Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΛΑΜΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΛΑΜΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Ιουνίου 2019

Προφήτης Μωάμεθ (Μουχάμαντ ιμπν Αμπντ Aλλάχ)

 Περσική μινιατούρα με θέμα την αποκάλυψη του Γαβριήλ στον Μωάμεθ (1307)

 Προφήτης Μωάμεθ (Μουχάμαντ ιμπν Αμπντ Aλλάχ)


Ο Μωάμεθ (Μουχάμαντ ιμπν Αμπντ Aλλάχ, 22 Απριλίου 571 - 8 Ιουνίου 632) ήταν Άραβας ηγέτης από τη Μέκκα, ο οποίος ένωσε την Αραβία σε ένα ενιαίο θρησκευτικό κράτος υπό το Ισλάμ.
Σύμφωνα με τους παραδοσιακούς Μουσουλμάνους βιογράφους, γεννήθηκε περίπου το έτος 571 μ.Χ. στη Μέκκα (Μακκά) και πέθανε στις 8 Ιουνίου 632 μ.Χ. στη Μεδίνα (Μαντίνα)· και οι δυο αυτές πόλεις βρίσκονται στην περιοχή Χετζάζ της σημερινής Σαουδικής Αραβίας. Κατά γράμμα, Μωάμεθ σημαίνει «ιδιαίτερα αξιέπαινος» στην αραβική γλώσσα.
Θεωρείται από τους Μουσουλμάνους ότι υπήρξε ο τελευταίος προφήτης ο οποίος στάλθηκε για να καθοδηγήσει την ανθρωπότητα με το άγγελμα του Ισλάμ. Ο Μωάμεθ καθόρισε με το θρησκευτικό του μήνυμα και τις πολιτικές-κοινωνικές πρωτοβουλίες του την εξέλιξη του αραβικού κόσμου και επηρέασε την ανθρώπινη ιστορία. Σύμφωνα με το Ιερό Κοράνιο, ο Μωάμεθ είναι «Προφήτης» και «Απόστολος του Θεού», «ο τελευταίος αγγελιοφόρος» του Θεού ο οποίος στάλθηκε για να αποσαφηνίσει τις Γραφές στους πιστούς. (Κοράνιο 2:101· 5:13-19· 9:32, 33)
Με βάση την ηλικία του θανάτου του, τα χρόνια της παρουσίας του στη Μέκκα και στη Μεδίνα, καθιερώνεται η άποψη πως ήταν περίπου σαράντα ετών όταν ξεκίνησε να κηρύττει ως προφήτης. Σύμφωνα με τον Ιμπν Ισχάκ, και όπως είναι ευρύτερα αποδεκτό, γεννήθηκε κατά τον τρίτο μήνα του ισλαμικού ημερολογίου (Rabi' al-awwal).
Αρκετά ποιήματα υποστηρίζουν την υπόθεση πως ανήκε στην επιφανή πατριά της Μέκκας Μπανού Χασίμ, η οποία ωστόσο φαίνεται πως δεν ευημερούσε κατά την περίοδο του Μωάμεθ[10]. Ο πατέρας του, Αμπντ Αλλάχ, πέθανε λίγους μήνες πριν τη γέννησή του,  ενώ η μητέρα του, Αμίνα, πέθανε όταν ο Μωάμεθ ήταν έξι ετών. Την ανατροφή του ανέλαβε τότε ο παππούς του και ο θείος του. Η έμφαση που δίνεται στις ισλαμικές κοινωνίες γύρω από την προστασία των ορφανών πηγάζει εν μέρει από το γεγονός πως ο ίδιος ο Μωάμεθ υπήρξε ορφανός. Το οικογενειακό δέντρο της μητέρας του συνδεόταν πιθανώς με τη Μεδίνα, χωρίς να διευκρινίζεται σαφώς με ποιο τρόπο. Για τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια λίγα είναι γνωστά.
Κατά την παράδοση, η Αμίνα έστειλε το βρέφος στην έρημο, τηρώντας έτσι το έθιμο επιφανών οικογενειών της εποχής, μέσα από το οποίο κάποιος διδασκόταν την αυτοπειθαρχία και ερχόταν σε επαφή με τις αραβικές παραδόσεις. Στην έρημο πέρασε αρκετά χρόνια και τέθηκε υπό την φροντίδα της φτωχής Χαλιμά, από την φυλή των Μπανού Σαντ.
Σε νεαρή ηλικία ταξίδεψε στη Συρία συνοδεύοντας για εμπορικούς σκοπούς τον θείο του, Αμπού Ταλίμπ. Σύμφωνα με μία από τις παραλλαγές αυτής της εξιστόρησης, συνάντησαν στη διαδρομή έναν χριστιανό μοναχό, ονόματι Μπαχίρα, ο οποίος προέβλεψε το μέλλον του νεαρού Μωάμεθ. Από τις βιογραφικές πηγές διαφαίνεται πως ο Μωάμεθ απέκτησε εμπειρία στο εμπόριο, γεγονός που ίσως συνδέεται με το κοινό αραβικό όνομα Αμίν (δηλ. έμπιστος, φερέγγυος) που του δόθηκε στη νεότητά του και καταγράφεται από πληθώρα πηγών.
Σε ηλικία 25 ετών νυμφεύτηκε την πλούσια χήρα Χαντίτζα, η οποία εικάζεται πως τον είχε προσλάβει στην υπηρεσία της για να χειρίζεται τις εμπορικές υποθέσεις της. Εκείνη ήταν κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερη σε ηλικία και ο γάμος τους υπήρξε ο πλέον ευτυχισμένος στη ζωή του Μωάμεθ. Κατά την παράδοση, η Χαντιτζά ήταν σαράντα ετών όταν παντρεύτηκε τον Μωάμεθ, ωστόσο υποστηρίζεται επίσης πως ενδεχομένως ήταν κατά πολύ νεότερη. Ο Αμπντουλάχ ιμπν Μασούντ αναφέρει την ηλικία των 28 ετών που κατά μία άποψη μοιάζει πιθανότερη με δεδομένο πως μετά το γάμο της γέννησε έξι παιδιά. Έζησε με την Χαντίτζα περίπου 25 χρόνια, αποκτώντας τέσσερις κόρες και αρκετούς γιους, οι οποίοι ωστόσο πέθαναν σε νηπιακή ηλικία. Στο διάστημα αυτό δεν παντρεύτηκε άλλη γυναίκα, παρά το γεγονός πως η πολυγαμία ήταν επιτρεπτή και συνήθης. Τόσο η Χαντιτζά, που ανήκει στις αγίες κατά το Ισλάμ, όσο και η Φάτιμα αντιμετωπίζονται με μεγάλη θρησκευτική ευλάβεια. Κατά τη διάρκεια του γάμου του, ο Μωάμεθ αποφάσισε να απελευθερώσει και να υιοθετήσει τον δούλο του, Ζαΐντ, ο οποίος παρέμεινε στην υπηρεσία του για αρκετά χρόνια. Από το γάμο του με τη Χαντίτζα μέχρι την ηλικία των σαράντα περίπου ετών, σχεδόν τίποτα δεν είναι γνωστό για το βίο του.

Η περίοδος στη Μέκκα

Ανήσυχη θρησκευτική φύση ο Μωάμεθ, φιλοσοφούσε πάνω σε προβλήματα της ζωής, της κοινωνίας, της αδικίας, της τελικής παγκόσμιας κρίσης και συχνά αποζητούσε τη μοναξιά των πολλών σπηλαίων στα όρη κοντά στην πόλη του, όπου καθόταν βυθισμένος σε περισυλλογή. Είναι δύσκολο να καθοριστεί σε ποιο βαθμό επηρεάστηκε από τις μονοθεϊστικές ιδέες και τα κινήματα που ήταν γνωστά στην Αραβία των αρχών του 7ου αιώνα. Έχει υποστηριχθεί πως η ανάδειξη του Μωάμεθ σε θρησκευτικό ηγέτη συντελέστηκε σταδιακά, μέσα από εκτεταμένες περιόδους στοχασμού, ωστόσο κατά την ισλαμική παράδοση αυτό συνέβη σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή με την αποκάλυψη του αρχάγγελου Γαβριήλ. Στο σπήλαιο του Χίρα κοντά στη Μέκκα, ο Μωάμεθ, σε ηλικία περίπου 40 ετών (610 μ.Χ.) και κατά το μήνα του Ραμαντάν, οραματίστηκε τον Γαβριήλ στη μορφή ενός άνδρα, που τον βεβαίωσε ότι θα ήταν «ο απεσταλμένος του Θεού». Στη συνέχεια του ζήτησε να «απαγγείλει» και τον ασπάστηκε. Επανέλαβε το αίτημα τρεις φορές πριν του αποκαλυφθούν για πρώτη φορά στίχοι του Κορανίου (σούρα αλ Άλακ, 96:1-5). Σύμφωνα με την παράδοση, μεσολάβησαν τρία χρόνια μεταξύ της πρώτης αποκάλυψης και του δημόσιου κηρύγματος του Μωάμεθ. Η παύση (αλ-φάτρα) αυτή - που στην πραγματικότητα μέσα από διαφορετικές αφηγήσεις προσδιορίζεται μεταξύ έξι μηνών και δυόμιση ετών - παραμένει αίνιγμα και πιθανώς προκύπτει από τις προσπάθειες των βιογράφων του να ανακατασκευάσουν τη σωστή χρονική αλληλουχία των γεγονότων της ζωής του, όπως αυτά προκύπτουν, όμως, μέσα από αντιφατικές πηγές. Η Χαντιτζά ήταν η πρώτη που ασπάστηκε το μήνυμα του Μωάμεθ και τον πίστεψε ως προφήτη. Μεταξύ των πρώτων υπήρξαν ακόμα ο φίλος του Αμπού Μπακρ, καθώς και ο εξάδελφός του, Αλί, πριν ο κύκλος των ακολούθων του μεγαλώσει περισσότερο περιλαμβάνοντας επίσης τον θείο του, Χαμζάζ, αλλά και γνωστές προσωπικότητες της Μέκκας. Παράλληλα, ο Μωάμεθ γνώρισε και σκληρή εναντίωση. Μέρος αυτής πήγαζε από την αντίληψη πως η νέα θρησκεία που κήρυττε την πίστη σε έναν Θεό και ήταν αντίθετη στην ειδωλολατρεία και τον πολυθεϊσμό θα έθετε σε κίνδυνο την προνομιούχο θέση της Κάαμπας, που ήταν σημαντικό θρησκευτικό κέντρο διαφορετικών φυλών και συνεπώς θα επηρέαζε τις εμπορικές δραστηριότητες που συνόδευαν τις μετακινήσεις πιστών στη Μέκκα. Πολυάριθμες παραδόσεις κάνουν λόγο για την εχθρότητα που γνώρισε ο Μωάμεθ από τους πολυθεϊστές της Μέκκας. Οι διώξεις των ακολούθων του πιθανώς υπήρξε ένας από τους κύριους λόγους για την προσωρινή μετανάστευση ορισμένων στην Αβησσυνία. Κεντρικά θέματα στο πρώιμο κήρυγμά του ήταν η ηθική του ανθρώπου, η ευθύνη του απέναντι στο δημιουργό του, η τελική κρίση και η ανάσταση των νεκρών, με ζωντανές περιγραφές των απολαύσεων που θα ακολουθούσαν τους πιστούς στον παράδεισο και των μαρτυρίων όσων κατέληγαν στην κόλαση. Οι νέες θρησκευτικές ιδέες του σχετίζονται στο Κοράνιο με όλους τους «λαούς του Βιβλίου», στους οποίους ανήκουν ακόμα οι χριστιανικές και εβραϊκές κοινότητες. Κατά την παραμονή του στη Μέκκα, διαφαίνεται πως ο Μωάμεθ δεν στόχευε στη δημιουργία μιας νέας θρησκείας, αλλά λειτουργούσε ως προφήτης των Αράβων, προσπαθώντας να προειδοποιήσει για την επερχόμενη ημέρα της κρίσεως.
Ένα από τα αμφιλεγόμενα περιστατικά του βίου του στη Μέκκα καταγράφεται από τον Πέρση ιστορικό Αλ Ταμπαρί και τον Ιμπν Σαντ. Σύμφωνα με τη σχετική αφήγηση, κατά τη διάρκεια που ο Μωάμεθ απήγγειλε τη σουρά Αλ Νατζμ, ο σατανάς παρενέβη στο λόγο του προσθέτοντας δύο στίχους που οδηγούσαν στο συμπέρασμα πως ο Μωάμεθ αποδεχόταν την ύπαρξη τριών θεοτήτων της Μέκκας. Την αλήθεια περί των «σατανικών στίχων» αποκάλυψε αργότερα στον Μωάμεθ ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Η ιστορία αυτή απορρίπτεται από την πλειοψηφία των μουσουλμάνων ως μεταγενέστερη εφεύρεση, αντίθετα με τους περισσότερους Ευρωπαίους βιογράφους του Μωάμεθ. Στα επιχειρήματα υπέρ της ιστορικής βάσης της ιστορίας ανήκει το γεγονός πως διασώζονται αρκετές παραλλαγές της, και πως εφόσον οι μουσουλμάνοι την αρνούνται κατηγορηματικά ως υποτιμητική, θα ήταν παράλογο να επινοήσουν την ιστορία αυτή μεταγενέστερα. Επιπλέον, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να διαθέτει συμβολική αξία, υποδηλώνοντας πως ο μονοθεϊσμός του Μωάμεθ διαμορφώθηκε σταδιακά. Από την άλλη πλευρά, η πληθώρα παραλλαγών και κυρίως οι ασυνέπειες μεταξύ τους αποτελεί συγχρόνως αντεπιχείρημα, ενώ έχει υποστηριχτεί επίσης πως οι «σατανικοί στίχοι» είναι ξένοι προς το εννοιολογικό πλαίσιο της σουράς Αλ Νατζμ και εν γένει με το μήνυμα του Ισλάμ. Επιπλέον υποστηρίζεται πως η λέξη al gharaniq, που χρησιμοποιείται για τον χαρακτηρισμό των γυναικείων θεοτήτων από τον Μωάμεθ στους «σατανικούς στίχους», δε συναντάται σε καμία άλλη λογοτεχνική αναφορά ή παραδοσιακή αφήγηση με παρόμοιο τρόπο.
Το 619, ο θάνατος της Χαντιτζά και του θείου του Αμπού Ταλίμπ επηρέασαν βαθιά τον Μωάμεθ, την ίδια εποχή που η προσπάθεια διάδοσης του μηνύματός του αποτύγχανε. Σύμφωνα με ορισμένες αφηγήσεις (σίρα), σε αυτή τη δύσκολη περίοδο της ζωής του έλαβαν χώρα δύο θαύματα, το Ισράα («Νυχτερινό Ταξίδι»), που αναφέρεται στο ταξίδι του Μωάμεθ από τη Μέκκα στο τέμενος Αλ-Ακσά των Ιεροσολύμων πάνω σε φτερωτό άλογο (Μπουράκ) μέσα σε μια νύχτα, και το Μιιράτζ («Ανάληψη»), που περιγράφει την ανάληψη του Μωάμεθ. Ο Ιμπν Σαντ διαχωρίζει τα δύο γεγονότα και τοποθετεί την ανάληψη κατά τη νύχτα της 27ης ημέρας του Ραμαντάν, δεκαοκτώ μήνες πριν τη Χίτζρα (φυγή στη Μεδίνα), ενώ το νυχτερινό ταξίδι τη δέκατη έβδομη νύχτα πριν τη Χίτζρα. Ο Ιμπν Χισάμ παραδίδει αντίθετα πως τα δύο γεγονότα προηγήθηκαν του θανάτου της Χαντίτζα και του Αμπού Ταλίμπ, ενώ ο Αλ Ταμπαρί αναφέρεται μόνο στην ανάληψη του Μωάμεθ που, κατά τον ίδιο, συνέβη πολύ νωρίτερα, πριν ακόμα ξεκινήσει το δημόσιο κήρυγμά του. Η μεταγενέστερη ισλαμική παράδοση συνδύασε τελικά τις δύο ιστορίες σε μία, με τέτοιο τρόπο ώστε μετά το πέρας του «νυχτερινού ταξιδιού» του Μωάμεθ στην Ιερουσαλήμ να ακολουθεί η ανάληψή του. Η Ιερουσαλήμ θεωρείται για αυτό το λόγο τρίτη ιερότερη πόλη για τους μουσουλμάνους, μετά τη Μέκκα και τη Μεδίνα. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Μωάμεθ ανέβηκε στους επτά ουρανούς, όπου τον καλωσόρισαν όλοι οι προφήτες του παρελθόντος, μεταξύ αυτών ο Ιησούς και ο Μωυσής. Επιπλέον, ο Θεός του αποκάλυψε την τελική μορφή και αριθμό των καθημερινών προσευχών, δίνοντας ακόμα μια σειρά από εντολές που παρουσιάζουν μεγάλη ομοιότητα με τις Δέκα εντολές του Μωυσή. Πιστεύεται, από τους παραδοσιακούς μουσουλμάνους, ότι η ανάληψη του Μωάμεθ υπήρξε όχι μόνο πνευματική εμπειρία αλλά και υλικής υπόστασης, όπως ισχύει και στη χριστιανική πίστη με την ανάληψη του Ιησού. Άλλοι σύγχρονοι μελετητές αποδέχονται το Μιιράτζ μόνο ως πνευματική εμπειρία. Παρόμοιες αποκαλύψεις ο Μωάμεθ βίωσε στη συνέχεια, μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο ίδιος θεωρούσε πως αποτελούσαν θεϊκές οδηγίες, τις οποίες υπαγόρευε κατόπιν στους συντρόφους του. Τόσο η πρώτη αποκάλυψη του Γαβριήλ, όσο και η εμπειρία του Ισράα, περιγράφονται από τον Μωάμεθ ως οπτικές εμπειρίες, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες που χαρακτηρίζονται ως αποκλειστικά ακουστικές. Στη διάρκεια αυτών, ο Μωάμεθ βίωνε πόνο και ίδρωνε υπερβολικά, παρουσιάζοντας συμπτώματα παρόμοια με αυτά της μαλάριας.
Χωρίς να έχει εγκαταλείψει την προσπάθεια διάδοσης του μηνύματος του Ισλάμ, την περίοδο 620-1 ο Μωάμεθ ήρθε σε επαφή με αντιπροσωπείες από την πόλη Γιαθρίμπ (Yathrib), βόρεια της Μέκκας, αποτελούμενη από μέλη των δύο σημαντικότερων φυλών της πόλης που σταδιακά ασπάστηκαν το Ισλάμ. Μετά από μία καθοριστική συνάντηση στην πόλη Αλ-Ακαμπάχ το 622, επισημοποιήθηκε συμφωνία με τους κατοίκους της Γιαθρίμπ ώστε ο Μωάμεθ και οι ακόλουθοί του να μετεγκατασταθούν στην πόλη, όπου θα απολάμβαναν προστασία. Τότε, ο Μωάμεθ έδωσε εντολή στους πιστούς να εγκαταλείψουν τη Μέκκα διακριτικά, σε μικρές ομάδες. Ο ίδιος αναχώρησε για τη Γιαθρίμπ συνοδευόμενος από τον Αμπού Μπακρ. Η φυλή των Κουραΐς είχε ήδη αποφασίσει να εξοντώσει τον Μωάμεθ, ο οποίος τελικά κατάφερε να διαφύγει. Σύμφωνα με παραδοσιακή ισλαμική εξιστόρηση, που απορρίπτεται από την πλειοψηφία των σύγχρονων ιστορικών της Δύσης, ο Μωάμεθ κρύφτηκε σε σπηλιά η οποία κατόπιν καλύφθηκε από ιστούς αραχνών και σπηλιές πουλιών. Όταν μέλη των Κουραΐς έφθασαν στη σπηλιά, αποφάσισαν να μην εισέλθουν καθώς οι απείραχτοι ιστοί μαρτυρούσαν πως κανένας δεν θα μπορούσε να είχε κρυφτεί εκεί. Η φυγή του Μωάμεθ, γνωστή ως Εγίρα ή Χιτζρά (Hijra, αραβ. هِجْرَة) ολοκληρώθηκε το Σεπτέμβριο του 622 και θεωρείται τόσο σημαντικό γεγονός στην ισλαμική ιστορία ώστε σηματοδοτεί την έναρξη του ισλαμικού ημερολογίου. Με την άφιξή του στη Γιαθρίμπ, η πόλη μετονομάστηκε «Μαντινάτ αλ Ναμπί», δηλαδή «πόλη του Προφήτη», ή Μεδίνα.


Μινιατούρα που απεικονίζει στιγμιότυπο από το Ισράα και Μιιράτζ, με τον Μωάμεθ πάνω σε φτερωτό άλογο, από το Jami' al-Tawarikh του Rashid al-Din (Περσία, 1307, σήμερα στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου).

Η περίοδος στη Μεδίνα

O Μωάμεθ έφτασε στο χωριό Κουμπά (Qubāʾ), σε μικρή απόσταση από τη Μεδίνα, μετά από ταξίδι είκοσι ημερών και εκεί διέταξε να χτιστεί το πρώτο τέμενος του Ισλάμ. Όταν εγκαταστάθηκε τελικά στη Μεδίνα, διαμορφώθηκε εκεί η πρώτη ισλαμική κοινότητα, αποτελούμενη αρχικά από τους εξόριστους της Μέκκας και τους κατοίκους της Μεδίνας που ασπάστηκαν το Ισλάμ. Από τις αραβικές φυλές, ο Μωάμεθ συνάντησε εναντίωση μόνο από λίγες οικογένειες. Αντιπαλότητες μεταξύ διαφορετικών φυλών συνέχισαν να διατηρούνται, ενώ σταθερή υπήρξε και η παρουσία μιας ισχυρής εβραϊκής παροικίας, της οποίας η εχθρότητα με τη νέα ισλαμική κοινότητα μεγάλωσε. Στο δεύτερο έτος της Εγίρας ο Μωάμεθ διαμόρφωσε το λεγόμενο «σύνταγμα της Μεδίνας», που αποτελούσε μια επίσημη γραπτή συμφωνία, μέσα από την οποία καθορίζονταν οι σχέσεις μεταξύ των διαφορετικών κοινοτήτων και οικογενειών. Το κείμενο, όπως είναι γνωστό μέσα από το έργο του Ιμπν Ισχάκ, θεωρείται ενδεικτικό των διπλωματικών δεξιοτήτων του. Ως ανώτερη αρχή για τη διευθέτηση οποιασδήποτε διαφωνίας αναγνωριζόταν ο Θεός και ο Μωάμεθ, ενώ παράλληλα διαμορφωνόταν μια ενιαία κοινότητα (ummah), σε ένα περίκλειστο έδαφος, ακόμα όχι αμιγώς μουσουλμανική καθώς περιλαμβάνονταν σε αυτή Εβραίοι και πολυθεϊστές. Εν τέλει, ο Μωάμεθ κατέστη ο απόλυτος άρχων της κοινότητας, ως διοικητής, δικαστής, στρατιωτικός ηγέτης και προφήτης ταυτόχρονα. Για τους μουσουλμάνους, αυτή υπήρξε η πρώτη ιδανική ισλαμική κοινωνία, όπου η ενσωμάτωση των διαφόρων φυλών, οικονομικών και κοινωνικών ομάδων, βασιζόταν στην έννοια της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο Μωάμεθ διαχώρισε τα μέλη της κοινότητας σε εκείνους που είχαν μεταναστεύσει μαζί του από τη Μέκκα (muhajirun) και σε όσους είχαν προσηλυτιστεί στη Μεδίνα (ansar), επιβάλλοντας συγχρόνως κάθε μέλος της μιας ομάδας να «υιοθετήσει» ένα μέλος της άλλης στο οποίο θα πρόσφερε τη βοήθεια του, ενδυναμώνοντας με αυτό τον τρόπο τις σχέσεις τους. Δεν είναι γνωστό με ακρίβεια το μέγεθος της πρώιμης μουσουλμανικής κοινότητας, ωστόσο παραδοσιακές εξιστορήσεις αναφέρουν πως έξι μήνες μετά την άφιξη του Μωάμεθ στη Μεδίνα αριθμούσε περίπου 1500 μέλη.
Την περίοδο αυτή, η εχθρότητα εκ μέρους των Κουραϊσιτών παρέμενε ισχυρή, όπως φαίνεται και από το γεγονός πως ορισμένοι οικειοποιήθηκαν τα υπάρχοντα και την περιουσία όσων κατέφυγαν στη Μεδίνα. Με τη σειρά τους, εκείνοι πραγματοποιούσαν επιδρομές σε καραβάνια από τη Μέκκα από ή προς τη Συρία, προκειμένου να εξασφαλίσουν υπάρχοντα ίσης αξίας. Από τις συνολικά 74 επιδρομές που αριθμεί ο άραβας ιστορικός αλ-Γουακιντί, οι επτά χρονολογούνται στους πρώτους έντεκα μήνες μετά τη Χιτζρά, με συμμετοχή του Μωάμεθ κυρίως σε εκείνες που πραγματοποιήθηκαν στα τέλη του 623. Παράλληλα φρόντιζε να συγκεντρώνει πληροφορίες για τις κινήσεις των Κουραϊσιτών. Την ίδια περίοδο ο Μωάμεθ επικαλέστηκε νέα θεϊκή προσταγή (Κοράνιο 22:39-40) που από τους μουσουλμάνους ερμηνεύτηκε ως κήρυξη πολέμου στους ειδωλολάτρες Κουραΐσίτες της Μέκκας. Οι επιδρομές αυτές ήταν αναμφίβολα επικίνδυνες και ριψοκίνδυνες, καθώς τα καραβάνια συνοδεύονταν συνήθως από ένοπλη φρουρά ενώ η σχετική εμπειρία των μουσουλμάνων ήταν πολύ μικρή. Πέρα από το πρακτικό αποτέλεσμα της αντιμετώπισης της φτώχειας της κοινότητας, εξυπηρετούσαν πιθανώς μακροπρόθεσμους στρατηγικούς στόχους του Μωάμεθ, ο οποίος εξοπλισμένος με μια βαθιά πίστη στη θέληση του Θεού, όπως αυτή του αποκαλυπτόταν, παρέβλεψε τις αντικειμενικές δυσκολίες μιας πολεμικής σύγκρουσης με τη Μέκκα. Συγχρόνως, η Μεδίνα πρόσφερε ορισμένα τακτικά πλεονεκτήματα λόγω της γεωγραφικής θέσης και της μορφολογίας του εδάφους της.

Μάχη του Μπαντρ

Το Μάρτιο του 624 πραγματοποιήθηκε μια από τις σημαντικότερες μάχες στην ιστορία του Ισλάμ, στην περιοχή Μπαντρ της δυτικής Αραβίας (σημ. Σαουδική Αραβία). Αντιμέτωποι ήταν περίπου 1000 Κουραϊσίτες και περίπου 300 μουσουλμάνοι οι οποίοι επιδίωξαν να στήσουν ενέδρα σε πλούσιο καραβάνι από τη Μέκκα, το οποίο προοριζόταν να σταθμεύσει στο Μπαντρ. Ο διοικητής του καραβανιού, Αμπού Σουφιάν (Abu Sufyan), αντιλήφθηκε το σχέδιο των μουσουλμάνων και απέστειλε μήνυμα στη Μέκκα, με αποτέλεσμα σύντομα να σπεύσει στην περιοχή ο στρατός των Κουραϊσιτών, υπό τις οδηγίες του Αμπού Τζαλ. Αλλάζοντας την πορεία του, το καραβάνι έφτασε με ασφάλεια στη Μέκκα και όταν ο Μωάμεθ με τους συντρόφους κατέφθασαν στο Μπαντρ, ήρθαν τελικά αντιμέτωποι με το στρατό του Αμπού Τζαλ. Αρκετοί από το στρατό της Μέκκας επιθυμούσαν την αποφυγή της πολεμικής σύγκρουσης καθώς ανάμεσα στους μουσουλμάνους βρίσκονταν επίσης συγγενικά πρόσωπα ή μέλη της ίδιας πατρίας. Εισήλθαν έτσι στη μάχη με μεγάλη επιφύλαξη, σε αντίθεση με τους συντρόφους του Μωάμεθ, των οποίων το ηθικό αποδείχτηκε καθοριστικό για την έκβαση της σύγκρουσης, παρά το αριθμητικό μειονέκτημα. Οι μουσουλμάνοι έχασαν 14 πολεμιστές στη μάχη. Από το στρατό των Κουραϊσιτών σκοτώθηκαν 49-70 άνδρες, με περίπου ισάριθμους αιχμαλώτους από τους οποίους ορισμένοι θανατώθηκαν ενώ άλλοι απελευθερώθηκαν έναντι καταβολής λύτρων. Αν και με τα σύγχρονα δεδομένα η μάχη του Μπαντρ φαίνεται μικρής σημασίας, αποτέλεσε το σημαντικότερο ίσως στρατιωτικό γεγονός στην ισλαμική ιστορία, καθώς θεωρείται αρκετά πιθανό πως σε περίπτωση ήττας η πρώιμη μουσουλμανική κοινότητα θα κατέρρεε. Για τους μουσουλμάνους, η νίκη στο Μπαντρ θεωρήθηκε αποτέλεσμα θεϊκής παρέμβασης, ενώ παράλληλα ενδυνάμωσε την πεποίθηση πως ο Μωάμεθ ήταν προφήτης και απόστολος του Θεού.

Μάχη του Ουχούντ



Μετά τη μάχη του Μπαντρ, ο Μωάμεθ εκδίωξε από τη Μεδίνα την εβραϊκή φυλή Καϊνούκα. Επιπλέον συνεχίστηκαν οι επιδρομές σε καραβάνια που προέρχονταν από τη Μέκκα, γεγονός που οδήγησε στην απόφαση των Κουραϊσιτών να λάβουν πιο δραστικά μέτρα. Το 624-5, με στρατό περίπου 3.000 ανδρών υπό τις οδηγίες του Αμπού Σουφιάν, κινήθηκαν προς τη Μεδίνα. Παρά την προτροπή αρκετών συντρόφων του να αμυνθούν εντός της Μεδίνας, ο Μωάμεθ επέλεξε να μεταφέρει το στρατό του στην πλαγιά του όρους Ουχούντ. Ενώ αρχικά η μάχη εξελισσόταν υπέρ τους, εξαιτίας της απειθαρχίας μιας ομάδας τοξοβόλων που εγκατέλειψαν τις θέσεις τους, οι μουσουλμάνοι τελικά ηττήθηκαν και τράπηκαν σε φυγή, ειδικά από τη στιγμή που διαδόθηκε πως ο Μωάμεθ είχε σκοτωθεί στη μάχη. Στην πραγματικότητα, ο Μωάμεθ είχε τραυματιστεί, ωστόσο κατάφερε να διασωθεί με τη βοήθεια συντρόφων του, εκμεταλλευόμενος και το γεγονός πως ο στρατός των Κουραϊσιτών δεν επιδίωξε να συνεχίσει την επίθεσή του. Σε περίπτωση που ο στρατός του Αμπού Σουφιάν επέλεγε να κινηθεί προς τη Μεδίνα, θεωρείται μάλλον βέβαιο πως δεν θα μπορούσε να συναντήσει ισχυρή αντίσταση και ενώ αρχικά κατευθυνόταν πίσω στη Μέκκα επανεξετάστηκε το ενδεχόμενο να επιστρέψει τελικά στη Μεδίνα συνεχίζοντας την επίθεσή του. Τελικά το ενδεχόμενο αυτό αποτράπηκε χάρη στην έμπνευση του Μωάμεθ να παραπλανήσει τον αντίπαλό του. Μια ομάδα βεδουίνων που ανήκε στη φυλή Khuza συνάντησε τυχαία τον Μωάμεθ και τους συντρόφους του. Κατόπιν σχεδίου, ο αρχηγός των βεδουίνων, ονόματι Μαμπάντ, έδωσε ψευδείς πληροφορίες στους Κουραϊσίτες, λέγοντας στον Αμπού Σουφιάν πως στην πορεία τους οι βεδουίνοι είχαν συναντήσει έναν πολυάριθμο μουσουλμανικό στρατό αποφασισμένο να πολεμήσει και να εκδικηθεί. Αυτή η παραπλανητική πληροφορία απέτρεψε τελικά το στρατό της Μέκκας να εισβάλλει στη Μεδίνα.

Μάχη της Τάφρου


Το επόμενο διάστημα, ο Μωάμεθ διαπραγματεύτηκε συμμαχίες με διάφορες πατριές, ενώ παράλληλα διενεργούσε επιδρομές εναντίον άλλων εχθρικών φυλών επιδιώκοντας να αποτρέψει μια πιθανή στρατιωτική συνεργασία τους με τη Μέκκα. Δύο χρόνια μετά τη μάχη του Ουχούντ, η φήμη του Μωάμεθ είχε εξαπλωθεί και στη σφαίρα επιρροής του ανήκαν πλέον μακρινές περιοχές που εκτείνονταν μέχρι το νότο της Μέκκας και ανατολικά μέχρι την περιοχή της Γιάμαμα. Οι μουσουλμάνοι είχαν επιπλέον κατορθώσει να ελέγχουν τις εμπορικές οδούς προς τη Μέκκα, προκαλώντας σημαντικά προβλήματα στην οικονομία της πόλης. Κατά το Νοέμβριο του 626, ήταν ήδη γνωστό πως ο Αμπού Σουφιάν ετοίμαζε μια μεγάλη στρατιωτική επιδρομή στη Μεδίνα. Κατά τον Ιμπν Ισχάκ, οι Ιουδαίοι που είχαν εκδιωχθεί νωρίτερα από τη Μεδίνα και κατέφυγαν στην περιοχή Χεϊμπάρ ήταν εκείνοι που έπεισαν τους Κουραϊσίτες της Μέκκας να επιτεθούν. Η εκδοχή αυτή αμφισβητείται, καθώς θεωρείται πιθανότερο πως η κρίσιμη οικονομική κατάσταση της Μέκκας ήταν από μόνη της ένα ισχυρότερο κίνητρο. O στρατός της Μέκκας αριθμούσε περίπου 10.000 άνδρες που προέρχονταν από διάφορες φυλές. Περισσότεροι σε πλήθος ήταν οι Κουραϊσίτες (4.000 άνδρες) και οι βεδουίνοι Γαταφάν (περ. 2.000). Περίπου 700 άνδρες προέρχονταν ακόμα από τη φυλή Σουλαϊμ, ενώ οι υπόλοιποι από μικρότερες φυλές που συμμετείχαν είτε επί πληρωμή είτε με σκοπό να λάβουν μερίδιο από μελλοντικά λάφυρα. Ο στρατός της Μεδίνας αριθμούσε περίπου 3.000 άνδρες και περιλάμβανε σχεδόν ολόκληρο τον πληθυσμό της πόλης. Σε αντίθεση με τη μάχη του Ουχούντ, οι μουσουλμάνοι δεν αντιμετώπισαν τον αντίπαλο στρατό σε ανοικτό πεδίο. Επιπλέον, υιοθέτησαν μια αμυντική θωράκιση που περιλάμβανε την κατασκευή μιας τάφρου κατά μήκος του εδάφους που ήταν ανοικτό σε επίθεση από το αντίπαλο ιππικό, κυρίως στα βόρεια και ανατολικά. Η ιδέα της κατασκευής της τάφρου ανήκει μάλλον σε έναν Πέρση, πρώην δούλο, με το όνομα Σαλμάν, ο οποίος είχε βοηθηθεί στο παρελθόν από τον Μωάμεθ να αποκτήσει την ελευθερία του και είχε μεταστραφεί στο μουσουλμανισμό.
Ο στρατός της Μέκκας έφτασε στη Μεδίνα το Μάρτιο του 627 και στρατοπέδευσε στα βόρεια της πόλης. Η τάφρος αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολο εμπόδιο για τους άνδρες του Αμπού Σουφιάν και για περίπου τρεις εβδομάδες οι δύο πλευρές παρέμειναν στις θέσεις τους. Στη διάρκεια της ανεπιτυχούς πολιορκίας της Μεδίνας τόσο ο Μωάμεθ όσο και ο Αμπού Σουφιάν επιχείρησαν να βρουν μια πολιτική λύση. Ο Μωάμεθ επιδίωξε να πείσει τους βεδουίνους Γαταφάν να αποχωρήσουν υποσχόμενος να τους παραχωρήσει το ένα τρίτο της σοδειάς χουρμάδων της Μεδίνας, ωστόσο η πρόταση αυτή βρήκε αντίθετους τους κτηματίες. Από τη δική του πλευρά, ο Αμπού Σουφιάν επιχείρησε να στρέψει τους Εβραίους Μπανού Κουρανταγιάχ (Bani Quraydhah) εναντίον των μουσουλμάνων, επίσης χωρίς επιτυχία. Καθώς η πολιορκία συνεχιζόταν η έλλειψη φαγητού και η κόπωση άρχισε να πλήττει το στρατό της Μέκκας. Μια ισχυρή κακοκαιρία που ξέσπασε προκαλώντας φθορές και απώλεια εξοπλισμού οδήγησε τελικά τον Αμπού Σουφιάν στην απόφαση να διατάξει την αποχώρηση του στρατού και τη λήξη της πολιορκίας.
Μετά την αποχώρηση του στρατού της Μέκκας, ο Μωάμεθ διέταξε την εξολόθρευση των Εβραίων Μπανού Κουρανταγιάχ, τους οποίους είχε προσεγγίσει ο Αμπού Σουφιάν στην προσπάθειά του να τους πείσει να επιτεθούν στους μουσουλμάνους από το νότο. Ο Ιμπν Ισχάκ δεν παραδίδει τα αίτια αυτής της επίθεσης στην εβραϊκή πατριά, αναφέροντας μόνο πως ο Μωάμεθ είχε δεχθεί θεϊκή εντολή. Παρά τις διαπραγματεύσεις τους με τους Κουραϊσίτες, κατά την πολιορκία της Μεδίνας, δεν υπάρχουν σημαντικές μαρτυρίες που να επιβεβαιώνουν πως οι Μπανού Κουρανταγιάχ πράγματι πρόδοσαν τους μουσουλμάνους. Ο Μωάμεθ πιθανώς διέβλεπε πως η εξόντωσή τους είχε σημαντικά πολιτικά οφέλη καθώς η στρατιωτική τους δύναμη ήταν σημαντική και μελλοντικά θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε κίνδυνο για την ενότητα και ασφάλεια των μοουσουλμάνων. Επιπλέον, η εξολόθρευσή τους έστελνε ένα ισχυρό μήνυμα προς τους εξόριστους εβραίους της Χεϊμπάρ.

ΠΗΓΗ: 
 





Τετάρτη 6 Δεκεμβρίου 2017

Ευριπίδη Στ. Στυλιανίδη : Η Σαρία της Θράκης και η άγνοια των Αθηνών




Η Σαρία της Θράκης και η άγνοια των Αθηνών

του Δρ. Ευριπίδη Στ. Στυλιανίδη*

Το καθεστώς σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας στη Θράκη εδράζεται στη Συνθήκη της Λοζάνης του 1923, στη μακροβιότερη δηλαδή διεθνή Συνθήκη , την οποία σεβάστηκε απόλυτα τόσο ο Ελευθέριος Βενιζέλος όσο και ο Κεμάλ Αττατούρκ, ο καθένας για τους δικούς του λόγους.
Η έξυπνη ιδιαιτερότητα αυτής της Συνθήκης έγκειται στο γεγονός, ότι υιοθετεί ένα ιδιότυπο μοντέλο της Σαρία, που δεν έχει όμως καμία σχέση με το ακραίο πρότυπο άλλων ισλαμικών χωρών. Επι της ουσίας αποδέχεται στη Θράκη το ρόλο του Μουφτή, όχι μόνο ως θρησκευτικού αρχηγού, αλλά και ως Καδή, δηλαδή δικαστή οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου, άρα και ως δημόσια Αρχή που σύμφωνα με το Ελληνικό θεσμικό πλαίσιο διορίζεται από το κράτος.
Οι αποφάσεις ωστόσο του Μουφτή ως δικαστή δεν πρέπει να έρχονται σε αντίθεση με το Ελληνικό Σύνταγμα και τους νόμους, ούτε με το Ευρωπαϊκό δίκαιο. Αυτός ο συνδυασμός μέχρι σήμερα παρά κάποιες περιορισμένες εξαιρέσεις συνέβαλε, πρώτον στο να εμπαιδώνεται το αίσθημα θρησκευτικής ελευθερίας των μουσουλμάνων εντός μιας δυτικής χώρας που έμπρακτα σέβεται τη θρησκευτική τους παράδοση. Δεύτερον λειτούργησε παιδευτικά προς τους ίδιους προσαρμόζοντας τους στα σύγχρονα ευρωπαϊκά πρότυπα, μια που καμία απόφαση του Μουφτή δε μπορεί να πάει κόντρα σε αυτά. Ετσι οι φιλήσυχοι μουσουλμάνοι της Θράκης μετεξελίχθηκαν σε σύγχρονοι ευρωπαίοι πολίτες που για κανένα ακραίο ισλαμισμό ή θρησκευτικό φανατισμό δε θα ήθελαν να διαταράξουν την ποιότητα της ζωής τους εντασσόμενοι σε εξτρεμιστικά κινήματα τύπου ISIS, παρότι ίσως αποτέλεσε στόχος η στρατολόγηση τους σε αυτά.
Την ίδια στιγμή το σύστημα αυτό έδωσε στους Έλληνες Μουσουλμάνους πολίτες της μειονότητας την ελευθερία μόνοι τους να επιλέγουν αν θα ακολουθήσουν στη ζωή τους το αστικό δυτικό πρότυπο οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου ή την προσαρμοσμένη στα ευρωπαϊκά στάνταρς ισλαμική θρησκευτική τους παράδοση.
Μετά την περίεργη και μουγκή συνάντηση του Δυτικοθρακιώτη στην καταγωγή, Αντιπροέδρου της Τουρκικής κυβέρνησης Χακάν Τσαβούσογλου («αρμόδιου για ζητήματα Τούρκων του εξωτερικού») με τον Έλληνα Υπουργό Παιδείας κ. Γιαβρόγλου κάτι που για πρώτη φορά γίνεται, αναθάρρησε η φήμη για κατάργηση του υφιστάμενου καθεστώτος της Σαρία στη Θράκη.
Σύγχυση παρά αποσαφήνιση προκάλεσαν οι δηλώσεις του πρωθυπουργού στη Θράκη, όπου ανακοίνωσε ότι θα θεσμοθετήσει κάτι που ήδη ισχύει, δηλαδή την ελεύθερη επιλογή των μουσουλμάνων για το δίκαιο που θα τους διέπει.
Ωστόσο εδώ και καιρό κάποιοι ετερόκλητοι κύκλοι υποστηρίζουν την κατάργηση και το διαχωρισμό των θρησκευτικών και δικαστικών αρμοδιοτήτων του Μουφτή.
Μπορεί να φαίνεται εκσυγχρονιστική μια τέτοια προσέγγιση για όσους δε γνωρίζουν σε βάθος το θεσμό, κρύβει όμως παγίδες και κάποιες επικίνδυνες εθνικά διαστάσεις. Ειδικότερα:
• Καταστρέφεται ένα μοντέλο ανοιχτής δημοκρατικής κοινωνίας που απέτρεψε τη στρατολόγηση φονταμενταλιστών και τρομοκρατών με ευρωπαϊκό διαβατήριο, εμπέδωσε την Ευρωπαϊκή συνείδηση σε μουσουλμάνους, σεβάστηκε απόλυτα τα μειονοτικά δικαιώματα προωθώντας την ειρηνική και δημιουργική συμβίωση Χριστιανών και Μουσουλμάνων και μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για την ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων.
• Η δια νόμου παρέμβαση στην κατάργηση της Σαρία έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 42 §2. της Συνθήκης της Λοζάνης και επιτρέπει στην Τουρκική πλευρά να ισχυριστεί ότι η Ελλάδα δε σέβεται τη Συνθήκη, ούτε τη θρησκευτική ελευθερία και λειτουργεί παρεμβατικά και όχι φιλελεύθερα ως προς τις μειονότητες.
• Η Τουρκική εξωτερική πολιτική διευκολύνεται ισχυριζόμενη ότι προασπίζεται τη θιγόμενη θρησκευτική συνείδηση να επιτύχει τον πάγιο στόχο της που δεν είναι άλλος από την τουρκοποίηση των δύο άλλων μειονοτικών ομάδων, των Πομάκων και των Ρομά.(διαχρονική επιδίωξη τους στην περιοχή)
• Η σταδιακή τουρκοποίηση της μειονότητας θα έχει ως σταθερή επιδίωξη της γείτονος την μετεξέλιξη της μειονότητας από θρησκευτική σε «εθνική» κάτι που θα ενθαρρύνει τις απαιτήσεις της γείτονος για «Συνδιοίκηση στη Θράκη» μέσω της χρήση και ευρωπαϊκών πλέον νομικών εργαλείων.
• Τέλος ο διαχωρισμός δικαστικών και θρησκευτικών αρμοδιοτήτων του Μουφτή διευκολύνει την απαίτηση της Τουρκικής πλευράς για εκλεγμένους Μουφτήδες(κάτι που δεν ισχύει βέβαια στα άλλα μουσουλμανικά κράτη) με το επιχείρημα ότι δεν είναι πλέον δικαστής, άρα δημόσια αρχή που πρέπει να διορίζεται. Έτσι ευκολότερα μπορεί να αναδειχθεί σε ένα πολιτικοθρησκευτικό ηγέτη της μειονότητας που θα παίζει το ρόλο της τουρκικής πολιτικής σε όλα τα επίπεδα της περιοχής.
Το συμπέρασμα και σ’αυτη την περίπτωση είναι το ίδιο. Η Τουρκική εξωτερική πολιτική με στρατηγική που τη διέπει ξεκάθαρη στοχοθέτηση, συνέπεια, συνέχεια και συστηματικότητα επιμένει κερδίζοντας συνεχώς χώρο. Αντίθετα η Ελληνική πλευρά αντιδρά αποσπασματικά, πρόχειρα, βιαστικά και συνήθως υποταγμένη στα προσωπικά πάθη και τα μικροκομματικά συμφέροντα, με αποτέλεσμα συνεχώς να χάνει έδαφος ακόμα κι όταν έχει όλο το δίκιο με το μέρος της.
Αυτός είναι και ο λόγος που επιμένω πεισματικά στη σύσταση διακομματικής επιτροπής για τη Θράκη. Είναι πλέον αναγκαιότητα η χάραξη μια ενιαίας και διαχρονικής, διακομματικής και συνεπούς Εθνικής Στρατηγικής, αν θέλουμε να προλάβουμε τις εξελίξεις και να μην τις ακολουθήσουμε ως ουραγοί.

*του Δρ. Ευριπίδη Στ. Στυλιανίδη, επισκέπτη Καθηγητή Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου, πρ. Υπουργού & τ. βουλευτή Ροδόπης

Εφημερίδα  Παρόν της Κυριακής 19 Νοεμβρίου 2017

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2017

Ναπολέων Λιναρδάτος : Μεταμοντέρνος φεμινισμός και ισλαμισμός




Μεταμοντέρνος φεμινισμός και ισλαμισμός

Οι επιθέσεις, οι βιασμοί, οι κλειτοριδεκτομές, οι απαγωγές θεωρούνται πλέον συνηθισμένα φαινόμενα

Γράφει ο Ναπολέων Λιναρδάτος*

Υπό κανονικές συνθήκες θα ήταν αναμενόμενο οι αυτοαποκαλούμενοι «φεμινιστές» να είναι τουλάχιστον ιδιαίτερα επικριτικοί στην εξάπλωση του ισλαμισμού στην Ευρώπη. Δεν υπάρχει στον δυτικό κόσμο κίνημα που υποσκάπτει τη θέση και τα ανθρώπινα δικαιώματα της γυναίκας όσο ο ισλαμισμός, ο οποίος επιδεικνύει πρωτοφανή δυναμική και αυτοπεποίθηση.
Ο ιστορικός Γκάβιν Μόρτιμερ έγραψε στον «Spectator»: «Ειδικά φέτος, οι ισλαμιστές στοχοποιούν τις γυναίκες. Όταν ο Σάλμαν Αμπεντί πυροδότησε τη βόμβα αυτοκτονίας στη συναυλία της Αριάνα Γκράντε, τον Μάιο, δολοφονώντας 17 γυναίκες (και πέντε άνδρες), το έπραξε γνωρίζοντας ότι ο χώρος θα ήταν γεμάτος με έφηβα κορίτσια και νεαρές γυναίκες. Τον Ιούλιο, δύο Γερμανίδες μαχαιρώθηκαν θανάσιμα από έναν Αιγύπτιο σε θέρετρο στην Ερυθρά Θάλασσα. Αυτή η επίθεση έμοιαζε με την επίθεση στο Τουρκού της Φινλανδίας, όπου ένας δεκαοκτάχρονος Μαροκινός μαχαίρωσε οκτώ γυναίκες - οι δύο εξ αυτών υπέκυψαν στα τραύματά τους. Δύο ημέρες νωρίτερα, η θανάσιμη ισλαμική επίθεση στην Καμπρίλ της Ισπανίας είχε ως θύμα μια γυναίκα 61 ετών».
Στα παραπάνω δεν συμπεριλαμβάνονται οι καθημερινές επιθέσεις, όπως για παράδειγμα αυτές σε περίπου 1.200 γυναίκες στον σταθμό τρένων της Κολονίας. Οι επιθέσεις, οι βιασμοί, οι κλειτοριδεκτομές, οι απαγωγές, η καταναγκαστική πορνεία θεωρούνται πλέον συνηθισμένα φαινόμενα. Αυτό, όμως, που κάνει εντύπωση είναι ότι οι αυτοαποκαλούμενοι «φεμινιστές» δεν έχουν να πουν τίποτε για όλα αυτά. Δεν έχουν να πουν τίποτε, γιατί οι μεταμοντέρνοι φεμινιστές διαφέρουν δραματικά από τους πρώτους φεμινιστές.
Στην αρχή, ο φεμινισμός ήταν ένα κίνημα που ζητούσε την ισότητα ενώπιον του νόμου. Αφού αυτός ο στόχος επετεύχθη, το κίνημα έχει αλλάξει «χέρια» και εξ ονόματός του σήμερα ομιλούν μεταμοντέρνοι προπαγανδιστές, των οποίων ο ένας και μοναδικός στόχος είναι ο δυτικός πολιτισμός. Ο δυτικός πολιτισμός θεωρείται το πιο βάναυσο, βάρβαρο και ανεπίδεκτο βελτίωσης κοινωνικό σύστημα στην Ιστορία της ανθρωπότητας. Βασιζόμενοι σε αυτή την αρχή, οι μεταμοντέρνοι φεμινιστές ακολουθούν το «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου».
Η μουσουλμάνα βουλευτής του Εργατικού Κόμματος στη Βρετανία Ναζ Σαχ είπε στις περίπου 1.400 γυναίκες που βιάστηκαν και κακοποιήθηκαν από συμμορίες Πακιστανών στο Ρόδεραμ της Αγγλίας «να το βουλώσουν» χάριν της διαφορετικότητας. Στις «φεμινιστικές» διαδηλώσεις μετά την εκλογή Τραμπ, Γερμανοί «φεμινιστές» συμπαρατάχθηκαν με ισλαμιστές αναφωνώντας «Αλαχού Ακμπάρ». Στις ΗΠΑ, η διοργανώτρια των «φεμινιστικών» διαδηλώσεων, μια μουσουλμάνα, όταν βγήκε στην τηλεόραση παραπονέθηκε ότι υπάρχουν 22 πολιτείες που απαγορεύουν την επιβολή της Σαρίας. Κάποτε όλα τα παραπάνω θα ήταν δημιουργήματα επιστημονικής φαντασίας, σήμερα όμως είναι μια πολύ επικίνδυνη πραγματικότητα. Σαρία και μεταμοντέρνος φεμινισμός, ο νέος άξονας του σκότους.

*Διαμένει στη Νέα Υόρκη


Πέμπτη 31 Αυγούστου 2017

Θεανώ Καρούτα : Επιστροφή από την κόλαση του Χαλιφάτου!




Επιστροφή από την κόλαση του Χαλιφάτου!

Η ιστορία του Βόσνιου Χίμλι, που, αντί για τον «παράδεισο», βίωσε στη Συρία τη φρίκη του Ισλάμ, αποκαλύπτει την κτηνωδία του ISIS.

Γράφει η Θεανώ Καρούτα

Ο Χίμλι, ένας Βόσνιος πιστός μουσουλμάνος, πήρε πριν από δύο χρόνια την απόφαση να ταξιδέψει στη Συρία, τρέφοντας βαθιά την ελπίδα πως η ζωή στο αυτοαποκαλούμενο Ισλαμικό Κράτος θα ήταν το ιδανικό περιβάλλον για να ζήσει τη ζωή του συμφωνά με τον νόμο και το γράμμα της σαρίας.
Δεκαέξι μήνες αργότερα κατάφερε να δραπετεύσει, αφήνοντας πίσω λιγότερο τυχερούς φίλους και οικείους, πλήρως απογοητευμένος από τη βιαιότητα, τη φτώχεια και την καταπίεση που βίωσε στους κόλπου του Χαλιφάτου. Τα χρήματα που πήρε μαζί του φεύγοντας από τη Βοσνία γρήγορα σπαταλήθηκαν σε τρόφιμα. «Αναγκάστηκα να δηλώσω ασθενής ώστε να δικαιούμαι ένα επίδομα της τάξεως των 50 δολαρίων τον μήνα, ενώ η σύζυγος μου αναλάμβανε να βοηθά ηλικιωμένες γυναίκες ώστε να παίρνει μια στο τόσο έναν υποτυπώδη μισθό» θυμάται ο νεαρός άντρας, ενώ ομολογεί ότι οι αρχικές ελπίδες του εξανεμίστηκαν σχεδόν με το που πάτησε το πόδι του στην εμπόλεμη Συρία. «Είχα καταντήσει σαν τρελός. Όλη την ώρα σκεφτόμουν πως έπρεπε να σώσω την οικογένεια μου και να φύγω από εκεί».
Ο Χίμλι είναι μόνο ένας από τους περίπου 250 ανθρώπους που επέστρεψαν στα Βαλκάνια έχοντας περάσει χρόνο στις εμπόλεμες ζώνες της Συρίας και του Ιράκ. Οι περισσότεροι από αυτούς γύρισαν πίσω με τις ψευδαισθήσεις τους γκρεμισμένες από τη φρίκη, τον πόνο, τις στερήσεις και τις κακουχίες, αλλά κυρίως από την άπουσία πνευματικότητας που αποζητούσαν. Πολλοί από αυτούς δεν παραδέχονται πως πήγαν να πολεμήσουν και να ενταχθούν στις τάξεις του Ισλαμικού Κράτους, ωστόσο τα κράτη στα οποία επέστρεψαν τους αντιμετωπίζουν συλλήβδην ως τρομοκράτες, συμφωνά με μια σειρά νόμων του 2015 που ποινικοποίησε κάθε είδους συμμετοχή σε αλλότριες συγκρούσεις.
Παρά το γεγονός ότι η επιστροφή στα πάτρια εδάφη συνεπάγεται αυτόματα επιτήρηση από τις Αρχές και ενδεχόμενες διώξεις, για τον Χίμλι είναι προτιμότερο από το να έμενε εκεί. Επιστρέφοντας στη χώρα του έχει ξεκινήσει μια «σταυροφορία», εντασσόμενος σε ομάδες που διοργανώνουν εκστρατείες μεταφέροντας αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «την πραγματική αλήθεια». «Ενημερώνουμε άλλους μουσουλμάνους ώστε να μην κάνουν το ίδιο λάθος με εμάς που πήγαμε στα πεδία μάχης της Μέσης Ανατολής».
Όταν ξεκίνησε, προορισμός του ήταν μια επαρχία του Χαλεπίου όπου ζούσε ήδη ένας φίλος του από το Μαυροβούνιο. Το σχέδιο του ήταν να πάει, να βολιδοσκοπήσει την κατάσταση και εν συνεχεία να επιστρέψει στη χώρα του, να πουλήσει τα υπάρχοντα του και να εγκατασταθεί μόνιμα στη Συρία.
Όταν έφτασε, τον Φεβρουάριο του 2015, έμαθε ότι ο φίλος του είχε σκοτωθεί στο πεδίο της μάχης στο Κομπάνι. Καθώς οι συγκρούσεις εκεί εντείνονταν, το Ισλαμικό Κράτος κήρυξε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, πήρε τα διαβατήρια όλων των νεοαφιχθέντων και τους πληροφόρησε πως δεν είχαν δικαίωμα πλέον να φύγουν, καθώς είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου για την «τέλεια κοινωνία» τους.
Έζησε εκεί 16 μήνες σε συνθήκες χειρότερες από αυτές που έχουν να αντιμετωπίσουν οι πρόσφυγες στα κέντρα φιλοξενίας. Η κατάσταση έγινε ακόμα χειρότερη -αν το χωρά ανθρώπου νους- όταν εντατικοποιήθηκαν οι βομβαρδισμοί από το καθεστώς του Ασαντ και των Ρώσων υποστηρικτών του. «Άνθρωποι πέθαιναν κάθε μέρα και στην πόλη έστεκαν μόνο ερείπια». Τότε κατάλαβε πως ήταν εντελώς ανίσχυρος. «Το μόνο που έκανα ήταν να προσεύχομαι στον Θεό να μας σώσει».
Ο Χίμλι έχει καταλάβει πλέον πως το να πάει εκεί ήταν το μεγαλύτερο λάθος που έχει κάνει. Χρειάστηκε να πουλήσει όντως όλα τα υπάρχοντα του πίσω στην πατρίδα, προκειμένου να πληρώσει το αντίτιμο της διαφυγής του σε έναν Σύρο, ο οποίος με το αζημίωτο προσφέρθηκε να τον βοηθήσει να δραπετεύσει. Χωρίς διαβατήριο, χωρίς χαρτιά, ύστερα από ένα ταξίδι γεμάτο δυσκολίες, κατάφερε να μπει σε τουρκικό έδαφος, όπου συνελήφθη και πέρασε δυόμισι μήνες στη φυλακή καταγεγραμμένος ως πρόσφυγας.
Οι τουρκικές Αρχές τον απελευθέρωσαν με την προϋπόθεση να επιστρέψει στην πατρίδα του ή σε κάποιο κράτος που δεχόταν πρόσφυγες. Ο Χίμλι επέλεξε να επιστρέψει στη Βοσνία. Με το που πάτησε το πόδι του συνελήφθη ως τρομοκράτης.
Σήμερα, διάγει μια -όσο το δυνατόν- ήρεμη καθημερινότητα, δίνει το «παρών» στις Αρχές και σαν άλλος ευαγγελιστής, κηρύσσει την αλήθεια για τη μεγάλη απάτη του Χαλιφάτου. «Δύο είδη Βαλκανίων συνάντησα εκεί. Αφελείς πιστούς μουσουλμάνους και κοινούς εγκληματίες που προσπαθούσαν να διαφύγουν από τον νόμο με κάθε κόστος. Μόνο οι δεύτεροι επιβίωσαν» θυμάται.

ΤΗΝ ΩΡΑ που το Ισλαμικό Κράτος αργοπεθαίνει, οι Αρχές της Ευρώπης σημαίνουν συναγερμό υπό τον φόβο πως πολλά από τα μέλη του θα έρθουν ή θα επιστρέψουν στη γηραιά ήπειρο.
Διεθνείς υπηρεσίες εκτιμούν ότι 1.200 έως 3.000 Ευρωπαίοι πολίτες που έζησαν και πολέμησαν με την τρομοκρατική οργάνωση ενδέχεται να επιστρέψουν στις χώρες τους. Το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ενημέρωσης για τη Ριζοσπαστικοποίηση (Radicalization Awareness Network, RAN), που σύστησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απευθύνει έκκληση στις ευρωπαϊκές χώρες να είναι σε ετοιμότητα για να διαχειριστούν την επιστροφή αυτών των ατόμων.
Μάλιστα, ο αριθμός των μαχητών που επιστρέφουν αναμένεται να αυξηθεί, εφόσον το Ισλαμικό Κράτος, που έχει ήδη χάσει τους τελευταίους μήνες μεγάλο μέρος των εδαφών που είχε καταλάβει στη Συρία και στο Ιράκ, ηττηθεί σε στρατιωτικό επίπεδο ή καταρρεύσει.
Σύμφωνα με το RAN, περισσότεροι από 42.000 άνθρωποι από διάφορα μέρη του κόσμου (περίπου 5.000 από την Ευρώπη και κυρίως το Βέλγιο, τη Γαλλία, τη Γερμανία και τη Βρετανία, την Αυστρία, τη Φινλανδία, την Ιταλία, την Ολλανδία, την Ισπανία και τη Σουηδία) άφησαν τα σπίτια τους για να ενταχθούν στους κόλπους του Ι.Κ., ενώ το 30% αυτών εκτιμάται ότι έχει ήδη επαναπατριστεί.
«Κυριακάτικη Δημοκρατία»