Τρούμπα: Η αληθινή ιστορία της
κακόφημης συνοικίας του Πειραιά
Η
Τρούμπα για χρόνια υπήρξε η πιο κακόφημη συνοικία του Πειραιά, γνωστή για τους
οίκους ανοχής και τα καμπαρέ τηςκαι
αποτελεί το δυτικό μέρος της συνοικίας της Τερψιθέας προς τον κεντρικό λιμένα.
Να διευκρινίσουμε πως λέγοντας Τρούμπα εννοούμε την περιοχή που βρίσκεται στο
κεντρικό λιμάνι του Πειραιά, ανάμεσα στον Άι-Σπυρίδωνα και τον Άι-Νικόλα.
Η
Σπεράντζα Βρανά στο βιβλίο της «Η Τρούμπα» γράφει πως «μια φορά κι έναν καιρό
σ’ ένα από τα πιο όμορφα λιμάνια της Μεσογείου, τον Πειραιά, υπήρχε μια
συνοικία που ήταν το καμάρι του και η… ντροπή του». «Καμάρι», γιατί ήταν η μόνη
περιοχή της Αθήνας όπου το χρήμα πήγαινε κι ερχόταν, συντηρώντας τον δήμο, την
αστυνομία και τους εργαζόμενους πάσης φύσεως (όλοι οι καλλιτέχνες μάλιστα που
ήθελαν να βγάλουν λεφτά δούλευαν εκεί μέχρι τα τέλη του ’50), αλλά και
«ντροπή», γιατί από το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου μέχρι τον «εξευγενισμό»
της από τον χουντικό δήμαρχο Σκυλίτση ήταν το καταφύγιο των κρυφών παθών της
καλής, αλλά και της όχι και τόσο καλής κοινωνίας, στα καμπαρέ, στα πορνεία και
στους τεκέδες.
Η
περιοχή πήρε το όνομά της από την αντλία (τρόμπα) που ήταν τοποθετημένη από το
1860 σε πηγάδι, στην περιοχή αυτή, στην αρχή της οδού Αιγέως, (σημερινής 2ας
Μεραρχίας) στον Πειραιά και εφοδίαζε με νερό τα πλοία. Στη διάρκεια του
μεσοπολέμου ξεκίνησαν τα έργα ανάπλασης των προβλητών με συνέπεια η τρόμπα αυτή
ν΄ αφαιρεθεί και δυστυχώς να καταστραφεί.
Η
καρδιά της Τρούμπας ήταν οι οδοί Νοταρά, με τα μπουρδέλα, και Φίλωνος, που
είχαν συγκεντρωθεί τα καμπαρέ. Για να καταλάβουν και οι φίλοι μας από Σαλονίκη,
είναι σαν να λέμε οι οδοί Τσιμισκή και Μητροπόλεως. Στην Τρούμπα άρχισαν να
ξεφυτρώνουν τα πρώτα πορνεία και κέντρα διασκέδασης επί Κατοχής.
Στην
Τρούμπα δεν διασκέδαζε τότε όποιος κι όποιος. Μόνο οι Γερμανοί αξιωματικοί και
κάποιοι Έλληνες συνεργάτες των Γερμανών. “Δοτήδες”, τους έλεγαν στον Περαία. Οι
απλοί Γερμανοί στρατιώτες έβρισκαν γυναίκες λίγο πιο μακριά, στο Φάληρο…
Λίγο
μετά την Κατοχή οι οίκοι ανοχής πολλαπλασιάστηκαν, μιας και το περιβάλλον
προσφερόταν, λόγω της συχνής διέλευσης των ναυτικών.
Αν
και τα «Κόκκινα Φανάρια» καταλάμβαναν ένα μεγάλο τετράγωνο που περικλειόταν από
την Ακτή Μιαούλη, τη Φιλελλήνων, την Κολοκοτρώνη και τη Σωτήρος Διος και είχε
ως επίκεντρο τους δρόμους Φίλωνος και Νοταρά, όπως προαναφέραμε, στην περιοχή
υπήρχαν και σπίτια ανθρώπων που ζούσαν χρόνια εκεί και προκειμένου να μην έχουν
«περίεργες» επισκέψεις είχαν κολλήσει στις πόρτες τους ταμπέλες που έγραφαν
«εδώ μένουν οικογένειες».
Στη
Τρούμπα λειτουργούσαν επίσης και τρεις κινηματογράφοι (Φως, Ηλύσια
και Ολύμπικ), που προέβαλλαν από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ σε
καθημερινή βάση δύο ταινίες πολεμικού αλλά και ακατάλληλου και για ανηλίκους
περιεχομένου. Γενικά την εποχή εκείνη όλη η περιοχή ήταν υποβαθμισμένη και
χαρακτηριζόταν κακόφημη.Σήμερα από εκείνη την περίοδο λειτουργεί σε
καθημερινή βάση μόνο ο κινηματογράφος Ολύμπικ και κάποια ελάχιστα
χαρακτηριστικά μπαρ.
Η Τρούμπα ήταν στις δόξες της τη δεκαετία του '50 – '60 και η «χρυσή εποχή» της
κράτησε περίπου 20 χρόνια, ενώ στους δρόμους της βρίσκονταν τα πιο διάσημα
«κακόφημα» καμπαρέ που άφησαν εποχή, όπως το «Τζων Μπουλ» και το « Μπλακ Κατ»
που με στριπτιζ και κονσομασιόν προσπαθούσαν να ικανοποιήσουν τους απαιτητικούς
πελάτες.
Πίσω από τον χορό, τη μουσική και τα φώτα όμως, τα ωράρια των γυναικών αυτών
ήταν πραγματικά απάνθρωπα: Τα κορίτσια δούλευαν δέκα το πρωί με δέκα το βράδυ
και δέχονταν 100 με 120 βίζιτες την ημέρα, ενώ όσες δεν συμμορφώνονταν
αποκτούσαν μια χαρακιά στο μάγουλο από τους νταβατζήδες τους, «προς γνώσιν και
συμμόρφωσιν».Χαρακτηριστικά λέγεται
ότιόταν ερχόταν καμία κοπελιάαπό επαρχία κι έλεγε στη μαντάμα πως έκανε
“δεκαπέντε με είκοσι βίζιτες τη μέρα”, εκείνη της απαντούσε “άει πάγαινε κοπέλα
μου να κάνεις προπόνηση, κι όταν περάσεις τις 100 ξανάλα”…
Όταν
ο 6ος Αμερικανικός Στόλος έπιανε Πειραιά, η Τρούμπα είχε πανηγύρι. Ήταν η
“ανάσταση της πουτάνας”! Η βίζιτα έφτανε τις 55 δραχμές στα “σπίτια”, ενώ στα
ξενοδοχεία και στα καμπαρέ το διπλάσιο. Κι επειδή οι 500 περίπου πόρνες της
Τρούμπας δεν έφταναν ούτε για ζήτω, πλάκωναν και οι “περιστασιακές”. Τις μέρες
εκείνες ο αριθμός των “γυναικών” ξεπερνούσε τις 2000…
Τα
νέα πως “έρχονται οι Αμερικάνοι” διαδίδονταν αστραπιαία σε όλη της Αττική.
Πολλά κορίτσια που είχαν έρθει από χωριά και δούλευαν υπηρέτριες σε
πλουσιόσπιτα, ζητούσαν άδεια απ’ τις κυρίες τους και κατέβαιναν στο λιμάνι.
Εκεί μπορούσαν να βγάλουν 3000 δρχ. σε ένα εικοσιτετράωρο. Δηλαδή δύο
μηνιάτικα!
Όταν
οι μπουκαπόρτες των καραβιών άνοιγαν και τα ναυτάκια ξεχύνονταν στο λιμάνι, οι
“κράχτες” τους την έπεφταν σαν κοράκια. Πρώτος στόχος να τους μαντρώσουν στην
Τρούμπα. Ούτε ένας να μην ξεφύγει για Αθήνα. Δεύτερος στόχος να οδηγήσουν όσους
περισσότερους μπορούσαν στο καμπαρέ που τους πλέρωνε…
Στα
καμπαρέ, τα ποτά και οι σαμπάνιες άνοιγαν το ένα μετά το άλλο. Τα “κορίτσια”
έκαναν πως έπιναν, αλλά έχυναν πίσω από την καρέκλα το ποτό τους. Και όλοι
νόμιζαν πως δούλευαν τα χαζοαμερικανάκια. Στην Τρούμπα πρωτοκυκλοφόρησε και η
φράση “Τι με πέρασες, για αμερικανάκι;”…
Βέβαια,
οι Αμερικάνοι δεν ήταν καθόλου χαζοί. Οι περισσότεροι από δαύτους κουβαλούσαν
μαζί τους διάφορα είδη, όπως τραντζίστορ, ρολόγια, αφορολόγητα τσιγάρα κλπ. Τα
μοσχοπουλούσαν σε Έλληνες μαυραγορίτεςκαιτα κονομούσαν χοντρά!
Με
την ισοτιμία των νομισμάτων, τους έπεφτε το “πήδημα” λιγότερο από δύο δολάρια.
Έτρωγαν, έπιναν και επέστρεφαν στα καράβια τους με γεμάτες τις τσέπες…
Οι
ιστορίες των γυναικών της Τρούμπαςήταν
συνήθως ιστορίες καταπίεσης, μοναξιάς ή απελπισμένου έρωτα. Συνήθως την κοπέλα την
πρότρεπαν και καθοδηγούσαν, οινταβατζήδες -με την υπόσχεση ότι μόλις εξοικονομήσουν χρήματα θα την
παντρευτούν-, ή κάποια έμπιστη φίλη που ήταν ήδη στο «κουρμπέτι». Οι ίδιες
πάντως λέγανε ότι όλα ήταν «για λίγο
καιρό να βγουν χρήματα και μετά το κόβουμε», αλλά ο «λίγος καιρός» δε τέλειωνε
ποτέ.
Χαρακτηριστικό ήταν επίσης ότι ιερόδουλες της εποχής ήταν συνήθως και πολύ
θρήσκες. Στο διπλανό καμαράκι από αυτό της «αμαρτίας», είχαν ένα εικόνισμα και
ένα καντηλάκι πάντα αναμμένο και προσεύχονταν για ένα καλύτερο αύριο.
Μερικές από τις πιο γνωστές πόρνες από την ιστορία της Τρούμπας ήταν η Στέλλα
από τη Λαμία που εκμεταλλεύτηκε κάποιος Αντώνης και την έκανε πόρνη στην
Τρούμπα και μία μέρα η Στέλλα τον πυροβόλησε στο πόδι και η Δέσποινα πρώην
ιερόδουλη και ερωμένη του νταβατζή και ιδιοκτήτη του Puerto Rico Bar ο οποίος
όμως αν και την έβγαλε από την πορνεία, την απατούσε συστηματικά και εκείνη
τυφλωμένη από ζήλια τον περιέλουσε με βιτριόλι.
Αξίζει
εδώ να αναφερθεί ότι ο φόβος και ο τρόμος της Τρούμπας ήταν μια καθηγήτρια. Πιο
συγκεκριμένα στην Τρούμπα ήταν και το Τμήμα Μεταγωγών. Αλλά πιο πάνω ήταν και
το Δεύτερο Γυμνάσιο. Όπου δίδασκε Γαλλικά η κα Αρχοντάκη. Μία σωματώδης γυναίκα
της οποίας ο άντρας ήταν αστυνομικός διευθυντής Πειραιά και η οποία όταν δεν
δίδασκε έφερνε βόλτα την Τρούμπα και μάζευε, σαν το «μεικτό» των στρατιωτών,
τους μαθητές της. Σε όσους δεν είχαν πάρε-δώσε με την Τρούμπα ήταν ιδιαιτέρως
αγαπητή. Διέθετε ένα μοναδικό κράμα καλοσύνης και αγάπης προς τους μαθητές της,
συγχρόνως με μία απίστευτη σκληρότητα σ’ όσους πήγαιναν στους οίκους ανοχής
(τους πλάκωνε κυριολεκτικά στο ξύλο και μιλάμε για μαθητές που ήταν 1. 85 και
22 χρονών αφού ήταν σύνηθες φαινόμενο κάποιος να διακόπτει το σχολείο, να
πηγαίνει να μπαρκάρει και μετά από μερικά χρόνια να το ξαναπιάνει) γεγονός που
την είχε κάνει φόβο και τρόμο της Τρούμπας. Αν κανείς, μικρός σε ηλικία,
εμφανιζόταν εκεί τον ρωτούσαν “Σε ποιό γυμνάσιο πας ;”. Αν έλεγε “δεύτερο” όλες
οι πόρτες έκλειναν», λέει ο αφηγητής μας.
Εκτός
από τα 57 σπίτια τα οποία αναφέρονταν στα αρχεία της Αστυνομίας Πειραιώς,
υπήρχαν κι' άλλα 40 στην γύρω περιοχή με ιερόδουλες, οι οποίες όμως δεν ήταν
«δηλωμένες» στο Τμήμα Ηθών και δούλευαν παράνομα με το φόβο των εφόδων της
αστυνομίας.
Η ζωή στην περιοχή ήταν σκληρή, όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του ο Νίκος
Μάθεσης οι φόνοι ήταν καθημερινό φαινόμενο. Σε εφημερίδες τις δεκαετίας του '60
υπάρχουν πολλά δημοσιεύματα για ανεξιχνίαστες δολοφονίες στην Τρούμπα λόγω των
καθημερινών συμπλοκών που είχαν οι «προστάτες» για τις ιερόδουλές ή εξαιτίας
διαφωνιών με πελάτες. Επίσης στην περιοχή λειτουργούσαν και πολλές «λέσχες» που
μέσα έβρισκες κάθε καρυδιάς καρύδι: μπράβοι, αβανταδόροι και «σκυλόμαγκες»
έτοιμοι να βγάλουν μαχαίρι για λίγα λεφτά ή για μία κουβέντα παραπάνω.
Παράλληλα στην Τρούμπα μεγαλούργησαν και πολλοί γνωστοί ρεμπέτες ο Μάρκος
Βαμβακάρης ο Παπαϊωάννου, ο Κερομύτης και ο Νίκος ο Πουνέντης. Μέρα και βράδυ
από όποιο καφενείο πέρναγες, άκουγες μπουζούκι και μπαγλαμά και ένιωθες την μυρωδιά
του χασίς από ναργιλέ και από τσιγαριλίκι. Όσοι έπαιζαν μπουζούκι, συνήθως ήταν
άνθρωποι της τούφας και το είχαν μάθει στη φυλακή, ενώ για τα παιδιά κάτω των
20 χρόνων και τους «ανώμαλους» απαγορευότανε η είσοδος «δια καρπαζιάς,
σβουριχτής και κλοτσιάς».
Το
1967 ο τότε δήμαρχος Πειραιά Αριστείδης Σκυλίτσης αποφασίζει την απαγόρευση
όλων των δραστηριοτήτων στην περιοχή, αφού πέραν των συνθηκών που είχαν
δημιουργήσει γκέτο για τους Πειραιώτες, η εγκατάσταση ναυτιλιακών εταιρειών
στην Ακτή Μιαούλη ήταν μία καλή ευκαιρία για αναδόμηση, εκκαθάριση και ανάπτυξη
της περιοχής. Μέχρι το 1970 το λιμενικό είχε πλέον τον πλήρη έλεγχο, ενώ τα
περισσότερα νυχτερινά κέντρα και τα καταγώγια της εποχής κατεδαφίστηκαν. Υπεύθυνη
για την αστυνόμευση της Τρούμπας ήταν η Αστυνομική Διεύθυνσις Πειραιώς της τότε
Αστυνομίας Πόλεων. Ανάμεσα στους αστυνομικούς που κατά τη διάρκεια της καριέρας
τους είχαν σημαντική εμπλοκή με υποθέσεις της Τρούμπας ήταν ο Σπύρος Μιχελής
(αργότερα αρχηγός της Αστυνομίας Πόλεων επί χούντας Ιωαννίδη) και ο πολύ
γνωστός Νίκων Αρκουδέας (αργότερα αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας επί Ανδρέα
Παπανδρέου). Στις 12 Σεπτεμβρίου του 1967, το χουντικό καθεστώς απαγόρευσε τη
συνέχιση λειτουργίας όλων των παραπάνω κέντρων θέλοντας να δείξει την αφοσίωσή
του στα «ελληνοχριστιανικά ιδεώδη», αλλά βασικά λόγω της άμεσης γειτνίασης τους
με τα καινούρια γραφεία ναυτιλιακών εταιρειών που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή.
Σήμερα στην περιοχή της Τρούμπας βρίσκονται κυρίως ναυτιλιακές εταιρείες,
ναυτικά πρακτορεία, ελάχιστα καμπαρέ, ξενοδοχεία, καταστήματα παντός είδους που
απευθύνονται κυρίως σε μετανάστες ασιατικής καταγωγής, σε ναυτικούς και σε
τουρίστες. Επίσης στην ίδια περιοχή βρίσκονται τα Δικαστήρια του Πειραιά, το
ΙΚΑ, η υπηρεσία Ναυτικών Μητρώων του υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας και μια
μονάδα αποκατάστασης τοξικομανών με μεθαδόνη του ΟΚΑΝΑ. Παλαιότερα υπήρχε
επίσης και υπηρεσία Μεταγωγών της Ελληνικής Αστυνομίας.
Η
παλιά Τρούμπα όμως δεν ξεχάστηκε καθώς
παραμένει ζωντανή από τους στίχους πολλών λαϊκών τραγουδιών που εξυμνούν ή
αναπολούν τις αλλοτινές "δόξες" της περιοχής όπως:
"Χρόνια μες΄ τη
Τρούμπα / μαγκίτης κι αλανιάρης
ρώτησε να μάθεις / κι
υστέρα να με πάρεις".
(Στίχοι
και μουσική του Μάρκου Βαμβακάρη, που τραγούδησαν ο ίδιος, η Ρόζα Εσκενάζυ και
ο Σ. Ζαγοραίος).
"Τα όνειρά σου τα
παλιά / σ΄ ένα μαντήλι δέστα
η Τρούμπα δεν υπάρχει πια /
και μη γυρεύεις ρέστα".
(Στίχοι
και μουσική του Γ. Μητσάκη, που τραγούδησε η Καίτη Αμπάβη)
"Η Τρούμπα τώρα έρημη
/ χωρίς παλικαράκια
οι δρόμοι της ρημάξανε /
χαθήκαν τα βλαμάκια".
(Στίχοι
και μουσική του Μπαγιαντέρα που τραγούδησε ο ίδιος).
Κατά
τα τελευταία έτη νέας μορφής νυχτερινή διασκέδαση έχει επανακάμψει στους
δρόμους της Τρούμπας, ενώ χρησιμοποιείται εκ νέου και το όνομα «Τρούμπα».
Παρέλαση νίκης την ημέρα της
απελευθέρωσης του Πειραιά στην οδό Καραΐσκου, έξω από το κτήριο της
Επαγγελματικής Σχολής στο ύψος της Πλατείας Κοραή
Ο
Γερμανός στρατιώτης της γέφυρας της οδού "Πλαταιών"
του Στέφανου Μίλεση
Η οικογένεια Νομικού
έγραψε τη δική της ιστορία στον Πειραιά κατά την περίοδο του πολέμου και της
κατοχής που ακολούθησε. Εκατοντάδες τέτοιες ιστορίες είναι που συνέθεσαν το
μωσαϊκό της ιστορίας της πόλης μας. Ιστορίες θλιμμένες, παράξενες που αφήνουν
μια πικρή γεύση στο στόμα. Ιστορίες της μοίρας που παίζει παράξενα παιχνίδια
όταν συναντά πεδίο ελεύθερο. Και ο πόλεμος είναι το φυσικό ελεύθερο πεδίο της
"ειμαρμένης".
Ο Γεώργιος Νομικός και η
γυναίκα του η Παρασκευή που οι γείτονες έμειναν να τη φωνάζουν Παρασκευούλα,
είχαν δημιουργήσει στη συνοικία Λεύκα, μια πραγματικά πολυμελής οικογένεια. Στο
δίπατο σπίτι τους έμεναν τα παιδιά τους αλλάκαι οι γονείς τους.
Τις ήρεμες στιγμές της
οικογενειακής καθημερινότητας ήρθαν να ταράξουν οι μέρες του πολέμου και της
μεγάλης ταραχής. Ο γιος τους ο Δημήτρης, επιστρατεύτηκε αμέσως και στάλθηκε στο
Αλβανικό μέτωπο, επανδρώνοντας το Σώμα των Μεταφορών, παρότι από το 1929 ήταν
ναυτικός και είχε ήδη μπαρκάρει με εμπορικά πλοία.
Ναυτικό Φυλλάδιο Δημητρίου Νομικού
που εκδόθηκε στον Πειραιά στις 30
Μαΐου 1929
Η μονάδα του Δημήτρη
Νομικού, ανεχώρησε σχεδόν δύο μέρες μετά τη κήρυξη του πολέμου για το μέτωπο.
Αυτή η διήμερη καθυστέρηση είχε να κάνει με τις επιστρατεύσεις φορτηγών και
άλλων οχημάτων, τα οποία το Κράτος έπαιρνε από τους ιδιώτες δίνοντάς τους μια πρόχειρη
έγγραφη βεβαίωση. Στη συνέχεια πάνω σε αυτά τα φορτηγά, τα επιστρατευμένα,
ανέβαιναν άνδρες του Σώματος των Μεταφορών για να τα οδηγήσουν πρώτα στη μονάδα
και ύστερα στο μέτωπο. Καθώς το φορτηγό που θα αναλάμβανε ο Δημήτρης Νομικός
βρισκόταν κοντά στην Πλατεία Ιπποδαμείας, ο πατέρας του έτρεξε και τον έβγαλε
μια τελευταία φωτογραφία πριν αναχωρήσει για το μέτωπο.
Ο Δημήτρης Νομικός αν και
Πειραιώτης ναυτικός, δεν άργησε να προσαρμοστεί γρήγορα στις συνθήκες του
ορεινού πολέμου της Αλβανίας. Επρόκειτο για δύσκολη σωματική εργασία, καθώς τα
φορτηγά κολλούσαν διαρκώς σε στρώματα λάσπης των χωμάτινων δρόμων που
χρησιμοποιούσαν. Τις περισσότερες φορές δεν ήταν καν δρόμοι αλλά απλά
μονοπάτια. Έπρεπε λοιπόν να κατεβαίνουν κάθε τόσο από τα φορτηγά τους και να
βρίσκουν τρόπο να τα ξεκολλούν τοποθετώντας εμπόδια στους τροχούς τους, ώστε
αυτοί να σκαλώνουν πάνω τους και να μη γυρίζουν ανεξέλεγκτα μέσα στη λάσπη.
Άλλοτε πάλι όταν δεν έβρισκαν τίποτα, τοποθετούσαν την ίδια τους την κουβέρτα ή
την χλαίνη τους κάτω από τις ρόδες.
Ο Δημήτρης Νομικός επέζησε
όλων των κακουχιών του μετώπου και όταν το μέτωπο έπεσε, αυτός όπως και
χιλιάδες άλλοι επέστρεψε με τα πόδια στις πόλεις από όπου είχε ξεκινήσει ο
καθένας. Το φορτηγό που οδηγούσε είχε καταστραφεί από τον έκτο μήνα του πολέμου
και μέχρι το τέλος του εκτελούσε χρέη ημιονηγού δηλαδή είχε χρεωθεί ένα μουλάρι
με το οποίο μετέφερε κασόνια με εφόδια στην πρώτη γραμμή.
Όταν έφτασε πίσω στο σπίτι
του στη Λεύκα του Πειραιά, βρήκε την οικογένειά του σώα παρά τους βομβαρδισμούς
που είχαν προηγηθεί, για τους οποίους είχε ακούσει πολλά, όταν ήταν στο μέτωπο
και είχε ανησυχήσει ιδιαιτέρως. Η ήττα της Ελλάδας τον είχε πικράνει πολύ.
Έβγαλε τη στολή του και την κρέμασε με ιδιαίτερες τιμές στη ντουλάπα του
δωματίου του. Κάποτε όταν ο καιρός θα άλλαζε, θα έβρισκε τρόπο να τη φορέσει
ξανά, όχι ηττημένος και πικραμένος, αλλά νικητής και περήφανος. Λίγο καιρό
αργότερα ο Δημήτρης έφυγε από το σπίτι της Λεύκας. Καθώς είχε βρει εργασία
μακριά από τον Πειραιά, είχε πάρει τα λιγοστά του υπάρχοντα, μεταξύ των οποίων
και τη στολή του μετώπου της Αλβανίας, και ζούσε κοντά στο σημείο που δούλευε.
Επισκεπτόταν κατά καιρούς την οικογένεια με τον "Ηλεκτρικό"
σιδηρόδρομο.
Όταν ο καιρός θα άλλαζε,ο Δημήτρης Νομικός θα έβρισκε τρόπο να
φορέσει ξανά τη στολή του μετώπου και να βγει στους δρόμους του Πειραιά, όχι
ηττημένος και πικραμένος, αλλά νικητής και περήφανος.
Ακολούθησαν τα ζοφερά
χρόνια της κατοχής που η οικογένεια δυσκολεύτηκε πολύ, γιατί καθώς ήταν
πολυμελής η εύρεση τροφής δεν ήταν εύκολη υπόθεση.
Ήταν συχνό φαινόμενο τότε
οι σειρήνες να ηχούν άσκοπα, ακόμα και όταν μόνο ένα αεροπλάνο περνούσε πάνω
από την Ελευσίνα. Άλλοτε πάλι ενώ οι σειρήνες ηχούσαν για να σημάνουν τη λήξη
κάποιου συναγερμού, μετά από κάποια λεπτά ηχούσαν εκ νέου για να σημάνουν την
έναρξη ενός καινούργιου. Και αυτό το αδιάκοπο πήγαινε - έλα σταματούσε κάθε
δραστηριότητα, είτε εργασία, είτε ανάπαυση. Οι άνθρωποι από την έλλειψη τροφής
και ύπνου είχαν εξασθενίσει, οι μήνες και τα χρόνια της διαρκούς έντασης
περνούσαν, δυσκολεύοντανπια να τρέξουν
αν δεν υπήρχε ανάγκη να το κάνουν. Η εξοικονόμηση θερμίδων ήταν μια σοβαρή
υπόθεση. Έτσι δεν έτρεχαν κάθε φορά που οι σειρήνες ηχούσαν αλλά μόλις έπεφταν
οι πρώτες βόμβες στο λιμάνι. Σήμερα αυτά μας φαίνονται αδιανόητα, αλλά η
κούραση που επιφέρει ο πόλεμος ύστερα από τέσσερα χρόνια αδιάκοπης πάλης
επιβίωσης μετατρέπει τον άνθρωπο και τις αντιδράσεις του.
Κόντευε μεσημέρι, η ώρα
του φαγητού πλησίαζε για την οικογένεια που εκείνη τη φορά είχαν εξασφαλίσει
επιτέλους μετά από πολύ καιρό κάποιο γεύμα. Λαχανίδες για βράσιμο, τόσες ώστε
σε κάθε μέλος της οικογένειας να αντιστοιχεί μια σχεδόν κανονική μερίδα
φαγητού. Ο πατέρας της οικογένειας ο Γιώργης είχε στείλει νωρίτερα παραγγελιά
με κάποιο φίλο στην οικογένεια να βάζουν το νερό να βράζει. Κατάφερε να δώσει
κάποια από τα προικιά της Παρασκευούλας με αντάλλαγμα φαγώσιμα.
Από τη στιγμή της
παραγγελιάς, όλη η οικογένεια περίμενε τον πατέρα με αγωνία να επιστρέψει πίσω.
Ακόμα και το νερό ήταν έτοιμο, βρασμένο με την κατσαρόλα να αχνίζει πάνω στη
φωτιά. Με το που εμφανίστηκε ο Γιώργης κρατώντας στα χέρια του το σάκο με τις
λαχταριστές λαχανίδες, άρχισαν οι σειρήνες να ηχούν, δυνατά, εκνευριστικά.
Κανείς δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Από το πρωί περίμεναν αυτή την ευλογημένη
ώρα, του πολύτιμου φαγητού. Πεινούσαν! Αχ πώς πεινούσαν.
Η βόμβα έπεσε ακριβώς πάνω
στο σπίτι της οικογένειας Νομικού στη Λεύκα του Πειραιά. Όλη η οικογένεια
ξεκληρίστηκε, στο σύνολο οκτώ άτομα. Και αφού η σκόνη καταλάγιασε το μόνο που
έμενε όρθιο να στέκεται μέσα στα χαλάσματα, ήταν η κατσαρόλα που συνέχιζε να
στέκεται όρθια πάνω στην εστία της κουζίνας. Το νερό βρασμένο κι έτοιμο από
νωρίς, περίμενε τον Γιώργο με τις λαχανίδες.
Σήμερα αν επισκεφθεί
κάποιος το μνημείο για τους νεκρούς του "Συμμαχικού" βομβαρδισμού της
11ης Ιανουαρίου του 1944, θα δει ανάμεσα στα ονόματα που έχουν χαραχθεί και
εκείνο που αναγράφει "Νομικού Γεωργίου Οικ.". Αυτό το
"Οικ."που δεν αναγράφεται
δίπλα στα άλλα ονόματα, αλλά μόνο στο όνομα του Νομικού Γεωργίου, περιλαμβάνει
τη σύζυγο Παρασκευούλα δύο γέροντες και τέσσερα παιδιά. Οκτώ στο σύνολο ψυχές.
Αυτό το "Οικ."που δεν αναγράφεται δίπλα στα άλλα ονόματα,
αλλά μόνο στο όνομα του Νομικού Γεωργίου περιλαμβάνει τη σύζυγο Παρασκευούλα
δύο γέροντες και τέσσερα παιδιά. Οκτώ στο σύνολο ψυχές.
Ο μόνος που σώθηκε ήταν ο
μαχητής της Αλβανίας, ο Δημήτρης Νομικός. Όταν έμαθε το χαμό της οικογένειας
παράτησε τη δουλειά και επέστρεψε στον Πειραιά. Δεν τον ενδιέφερε πια η
επιβίωσή του. Έμενε κοντά στην Πλατεία Ιπποδαμείας. Μισούσε αχ πως μισούσε τους
Γερμανούς. Άκουγε κρυφά στο ραδιόφωνο ότι ο πόλεμος πλησίαζε στο τέρμα του. Οι
Γερμανοί έχαναν σε όλα τα μέτωπα. Περίμενε την ώρα της απελευθέρωσης της χώρας,
την ώρα που θα λάμβανε το μαντάτο της αποχώρησης των Ούννων, την ώρα που οι
ντόπιοι συνεργάτες τους θα εξαφανίζονταν από προσώπου γης. Μήπως η ώρα που
περίμενε έφτασε;
"Δημήτρη έβγα έξω!
Δημήτρη έβγα έξω, οι Γερμανοί φεύγουν, οι Γερμανοί φεύγουν" φώναζε ο
Κωστάκης, ένα δωδεκάχρονο γειτονόπουλο.
Ο Δημήτρης ανοίγει γρήγορα
την ντουλάπα και φοράει τη στολή του μετώπου, τη στολή των νικηφόρων μαχών της
Αλβανίας. Έφτασε η ώρα που τόσα χρόνια περίμενε. Βγήκε έξω από το σπίτι του με
κατεύθυνση τη διπλανή Πλατεία Ιπποδαμείας. Θα έβγαιναν κι άλλοι γείτονες να
πανηγυρίσουν ήταν απλά θέμα χρόνου. Φτάνει στην Πλατεία Ιπποδαμείας αλλά δεν
συναντάει κανένα άλλο, είναι μόνος του φορώντας τη στολή του.
Η γέφυρα της "Πλαταιών"
μένει σήμερα ίδια, όπως και επί κατοχής, με μόνη διαφορά τα προστατευτικά
κάγκελα που τοποθέτησαν στις δύο πλευρές της
Ο Γερμανός στρατιώτης που
φύλαγε σκοπιά πάνω στη μικρή γέφυρα που ενώνει την οδό Αλιπέδου με την Ομηρίδου
Σκυλίτση, είδε κάποιον να εμφανίζεται λίγα μέτρα πιο κάτω στην πλατεία, να
τρέχει φορώντας στρατιωτική στολή. Η γέφυρα που στεκόταν ήταν χαρακτηρισμένη με
την ονομασία "Πλαταιών" καθώς αποτελούσε φυσική προέκταση της οδού με
το ίδιο όνομα. Σε όλη την διάρκεια της κατοχής του Πειραιά, η διοίκηση είχε ορίσει
το συγκεκριμένο σημείο να είναι φυλασσόμενο, όπως και πολλά άλλα σημεία της
γραμμής του "ηλεκτρικού". Οι δολιοφθορές στα αφύλακτα ήταν συχνές.
Σήμερα και αυτός όπως και οι υπόλοιποι της μονάδας του θα έφευγαν από τον
Πειραιά για πάντα. Όμως ακόμα ήταν εκεί, πάνω στη γέφυρα. Σήκωσε το τουφέκι του
και πυροβόλησε. Ο Δημήτρης Νομικός έπεφτε νεκρός στις 12 Οκτωβρίου τους 1944
στις οκτώ η ώρα το πρωί.
Η ιστορία της πόλης
κατέγραψε στα ψιλά γράμματα με τα οποία συνήθως γράφονται οι υποσημειώσεις, ότι
κατά την αποχώρηση των Γερμανών ο σκοπός της Γέφυρας της Πλαταιών δεν έφυγε
μαζί με τους υπόλοιπους αλλά παρέμεινε στη θέση του πυροβολώντας εκείνους που
σιγά σιγά ξεπρόβαλαν στους δρόμους για να πανηγυρίσουν.
“Μεσημέρι
ήταν θαρρώ, όταν ξαφνικά άρχισαν να βαράνε οι σειρήνες, δεν περιμέναμε κάτι,
πάντα φοβόμασταν πάντως, εγώ βρισκόμουν κοντά στο Αη Διονύση… άρχισα να τρέχω
προς τα ψηλά… κάπου βρέθηκα σε κάποιο καταφύγιο στην Αγίου Δημητρίου… Εκείνη
την ημέρα ο Πειραιάς μύριζε θάνατο. Η πόλη μας καταστράφηκε. Το λιμάνι γέμισε
πλοία βουλιαγμένα. Όσοι σώσαμε τα καΐκια μας, φύγαμε να φέρουμε τρόφιμα. Όλοι
χάσαμε συγγενείς. Είχα φίλους νιόπαντρους μέσα στον πόλεμο που χάθηκαν εκείνη
την ημέρα. Θέλανε να αποτελειώσουν τους Γερμανούς και τελικά αποτελειώσανε
εμάς.”
Τα
συμμαχικά αρχεία
«Η
αποστολή της 11ης Ιανουαρίου [1944] ήταν πολύ διαφορετική. Ηταν καταστροφή
[disaster] για την 301η [Ομάδα Βομβαρδιστικών]».
Αυτή η αναφορά σε ένα
απολογιστικό σημείωμα του πιο καταστροφικού βομβαρδισμού του Πειραιά, στη
διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ολοκληρώνει την εικόνα της ίσως πιο
αιματηρής, αποτυχημένης αποστολής των συμμαχικών δυνάμεων εναντίον του
φασιστικού άξονα.
Εκείνη η «μαύρη» μέρα του
Γενάρη του 1944, έχει μείνει άσβεστη στη μνήμη όλων των Πειραιωτών, καθώς
υπολογίζεται ότι ένας μεγάλος αριθμός πολιτών, όλων των ηλικιών, έχασε τη ζωή
του ενώ καταστράφηκαν ολοσχερώς ή υπέστησαν μεγάλες ζημιές κτίρια και υποδομές,
και δημιουργήθηκε μεγάλο προσφυγικό ρεύμα προς την Αθήνα.
Το ερώτημα, που παρέμεινε
για δεκαετίες αναπάντητο, ήταν αμείλικτο: Ο καταστροφικός βομβαρδισμός ήταν
εσκεμμένη ενέργεια των συμμάχων ή πλήρες λάθος;
Πάντως, όπως προκύπτει από
επίσημα έγγραφα που παρουσίασε η «Εφημερίδα των Συντακτών», τα συμμαχικά
βομβαρδιστικά, χωρίς καν να αντιμετωπίσουν γερμανικά αεροσκάφη, είχαν μεγάλες
απώλειες, καθώς πετώντας μέσα σε πυκνά σύννεφα και με μηδενική ορατότητα
συγκρούονταν στον αέρα μεταξύ τους!
Με αυτό τον τρόπο χάθηκαν
6 αμερικανικά βομβαρδιστικά και 8 βρετανικά μαζί με δύο μαχητικά, και
πιθανότατα, όπως προκύπτει και από μαρτυρίες, ο φοβερός βομβαρδισμός στο κέντρο
της πόλης ήταν εντελώς «τυφλός», στην… τύχη!
«Καλύτερη
κατάρτιση, καλύτερες επικοινωνίες, περισσότερη τύχη ή ίσως μία συνετή στροφή
360 μοιρών μπορούσε να είχε αποτρέψει αυτή την τραγωδία»,
αναφέρει χαρακτηριστικά ο άγνωστος συντάκτης της απολογιστικής αναφοράς της
αποστολής, που υπάρχει στην ιστοσελίδα των βετεράνων της 301ης Ομάδας
Βομβαρδιστικών της Βρετανικής Αεροπορίας, της γνωστής RAF.
Όπως σημειώνουν ιστορικοί
ερευνητές και όπως προκύπτει από επίσημα έγγραφα, που πλέον έχουν
αποχαρακτηριστεί και είναι δημόσια, ο βομβαρδισμός αυτός ήταν κάτι σχεδόν
αναμενόμενο.
Όπως αναφέρει ο Στ.
Μπινιάρης στο βιβλίο του «Ο Πειραιάς του Μεσοπολέμου και της Κατοχής»,( Εκδοση
Φιλολογική Στέγη Πειραιώς) υπήρξε σχετική προειδοποίηση από τη «Φωνή του
Λονδίνου». Ο ίδιος, αναφερόμενος στον πρώτο βομβαρδισμό που έγινε από μοίρα
βομβαρδιστικών (Β- 17) της Αεροπορίας των ΗΠΑ (USAF), γράφει:
«Ήταν
κατά το μεσημέρι όταν οι σειρήνες δώσανε το σύνθημα συναγερμού κι’ είπαμε τότε
οι “σύμμαχοι είναι”. Όμως, από τα παράνομα ραδιόφωνα είχαμε ακούσει τη “Φωνή
του Λονδίνου” που μετέδιδε μηνύματα για τους επικείμενους βομβαρδισμούς…..»
Ο συναγερμός σήμανε στις
12.35 και τελείωσε στις 13.43 χωρίς να σημάνει ποτέ η λήξη του λόγω της
αναστάτωσης που υπήρξε.
«Τα
αεροπλάνα, σαν σε ειδοποίηση για τον άμαχο πληθυσμό, διαγράψανε μια δύο φορές
κύκλους πριν αρχίσουν να ρίχνουν τις βόμβες τους για να δώσουν χρόνο στον
πληθυσμό να πάει στα καταφύγια. Ύστερα από λίγη ώρα οι βόμβες, που για αλλού
πηγαίνανε κι’ αλλού πέσανε, άρχισαν να πέφτουν σωρό και δημιούργησαν τη
συμφορά», γράφει ο Στ. Μπινιάρης.
Την ίδια εκτίμηση για την…
ευστοχία των συμμάχων έχει κάνει και ο Γ. Χατζημανωλάκης, που έχει γράψει
(περιοδικό «Πειραϊκά», Τόμος 1 - Ιανουάριος 2003) ότι ο βομβαρδισμός «υπήρξε και άστοχος και άσκοπος, αφού οι
βόμβες, ιδιαίτερα των αμερικανικών αεροπλάνων δεν έπληξαν κανένα στόχο […]
βομβάρδιζαν την πόλη χωρίς να πλήττουν κανένα πολεμικό στόχο, έτσι στην τύχη -
θα έλεγε κανείς [...]».
Σύμφωνα με την καταγραφή
της δράσης της Αεροπορίας των ΗΠΑ στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, για εκείνη την
ημέρα αναφέρονται τα εξής:
«Στρατηγική
δραστηριότητα (15η Αεροπορική Δύναμη): Β-17 με συνοδευτικά P-38 βομβάρδισαν το
λιμάνι του Πειραιά, στην Ελλάδα, αυτοί κατέστρεψαν 8 επιθετικά αεροσκάφη, 6
Β-17 χάθηκαν μετά από εναέριες συγκρούσεις σε βαριά συννεφιά».
Πιο κατατοπιστικές είναι
οι βρετανικές αναφορές, που παρουσιάζει η «Εφ.Συν.», για τις απώλειες των
αεροσκαφών της 301ης Ομάδας Βομβαρδιστικών, η οποία επιχείρησε, δύο φορές, το
βράδυ της ίδιας μέρας (19.22 έως 21.40 η πρώτη και 21.57 έως 23.15 η άλλη).
Στο απολογιστικό σημείωμα της αεροπορικής
επιχείρησης αναφέρεται ότι «τα σύννεφα
ήταν πολύ παχιά (η κάλυψη νεφών ήταν 10/10) και η ορατότητα δεν ήταν πολύ πέρα
από τα ακροπτερύγια, γεγονός που καθιστά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να δεις άλλα
αεροσκάφη. Υπήρχε επίσης πάγος. Αυτές θα ήταν δύσκολες συνθήκες για “μοναχικά”
αεροσκάφη και ήταν εξαιρετικά επικίνδυνες για σχηματισμούς βομβαρδιστικών».
Έτσι, 19 λεπτά πριν
φτάσουν στον στόχο τους οι Βρετανοί, άρχισε η μεταξύ τους «αερομαχία».
Δύο αεροσκάφη της 97ης
Ομάδας πέταξαν σχεδόν μπροστά από τον επικεφαλής (σμήναρχο) της 301ης Ομάδας
και κάποια στιγμή έγινε η σύγκρουση, καθώς τα φορτωμένα και παγωμένα Β-17 δεν
ήταν εύκολο να επανέλθουν σε κανονική πορεία, ιδιαίτερα επειδή πετούσαν πολύ
υψηλά.
Ο κυβερνήτης John Wallace
σε αναφορά του υπογράμμισε, την επόμενη μέρα, τα εξής:
«Πετούσαμε
σε σταθερή κατεύθυνση και ρυθμό ανόδου όταν δύο αεροπλάνα ήρθαν έξω από τον
καιρό περίπου 20 μοίρες στα αριστερά μας. Πετούσαν σε σχηματισμό. Το ένα ήρθε
πάνω από τη δεξιά πλευρά μας και το άλλο πήγε κάτω στην αριστερή πλευρά. Το ένα
χτύπησε στη δεξιά πλευρά μας το αεροπλάνο και μας έβγαλε από τη ζώνη ασφαλείας.
Ο σμήναρχος έχασε περίπου 2.000 πόδια [ύψος], βγήκε έξω και επανήλθε σε περίπου
ένα λεπτό».
Όμως, άλλοι δεν τα
κατάφεραν. Εκεί χάθηκαν 5 βομβαρδιστικά της 301ης Ομάδας και δύο της 97ης
Ομάδας.
Στην αναφορά για την
απώλεια του ενός βομβαρδιστικού της 301ης Ομάδας αναφέρεται ως αιτία «εναέρια σύγκρουση με αεροσκάφος άλλου
σχηματισμού ενώ πετούσε ανάμεσα σε 10/10 συννεφιά».
Ο William Bates στην
αναφορά του στις 12 Ιανουαρίου 1944 αναφέρει τα εξής:
«Πετούσαμε
μαζί σε σχηματισμό. Εμείς χτυπηθήκαμε στην ουρά, κοίταξα έξω από το παράθυρο
και είδα την έκρηξη, μια κόκκινη μπάλα φλόγας. Είδα κάτι που νόμιζα ήταν ένα
κλειστό αλεξίπτωτο και φλεγόμενο».
Ο Felton Pullin, που ήταν
πλήρωμα στο αεροσκάφος #42-30106, ανέφερε τα εξής:
«Εμείς
πετούσαμε στα σύννεφα. Κατάλαβα μια έκρηξη, η οποία χτύπησε εμάς στο πλάι. Έπεσα
στο πάτωμα. Είδα ένα μεγάλο κομμάτι καμένου αεροπλάνου να πέφτει πίσω μας. Το
αεροσκάφος #42-303 57, που είχε πιλότο τον Ρίτσαρντ Γουίλιαμς, χτυπήθηκε στο
πίσω μέρος του και ξεκίνησε να πέφτει προς τα κάτω».
Σε άλλο έγγραφο της 12ης
Ιανουαρίου διαβάζουμε ότι τρία από τα αεροσκάφη της 301ης Ομάδας έπεσαν «πάνω από τον στόχο της αποστολής της 11ης
Ιανουαρίου 1944, στο λιμάνι του Πειραιά, στην Ελλάδα».
Γενικά
Μέσα σ' αυτό το χάος, ο
τραγικός απολογισμός του «τυφλού» βομβαρδισμού στον Πειραιά ίσως εξηγείται. Οι
αρχικές εκτιμήσεις για 1.000 ή 2.000 θανόντες θεωρούνται υπερβολικές.
Οι θάνατοι στη διάρκεια του βομβαρδισμού της
11ης Ιανουαρίου 1944 υπολογίζονται σε περίπου 700, αλλά στο ταφολόγιο στο
νεκροταφείο της Ανάστασης, όπου τελείται κάθε χρόνο μνημόσυνο, υπάρχουν 492
ονόματα.
Αυτό αποδίδεται στο ότι
άλλοι θάφτηκαν ανώνυμα σε λάκκους, χωρίς να δοθούν τα στοιχεία τους, άλλοι στην
Αθήνα, όταν μεταφέρθηκαν ως τραυματίες, μερικοί σκόπιμα δεν δηλώθηκαν από τους
συγγενείς για να κρατήσουν τα δελτία τροφίμων τους ώστε να πάρουν τη μερίδα που
τους αναλογούσε - 30 δράμια ψωμιού.
Τα περισσότερα θύματα
σημειώθηκαν σε δημόσια κτίρια που καταστράφηκαν από βόμβες (Γραφεία ΙΚΑ,
Εισαγγελία Πειραιώς, που στεγαζόταν εκεί που βρίσκεται σήμερα το δημαρχιακό
μέγαρο), στο εστιατόριο Βίρβου-Τελειώνη στη Βασ. Κωνσταντίνου (σημερινή Ηρώων
Πολυτεχνείου και Τσαμαδού), στο καταφύγιο της Ηλεκτρικής Εταιρείας αλλά και
στον σταθμό του Πειραιά που καταστράφηκε ολοσχερώς.
Όπως ήταν αναμενόμενο, η
γερμανική προπαγάνδα εκμεταλλεύτηκε το γεγονός όχι μόνο διότι δεν είχαν πληγεί
στρατιωτικοί στόχοι αλλά, ταυτόχρονα, της δινόταν η ευκαιρία να στρέψει την
-δικαιολογημένη- οργή, τη θλίψη και την απορία του ελληνικού λαού εναντίον των
συμμάχων.
Μάλιστα, λίγους μήνες
μετά, στις 11 Ιουνίου του 1944, με εντολή των Αρχών Κατοχής εκδίδεται μία δήθεν
αναμνηστική, αλλά στην πραγματικότητα προπαγανδιστική, σειρά δέκα
γραμματοσήμων, με λιθογραφική επισήμανση «Βομβαρδισμός Πειραιώς».
Ο Πειραιάς βομβαρδίστηκε
απανωτά στη διάρκεια της Κατοχής - η επίσημη πρώτη έγινε στη λαϊκή αγορά της
Πηγάδας - εκείνος όμως που χαρακτηρίστηκε σαν ο πιο άδικος ήταν ο βομβαρδισμός
αυτός της 11ης Ιανουαρίου 1944 από την αγγλική - αμερικανική αεροπορία. «Επιδρομή πρωτοφανούς αγριότητος ενηργήθη
χθες εναντίον του Πειραιώς. Επλήγη η πόλις εις την καρδίαν της. Τα θύματα
θρηνούνται κατά εκατοντάδας» έγραψε αμέσως η εφημερίδα Ακρόπολις.
Η ιστορική πλευρά, οι
περιγραφές των γεγονότων έχουν τυπωθεί από τότε σε έγγραφα και φωτογραφίες, σε
ατέλειωτα άρθρα εφημερίδων - περιοδικών, σε ολόκληρα κεφάλαια βιβλίων.
Δεκαετίες μετά, μέσα στη σύγχρονη, αλλαγμένη φυσιογνωμικά πόλη έβλεπες κάποια
κολοβωμένα κτίρια (σα σπασμένα, σάπια δόντια σε κατάλευκη οδοντοστοιχία) να
στέκονται μάρτυρες της καταστροφής. Από το παλιό γωνιακό (κατεδαφισμένο πλέον)
ξενοδοχείο Κοντινεντάλ στην παραλία είχε απομείνει το ισόγειο, ενώ λείπουν
ακόμα οι πάνω όροφοι της οικοδομής στη Νοταρά - Τσαμαδού - Φίλωνος γνωστής
στους παλαιότερους σαν Μέγαρο των αδελφών Ζερβού.
Ο φόβος των επιθέσεων
άδειασε τον Πειραιά από ονομαστές οικογένειές του, που προτίμησαν να
μετακομίσουν στην Αθήνα και τα προάστιά της. Με μελανά χρώματα διηγούνται την
πορεία κατά κύματα χιλιάδων κατοίκων προς την προστατευμένη από τις διεθνείς
συμβάσεις πρωτεύουσα. Εκεί βρήκαν φιλοξενία σε γνωστούς και φίλους ή σε
επιταγμένα για την περίπτωση καταλύματα.
«Κάθε
σημερινός ηλικιωμένος Πειραιώτης, έχει να διηγηθεί τη δικιά του περιπέτεια. Η
αγωνία για το πού έπρεπε να πας να προφυλαχτείς, αν εκεί που στεκόσουν ήσουν
ασφαλής ή όχι, είναι για εμάς τώρα ένα άγνωστο συναίσθημα»
Ότι λοιπόν και να πούμε
σήμερατίποτα δενμπορεί νααντικατοπτρίσει την τραγική πραγματικότητα των γεγονότων που συνέβησαν
την ημέρα αυτή στονΠειραιά. Και όμως
απόλυτη σιγήεπικρατεί στην υπενθύμιση
του τραγικού γεγονότος ακόμη και σήμερα. Δεν είναι όμως καθόλου περίεργο γιατί
ακόμα και τότε που η μνήμη των γεγονότων ήταν νωπή, η σιωπή ήταν τέτοια που
κάλυψε οποιαδήποτε έρευνα που έγινε από επίσημους φορείς της πολιτείας. Η
εξόριστη τότε κυβέρνηση του Τσουδερού στο Κάιρο διαμαρτυρήθηκε έντονα αλλά δεν
έλαβε ποτέ μια απάντηση ικανή να ικανοποιήσει το λαϊκό αίσθημα. Ο Πειραιάς
βομβαρδίστηκε όπως αποδείχθηκε αργότερα από τους συμμάχους μας τους
αγγλο-αμερικάνους λίγες μέρες πριν την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα,
όταν οι δεύτεροι αποχωρούσαν πλέον ατάκτως από όλη την Ευρώπη και όλοι γνώριζαν
πλέον ότι ο πόλεμος για αυτούς ήταν χαμένος.
Ο κατοχικός τότε
πρωθυπουργός της Ελλάδας Ιωάννης Ράλλης διαμαρτυρήθηκε έντονα γράφοντας τα
παρακάτω:
«Αεροπορική
επιδρομή πρωτοφανούς αγριότητος έλαβε χώραν την μεσημβρίαν της σήμερον εις την
γείτονα. Δεν πρόκειται περί πολεμικής επιχειρήσεως, αλλά περί τρομοκρατικής
επιθέσεως εναντίον του ελληνικού λαού του Πειραιώς, θύμα της βαρβάρου αυτής
ενεργείας. Δεν εβομβαρδίσθησαν στόχοι στρατιωτικοί, αλλά αυτή η καρδιά της
πόλεως του Πειραιώς. Καθ’ εκατοντάδας θρηνούμεν τα θύματα της εξάλλου αυτής
πράξεως των επιδρομέων. Εκκλησίαι, και ο καθεδρικός ναός, δημόσια και κοινωφελή
ιδρύματα, ιδιωτικαί κατοικίαι και γραφεία εβλήθησαν μετά λύσσης και ασφαλώς εκ
προμελέτης... Ρηγνύω κραυγήν διαμαρτυρίας ενώπιον της Ανθρωπότητος δια το
επιτελεσθέν πρωτάκουστον ανοσιούργημα, το οποίον δεν είναι δυνατόν να αφεθή
αστιγμάτιστον όταν σημάνη η ώρα της δικαιοσύνης».
Όμως τα λόγια του θάφτηκαν εξαιτίας του γεγονότος ότιήταν ο κατοχικός πρωθυπουργός, ο διορισμένος
από τους Γερμανούς.ενώ η νόμιμη
κυβέρνηση ήταν αυτή η εξόριστη στο Κάιρουπό τον Τσουδερό.
Χρόνια αργότερα ο γιός του
Ιωάννη Ράλλη, πολιτικός και αυτός, ο Γεώργιος Ράλλης θα δηλώσει :
«Κάποιες
απαντήσεις των συμμάχων μίλησαν για "στρατιωτικούς στόχους που
προσβλήθηκαν και για ατυχή θάνατο ορισμένων κατοίκων που ήταν αναγκαίο
επακόλουθο της επιδρομής". Οι στρατιωτικοί στόχοι που προσβλήθηκαν όμως
κατά την διάρκεια του βομβαρδισμού ήταν οι 8 Γερμανοί στρατιώτες που
σκοτώθηκαν, ενώ όταν αναφερόμαστε στο αναγκαίο επακόλουθο της επιδρομής μιλάμε
για 5.500 νεκρούς και για τεράστια καταστροφή αφορούσα την υλικοτεχνική υποδομή
της πόλης».
Ο ερευνητής Δημοσιογράφος
Βασίλης Κουτουζής, στο αφιέρωμα που έχει κάνει για τον βομβαρδισμό τον
χαρακτηρίζει παρανοϊκό ενώ η εισαγωγή του σου κόβει την ανάσα....
«
Μεσημέριτης 11ηςΙανουαρίου του 1944!
Η
πιο εγκληματική ενέργεια των παραφρόνων συμμάχων. Βομβαρδίζουν τον Πειραιά,
δήθεν για να διώξουν τους Γερμανούς.
Τα
"συμμαχικά" αεροπλάνα,κάνουν
στάχτη την πόλη! Στους δρόμους σκορπισμένα πτώματα, φριχτές εικόνες
ακρωτηριασμένων παιδιών! Οι δρόμοι κλεισμένοι από ξύλα, κεραμίδια από τις
στέγες, αναποδογυρισμένα αυτοκίνητα και λάκκοι που έχουν ανοίξει οι
βόμβες.
Σφυροκόπημα
για τρεις ώρες, από τις 12 το μεσημέρι-
ώρα που ο κόσμος βρισκόταν στους δρόμους.......
Όμως
άθικτες έμειναν όλες οι γερμανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις του Ναυστάθμου,
το αεροδρόμιο, τα ναυπηγεία του Περάματος, μεταξύ αυτών και το μεγαλύτερο που
κατασκεύαζε τσιμεντόπλοια για λογαριασμό των γερμανικών αρχών κατοχής».
Για πολλά χρόνια ένα από
τα ερωτήματα που υπήρχαν ήταν αν επρόκειτο για αγγλικά ή αμερικάνικα αεροπλάνα.
Η ανέλκυση από την θάλασσα όμως ενός αεροπλάνου που έριξαν οι Γερμανοί κατά την
διάρκεια του πρώτου βομβαρδισμού καθώς και η τυχαία ανακάλυψη βόμβας απέδειξαν
περίτρανα ότι επρόκειτο για καθαρά αμερικάνικο βομβαρδισμό που πραγματοποιήθηκε
από Ιπτάμενα Φρούρια Β17. (Πρόκειται για ένα τετρακινητήριο βαρύ βομβαρδιστικό
αεροπλάνο που κατασκευάστηκε από την εταιρία Boeing για τις ανάγκες της
Αμερικανικής αεροπορίας. Χρησιμοποιήθηκε κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο
κυρίως για τον βομβαρδισμό Γερμανικών στόχων.Μπορούσε να πετάξει σε πολύ μεγάλο ύψος, σε μεγάλες αποστάσεις,
μεταφέροντας μεγάλο φορτίο και μπορούσε να αμυνθεί σε εχθρικές επιθέσεις. Ήταν
το αεροπλάνο με τη ρίψη περισσοτέρων βομβών από οποιοδήποτε άλλο, κατά τη
διάρκεια του πολέμου).
Παρόλα αυτάστο σημείο αυτό οφείλουμε να πούμε ότι έστω
και αν ποτέ δεν έβρισκαν το βυθισμένο στον λιμένα αεροσκάφος, έστω και αν ποτέ
δεν έβρισκαν βόμβα αμερικάνικου βομβαρδιστικού, δεν θα υπήρχε καμία δικαιολογία
να μην φανερωθεί η ταυτότητα των δραστών αφού η αποστολή ουδέποτε κρατήθηκε
μυστική ή απόρρητη περισσότερο ή λιγότερο από τις υπόλοιπες επιχειρήσεις της
εποχής εκείνης.
Οι πιλότοι ουδέποτε
κρύφτηκαν, συνέστησαν μάλιστα ενώσεις και συνδέσμους και ανάρτησαν εμφανώς τις
αποστολές τους μεταξύ των οποίων ήταν και ο βομβαρδισμός του Πειραιά.
Όμως ας δώσουμε την
εικόνα. Το πρωί της 11ης Ιανουαρίου 1944 έναςσχηματισμός βομβαρδιστικών αεροσκαφών (B17), που ανήκαν στην 5η πτέρυγα
της 15ης Αεροπορικής Στρατιάς, απογειώθηκε από την αμερικάνικη πλέον βάση της
Φότζια Ιταλίας,. Για προστασία από τυχόν προσβολή τους από αεροσκάφη του άξονα
συνοδεύονταν από αεροσκάφη τύπου Lockheed P 38 Lightning.
Ο πιο πάνω σχηματισμός έφτασε στον Πειραιά
στις 12.35 και στις 13.43 αποχώρησε. Το μεγαλύτερο μέρος των βομβών που έριξε
ήταν εμπρηστικές.
Όμως αυτόςδεν ήταν μοναδικόςβομβαρδισμός εκείνη την ημέρα. Ακολούθησε
στις 19.22 ένας βομβαρδισμός που κράτησε έως 21.40' και ένας τρίτος ακόμα από
21.57' έως 23.15' ώρα. Οι δύο τελευταίοι βομβαρδισμοί πραγματοποιήθηκαν από
αγγλικούς σχηματισμούς αυτή την φορά (RAF).
Η συνολική διάρκεια των
βομβαρδισμών ήταν 5 ώρες! Δηλαδή επί πέντε ώρες ο Πειραιάςβομβαρδιζόταν ανηλεώς. Η μεγαλύτερη
καταστροφή έγινε κατά το πρώτο μισάωρο του πρώτου, (του αμερικανικού
βομβαρδισμού), αλλά και κατά το τελευταίο μισάωρο του τελευταίου νυχτερινού
βομβαρδισμού.
Τα αποτελέσματα των τριών
βομβαρδισμών καταγράφηκαν στις 12 Ιανουαρίου του 1944, σε επίσημη αναφορά της
Πολιτικής Αμύνης του Πειραιά, προς την προϊσταμένη αρχή της στην Αθήνα. Η αναφορά
αυτή περιελάμβανε τις καταστροφές που είχαν γίνει στην πόλη, κατά περιφέρειες
των αστυνομικών τμημάτων.
Υπηρεσία Πολιτικής άμυνας
υπήρχε τότε εντός κάθε αστυνομικού καταστήματος, η οποία έστελνε την αναφορά
της προς την Διεύθυνση Αστυνομίας Πειραιώς όπου έδρευε η κεντρική υπηρεσία της
Πολιτικής Άμυνας για τον Πειραιά.
Αυτή λοιπόν αφού
συγκέντρωσε τις τοπικές αναφορές των τμημάτων συνέταξε μια συνολική αναφορά.
Θα παρατηρήσουμε ότι οι
αναφορές των τμημάτων διαφέρουν ως προς αυτά που καταγράφουν. Βάση δίδεται στα
σημεία που έπεσαν βόμβες και αυτά κυρίως αναφέρονται. Αν οι συγκεκριμένες
βόμβες σκότωσαν ή τραυμάτισαν ή έθαψαν ζωντανούς ανθρώπους δεν μπορεί να
υπολογιστεί.
Στην
περιφέρεια του τότε Α΄ Αστυνομικού Τμήματος:
Πλήγηκε ιδιαιτέρως η οδός
Φιλελλήνων από την παράλια ζώνη έως το ύψος της Λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου
(σημερινή Ηρ. Πολυτεχνείου). Βόμβες έπεσαν στην οδό Ευπλοίας, στην οδό
Χατζηκυριάκου, στις οδούς Θεοχάρη και Φαβιέρου.
Στην
περιφέρεια του Β΄ Αστυνομικού Τμήματος:
Βόμβες έπεσαν επί τουΙ.Ν. της Αγίας Τριάδας, σε όλο το μήκος της
οδού της Λεωφόρου Γεωργίου Α καιστον
Τινάνειο Κήπο, στην οδό Νοταρά, στην Ακτή Ποσειδώνος, επί των οδών Γούναρη,
Καποδιστρίου, Λουδοβίκου, Κέκρωπος, στην Πλατεία Λουδοβίκου, στη Σχολή
Καλογραιών "Ζαν Ντ' Αρκ", στην οδό Ζωσιμαδών, στην οδό Ναυάρχου
Μπήττυ, στη Ζαννή, στην οδό Ντενύ Κοσσέν, στις οδούς Βασιλέως Κωνσταντίνου,
Πραξιτέλους, Ανδρούτσου, Υψηλάντου, Σκυλίτση (τροχιοδρόμων), Ευαγγελιστρίας,
Κουντουριώτη, στην οδό Βενιζέλου (πρώην Ηφαίστου) και στην οδό Αλκιβιάδου. Σύνολο
βομβών: 51. Αριθμός θυμάτων νεκρών και τραυματιών: Ανεξακρίβωτος!Υπολογίζονταιπροχείρως σε εκατοντάδες.
Στην
περιφέρεια του Γ΄ Αστυνομικού Τμήματος:
Βόμβες έπεσαν στις οδούς
Πολυδεύκους, Κάστορος και Χαϊδαρίου, στην οδό Αγίου Διονυσίου, στη διασταύρωση
Χαϊδαρίου και Γαβριάς και σε διάφορα μέρη της οδού Χαϊδαρίου. Ακόμα στις οδούς
Δραγατσανίου, Δάφνης, Φωκίωνος, Αιτωλικού, επί του Ξενοδοχείου
"Ακρόπολις", σε πολλά σημεία της Ακτής Κονδύλη. Σύνολο βομβών:
20.Αριθμός θυμάτων: Μέγας, δυσκόλως
εξακριβούμενος λόγω ερειπίων.
Στην
περιφέρεια του Δ΄ Αστυνομικού Τμήματος:
Βόμβες έπεσαν στις οδούς
Πύλης, Ζέας, πάροδο Θεάτρου Τσόχα, Μεγάλου Αλεξάνδρου από αριθμό 32 έως αριθμό
41, Ακτή Τουρκολίμανου, Καρατζά και έναντι κινηματοθεάτρου Τσόχα. Σύνολο
βομβών: 6Αριθμός θυμάτων: 20 νεκροί και
1 τραυματίας.
Στην
περιφέρεια του Στ' Αστυνομικού Τμήματος:
Βόμβες έπεσαν στο
Συνοικισμό της Ευγενείας, Πλατεία Φιλιππίδη, οδό Ροδόπης, Βιτωλίων, Αγίου
Όρους, Σαλαμίνος, Υπαπαντής, Θεσσαλονίκης, Ολύνθου, Τέρμα Αγίου Γεωργίου. Σύνολο
βομβών: 16 Αριθμός θυμάτων: 9 νεκροί και 6 τραυματίες.
Στη
περιφέρεια του Η' Αστυνομικού Τμήματος:
Βόμβες έπεσαν στις οδούς
Σμύρνης, Βασιλικών, Μυκάλης, Μακρών Τειχών, Κωνσταντινουπόλεως, Αλών,
Δραγατσανίου, Πολεδεύκους, Αλιπέδου και στην οδό Αθηνών. Αριθμός θυμάτων:
Ανεξακρίβωτος!
Στην
περιφέρεια του Θ'Αστυνομικού Τμήματος:
Βόμβες έπεσαν στις οδούς,
Κανελλοπούλου, Αναλήψεως, Αρκαδίας, Σφαγείων, Αγίου Φανουρίου, Παντελεήμονος,
Καλοκαιρινού, στην αποθήκης της Κοπής και στην οδό Μεθώνης. Αριθμός θυμάτων:
Έχουν ανασυρθεί μέχρι στιγμής 16 νεκροί ενώ οι τραυματίες είναι πολυάριθμοι.
Οι πυρκαγιές, γράφει η
έκθεση πιο κάτω, συνεχίζουν το καταστροφικό τους έργο ανεξέλεγκτες. Όσον αφορά
τις καταρρεύσεις των οικιών η αναφορά συνεχίζει λέγοντας, ότι είναι τόσες
πολλές ώστε θα χρειασθούν πολλές μέρες για να καταμετρηθούν. Εκ των Αστυνομικών
κτηρίων βομβαρδίστηκαν και κατεστράφηκαντο Τμήμα Τροχαίας, το Τμήμα Επιφυλακής, σκοτώθηκε ο Υπαστυνόμος Α.
Κουφόςενώ αγνοείται ο Αστυνόμος
Λεβέντης.
Συνεπώς οι αναφορές που
συντάχθηκαν την επόμενη κιόλας μέρα, αδυνατούσαν να καταγράψουν το σύνολο της
καταστροφής. Συμπεράσματα όπως αριθμός θυμάτων ανεξακρίβωτος ή μέγας δηλώνουν
φανερά την αδυναμία αυτή. Εξάλλου και στις περιφέρειες που δηλώθηκαν οι νεκροί,
όπως για παράδειγμα οι 9 νεκροί της περιφέρειας του Στ'Αστυνομικού Τμήματος, η συνέχεια ήταν
διαφορετική καθώς αλλεπάλληλες συμπληρωματικές αναφορές διέψευσαν στην ουσία
την πρώτη αρχική εκτίμηση.
Αρκεί να σημειωθεί ότι
μέχρι τα μεσάνυχτα της 12ης Ιανουαρίου είχαν ανασυρθεί από τα ερείπια τόσοι
νεκροί, που τα πτώματα προχείρως απλωμένα επί των οδοστρωμάτων ξεπερνούσαν τα
χίλια! Άλλοι 500 νοσηλεύονταν σε ιδιαίτερα κρίσιμη κατάσταση στα νοσοκομεία του
Πειραιά ενώ άλλοι 258 βαριά τραυματισμένοι είχαν διακομιστεί σε νοσοκομεία των
Αθηνών.
Μέγας επίσης ήταν ο
αριθμός των εισαχθέντων σε ιδιωτικές κλινικές και των δύο πόλεων που με
πρόχειρους υπολογισμούς προσεγγίζει τους δύο χιλιάδες!
Το πόρισμα των εφημερίδων
την 13η Ιανουαρίου του 1944 υπολογίζει τα θύματα πάνω από 2.000 και ενώ η
καταμέτρηση συνεχίζεται. Το πώς ο αριθμός αυτός που καθημερινά ανέβαινε και που
κάποια στιγμή έφτασε τους 5.500 έφτασε μεταπολεμικά στους 871 είναι άξιον
θαυμασμού!
Σε καμία περίπτωση λοιπόν
ο αριθμός των νεκρών δεν είναι αυτός που σήμερα τιμάται σε εκδηλώσεις μνήμης
του Δήμου Πειραιώς, κάθε 11η Ιανουαρίου, επί του μνημείου που έχει ανεγερθεί
στο κοιμητήριο της "Ανάστασης".Κι αυτό διότι τις ημέρες που ακολούθησαν των βομβαρδισμών τα πτώματα που
ανασύρονταν πολλαπλασίαζαν τον αριθμό της αρχικής καταμέτρησης, ενώ από τους
3.500 περίπου τραυματίες σε δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία Πειραιώς και
Αθηνών, υπέκυψαν στα τραύματά τους περισσότεροι από το 30 τοις εκατό.
Ώρες
οδύνης
Στην
Αγία Τριάδα για σωτηρία
Θα χρειάζονταν ώρες
ατελείωτης περιγραφών για μεταφερθεί με ρεαλισμό η περιγραφή μιας κόλασης που
λεγόταν Πειραιάς. Φωνές ψυχοραγούντων και διαμελισμένων ακούγονταν από τα
χαλάσματα, ειδικά από τεράστια σε μέγεθος κτήρια που φιλοξενούσαν κόσμο όπως ο
ναός της Αγίας Τριάδας που μεταβλήθηκε σε σωρό ερειπίων. Μόνο η πρόσοψη είχε
μείνει όρθια. Όμως ο υπόλοιπος ναός είχε μεταβληθεί σε μια φονική παγίδα σε
όσους έτρεξαν τελευταία στιγμή να εισέλθουν εντός αυτού. Την επόμενη ημέρα τα
πτώματα που έβγαλαν ήταν φρικτά παραμορφωμένα καθώς είχαν τεθεί σε μια μακάβρια
σειρά, το ένα δίπλα στο άλλο, στο στηθαίο του δρόμου.
Ο κόσμος είχε τρέξει μέσα
στην εκκλησία αντί ενός καταφυγίου πιστεύοντας ότι στην εκκλησία δεν θα
ρίξουνε. Κι έτσι ο ναός βρέθηκε κατάμεστος από κόσμο την ώρα του βομβαρδισμού,
λίγα λεπτά μετά το πρώτο συριγμό των σειρήνων.
Και οι Πειραιώτες την
επόμενη ημέρα ρωτούσαν ο ένας τον άλλον.
- "Εμείς οι Έλληνες
τι φταίξαμε;"
- "Τι τους
κάναμε;"
- "Δεν πολεμήσαμε
μαζί τους; Δεν βλέπουν ότι αγωνιζόμαστε να επιζήσουμε σαν φυλή και ως Έθνος,
χωρίς καμιά βοήθεια από πουθενά; Γιατί μας σκοτώνουν άραγε οι λεγόμενοι
"σύμμαχοι" και "ελευθερωτές" μας;"
Η
φρίκη των κοριτσιών της Επαγγελματικής Σχολής
Πλατεία Κοραή - Αριστερά το κτήριο που θα στεγαστεί από το 1937 η Επαγγελματική Σχολή
Άλλο ένα θλιβερό άκουσμα
ήταν το καταφύγιο της "Ηλεκτρικής" στο οποίο είχαν καταφύγει οι 80
μαθήτριες της Επαγγελματικής και Οικοκυρικής Σχολής του Δήμου Πειραιά που μαζί
με τις καθηγήτριες έτρεξαν να βρεθούν στην αγκαλιά που υποτίθεται ότι προσέφερε
ένα πιστοποιημένο καταφύγιο! Δυστυχώς όλα τα καταφύγια του Πειραιά είχαν
κατασκευαστεί την περίοδο 1937 με 1939, με προδιαγραφές ενός πολέμου που ανήκε
πλέον σε άλλη εποχή. Η θανατηφόρος πρόοδος των μέσων είχε αλλάξει δραματικά
μέσα σε λίγα μόλις χρόνια. Οι βόμβες των ιπταμένων φρουρίων μπορούσαν πλέον να
ισοπεδώσουμ μια πολιτεία σε λιγότερο από μια ημέρα. Τα καταφύγια είχαν πάψει
προ πολλού να προσφέρουν την όποια ασφάλεια μπορούσαν.
Η βόμβα που έπεσε πάνω στο
καταφύγιο της "Ηλεκτρικής" κατεδάφισε και όλα τα γύρω κτίσματα τα
ερείπια των οποίων καταπλάκωσαν το καταφύγιο. Η έξοδος φράχτηκε και τα
δυστυχισμένα κορίτσια άρχισαν να φωνάζουν, να ουρλιάζουν καθώς το οξυγόνο τους
τελείωνε. Οι φωνές ακούγονταν σε μεγάλη απόσταση γύρω από το καταφύγιο επί της
οδού Βασιλέως Κωνσταντίνου (σημερινή Ηρ. Πολυτεχνείου). Όλοι έτρεξαν να
προσφέρουν βοήθεια. Και ενώ όλοι έσκαβαν με αξίνες, ακολούθησε ο δεύτερος
βομβαρδισμός και μετά το τρίτος! Οι διασώστες είτε σκοτώθηκαν είτε παραιτήθηκαν
από την προσπάθεια. Έτσι οι δυστυχισμένες 80 μαθήτριες μαζί με τις δασκάλες
τους πέθαναν από ασφυξία! Όμως ο θάνατος υπήρξε λύτρωση καθώς μέχρι να επέλθει
μανάδες, αδέλφια και παιδιά έσκαβαν με τα χέρια φωνάζοντας τα ονόματα των
αγαπημένων τους κοριτσιών, των θαμμένων ζωντανών νεκρών. Όλη τη νύχτα οι γονείς
πάνω από τον "τάφο" του καταφυγίου επικοινωνούσαν με τα κορίτσια
τους, φωνάζοντας και οι ίδιοι βοήθεια. Μα ποια βοήθεια άραγε; Ποια βοήθεια θα
μπορούσαν να προσφέρουν οι υπόλοιποι, αφού κι αυτοί έσκαβαν αλλού για τους
δικούς τους ανθρώπους;
Η
Γαλλική Σχολή των Καλογραιών "Janne D' Arc"
Η μοίρα επιφύλαξε την ίδια
περίπου τύχη για τη Γαλλική Σχολή των Καλογραιών "Janne D' Arc" που
οι βόμβες που την έπληξαν φόνευσαν καθηγήτριες και μαθήτριες όμοια με την
Επαγγελματική Σχολή.
Σεάλλα μέρη του Πειραιά
Οι Πειραιώτες συνάντησαν
το θάνατο και σε άλλα πρόχειρα καταφύγια που προσέτρεξε όπως ήταν τα υπόγεια.
Σε ένα εξ αυτών στην οδό Τσαμαδού, ανακάλυψαν ότι οι προσφεύγοντες πνίγηκαν
εξαιτίας του νερού! Θαμμένοι ως ήταν κάτω από τα ερείπια εισχώρησε νερό
εξαιτίας σπασμένου αγωγού που πλημμύρισε το υπόγειο με τη φραγμένη έξοδο
προκαλώντας αυτό τον τόσο παράδοξο θάνατο.Ελαφρότερες ζημίες υπέστη το Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς που από τύχη
διασώθηκε.
Η
βοήθεια των θυμάτων
Η βοήθεια που προσφέρθηκε
στα θύματα του βομβαρδισμού προερχόταν κύρια από ιδιώτες και την εκκλησία σε
θέματα στέγασης και ρουχισμού. Οι εκκλησίες του Πειραιά που είχαν διασωθεί
ανοίχτηκαν για την φιλοξενία των χιλιάδων αστέγων, τη στιγμή που ο χειμώνας
βρισκόταν στην κορύφωσή του. Χαρακτηριστική μεταξύ άλλων είναι η βοήθεια του
πτωχού Σωματείου Ταξιθετών που δέχθηκαν τέσσερις πειραϊκές οικογένειες, τις
οποίες φιλοξένησαν στα γραφεία τους.
Το προσωπικό του
νοσοκομείου "Σωτηρία" έλαβε την αυθόρμητη απόφαση να στερηθεί του
μεσημεριανού και του βραδινού γεύματος της επόμενης ημέρας, προκειμένου το
φαγητό που θα εξοικονομηθεί να διατεθεί στους τραγικούς βομβόπληκτους
Πειραιώτες.
Δυστυχώς δεν ήταν η
αντίδραση όλων η αναμενόμενη. Όπως ήταν φυσικό χιλιάδες Πειραιώτες σχημάτισαν
πομπές βομβοπλήκτων καθώς φοβούμενοι κι άλλο βομβαρδισμό ανέβαιναν στην Αθήνα.
Κάποιοι επαγγελματίες αυτοκινητιστές όμοια με τους μαυραγορίτες, ζητούσαν
ασύλληπτα ποσά από δυστυχισμένους για να τους μεταφέρουν στην Αθήνα. Ζητάνε ένα
εκατομμύριο ως το κέντρο.Οι
περισσότεροι ξεκινάνε με τα πόδια.
- "Είσαστε
Πειραιώτης;"
- "Όχι Αθηναίος"
- "Με τα δικά σας.
Δεν θα αργήσουν να έρθουν κι από εκεί"
- "Α, όχι αυτό δεν
γίνεται, μην το λέτε!"
- "Γιατί;"
- "Διότι η Αθήνα έχει
αρχαιότητες"
Αλλά και μετά το κακό της
11ης Ιανουαρίου οι επόμενες μέρες δεν πέρασαν εύκολα σε όσους σώθηκαν.
Τραγωδία, ερήμωση, εγκατάλειψη. Το χειρότερο όλων είναι ότι δεν υπάρχουν πλέον
σειρήνες να ηχήσουν συναγερμό. Έτσι σε κάθε φήμη περί συναγερμού όλοι τρέχουν
σαν τρελοί. Χωρίς να ξέρουν που πάνε. Όλοι γνωρίζουν ότι οι σειρήνες είναι
χαλασμένες και κανείς δεν γνωρίζει την αλήθεια.
Ξενοδοχείο Κοντινένταλ
Τελικά από την παράθεση
των παραπάνω στοιχείων δεν είναι δυνατόν πιστευτείότι ήταν μόνο496 άτομα τα θύματα, όπως δηλώθηκε επίσημαόταν μόνο τα σπίτια που εξαφανίστηκαν ήταν
600. Απλά άθροισαν τότε αυτά που δεν μπορούσαν να κρύψουν. Δηλαδή τα 70 άτομα
του ξενοδοχείου Κοντινένταλ, τα παιδιά της γαλλικής, τα παιδιά της επαγγελματικής,
τα θύματα της Αγίας τριάδας. Μόνο αυτά μας δίνουν 496. Από τον πληθυσμό
απέκλεισαν κάθε μέτρηση.
Ο
"αποτυχημένος" βομβαρδισμός κατά τους Αμερικανούς
Συνεχίζοντας τη μικρή μας
έρευνα, λέγει ο ερευνητήςΒας.
Κουτουζής,για τους λόγους που
βομβαρδίστηκε ο Πειραιάς συναντήσαμε άλλη μια πληροφορία. Είναι αυτή που
δίνεται πλέον ελεύθερα από το Military History Network, που αφορά την USAF
(αμερικάνικη αεροπορία). Οι 3 πρώτες γραμμές είναι αυτές που αφορούν την
καταστροφή της πόλης, ενώ στο ημερολόγιο κάνει λόγο μόνο για βομβαρδισμό
λιμένα. Απώλειες δικές τους 8 αεροσκάφη εκ των οποίων τα 6 καταστράφηκαν από
μεταξύ τους σύγκρουση λόγω συννεφιάς.
Συμπληρωματικά λοιπόν και
σε όσα λέχθηκαν παραπάνω οα αναφέρουμε
ότι από το βιβλίο πτήσεων φαίνεται ότι η 301 μοίρα πέταγε πάνω από
Αθήνα-Πειραιά για όγδοη φορά από τις 10 Σεπτεμβρίου 1943 μέχρι και την 11
Ιανουαρίου του 1944. Είχε γνώση του εναέριου χάρτη καθώς και την εξοικείωση.
Είχε εκτελέσει οκτώ ολόκληρες πτήσεις με μοναδικό σκοπό την εξοικείωση με τη
γεωγραφία της πόλης του Πειραιά. Οκτώ ολόκληρες φορές όλο το σμήνος είχε
διέλθει πάνω από τη πόλη με μοναδικό σκοπό να επιτύχει έναν και μόνο
βομβαρδισμό. Αυτό της 11ης Ιανουαρίου του 1944!
Η 301 μοίρα εκτέλεσε
αποστολές πάνω από Αθήνα Πειραιά. Ποιο συγκεκριμένα την 9η και 10ηΟκτωβρίου 1943, την 17η Νοεμβρίου 1943,
την6η, την 8η και την 14η Δεκεμβρίου
1943 πάνω από την Αθήνα καθώς επίσης την 12η Δεκεμβρίου 1943 πάνω από τον
Πειραιά.
Τελικά την 11ηΙανουαρίου 1944 πραγματοποίησε την
επιδρομή κατά του Πειραιά.
Μερικάαπό τα αποτελέσματα της επιδρομής
•Δεν έμεινε σχολείο, νοσοκομείο, εκκλησία, καταφύγιο και
γενικά χώρος που συγκεντρώνονταν κόσμος που να μην πλήγηκε.
•Η καταστροφή σε κόστος υπολογίστηκε περί τα 325 εκατομ.
προπολεμικές δραχμές.
•Ο Πειραιάς από την μεγαλοπρέπεια του μεσοπολέμου βυθίστηκε
ολοκληρωτικά στο χάος και έκανε χρόνια για να ορθοποδήσει.
•Κανένα διεθνές δικαστήριο δεν δίκασε αυτό το έγκλημα
πολέμου, ουδείς τιμωρήθηκε.
•Κανείς εκπρόσωπος δημοτικής ή άλλης αρχής εζήτησε
αποζημίωση και ουδείς αποζημιώθηκε.
•Καμία πόλη που δεν ανήκε εντός της γερμανικής επικράτειας,
δεν βομβαρδίστηκε τρεις φορές την ίδια μέρα από δύο διαφορετικές υπερδυνάμεις
της εποχής.
•Καμία συμμαχική πόλη δεν βομβαρδίστηκε από τους ίδιους τους
συμμάχους.
• Δεν έγινε ποτέ γνωστός αν υπήρχε διαταγή σύμφωνα με την
οποία σφυροκόπησαν αλύπητα τον πληθυσμό και όχι τους στρατιωτικούς στόχους ή
εάν αυτό συνέβη λόγω των άσχημων καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν.
Ο βομβαρδισμός του Πειραιά
δεν πέρασε απαρατήρητος για τον κόσμο που πόνεσε από την τραγωδία που έζησε
αλλά έγινε στίχος και τραγούδι. Ο
Πειραιώτη ρεμπέτης Μιχάλης Γεννίτσαρης έγραψε για τον βομβαρδισμό:
Επιδρομή
στον Πειραιά
Μουσική/Στίχοι:
Γεννήτσαρης Μιχάλης
Δίσκος:
«Τα ρεμπέτικα της Κατοχής»
Εμάθατε στον Πειραιά επιδρομή μεγάλη
Γκρεμίσανε τα σπίτια μας, πω-πω ζημιά μεγάλη
Μέρα και νύχτα ρίχνανε μπόμπες τα αρεοπλάνα
και χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα
Σκορπούσανε το θάνατο και ρίχνανε αράδα
και το λιμάνι γκρέμισαν και την Αγια Τριάδα
Μπόμπες πολλές ερίξανε μέσα στο τελωνείο
και τον Περαία κάνανε σωστό νεκροταφείο
Πηγές:
Imperial War Museum / 301 WWII Bonbing Missions /
301st Association/ 15th Air Force/ RAF in WWII