αναγνώριση. Μετά όμως τον πρώτο της θρίαμβο στο Σρουνς, το 1981, κέρδισε στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα έξι σλάλομ σερί -κάτι που για πρώτη φορά πετύχαινε μια γυναίκα - και πήρε τη Μικρή Κρυστάλλινη Σφαίρα της σαιζόν, ως η καλύτερη χιονοδρόμος στο σλάλομ.

Στην αλησμόνητη σαιζόν του 1982, οπότε κέρδισε τρεις παγκόσμιους τίτλους καθώς και το Παγκόσμιο Κύπελλο Σλάλομ, η Έρικα όχι μόνο άρχισε να αμείβεται με 32.800 ελβετικά φράγκα το χρόνο, αλλά εισέπραξε κι άλλα 100.000 φράγκα ως πριμ. «Ακόμη κι αν δεν επρόκειτο να πάρω πεντάρα, πάλι με την ίδια ζέση θα επιδιδόμουνα στο σκι,» λέει η νεαρή αθλήτρια. «Διότι, απλούστατα, λατρεύω αυτό το άθλημα.»

Ένα ταλέντο σαν της Έρικας δεν αναπτύσσεται από μόνο του. «Υπάρχουν αδυναμίες και ατέλειες που δεν τις συνειδητοποιεί ο ίδιος ο αθλητής,» λέει. «Στην αρχή, εγώ έκανα σκι γέρνοντας εμφανώς προς τα πίσω, με στρεβλωμένο το πάνω μέρος του κορμιού μου, και δεν τέντωνα όσο έπρεπε τα χέρια μου προς τα εμπρός.» Οι πρώτοι της προπονητές της Ομοσπονδίας Σκι, ο Πέτερ Βέσλερ κι ο Ουέλι Γκρούντις, την βοήθησαν να διορθώσει αυτά τα ψεγάδια. Αργότερα, όταν κατάφερε να συμπεριληφθεί στην εθνική ομάδα, ο πολύπειρος προπονητής του σλάλομ Ζαν-Πιέρ Φουρνιέ τελειοποίησε κι έκανε πιο φινετσάτο το στυλ της. Τα τελευταία χρόνια της καριέρας της, «κόουτς» της ήταν ο Φιλίπ Σεβαλιέ.

 

 

«Η Έρικα προπονείται απίστευτα σκληρά,» έλεγε η θεία της Ανν Μαρί Εςς-Βάζερ. Πράγματι, έξι φορές τη βδομάδα γυμναζόταν κάνοντας διάφορες ασκήσεις για να διατηρήσει τη φόρμα της, ενώ δυο φορές τη βδομάδα ασκείτο σκληρά στο σπίτι της με αλτήρες. Βελτίωνε επίσης την ευστάθεια της χρησιμοποιώντας ένα ποδήλατο με μια ρόδα και, για να ενισχύσει την αντοχή της, έκανε τζόγκινγκ, ποδήλατο και έπαζε τένις.

«Πάντα, πρέπει να κάνεις λίγο παραπάνω απ' όσο νομίζεις ότι μπορείς - ακριβώς εκεί βρίσκεται η διαφορά,» λέει η Έρικα. Από τα μέσα Ιουνίου, μέχρι την αρχή της χιονοδρομικής σαιζόν, περνάει 14 έως 16 βδομάδες σε διάφορα κέντρα προπονήσεως μαζί με τις άλλες συναδέλφους της της εθνικής ελβετικής ομάδας. Στο πρόγραμμα της, πέρα από το πατινάζ ή τη σκοποβολή, υπάρχουν και το τραμπολίνο και το σκουώς. «Τα σπορ αυτά μας διδάσκουν καινούρια είδη κινήσεων και βελτιώνουν τα ρεφλέξ μας,» εξηγεί η Έρικα. Μερικές βδομάδες πριν από την πρώτη κούρσα, οι κοπέλες περνάνε - κάθε μέρα - καμιά εξακοσαριά πόρτες του σλάλομ.

Το άστρο της Έρικα φάνηκε πως άρχισε να δύει το χειμώνα του 1982, όταν οι γιατροί του Νοσοκομείου Ινσελ της Βέρνης χρειάστηκε να την εγχειρίσουν, για να της αφαιρέσουν από το δεξί γόνατο ένα κομμάτι χόνδρου που είχε πάθει ζημιά. Ωστόσο, δυο μονάχα βδομάδες μετά την εγχείρηση, η Έρικα φορούσε και πάλι τα σκι της κι έπαιρνε μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο σλάλομ του Νταβός, όπου  τερμάτισε  δεύτερη.   Έπειτα, για δυο μήνες, δεν πήρε καμιά νίκη. Άρχισε ν' αμφιβάλλει ότι θα μπορούσε να ξαναβρεί την παλιά της φόρμα, μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου του '83, που ανέβηκε και πάλι στο βάθρο των   νικητών,   στο   Μάριμπορ   της Γιουγκοσλαβίας. Δυο μέρες μετά τα εικοστά πρώτα γενέθλια της,  είχε κερδίσει   το   Παγκόσμιο   Κύπελλο σλάλομ για τρίτη συνεχή φορά.

Στα 1983 η χωριατοπούλα από την Ελβετία έχει πλέον ωριμάσει κι αποκτήσει αυτοπεποίθηση, χωρίς να έχει χάσει τίποτα από τη φυσική της γοητεία. «Δεν γνωρίζω καμιά άλλη χιονοδρόμο, που να κουμαντάρει την προσωπική της επιτυχία τόσο καλά όσο η Έρικα,» έλεγε ο Ρενέ Βωντρόζ, πρώην αρχιπροπονητής της γυναικείας εθνικής ομάδας της Ελβετίας.

Τις ελεύθερες ώρες της πλέκει, ακούει μουσική, χορεύει και κάνει γουίντ-σέρφινγκ. Δεν ονειρεύεται ακριβά αυτοκίνητα, εντυπωσιακά ρούχα ή άλλες πολυτέλειες. Κάποια μέρα, θέλει να παντρευτεί και ν' αποκτήσει οικογένεια. Προς το παρόν, όμως, το πρώτο πράγμα που την ενδιαφέρει είναι το σκι. Σ' αυτό βοηθάει και η «πρόκληση» που υπάρχει μέσα στην ίδια της την οικογένεια: Η ξαδέλφη της, η Φρέντσι, έχει εγκαταλείψει το σκι για ν' ασχοληθεί με μία επιχείρηση ρεστωράν, αλλά η μικρότερη αδελφή της, η Μόνικα Εςς, είναι κι αυτή μέλος της εθνικής ομάδας. «Κάποια μέρα, η Μόνικα θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει η πιο επικίνδυνη αντίπαλος της Έρικας,» έλεγε ο Ρενέ Βωντρόζ.


Η Έρικα μέχρι το 1983 δεν είχε κερδίσει ακόμη χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο. Θα της δινόταν όμως η ευκαιρία, τον Φεβρουάριο του 1983, στο Σεράγεβο. «Θα με ενθουσίαζε μια Ολυμπιακή νίκη,» έλεγε «Αλλά κι αν δεν την κερδίσω, δεν πρόκειται -να τα βάψω και μαύρα!»

Τελικά και παρά το γεγονός ότι ήταν φαβορί, η Hess δεν κατάφερε να ανέβει στο βάθρο στο Σεράγεβο. Στο giant slalom κατέλαβε την 7η θέση, ενώ στο slalom έμεινε εκτός μεταλλίων. Παρ’ όλα αυτά, η συνολική της παρουσία εκείνη τη χρονιά στο Παγκόσμιο Κύπελλο παρέμεινε εξαιρετική.

Η δεκαετία του ’80 ήταν για την Έρικα «χρυσή». Η δεκαετία του 1980 της ανήκε δικαιωματικά . Στο Παγκόσμιο Κύπελλο κατέγραψε:

          31 νίκες, εκ των οποίων οι 21 στο slalom

          76 βάθρα συνολικά

          2 συνολικούς τίτλους Παγκοσμίου Κυπέλλου (1982, 1984)

          4 τίτλους slalom (1981, 1982, 1983, 1985)

Στα Παγκόσμια Πρωταθλήματα η κυριαρχία της ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακή: 6 χρυσά μετάλλια μεταξύ 1982 και 1987, επιβεβαιώνοντας τη φήμη της ως της πιο σταθερής και τεχνικά άρτιας σκιέρ της εποχής της.

Η Hess δεν ήταν απλώς γρήγορη. Ήταν ακριβής, ευφυής και ικανή να προσαρμόζεται σε κάθε είδους χιόνι και χάραξη. Η τεχνική της θεωρείται μέχρι σήμερα υπόδειγμα για τις νεότερες γενιές.

Το 1987, σε ηλικία μόλις 25 ετών, η Erika Hess ανακοίνωσε την αποχώρησή της από την ενεργό δράση. Η απόφαση ξάφνιασε πολλούς, αλλά η ίδια εξήγησε ότι ήθελε να συνεχίσει τη ζωή της χωρίς την πίεση του πρωταθλητισμού και με μεγαλύτερη ελευθερία.

Η αποχώρησή της στο απόγειο της καριέρας της ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τον μύθο της.

Η ζωή μετά τους αγώνες

 

 

Παρότι σταμάτησε να αγωνίζεται, η Hess δεν απομακρύνθηκε ποτέ από το σκι.

Μαζί με τον σύζυγό της, τον πρώην Γάλλο σκιέρ Jacques Reymond, δημιούργησαν μια ακαδημία σκι στην Ελβετία. Εκεί η Hess εργάστηκε ως προπονήτρια και μέντορας, μεταφέροντας την τεχνική της γνώση σε νεότερους αθλητές.

Στη δεκαετία του 2000 καθιέρωσε τον διεθνή αγώνα Erika Hess Open, έναν από τους σημαντικότερους youth αγώνες στην Ελβετία. Ο θεσμός αυτός βοήθησε δεκάδες ανερχόμενους σκιέρ να κάνουν τα πρώτα τους βήματα σε υψηλό επίπεδο.

Σήμερα η Erika Hess ζει στην Ελβετία, σε πιο ήρεμο ρυθμό, αλλά παραμένει ενεργή σε εκδηλώσεις και προγράμματα που προωθούν το αλπικό σκι. Η παρουσία της εξακολουθεί να εμπνέει, ενώ η συμβολή της στην ανάπτυξη νέων ταλέντων θεωρείται ανεκτίμητη.

Η Hess δεν ήταν απλώς μια μεγάλη αθλήτρια. Ήταν μια προσωπικότητα που συνδύασε τεχνική τελειότητα, ψυχραιμία και επαγγελματισμό. Σήμερα θεωρείται μία από τις κορυφαίες slalom skiers όλων των εποχών — μια αθλήτρια που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στο άθλημα και συνεχίζει να το υπηρετεί με σεμνότητα και πάθος

Πηγές :

https://grokipedia.com/page/erika_hess

https://www.skiparadise.ski/post/alpine-ski-world-champions-erika-hess

https://en.wikipedia.org/wiki/Erika_Hess

https://stampdata.com/

https://www.lastdodo.com

Δημοσιεύσεις :

ΕΡΙΚΑ ΕΣΣ by R. Hegglin, Barbara Vonarburg (Επιλογές)


Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2025

ΑΜΠΕΜΠΕ ΜΠΕΚΙΛΑ Ο ΘΡΥΛΟΣ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΙΟΥ

 



Abebe Bikila:

Αυτοκράτορας της απόστασης

και του ξυπόλητου τρεξίματος

Σήμερα 10 Σεπτέμβρη, επέτειο του θριάμβου του στο μαραθώνιο των Ολυμπιακών Αγώνων της Ρώμης στα 1960, θα ήθελα να σας μιλήσω για τον Abebe Bikila. Υπήρξε ένας από τους καλύτερους αθλητές της Αφρικής, που σημάδεψε ολόκληρη την Αφρικανική ήπειρο με τη δύναμη, την αντοχή και την αγάπη του για τη χώρα του την Αιθιοπία και την ήπειρό του.  Ο Abebe Bikila ήταν ένας Αιθίοπας αθλητής και ο πρώτος Αφρικανός που κέρδισε χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο δύο φορές στα 1960 και στα 1964 . 

 

Γεννήθηκε  στις 7 Αυγούστου 1932 στο μικρό χωριό Jato, κοντά στην πόλη των Μεντίδα στην Αιθιοπία  την χρονιά των Ολυμπιακών Αγώνων του Λος Άντζελες.  Από τα νεανικά του χρόνια μπορούσε κανείς  να δει και να διαπιστώσει την δύναμη του χαρακτήρα του. Αποφασισμένος  να ενταχθεί στην αυτοκρατορική φρουρά της Αιθιοπίας περπάτησε απόσταση 130 χλμ για να φτάσει στην Αντίς Αμπέμπα.  Εντάχθηκε  στην Αυτοκρατορική Φρουρά του αυτοκράτορα Χαϊλε Σελασιέ και ξεκίνησε την στρατιωτική του καριέρα. Υπηρετώντας στην φρουρά ανακαλύφθηκε σαν αθλητικό ταλέντο  από τον Όνι Νίσκανεν, ένα Σουηδό, που είχε προσληφθεί από την Αιθιοπική κυβέρνηση για να εκπαιδεύει Αιθίοπες αθλητές.

 

 

Το 1960 έφτασε στην Ρώμη για να συμμετάσχει στους Ολυμπιακούς Αγώνες  ως αντικαταστάτης του Wami Biratu που μόλις είχε τραυματιστεί.  Στη δοκιμή παπουτσιών - η Adidas, ο χορηγός των Ολυμπιακών Αγώνων, είχε πολύ λίγα παπούτσια – δεν βρήκε κανένα από όσα του δόθηκαν να  είναι άνετο στα πόδια του. Στο τέλος, κατέληξε να συμμετάσχει στον μαραθώνιο τρέχοντας ξυπόλητος στα λιθόστρωτα δρομάκια της Ρώμης.  


Παρόλα τα εμπόδια ο Αμπέμπε Μπεκίλα κέρδισε τελικά τον μαραθώνιο με ολυμπιακό ρεκόρ 2:15:16.2, βελτιώνοντας  το προηγούμενο ρεκόρ κατά 8 λεπτά, και δίνοντας στην Αφρική το πρώτο της χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο. Όταν ρωτήθηκε γιατί έτρεξε ξυπόλητος, είπε: “Ήθελα ο κόσμος να ξέρει ότι η χώρα μου, η Αιθιοπία, πάντα κέρδιζε αυτά που ήθελε με αποφασιστικότητα και ηρωισμό.” 


 

Ο συμβολισμός της νίκης του για τους Αιθίοπες ήταν τεράστιος καθώς  εκεί στην Ρώμη στην Πιάτσα ντελ Πόπολο ήταν τοποθετημένος ο Axum Obelisk, που ο Μουσολίνι τον είχε αρπάξει σαν λάφυρο πολέμου από την Αιθιοπία το 1937  και τώρα 23 χρόνια αργότερα, ο Abebe Bikila, ένας μικρός Αιθίοπας βοσκός και μέλος της αυτοκρατορικής φρουράς του αυτοκράτορα Χαϊλέ Σελασιέ, έτρεχε, προσπερνώντας τον και κατακτώντας το χρυσό  μετάλλιο για την χώρα του!

 

 

Ο Αμπέμπε Μπεκίλα, ο θρυλικός Αιθίοπας μαραθωνοδρόμος που έγινε παγκοσμίως γνωστός όταν κέρδισε ξυπόλητος τον Μαραθώνιο της Ρώμης το 1960, έτρεξε και στην Ελλάδα.

Συγκεκριμένα στις 7 Μαίου 1961 συμμετείχε στον Κλασικό Μαραθώνιο της Αθήνας (την αυθεντική διαδρομή από τον Μαραθώνα στο Παναθηναϊκό Στάδιο).

Κέρδισε με χρόνο περίπου 2:23:40, σε μια κούρσα περισσότερο τιμητική και συμβολική παρά ανταγωνιστική, καθώς είχε προσκληθεί από την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή.

Η παρουσία του θεωρήθηκε ιδιαίτερα σημαντική γιατί έτρεξε στη «γενέτειρα» του αγωνίσματος, εκεί όπου ο Φειδιππίδης, σύμφωνα με τον θρύλο, έφερε το μήνυμα της νίκης των Αθηναίων.

Έτσι, μετά τον θρίαμβο στη Ρώμη (1960) και πριν από το δεύτερο Ολυμπιακό του χρυσό στο Τόκιο (1964), ο Μπεκίλα είχε γράψει ιστορία και στην Ελλάδα.

 


Σαράντα ημέρες πριν από τον αγώνα του στα 1964 στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο, ο Abebe Bikila χειρουργήθηκε για σκωληκοειδίτιδα.  Η δύναμη της θέλησής του ήταν τέτοια που κατά τη διάρκεια της ανάρρωσης του προπονούνταν τη νύχτα στην αυλή του νοσοκομείου, για να είναι έτοιμος για τους Αγώνες.  

 

Στο Τόκιο, ο Abebe Bikila σημείωσε νέο παγκόσμιο ρεκόρ, 2:12:11:2, και κέρδισε τον αγώνα με απόσταση από τους αντιπάλους του και  ακμαιότατος. Η αστυνομία εκτίμησε ότι 1 εκατομμύριο άνθρωποι παρατάχθηκαν στους δρόμους του Τόκυο για να εμψυχώσουν.  Ήταν ο πρώτος αφρικανός στην ιστορία που κέρδισε και δεύτερο χρυσό μετάλλιο στον μαραθώνιο. Επιστρέφοντας στην Αιθιοπία ο  Bikila έτυχε τιμές  ήρωα και παρασημοφορήθηκε από τον αυτοκράτορα Haile Selassie.  

 

Στα 1968 στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Πόλης του Μεξικού, ο Abebe Bikila προσπάθησε να επαναλάβει τη νίκη του, αλλά εγκατέλειψε μετά 17 χλμ λόγω σοβαρού τραυματισμού στο γόνατό του. Τότε είπε στον συμπαίκτη του Μάμο Γουόλντ, καθώς ζούσε τον αγώνα: “Η ευθύνη της κατάκτησης ενός χρυσού μεταλλίου για την Αιθιοπία είναι τώρα πάνω σου.”

 

Σε όλη τη λαμπρή αθλητική του καριέρα, ο Μπικίλα αγωνίστηκε σε περισσότερους από 26 μεγάλους αγώνες Μαραθωνίου.  Τα παγκόσμια πρωταθλήματα που κατέκτησε το 1960 και το 1962 αξίζουν ιδιαίτερης αναγνώρισης, καθώς και ο μαραθώνιος της Οσάκα το 1961.  Ο Μπικίλα έγινε ο πρώτος δρομέας που κέρδισε δύο χρυσά μετάλλια στον Ολυμπιακό Μαραθώνιο και ο πρώτος Αφρικανός που κέρδισε διπλό χρυσό στους Ολυμπιακούς Αγώνες.  

 

 

Είναι θλιβερό και τραγικό το γεγονός ότι αυτός ο μεγάλος Ολυμπιονίκης τελείωσε τη ζωή του σε αναπηρικό καροτσάκι.  Κατά τη διάρκεια της εμφύλιας αναταραχής στην Αιθιοπία στα 1969, προσπαθώντας να αποφύγει ένα πλήθος, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και έπεσε σε ένα χαντάκι. Τραυματίστηκε βαριά στην σπλήνα και σε άλλα μέρη του σώματός του και έμεινε παράλυτος από το ατύχημα, ως τετραπληγικός, καθώς οι σοβαρές κακώσεις που υπέστη τον άφησαν παράλυτο από τον λαιμό και κάτω.

Μετά από θεραπεία στο Stoke Mandeville Hospital στην Αγγλία, η κατάσταση του βελτιώθηκε σε παραπληγία, επιτρέποντάς του να χρησιμοποιεί τα χέρια του.

Παρά την αναπηρία του, ο Μπεκίλα παρέμεινε ενεργός αθλητικά. Το 1970 συμμετείχε στους Αγώνες Stoke Mandeville στο Λονδίνο, οι οποίοι ήταν πρόδρομοι των Παραολυμπιακών Αγώνων, και αγωνίστηκε στην τοξοβολία και το πινγκ-πονγκ. 

 

 

Το 1971, κέρδισε το χρυσό μετάλλιο σε αγώνα έλκηθρου για άτομα με αναπηρία στη Νορβηγία.

Η υγεία του επιδεινώθηκε και το 1973 υπέστη εγκεφαλική αιμορραγία που σχετιζόταν με το ατύχημα του 1969. Πέθανε στις 25 Οκτωβρίου 1973, σε ηλικία 41 ετών. 

 

Στην κηδεία του, που έγινε δημόσια δαπάνη στην Αντίς Αμπέμπα, παρευρέθηκαν περισσότεροι από 75.000 άτομα, και ο αυτοκράτορας Haile Selassie κήρυξε την ημέρα της κηδείας του ως εθνική ημέρα πένθους για τον χαμένο εθνικό ήρωα της Αιθιοπίας.  Οι εφημερίδες σε όλη την Αφρική τον επαίνεσαν ως έμπνευση για τους αθλητές και τους νέους τους, μερικοί από τους οποίους κέρδισαν αργότερα χρυσά μετάλλια σε επόμενους Ολυμπιακούς Αγώνες.  

 

Η κληρονομιά του Μπεκίλα παραμένει μέχρι σήμερα ζωντανή στην Αιθιοπία, με το στάδιο Αμπέμπε Μπεκίλα στην Αντίς Αμπέμπα και πολλές σχολικές και αθλητικές εγκαταστάσεις να φέρουν το όνομά του. Ο Μπεκίλα θεωρείται σύμβολο υπέρβασης, επιμονής και αθλητικής αριστείας και η ιστορία του συνεχίζει να εμπνέει αθλητές σε όλο τον κόσμο. 

 

 



Πηγές

WIKIPEDIA

BBC

ASSOCIATED PRESS

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

https://afrolegends.com/2012/07/23/abebe-bikila-running-barefoot-and-emperor-of-the-distance

https://www.facebook.com/Hero.AbebeBikila

ERT ARCHIVE

 

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2025

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΜΠΑΝΗΣ ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΗΣ

 


ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΜΠΑΝΗΣ 

ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΗΣ

 

Ο Γιώργος Ρουμπάνης υπήρξε διακεκριμένος Έλληνας αθλητής του άλματος επί κοντώ και Ολυμπιονίκης. Γεννήθηκε στις 15 Αυγούστου 1929 στην Θεσσαλονίκη και κατάγεται από την Στεμνίτσα Αρκαδίας. Ήταν γιος του γυμναστή Σάββα Ρουμπάνη και αδελφός του καλαθοσφαιριστή Αριστείδη Ρουμπάνη. Η οικογένειά του είχε έντονη αθλητική παράδοση, με τον πατέρα του να είναι διευθυντής φυσικής αγωγής στη Θεσσαλονίκη.

Ξεκίνησε την αθλητική του πορεία στον Παναθηναϊκό Αθλητικό Όμιλο και αργότερα μεταγράφηκε στον Πανελλήνιο Γυμναστικό Σύλλογο.

Ο Γιώργος Ρουμπάνης, ένας νεαρός άνδρας σχεδόν 2 μέτρα ψηλός, ήταν ο αθλητής που έληξε τα "πέτρινα χρόνια" του ελληνικού αθλητισμού, και μετά από 44 χρόνια κέρδισε και πάλι ένα μετάλλιο για την Ελλάδα στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Το 1956, έκανε ένα διάλειμμα από τις σπουδές του στις ΗΠΑ και πήγε στη Μελβούρνη για να ανταγωνιστεί στο άλμα επί κοντώ. Ήταν ένα πραγματικό ταλέντο, με μεγάλη ικανότητα για τον αθλητισμό και πήγε στη Μελβούρνη με ατομικό ρεκόρ 4,37μ.

 

 

Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1956 στη Μελβούρνη, κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο στο άλμα επί κοντώ με επίδοση 4,50 μέτρα, μετά από έναν αγώνα που άρχισε στις 8 το πρωί και διήρκεσε περίπου 11 ώρες  με αντίπαλους δύο από τους κορυφαίους Αμερικανούς άλτες της εποχής. Από αυτούς ο Μπομπ Γκουτόουσκι κατέκτησε τη δεύτερη θέση με 4,53 μ., ενώ ο Μπομπ Ρίτσαρντς αναδείχθηκε χρυσός Ολυμπιονίκης, σημειώνοντας νέο ολυμπιακό ρεκόρ με 4,56 μ. μετάλλιο αποτέλεσε το πρώτο μετά τον Β. Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το μετάλλιο του Γ. Ρουμπάνη αποτέλεσε το πρώτο ελληνικό ολυμπιακό μετάλλιο μετά τον Β. Παγκόσμιο Πόλεμο. Το τελευταίο προπολεμικό ολυμπιακό μετάλλιο για την Ελλάδα ήταν το ασημένιο που είχαν κερδίσει οι Γιάννης και Αλέξανδρος Θεοφυλάκης μαζί με τον Γιώργο Μωραϊτίνη στο ομαδικό πιστόλι ταχείας βολής από 30 μέτρα, το 1920 στην Αμβέρσα. Στον στίβο, η τελευταία διάκριση πριν από τον Ρουμπάνη ανήκε στον θρυλικό Κωνσταντίνο Τσικλητήρα το 1912 .

 

 

Το 1956 του απονεμήθηκε το Αθλητικό Βραβείο του ΠΣΑΤ, ως καλύτερος αθλητής της χρονιάς. Αποσύρθηκε από τον αθλητισμό το 1961. Μαζί με το Δημήτρη Θανόπουλο ίδρυσαν το Σύλλογο Ελλήνων Ολυμπιονικών, το 1985.

Μετά την αποχώρησή του από τον αθλητισμό, ο Γιώργος Ρουμπάνης ασχολήθηκε με τη διδασκαλία φυσικής αγωγής και υπηρέτησε ως προπονητής στίβου. Ήταν ο μεγαλύτερος εν ζωή Έλληνας Ολυμπιονίκης και έχει δύο γιους, τον Βασίλη και τον Δημήτρη, και μια κόρη, την Ροζάνα.

Απεβίωσε σήμερα 11 Φεβρουαρίου 2025, σε ηλικία 95 ετών.