Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΕΠΕΤΕΙΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΕΠΕΤΕΙΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2025

Το Έπος του ’40: Προκλήσεις, Τελεσίγραφο και η Ψυχή του Ελληνισμού

 



Το Έπος του ’40: Προκλήσεις, Τελεσίγραφο και η Ψυχή του Ελληνισμού

 

Η 28η Οκτωβρίου 1940 δεν ήταν μια ξαφνική στιγμή στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, αλλά το αποτέλεσμα μιας μακράς αλυσίδας διπλωματικών χειρισμών, στρατιωτικών κινήσεων και προκλητικών ενεργειών. Από τον τορπιλισμό του θωρηκτού Έλλη μέχρι το τελεσίγραφο της Ιταλίας στον Ιωάννη Μεταξά, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με την αλαζονεία του Μουσολίνι και την απειλή πολέμου. Αυτό το άρθρο αφηγείται με λεπτομέρεια τα γεγονότα που οδήγησαν στο ΟΧΙ, αναδεικνύοντας την αποφασιστικότητα του ελληνικού λαού και του ηγέτη του.

 

Οι πρώτες ενδείξεις και οι διπλωματικές πιέσεις

 


Το καλοκαίρι του 1940, η Ιταλία ενέτεινε την πίεση προς την Ελλάδα με αεροπορικές παραβιάσεις και προπαγάνδα. Ο τορπιλισμός του θωρηκτού Έλλη στο λιμάνι της Τήνου ήταν το πρώτο σοκ για τον ελληνικό λαό και η αφορμή για έντονη εθνική αγανάκτηση. Ταυτόχρονα, τα ελληνικά προξενεία στα Τίρανα και άλλες πόλεις της Αλβανίας αναφέρουν συνεχώς μετακινήσεις ιταλικών στρατευμάτων προς τα ελληνικά σύνορα και στρατολογήσεις Αλβανών για τη δημιουργία άτακτων σωμάτων, με στόχο να προκληθούν ταραχές στην περιοχή της Θεσπρωτίας («Τσαμουριά»).

Η ελληνική κυβέρνηση παρακολουθούσε στενά την κατάσταση. Το Γενικό Επιτελείο Στρατού ήταν καλά ενημερωμένο για τη δύναμη, τη σύνθεση και τη διάταξη των ιταλικών μονάδων, χάρη στα συνεχή τηλεγραφήματα των διπλωματικών αποστολών. Παρά τις προκλήσεις, ο Μεταξάς αποφάσισε να μην προχωρήσει σε γενική επιστράτευση πριν από τελεσίγραφο, φοβούμενος ότι μια πρόωρη κίνηση θα έδινε στον Μουσολίνι το δικαίωμα να στείλει ακόμα περισσότερα στρατεύματα και να αυξήσει τις πιέσεις.

«Άκουσε Πιτσίκα. Δεν κινδυνεύεις εσύ να σε βγάλει προδότη η Ιστορία, αλλά εγώ. Αν διατάξω επιστράτευση για έναν στρατιώτη που θα στείλω στα σύνορα ο Μουσολίνι θα στείλει δύο…» – Ι. Μεταξάς

Υπήρχε όμως και η πολιτική διάσταση: ο Μεταξάς ανησυχούσε για την επιστροφή αποστρατευμένων αξιωματικών που είχε «καθαρίσει» επειδή ήταν δημοκρατικοί και έτσι θα έπαιρνε ένα εσωτερικό πολιτικό ρίσκο σε κρίσιμη στιγμή.

 

Προπαγανδιστικές τακτικές και παρασκηνιακές κινήσεις

 


Η Ιταλία, παρά την έλλειψη ισχυρής ελληνικής στρατιωτικής παρουσίας στα σύνορα, επιδίωκε να δημιουργήσει ψευδή εικόνα ελληνικής επιθετικότητας. Στις 26 Οκτωβρίου, το πρακτορείο ειδήσεων της Ιταλίας και οι εφημερίδες τους διαδίδουν σκηνοθετημένα επεισόδια, όπως βομβιστικές επιθέσεις και ανταλλαγές πυρών κοντά σε αλβανικά φυλάκια. Σκοπός τους ήταν να δικαιολογήσουν την επικείμενη επίθεση και να αιφνιδιάσουν την ελληνική πλευρά.

Στο παρασκήνιο, η Ελλάδα ενίσχυε τα στρατεύματά της στην Ήπειρο και την ανατολική Μακεδονία, χωρίς όμως να προχωράει σε γενική επιστράτευση. Η ελληνική διπλωματία και οι στρατιωτικές υπηρεσίες απέδιδαν ιδιαίτερη σημασία στην παρατήρηση της Ιταλικής προκλητικότητας, η οποία προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί κάθε ευκαιρία για να ελέγξει τα Βαλκάνια, πάντα υπό τη σκιά της γερμανικής επιρροής.

 

Η κοσμική δεξίωση και το τελεσίγραφο

 


Η αντίθεση ανάμεσα στην επίσημη κοσμική ζωή και την επικείμενη τραγωδία γίνεται σαφής στις 26 Οκτωβρίου. Ο Ιταλός πρέσβης στη χώρα μας, Γκράτσι, διοργανώνει μεγάλη δεξίωση στην πρεσβεία, προσκαλώντας όλη την κοσμική Αθήνα και όλους τους ανώτερους υπαλλήλους του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών, οι οποίοι με εντολή του Μεταξά παρέστησαν άπαντες, ενώ λίγες ώρες μετά θα παρέδιδε στον Μεταξά το τελεσίγραφο που κήρυττε τον πόλεμο. Η εικόνα της τεράστιας τούρτας με τις σημαίες Ελλάδας και Ιταλίας, ανάμεσα σε καλοντυμένες κυρίες και επιδεικτικά αυτοκίνητα, δημιουργεί έντονη αίσθηση ειρωνείας και αντίθεσης με την πραγματικότητα που πλησίαζε. Όπως σημειώνει ο ίδιος ο Γκράτσι:

«Σπάνια υποθέτω, ίσως και ποτέ άλλοτε, δεν θα βρέθηκε πρέσβης σ’ αυτήν τη θέση… να υποδέχεται έναν κόσμο σαν άψυχα ξύλινα πιόνια σε μια σκακιέρα θανάτου.»

Την ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου, ο Γκράτσι συνοδευόμενος από διερμηνέα και στρατιωτικό ακόλουθο, φτάνει στη βίλα του Μεταξά στην Κηφισιά. Ο Έλληνας πρωθυπουργός, φορώντας την απλή νυχτιάτικη ρόμπα του, διαβάζει το τελεσίγραφο και με ψυχραιμία και αποφασιστικότητα δηλώνει ότι η Ελλάδα θα υπερασπιστεί το έδαφός της — παρά τις απειλές και την υπεροπλία της Ιταλίας. Οι διάλογοι του Γκράτσι με τον Μεταξά και η περιγραφή των συναισθημάτων του πρέσβη καταγράφουν με δραματικό τρόπο τη στιγμή της ιστορικής απόφασης: το περίφημο ΟΧΙ.

Ο Γκράτσι θυμάται:

Μόλις καθίσαμε του είπα ότι η Κυβέρνηση μου είχε αναθέσει να του κάμω μια άκρως επείγουσα ανακοίνωση και χωρίς άλλα λόγια του έδωσα το κείμενο. Ο Μεταξάς άρχισε να διαβάζει. Τα χέρια του κρατούσαν το χαρτί έτρεμαν ελαφρά και μέσα από τα γυαλιά του έβλεπα τα μάτια να βουρκώνουν, όπως συνήθιζε όταν ήταν συγκινημένος. Όταν τελείωσε την ανάγνωση, με κοίταξε κατά πρόσωπο και μου είπε με φωνή λυπημένη αλλά σταθερή. “Allors c’ est la guerre” (Επομένως έχουμε πόλεμο).

Και σε παρακάτω σημείο σημειώνει:

Ο Μεταξάς με ρώτησε τότε αν μπορούσα να του καθορίσω τουλάχιστον ποια ήταν τα στρατηγικά σημεία επί του ελληνικού εδάφους που η ιταλική Κυβέρνηση θα ήθελε να καταλάβει. Φυσικά, αναγκάσθηκα να του απαντήσω ότι δεν είχα την παραμικρή ιδέα. Ο Μεταξάς απήντησε : “Vous voyez bien que c’ est impossible” (βλέπετε ότι αυτό είναι αδύνατον). Η ευθύνη του πολέμου αυτού βαρύνει αποκλειστικά την Ιταλική Κυβέρνηση. Η Κυβέρνηση σας ήξερε κάλλιστα ότι η Ελλάδα το μόνο που επιθυμούσε ήταν να παραμείνει ουδετέρα, αλλ’ ότι είμεθα αποφασισμένοι να υπερασπιστούμε το εθνικό έδαφος εναντίον οιουδήποτε.

 

Η ελληνική ψυχή και η προετοιμασία για την αντίσταση

 


Η Ελλάδα δεν υπέκυψε. Ο λαός, οι στρατιώτες και ακόμα και οι Έλληνες που βρίσκονταν διασκορπισμένοι σε όλο τον κόσμο, επέστρεψαν στην πατρίδα ή προετοιμάστηκαν να υπερασπιστούν το έδαφος. Η ψυχή του ελληνισμού φλέγεται από τον τορπιλισμό της Έλλης και τις συνεχείς παραβιάσεις από την ιταλική αεροπορία, ενώ η απόφαση του Μεταξά να υπερασπιστεί την τιμή και την ανεξαρτησία της χώρας παραμένει σύμβολο αυτοθυσίας και εθνικής αξιοπρέπειας.

Η αντίθεση ανάμεσα στην επιδεικτική αδιαφορία της αθηναϊκής αριστοκρατίας και στη συλλογική αντίδραση του λαού αναδεικνύει τη σημασία της ενότητας σε κρίσιμες στιγμές. Το ΟΧΙ δεν ήταν μόνο στρατιωτική απόφαση, αλλά έκφραση εθνικής ψυχής που προετοιμαζόταν για αντίσταση και θυσία.

Η 28η Οκτωβρίου 1940 δεν ήταν τυχαίο γεγονός. Ήταν το αποτέλεσμα συστηματικών ιταλικών προκλήσεων, στρατιωτικών κινήσεων, προπαγανδιστικών ενεργειών και διπλωματικών πιέσεων, ενώ ταυτόχρονα ανέδειξε τη σταθερότητα και την ψυχική δύναμη της ελληνικής ηγεσίας και του λαού. Από τον τορπιλισμό της Έλλης μέχρι το τελεσίγραφο στον Μεταξά, η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με τον Μουσολίνι και απέδειξε ότι η τιμή, η ενότητα και η αποφασιστικότητα μπορούν να νικήσουν ακόμα και τις μεγαλύτερες προκλήσεις.

Κων. Γραικιώτης

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2025

Ο Τσε Γκεβάρα: ο επαναστάτης που έγινε μύθος — και εμπορικό σήμα

 


Ο Τσε Γκεβάρα: ο επαναστάτης που έγινε μύθος — και εμπορικό σήμα

Σαν σήμερα, 9 Οκτωβρίου 1967, έπεσε στα βουνά της Βολιβίας ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα — ο γιατρός που έγινε στρατιώτης, ο στρατιώτης που έγινε σύμβολο. Ένας άνθρωπος που πίστεψε βαθιά ότι η αδικία δεν διορθώνεται με λέξεις, αλλά με πράξεις.

Περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, η μορφή του επιμένει να προκαλεί, να εμπνέει και να διχάζει. Ο κόσμος τον έκανε εικόνα, σήμα, εμπορικό προϊόν — κι όμως, κάτω από την πατίνα της μόδας, κάτι στο βλέμμα του εξακολουθεί να μας κοιτάζει.

Στις 8 Οκτωβρίου 1967, στα βουνά της Βολιβίας, ένας άνδρας με κουρασμένα μάτια και πυκνό μούσι συνελήφθη τραυματισμένος από τις κυβερνητικές δυνάμεις. Ήταν ο Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα, ο γιατρός από την Αργεντινή που είχε μετατραπεί σε σύμβολο της επανάστασης. Την επόμενη μέρα ανακοινώθηκε ο θάνατός του· μα η ιστορία άρχισε ακριβώς τότε.

Η είδηση του τέλους του Γκεβάρα ταξίδεψε γρήγορα. Άλλοι είπαν πως εκτελέστηκε εν ψυχρώ. Άλλοι πως η CIA είχε εμπλακεί ή πως το πτώμα ήταν ψεύτικο. Στις 10 Οκτωβρίου η βολιβιανή κυβέρνηση έδωσε τη «διαβεβαίωση»: «Ο Γκεβάρα είναι πράγματι νεκρός». Η φωτογραφία του σώματός του, απλωμένου πάνω σε ένα πρόχειρο φορείο, έμελλε να γίνει η πρώτη εικόνα του μύθου του.

 


Από την Κούβα στη Βολιβία — μια διαδρομή φωτιάς

Η νοτιοκορεάτικη εφημερίδα Chosun Ilbo είχε γράψει γι’ αυτόν ήδη από το 1958, στα χρόνια που η Κούβα έβραζε από την εξέγερση εναντίον του Μπατίστα. Τότε οι δημοσιογράφοι πίστεψαν πως ο «αριστερός Αργεντινός, συνεργάτης του Κάστρο» είχε σκοτωθεί στις μάχες της Σάντα Κλάρα. Μα ήταν ψέμα· ο Γκεβάρα όχι μόνο ζούσε, αλλά ετοιμαζόταν να αλλάξει την πορεία της Λατινικής Αμερικής.

Ο Φουλχένσιο Μπατίστα, που κυβερνούσε από το 1952 έπειτα από πραξικόπημα (και είχε ήδη υπάρξει πρόεδρος από το 1940 έως το 1944), ανακοίνωσε την παραίτησή του την 1η Ιανουαρίου 1959 και διέφυγε στη Δομινικανή Δημοκρατία. Τρεις ημέρες αργότερα, οι αντάρτες υπό τον Φιντέλ Κάστρο μπήκαν θριαμβευτικά στην Αβάνα. Ανάμεσά τους, ο Τσε —ο γιατρός που είχε γίνει στρατιώτης, ο ιδεολόγος που θα γινόταν σύμβολο. Μετά τη νίκη, ανέλαβε διπλωματικές αποστολές: συνάντησε τον Νάσερ, τον Νεχρού, τον Σουκάρνο, τον Κιμ Ιλ Σουνγκ. Έβλεπε τον κόσμο όχι ως σύνολο κρατών, αλλά ως ένα ενιαίο πεδίο αγώνα.

Το 1961 έγινε διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κούβας και, λίγο αργότερα, υπουργός Βιομηχανίας. Προωθούσε μια οικονομία αυστηρά σχεδιασμένη, όπου «το κράτος θα ελέγχει τα μέσα παραγωγής». Για τον Γκεβάρα, ο σοσιαλισμός δεν ήταν θεωρία· ήταν καθημερινή πράξη, μια ηθική υποχρέωση απέναντι στους φτωχούς.

 


Η ρήξη

Όμως ο ζήλος του τον έφερε σε σύγκρουση με τον ίδιο τον Κάστρο και τους Σοβιετικούς. Στην Αλγερία, το 1965, τόλμησε να δηλώσει ότι «μερικές σοσιαλιστικές χώρες εκμεταλλεύονται όπως οι ιμπεριαλιστές». Ήταν το τέλος της ανοχής. Ο Κάστρο ανακοίνωσε την αναχώρησή του:

«Ο Γκεβάρα έφυγε από την Κούβα για να πραγματοποιήσει επανάσταση αλλού.»

Από τότε, τα ίχνη του χάθηκαν. Ο Γκεβάρα προσπάθησε να ανάψει τη φλόγα της εξέγερσης στο Κονγκό, μα απέτυχε. Έπειτα, πήγε στη Βολιβία. Εκεί, μέσα στις ζούγκλες και στα χωριά, πίστεψε πως θα ξεκινούσε ξανά η ιστορία. Δεν ήξερε όμως πως έγραφε το τελευταίο κεφάλαιο της ζωής του.

 

Θάνατος και αναγέννηση

Όταν έπεσε στα χέρια των Βολιβιανών στρατιωτών, ο Τσε δεν είχε πια στρατό· μόνο λίγους πιστούς αντάρτες και το βλέμμα του. Η σφαίρα που τον τραυμάτισε δεν σκότωσε τον άνθρωπο· απλώς τον μετέτρεψε σε σύμβολο.

Σύντομα, ο κόσμος θα φορούσε το πρόσωπό του τυπωμένο σε μπλουζάκια. Η βιογραφία του θα γινόταν μπεστ σέλερ. Το πορτρέτο του με το μπερέ και το αστέρι θα διακοσμούσε διαμερίσματα, καφέ, αφίσες, ακόμη και διαφημίσεις ρολογιών πολυτελείας.

 

Ο άνθρωπος που πολέμησε τον καπιταλισμό έγινε το ίδιο του το προϊόν. Ίσως αυτό να ήταν το πιο παράδοξο τέλος του: να πεθάνει ως επαναστάτης και να αναστηθεί ως εμπορικό σύμβολο.

Ο Τσε Γκεβάρα, ο γιατρός που έγινε αντάρτης, ο αντάρτης που έγινε υπουργός, ο υπουργός που έγινε μάρτυρας — ζει πια μόνο ως εικόνα. Μα πίσω από την εικόνα μένει το ερώτημα που δεν παλιώνει:

Μπορεί μια επανάσταση να επιβιώσει όταν γίνεται μόδα;

 

Πηγή:

https://www.chosun.com/culture-life/culture_general/2025/10/09/ED2LJDOIARBW7MPT3VOU7AZXFA/

 

Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

25 Μαρτίου 1770 - Η επανάσταση των Κρητικών εναντίον των Οθωμανών

 


25 Μαρτίου 1770  - Η επανάσταση των 

Κρητικών εναντίον των Οθωμανών

Η Επανάσταση του Δασκαλογιάννη έχει χαρακτηριστεί «το σημαντικότερο γεγονός της όψιμης Τουρκοκρατίας»

Το 1669 η Κρήτη που ως τότε ήταν στα χέρια των Βενετών έπεσε στα χέρια των Τούρκων που την πολιορκούσαν από το 1645. Η σκλαβιά για τους Κρητικούς ήταν αβάσταχτη, ιδιαίτερα λόγω της καταπίεσης και των βασανισμών από τους βίαια εξισλαμισμένους συμπατριώτες τους, τους λεγόμενους Τουρκοκρητικούς. Οι μόνοι που διατήρησαν την ανεξαρτησία τους και ορισμένα προνόμια ήταν οι Σφακιανοί που ζούσαν σε απρόσιτες ορεινές περιοχές.

Το 1769 τμήμα του ρωσικού στόλου ξεκίνησε για τον Μοριά, για να υποστηρίξει τους Μανιάτες στην εξέγερσή τους εναντίον των Οθωμανών. Ο Έλληνας αξιωματικός του ρωσικού στρατού Γεώργιος Παπάζωλης, ένας από τους πρωτεργάτες του ξεσηκωμού των Ελλήνων, ήρθε σε επαφή με τους Κρητικούς και αποφασίστηκε η εξέγερση και της μεγαλονήσου εναντίον των Τούρκων. Επικεφαλής των Κρητικών ήταν ο Γιώργος  Βλάχος ή Δασκαλάκης ή Δασκαλογιάννης.

Είχε γεννηθεί στην Ανώπολη των Σφακίων το 1722 (ή το 1725). Ο πατέρας του ήταν πλούσιος και τον έστειλε να σπουδάσει στο εξωτερικό. Επιστρέφοντας στην Κρήτη απέκτησε σημαντική επιρροή ανάμεσα στους συμπατριώτες του. Μάλιστα, ενώ το αρχικό του επώνυμο ήταν Βλάχος, πήρε το επίθετο Δασκαλογιάννης με το οποίο έμεινε στην ιστορία, λόγω των γνώσεων και της ανδρείας του. Στην Ευρώπη έκοψε χρυσό νόμισμα το οποίο μέχρι σήμερα το φορούν οι Σφακιανές σαν κόσμημα.

Το 1770 που μαινόταν ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος (1768-1774) μία από τις στρατηγικές προτεραιότητες των Ρώσων ήταν η υποκίνηση κινημάτων ανεξαρτησίας σε διάφορες περιοχές της τουρκοκρατούμενης τότε Ελλάδας, υπό την καθοδήγηση των αδελφών Ορλώφ, με στόχο, μεταξύ άλλων, την αποσταθεροποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Εξεγέρθηκαν τότε Έλληνες της Πελοποννήσου, της Ηπείρου, της Θεσσαλίας, της Στερεάς Ελλάδας αλλά και των νησιών.

Τα Ορλωφικά, όπως έμειναν γνωστά αυτά τα γεγονότα, παρότι απέτυχαν να φέρουν την ανεξαρτησία στους Έλληνες, καθώς τα διάφορα κινήματα πατάχθηκαν από τους Τούρκους και τους Τουρκαλβανούς, ήταν μία από τις μείζονες στιγμές των εθνικοαπελευθερωτικών αποπειρών και αγώνων, που έμελλε να κορυφωθούν από το 1821 και στη συνέχεια.

Από τις κινητοποιήσεις των Ορλωφικών δεν θα μπορούσε να απέχει η Κρήτη. Με επικεφαλής τον εμποροπλοίαρχο, Ιωάννη Βλάχο ή Δασκαλογιάννη (προσωνύμιο που του δόθηκε μάλλον εξαιτίας της μόρφωσής του) ο οποίος είχε ήδη συνδεθεί με τους Ορλώφ στέλνοντας άνδρες στη Μάνη, οι Σφακιανοί εξεγέρθηκαν εναντίον των Οθωμανών, της βαριάς φορολογίας που επέβαλαν καθώς και της αυθαιρεσίας της διοίκησής τους. Όπως αναφέρεται και σε ηρωικό άσμα προς τιμήν του, αυτή ήταν η στάση του Δασκαλογιάννη απέναντι στους Οθωμανούς και τις αξιώσεις τους:

 «[…] Δ δίδω ’γ δοσίματα, δ δίδω ’γ χαράτζια

Κι ς μς πεψ’ βασιλις χιλιάδες μπαϊράκια

ς μς πέψ’ βασιλις, σκέρια κα πασάδες,

Μ ’χούσιν ντρες τ Σφακι κ’ ξιους πολεμιστάδες· […]»

 


Έχοντας συγκεντρώσει εφόδια και οχυρώνοντας στρατηγικά περάσματα, οι Σφακιανοί υπό την ηγεσία του Δασκαλογιάννη εκδίωξαν τον Οθωμανό φοροεισπράκτορα και στράφηκαν εναντίον των μουσουλμάνων της Κρήτης.

Ήταν λοιπόν οι Σφακιανοί που ξεκίνησαν τις επαναστατικές τους κινήσεις. Επιτέθηκαν εναντίον των Τούρκων, σκότωσαν αρκετούς, άρπαξαν τις περιουσίες τους και ανάγκασαν τους υπόλοιπους να κρυφτούν στα φρούρια. Αυτή η κατάσταση δημιούργησε επαναστατικές τάσεις και στην υπόλοιπη Κρήτη. Ο σουλτάνος θορυβημένος διέταξε όλες τις στρατιωτικές δυνάμεις του νησιού, περίπου 15.000 άνδρες (η Σωτηρία Αλιμπέρτη κάνει λόγο για 35.000, αριθμό μάλλον υπερβολικό) να χτυπήσουν τους Σφακιανούς και να αποτρέψουν τις επαναστάσεις σε άλλα σημεία της Κρήτης.

Πριν ξεκινήσουν οι Οθωμανοί την επίθεση, έστειλαν δύο κληρικούς για να πείσουν τους Σφακιανούς να παραδοθούν, όμως, ο Δασκαλογιάννης αρνήθηκε. Στη συνέχεια, με την υποστήριξη του πυροβολικού, οι οθωμανικές δυνάμεις κατέλαβαν σημαντικές θέσεις των επαναστατών και κάποια χωριά, όπου διέπραξαν σφαγές και λεηλασίες. Κυρίευσαν επίκαιρες θέσεις, κατέλαβαν μερικά χωριά, όπως την Ανώπολη όπου επιδόθηκαν σε λεηλασίες και έσφαξαν πολλούς από τους αιχμαλώτους που συνέλαβαν. Οι Σφακιανοί υποχώρησαν στα βουνά συνεχίζοντας τον κλεφτοπόλεμο.

Ο G.A. Olivier στο βιβλίο του «ATLAS POUR SERVIR AU VOYAGE DANS L’ EMPIRE OTHOMAN L’ EGYPTE ET LA PERSE», γράφει: «Τέσσερις μήνες κράτησαν οι σκληρές συγκρούσεις. Όλα τα χωριά τους (ενν. των Σφακιανών) πυρπολήθηκαν, τα κοπάδια και τα άλλα υπάρχοντά τους λεηλατήθηκαν και οι ίδιοι πολιορκούνταν πάνω στα βουνά χωρίς καμιά ελπίδα, χωρίς στέγη, βασανιζόμενοι από μύριες κακουχίες στερημένοι από τα πάντα. Τελικά αναγκάστηκαν να δεχτούν τους όρους υποταγής που πρότειναν. Κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου οι Τούρκοι πήραν πλήθος αιχμαλώτων και τους έσερναν σαν μεταφορικά ζώα φορτωμένους με τα σκεύη και τα πολεμοφόδια και σε ώρες μάχης τους έβαζαν μπροστά σαν προμαχώνες».

Ο δύσκολος χειμώνας εξάντλησε τελικά και τις δύο πλευρές, οδηγώντας σε διαπραγματεύσεις το 1771. Οι Σφακιανοί που είχαν μεταφέρει τις οικογένειές τους στα Κύθηρα, τον Μάρτιο του 1771 πρότειναν να σταματήσουν τον πόλεμο αν αμνηστεύονταν. Οι Τούρκοι δέχτηκαν μεν τις προτάσεις τους αλλά με επαχθείς όρους: να πληρώνεται ο κεφαλικός όρος «κατά κεφαλήν» και όχι όπως πριν «κατ’ αποκοπήν» (5.000 γρόσια), να παραδοθούν οι Οθωμανοί που είχαν αιχμαλωτιστεί, να μην χορηγούν οι Σφακιανοί τρόφιμα στα πολεμικά σκάφη που περιέπλεαν την Κρήτη και να παραδοθούν στον πασά του Χάνδακα για να τιμωρηθούν οι πρωταίτιοι της εξέγερσης. Υπήρχαν και άλλοι όροι όπως η ενδυμασία των «ραγιάδων», η ανέγερση νέων εκκλησιών και οι κωδωνοκρουσίες ενώ σημαντικό πλήγμα δέχτηκε και η αυτοδιοίκηση των Σφακιανών γιατί προβλεπόταν η αφαίρεση της δικαστικής εξουσίας από τους κοινοτικούς άρχοντες. Το βασικότερο, όμως, ήταν η απαίτηση που είχαν οι Οθωμανοί να παραδοθούν οι ηγέτες της εξέγερσης προκειμένου να τιμωρηθούν.

Ο Ιωάννης Δασκαλογιάννης βλέποντας την τραγική εξέλιξη της επανάστασης δέχτηκε να μεταβεί στον Χάνδακα (Ηράκλειο) με τους οπαδούς του πιστεύοντας ότι έτσι θα ελαφρύνει τη θέση του. Μάλιστα ο αδελφός του Νικόλαος που είχε ήδη συλληφθεί του είχε στείλει επιστολή στην οποία, κάτω από τον φόβο για τη δική του ζωή, του έγραφε ότι ο πασάς ήταν πρόθυμος να του δώσει αμνηστία και να σταματήσει την καταδίωξη του αν κατέθετε τα όπλα και πήγαινε να τον προσκυνήσει. Τον διαβεβαίωνε μάλιστα για τις αγαθές προθέσεις του πασά του Χάνδακα.

 

 

Όπως γράφει όμως η Σωτηρία Αλιμπέρτη στο τέλος της επιστολής ο Νικόλαος έγραψε μ.μ.μ δηλαδή μη, μη, μη (έρθεις) ή κατά άλλη εκδοχή το γράμμα Μ με την υπογραφή του νομίζοντας ότι ο αδελφός του θα καταλάβαινε. Δυστυχώς όμως ο Ιωάννης Δασκαλογιάννης πήγε στον Χάνδακα. Ο Τούρκος πασάς τον δέχθηκε αρχικά με φιλοφρονήσεις και περιποιήσεις. Του πρόσφερε «καφέ γλυκό σε χρυσό φλιτζάνι και τσιμπούκι γιασεμί» κατά το δημοτικό άσμα. Αμέσως μετά όμως τον συνέλαβε και προσπάθησε να μάθει πού είχε κρυμμένους τους θησαυρούς του. Τελικά τον παρέδωσε στους δήμιους οι οποίοι τον έγδαραν ζωντανό με πυρόπετρες στις 17 Ιουνίου 1771. Τραγικό θάνατο βρήκαν και πολλοί από τους οπαδούς του.

Κάποιοι κατάφεραν να ξεφύγουν μετά από τρία χρόνια και επέστρεψαν στα Σφακιά. Το τραγικό τέλος της επανάστασης των Σφακιανών είχε δραματικές συνέπειες για ολόκληρη την Κρήτη. Οι τρεις πασάδες της Κρήτης έλαβαν ακόμα πιο καταπιεστικά μέτρα σε βάρος των Χριστιανών και δημιούργησαν με τις δυσβάσταχτες επιβαρύνσεις που επέβαλαν αφόρητη κατάσταση για τους Έλληνες κατοίκους της Μεγαλονήσου οι οποίοι λιγόστεψαν επικίνδυνα. Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι ο Χάνδακας, πολυάνθρωπη ως τότε πόλη, έμεινε με ελάχιστους κατοίκους και σχεδόν ερημώθηκε.

Η Επανάσταση του Δασκαλογιάννη έχει χαρακτηριστεί «το σημαντικότερο γεγονός της όψιμης Τουρκοκρατίας», ενώ αποτέλεσε την έναρξη των διαφόρων επαναστάσεων της περιόδου 1770-1898, η οποία κατέληξε στην απελευθέρωση της Κρήτης και τη δημιουργία της Κρητικής Πολιτείας.

Πηγές:

https://www.kathimerini.gr/istoria/563530639/san-simera-25-martioy-1770-i-epanastasi-toy-sfakianoy-daskalogianni-enantion-ton-othomanon/

https://www.protothema.gr/stories/article/1331239/i-epanastasi-tou-daskalogianni-sta-sfakia-to-1770-1771-kai-to-tragiko-tou-telos/