Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2025

Κάποτε στη Βεργίνα

 


Κάποτε στη Βεργίνα: Η Μαγεία των Αιγών και η Ιστορία των Μακεδόνων

Στα ριζά του λόφου της ακρόπολης της Βεργίνας, μια αιωνόβια βελανιδιά στέκει σαν φρουρός των μυστικών των Αιγών, της ιεράς πρωτεύουσας των Μακεδόνων. Κάποτε, κάτω από τα κλαδιά της, ζούσαν γεμάτα ζωή τα ανάκτορα του Φιλίππου Β’, του σπουδαίου βασιλιά που καθιέρωσε τη Μακεδονική δυναστεία και προετοίμασε το έδαφος για τον Μεγάλο Αλέξανδρο.

Οι επισκέπτες σήμερα έρχονται στη Βεργίνα για να θαυμάσουν τα ερείπια του βασιλικού ανακτόρου, το θέατρο, τα ιερά και, φυσικά, το περίφημο νεκροταφείο των τύμβων. Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί ο τάφος της Μεγάλης Τούμπας, που παρέμεινε ανέγγιχτος από τυμβωρύχους και μαρτυρά το μεγαλείο του Φιλίππου Β’ και της δυναστείας του.

Η ιστορία της Βεργίνας είναι παραμυθένια. Όπως και η αιωνόβια βελανιδιά που μας αφηγείται την ιστορία μιας νεαρής κοπέλας βασιλικής γενιάς, της Βεργίνας, και του αγαπημένου της Αλιάκμονα, που ζούσαν σε αυτά τα μέρη, ανάμεσα σε κήπους, δάση και μυστικά λαγούμια. Η αγάπη τους, οι χοροί, τα τραγούδια τους, και οι περιπέτειες τους -καθώς ζούσαν μέσα στη τριγύρω τους πανέμορφη φύση- έχουν αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στα χώματα της Μακεδονίας.

Το 1977, η αρχαιολογική σκαπάνη του καθηγητή Μανόλη Ανδρόνικου και των συνεργατών του αποκάλυψε τους θησαυρούς της περιοχής. Το βασιλικό ανάκτορο, οι τύμβοι και τα λοιπά ευρήματα έφεραν το παρελθόν ζωντανό μπροστά στα μάτια της ανθρωπότητας, αναδεικνύοντας τη Βεργίνα σε έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς προορισμούς της Ελλάδας.

Σήμερα, η Βεργίνα συνεχίζει να μαγεύει τους επισκέπτες με την ιστορία, τη φύση και τα μυστικά της. Η βελανιδιά και το ποτάμι Αλιάκμονας μας θυμίζουν πως η αγάπη, η ζωή και η ιστορία των Μακεδόνων ζουν αιώνια στα χώματα των Αιγών.

ΚΓ 

 


Κάποτε στη Βεργίνα

Στα ριζά του λόφου της ακρόπολης, σε ένα υπερυψωμένο άνδηρο που δεσπόζει στο χώρο και σημαδεύεται από μια αιωνόβια βελανιδιά, σώζονται τα εντυπωσιακά ερείπια του ανακτόρου των Αιγών που αποτελούσε βασικό πόλο του μεγάλου οικοδομικού προγράμματος του Φιλίππου Β΄ στην πόλη-λίκνο της δυναστείας. Εκεί μια αιωνόβια βελανιδιά μας διηγείται την ιστορία της.

Εμένα που με βλέπετε ούτε που θυμάμαι πόσων χρόνων είμαι. Όλοι με ξέρουν σαν τη γέρικη βελανιδιά, «φρουρό» και σύμβολο του βασιλικού ανακτόρου της Βεργίνας

Έρχονται να θαυμάσουν ό,τι απόμεινε από τις Αιγές την ιερή πρωτεύουσα των Μακεδόνων και ούτε που μου δίνουν σημασία. Μόνο το καλοκαίρι, όταν κυριολεκτικά σκάει ο τζίτζικας, με προσέχουν και τρέχουν να δροσιστούν κάτω από τον ίσκιο μου. Καθόλου δε με πειράζει. Μου φτάνει που ξέρω όσα είδα και που ένιωσα όσα δε φαντάζεστε... Σήμερα, ωστόσο, αποφάσισα να το γιορτάσω! Κρέμασα από τα κλαδιά μου τα ωραιότερα ευρήματα των βασιλικών τάφων και ήρθα να σας πω το παραμύθι που θα ήθελα να γραφτεί για μένα...

Μια φορά κι έναν καιρό είχα ανθρώπινη μορφή και κρατούσα από βασιλική γενιά. Ήμουν κοπέλα ζηλευτή, με θωριά που έλαμπε σαν τον ήλιο και κρίση καθαρή σαν δροσοσταλίδα. Ζούσα στη Βέροια, το στολίδι της Μακεδονίας, και όλοι με σέβονταν και με τιμούσαν, γιατί πάντα πρόσφερα στον τόπο μου και ήμουν σπλαχνική με τους κατατρεγμένους. Το όνομα μου ήταν Βεργίνα. Βεργίνα βεργολυγερή μ' έλεγε ο αγαπημένος μου, ένα παλικάρι παθιασμένο με τη ζωή κι ορμητικό σαν ποταμός. Στιγμή δε μ' άφηνε σε ησυχία. «Σοβαρέψου λιγάκι, Αλιάκμονα», του έλεγα όταν πια το παράκανε με τα πειράγματα και τα τρεχαλητά στις εξοχές της Ημαθίας. Αλλά πού εκείνος! Το κελαρυστό του γέλιο αντιλαλούσε στις ρεματιές, τρύπωνε στα πολύχρωμα φυλλώματα και στις αστραφτερές νεροσυρμές κι αναστάτωνε τα πουλιά και τα ζώα στις φωλιές τους.

 

 

Μαζί είχαμε σκάψει τα μυστικά λαγούμια που διαπερνούσαν τα βουνά κι έφταναν στη θερινή μας κατοικία. Κανείς δεν μπορούσε να βρει την αρχή τους! Όσο και να προσπαθούσαν, πάντα τους μπέρδευαν τα σημάδια, που κάθε εποχή άλλαζαν στο δάσος. Οι οξιές, οι καστανιές, τα έλατα και οι βελανιδιές φρόντιζαν σαν καλές νοικοκυρές γι' αυτό! Μια φορά προσπάθησαν να με πάρουν από πίσω δυο τρεις τσοπάνηδες, για να δουν πού πηγαίνω όταν εξαφανίζομαι από το χωριό. Αλλά εγώ, σαν τις νεράιδες και τις ξωτικές, ξεγλίστρησα μέσα από τα μάτια τους, χώθηκα σε μιας φιλενάδας μου ελαφίνας τη σπηλιά και μη με είδατε! Πολύ διασκέδασε τότε μαζί τους ο Αλιάκμονας. Ακολουθώντας τους γρήγορα κι αθόρυβα σαν τον κάστορα, έσβηνε τα χνάρια τους με μια φουντωτή φτέρη! Ώρες έκαναν έπειτα να βρουν το μονοπάτι της επιστροφής...

Περιπλανώμενος, έψαχνε τόπο εύφορο και φυσικά προστατευμένο, για να εγκατασταθεί με το λαό του ο ιδρυτής της Μακεδονικής δυναστείας, Περδίκκας Α'. Το έπραξε εκεί που σταμάτησαν τα κοπάδια με τις αίγες (=κατσίκες) του για να βοσκήσουν, κάτι που τον προέτρεψε να κάνει ο σχετικός χρησμός από το Μαντείο των Δελφών! Στιγμές αξέχαστες ζήσαμε με τον αγαπημένο μου σ' εκείνες τις ξωμεριές. Τι τραγούδια λέγαμε, τι χορούς κάναμε τις μέρες της συγκομιδής στους κήπους μας, τους φορτωμένους με φρούτα λαχταριστά και με λουλούδια που μεθούσαν τον αγέρα με την ευωδιά τους! «Σ' αυτό τον ευλογημένο τόπο, ως κι ο κατσούφης βοριάς αλλάζει χαρακτήρα: δριμύς και παγωμένος καταφθάνει, μα καθώς πλαγιοκοπά στα βουνά τριγύρω, από το Βέρμιο και τα Πιερία ως τον Όλυμπο, επιστρέφει σαν νοτιάς γλυκύτατος, ημερωμένος», μου έλεγε ο Αλιάκμονας. Κι εγώ για να τον πειράξω, «Λωλοπόταμο» τον ανέβαζα, «Ανεμοδούρα» τον κατέβαζα. Και δώσ' του κυνηγητά στα ηλιόλουστα ξέφωτα και στα βαθύσκιωτα λαγκάδια... Μια μέρα, ως και τον Πάνα, τον τραγοπόδαρο γιο του Ερμή, πιάσαμε να μας κρυφοκοιτάζει.

Έτρεξε να τον γραπώσει ο Αλιάκμονας, αλλά μόλις που πρόφτασε να δει μια ουρίτσα να κουνιέται παιχνιδιάρικα ανάμεσα στις καλαμιές! Τα χρόνια κύλησαν γλυκόπιοτα, σαν το κρασάκι σε φαγοπότι γιορτινό. Γεράσαμε πολύ με τον Αλιάκμονα κι ήρθε η ώρα να φύγουμε από τη ζωή. Η μητέρα Γη, όμως, δε θέλησε να σβηστεί το πέρασμα μας από την ιστορία. Έτσι, εγώ έγινα η βελανιδιά που βλέπετε κι ο σύντροφος μου ο Αλιάκμονας, το ομώνυμο ποτάμι. Κι οι δυο ξέραμε πως σ' αυτά τα πανάρχαια χώματα κείτονταν αναπαυμένοι για εκατοντάδες χρόνια οι θησαυροί των Μακεδόνων.

 

 

Γι' αυτό, αξέχαστη θα μας μείνει η μαγική στιγμή του 1977 που η αρχαιολογική σκαπάνη έπιασε δουλειά στα χέρια του καθηγητή Μανόλη Ανδρόνικου και των συνεργατών του και τους έφερε στο φως! Το βασιλικό ανάκτορο, η ακρόπολη, το θέατρο, τα ιερά, τα θεμέλια σπιτιών και άλλων κτηρίων έκαναν την ανθρωπότητα να ριγήσει από δέος. Μα περισσότερο απ' όλα την εντυπωσίασε το περίφημο νεκροταφείο των τύμβων στην περιοχή ανάμεσα στα χωριά Παλατίτσια και Βεργίνα. Κι αυτό γιατί ο μακεδονικός τάφος της Μεγάλης Τούμπας δεν είχε συληθεί από τους τυμβωρύχους! Το μέγεθος του, η ναόσχημη μορφή του, η όλη κατασκευή του και διακόσμηση, καθώς και το πολύτιμο περιεχόμενο του μαρτυρούσαν ότι κάποιος σπουδαίος βασιλιάς είχε ταφεί και λατρευόταν εκεί. Κι αυτός δεν ήταν παρά ο Φίλιππος Β', ξακουστός ηγεμόνας της Μακεδονίας και πατέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου!

Το παραμύθι μας δεν τελειώνει εδώ. Όσο εγώ θα στέκομαι επιβλητική στο χώρο των βασιλικών ανακτόρων στη Βεργίνα κι όσο ο αγαπημένος μου Αλιάκμονας θα ποτίζει και θα θρέφει ακούραστος τη μακεδονική γη, η ζωή θα συνεχίζεται και μαζί της και η ιστορία.

 


 

Μικρό λεξικό

Βεργίνα: χωριό έξω από χη Βέροια στο νομό Ημαθίας, στην κεντρική Μακεδονία. Ένας λαϊκός μάθος λέει ότι πήρε την ονομασία αυτή από τη βασίλισσα Βεργίνα που ζούσε εκεί.

Μανόλης Ανδρόνικος: καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Το όνομα του συνδέθηκε στενά με τη Βεργίνα καθώς, το 1977, μεταξύ άλλων, ανακάλυψε στον αρχαιολογικό της χώρο δύο βασιλικούς τάφους που περιείχαν αντικείμενα μοναδικού πλούτου και ομορφιάς. Τα ευρήματα οδήγησαν στο συμπέρασμα πως στο μεγάλο βασιλικό τάφο της Βεργίνας ήταν "θαμμένος" ο βασιλιάς Φίλιππος Β', ο πατέρας του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 

Πηγές

Ι. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Βεργίνα, η Μεγάλη Τούμπα, Αρχαιολογικός Οδηγός, Θεσσαλονίκη, 1994

2. Λούκια Θεοδώρου, Βασιλική Γκράτζιου, Βεργίνα, Θησαυροί, Μύθοι και Ιστορία της Μακεδόνικης Γης, εκδόσεις «Καλειδοσκόπιο», Αθήνα, 2005

3. Υπουργείο Πολιτισμού, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, Βεργίνα, Περιδιαβάζοντας τον αρχαιολογικό χώρο, Αθήνα, 2005

4. ΟΙ ΕΡΕΥΝΗΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ (18.2.2006)


Παρασκευή 24 Απριλίου 2020

Ο Franz Kafka και το κοριτσάκι




 Paul Auster, Franz Kafka και το κοριτσάκι
Ένα από τα πλέον αγαπημένα μου διηγήματα προέρχεται από ένα μυθιστόρημα του Paul Auster με τίτλο: The Brooklyn Follies . Στο μυθιστόρημα του αυτό ο Auster αφηγείται μια συγκινητική ιστορία για το συγγραφέα Φραντς Κάφκα και τη σχέση του με ένα μικρό κορίτσι και την κούκλα της:
Είναι η τελευταία χρονιά της ζωής του Κάφκα - ο Φραντς Κάφκα πέθανε από φυματίωση πριν γίνει 41 ετών- που είναι ερωτευμένος με την Ντόρα Diamant, ένα νεαρό κορίτσι δεκαεννέα ή είκοσι ετών που το έσκασε από την εβραϊκή οικογένειά της στην Πολωνία και τώρα ζει στο Βερολίνο. Έχει τα μισά του χρόνια, μα είναι αυτή που του δίνει το θάρρος για να φύγει από την Πράγα.
Κάθε απόγευμα ο Κάφκα πηγαίνει για μια βόλτα στο πάρκο. Τις πιο πολλές φορές τον συνοδεύει στους περιπάτους του και η  Ντόρα. Μια μέρα πλησιάζουν ένα μικρό κοριτσάκι που  δάκρυα τρέχουν στα ματάκια του και σπαράζει η καρδούλα του. Ο Κάφκα την ρωτά τι της συμβαίνει και εκείνη του λέει ότι έχει χάσει την κούκλα της. Αυτός τότε κατασκευάζει μια ιστορία για να της εξηγήσει τι συνέβη και εξαφανίστηκε η κούκλα της.
«Η κούκλα σου έχει πάει μακριά σε ένα ταξίδι» της λέει. «Πώς το ξέρετε αυτό;¨» ρωτά το κοριτσάκι. «Επειδή μου έχει γράψει ένα γράμμα», λέει ο Κάφκα. Το κοριτσάκι τον παρατηρεί δείχνοντας να μην τον πιστεύει. «Το έχετε μαζί σας; ρωτάει. «Όχι, λυπάμαι», της απαντά. «Το άφησα στο σπίτι μου κατά λάθος, αλλά θα το φέρω μαζί μου αύριο.» Είναι τόσο πειστικός ο τρόπος που απαντά που το κοριτσάκι δεν ξέρει τι να σκεφτεί πια. Μπορεί άραγε αυτός ο μυστηριώδης άνθρωπος να της λέει την αλήθεια;  
Ο Κάφκα πηγαίνει κατ 'ευθείαν στο σπίτι του για να γράψει το γράμμα. Κάθεται στο γραφείο του, και καθώς η Ντόρα τον παρατηρεί που γράφει, συνειδητοποιεί ότι ο αγαπημένος της γράφει τώρα με την ίδια σοβαρότητα και ένταση που έχει όταν γράφει κάθε κείμενό του. Δεν είναι ένα γράμμα/κείμενο για να εξαπατήσει το μικρό κορίτσι. Αυτό είναι ένα πραγματικό λογοτέχνημα του και είναι αποφασισμένος να το κάνει σωστά. Αν καταφέρει να καταλήξει σε ένα όμορφο και πειστικό ψέμα, θα αντικαταστήσει την απώλεια του κοριτσιού με μια διαφορετική πραγματικότητα, ψεύτικη ίσως, αλλά σαν κάτι αληθινό και πιστευτό σύμφωνα με τους νόμους της φαντασίας.
Την επόμενη μέρα ο Κάφκα τρέχει πίσω στο πάρκο με το γράμμα. Το κοριτσάκι τον περιμένει και καθώς δεν έχει μάθει ακόμα να διαβάζει ο Κάφκα στέκεται μπροστά της και της το διαβάζει δυνατά. Η κούκλα λυπάται λέει  αλλά έχει κουραστεί να ζει με τους ίδιους ανθρώπους όλη την ώρα. Χρειάζεται να βγει έξω, να δει τον κόσμο και να κάνει καινούργιους φίλους. Δεν είναι ότι δεν την  αγαπά αλλά λαχταρά τόσο πολύ για μια αλλαγή σκηνικού, και έτσι θα πρέπει να χωρίσουν για κάποιο χρόνο. Η κούκλα, στη συνέχεια, υπόσχεται να γράφει στο κορίτσι κάθε μέρα και να την κρατήσει την ενήμερη για τις δραστηριότητές της.
Αυτός όμως είναι το σημείο που η ιστορία με συγκινεί αφάνταστα. Είναι αρκετά εκπληκτικό το γεγονός ότι Κάφκα μπήκε στον κόπο να γράψει αυτό το πρώτο γράμμα, αλλά τώρα ο ίδιος δεσμεύεται με το έργο της συγγραφής ενός νέου γράμματος κάθε μέρα. Και αυτό το κάνει όχι για κανένα άλλο λόγο παρά για να παρηγορήσει το κοριτσάκι, που τυχαίνει να του είναι μια άγνωστη σε αυτόν, ένα παιδί που ο Κάφκα έπεσε τυχαία πάνω του ένα απόγευμα στο πάρκο. Τι είδους άνθρωπος κάνει κάτι τέτοιο;
Εκείνος κράτησε την υπόσχεσή της κούκλας για τρεις εβδομάδες. Ναι. Τρεις εβδομάδες. Ένας από τα πιο λαμπρούς συγγραφείς που έζησαν ποτέ θυσίασε τον χρόνο του, τον όλο και πιο πολύτιμο και συρρικνούμενο χρόνο του, για να γράψει φανταστικές επιστολές από μια χαμένη κούκλα. Η Ντόρα λέει ότι έγραφε  την κάθε πρόταση με βασανιστική προσοχή στη λεπτομέρεια, ότι η πρόζα ήταν ακριβής, αστεία και ευκολοχώνευτη. Με άλλα λόγια, ήταν η πρόζα του Κάφκα, και αυτός πήγαινε κάθε ημέρα για τρεις εβδομάδες στο πάρκο και να διάβαζε την μια μετά την άλλη επιστολή στο κοριτσάκι. Η κούκλα μεγαλώνει, πηγαίνει στο σχολείο, γνωρίζει και άλλους ανθρώπους. Συνεχίζει να διαβεβαιώνει το κοριτσάκι για την αγάπη της, αλλά την παραπέμπει και σε ορισμένες δυσκολίες στη ζωή της, που καθιστούν αδύνατη την επιστροφή στην πατρίδα τους. Σιγά-σιγά ο Κάφκα ετοιμάζει το κορίτσι για τη στιγμή που η κούκλα θα εξαφανιστεί από την ζωή της για πάντα. Αγωνίζεται για να καταλήξει σε μια ικανοποιητική λύση και ανησυχεί μήπως και δεν πετύχει η προσπάθειά του και το μαγικό ξόρκι σπάσει. Αφού εξετάζει διάφορες επιλογές, τελικά αποφασίζει να παντρέψει την κούκλα. Ο ίδιος περιγράφει το νεαρό άντρα που την ερωτεύεται, περιγράφει τον αρραβώνα της, γράφει για το γάμο της στην εξοχη, και περιγράφει ακόμη και το σπίτι όπου η κούκλα και ο σύζυγος ζουν τώρα. Και στην τελευταία γραμμή, η κούκλα  στέλνει ένα γλυκό αντίο στην παλιά και πολυαγαπημένη φίλη της.
Φτάνοντας σε αυτό πλέον το σημείο, το κοριτσάκι δεν στενοχωριέται  πλέον πού έχασε την κούκλα. Ο Κάφκα της προσφέρει μια άλλη κούκλα και καθώς έχουν περάσει τρεις εβδομάδες, οι επιστολές του έχουν θεραπεύσει την δυστυχίας της. Έχει πλέον την ιστορία, και όταν ένα άτομο είναι τόσο τυχερό ώστε να βιώσει μια ιστορία, να ζήσει μέσα σε ένα φανταστικό κόσμο, οι πόνοι αυτού του κόσμου εξαφανίζονται. Γιατί για όσο χρονικό διάστημα η ιστορία συνεχιζόταν, η πραγματικότητα δεν υπήρχε πλέον.
-Paul Auster, " Brooklyn Follies ".
Αναρωτιέμαι αν αυτή η ιστορία είναι όντως αλήθεια. Ελπίζω να είναι, γιατί δείχνει μια τόσο διαφορετική πλευρά του Κάφκα. Σε μια πρόσφατη συνέντευξη που έδωσε ο Paul Auster στο Goodreads όταν ρωτήθηκε ποιο είναι η πιο αγαπημένη ιστορία του, απάντησε:
Έχω μια αγαπημένη ιστορία από έναν άλλο όμως συγγραφέα που πιστεύω ότι είναι αληθινή, και ελπίζω ότι είναι αλήθεια, εξ αιτίας του πώς αισθάνομαι γι 'αυτό το συγγραφέα. Θα χρησιμοποιηθεί σαν ιστορία στο μυθιστόρημα μου Brooklyn Follies . Είναι, πιστεύω, μια αληθινή ιστορία ... Είναι μια θαυμάσια ιστορία, αν μη τι άλλο γιατί δείχνει τέτοια συμπόνια εκ μέρους του Κάφκα.


Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017

ΛΑΪΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ : ΤΟ ΑΘΟΚΑΤΣΟΥΛΟ





ΛΑΪΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

ΤΟ ΑΘΟΚΑΤΣΟΥΛΟ

(Περιοχή: Μαργαρίτες Γεροποτάμου Ρεθύμνης)

Μια φορά κι έναν καιρό, ήτανε τρεις αδερφίδες κι η μάνα τωνε. Ο πατέρας είχε πεθάνει, και ζούσανε σε φτώχεια μεγάλη. Αυτές για να ζήσουνε γνέθανε, πλέκανε, υφαίνανε, και τα ρούχα τα πουλούσανε. Από τις τρεις αδερφές η μικρότερη ήτανε η πιο χαϊδεμένη της μάνας, αλλά οι άλλες δυο αδερφές δεν τήνε χωνεύανε και τη βάζανε να κάνει όλες τις βαριές δουλειές του σπιτιού. Κι επειδή όλο μέσα στις σκόνες και στις στάχτες ήτανε, τήνε φωνάζανε «Αθοκάτσουλο».
Μια μέρα, λέει, καθότανε η μάνα με τις τρεις κόρες και κλώθανε, κι η κάθε μια παινευότανε πως ήτανε πιο καλή κλώστρια απ' την άλλη. Και λέει η πιο μεγάλη αδερφή:
«Βάζομε στοίχημα; Οποιανής πέσει πρώτης το αδράχτι θα τήνε σφάξομε να τήνε φάμενε!»
Το δεχτήκανε οι άλλες. Κλώθανε και κλώθανε, και πέφτει το αδράχτι της μάνας!
«Χαρίζομέ σου τηνε, μάνα, γιατί μας εγέννησες», λένε οι κοπελιές.
Εκλώθανε πάλι, εκλώθανε, πέφτει πάλι το αδράχτι της μάνας.
«Χαρίζομέ σου τηνε, μάνα, γιατί μας ανάθρεψες!»
Και της τη χαρίζουνε πάλι. Εκλώθανε, εκλώθανε, πέφτει πάλι της μάνας το αδράχτι. Είντα να κάνουνε οι αδερφές;
«Ε, μα δα δε σου τήνε χαρίζομέ, μάνα!»
Και πιάνουνε και τη σφάζουνε, τη βράζουνε κι ετοιμάζονται να τη φάνε!
Η πιο μικρή όμως, που αγαπούσενε πολύ τη μάνα της, έκλαιγε, έκλαιγε, δεν ήθελε να φάει. Οι άλλες τρώγανε και της δίνανε κι αυτηνής, μα αυτή έπαιρνε τα κομμάτια της μάνας της και, εκεί που καθότανε στο τζάκι, τα έθαβε στη στάχτη να μη δούνε οι αδερφές της πως δεν τα τρώει. Στο τέλος μάζεψε και τα κοκαλάκια της μάνας της από το τραπέζι. Τα φύλαξε όλα σε ένα μπαουλάκι. Τα θύμιαζε, λέει, σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες. Στις σαράντα μέρες ανοίγει το μπαουλάκι και τι να δει; Βλέπει μέσα χρυσά ρούχα, χρυσά παπούτσια, φλουριά! Αλλά δεν είπενε τίποτα στις αδερφές της.
Οι άλλες δυο αδερφίδες, την Κυριακή, βάλανε τα καλά τωνε ρούχα, στολιστήκανε να πάνε στην εκκλησία.
«Άντες, Αθοκάτσουλο, να πάμενε στην εκκλησία», του λένε. «Τη μάνα μας σφάξατε, και στην εκκλησία θα πάω; Δεν πάω!» Αυτές όμως, επήγανε. Είδανε κόσμο, της είδε ο κόσμος, εγυρίσανε πίσω.
Την άλλη Κυριακή, τα ίδια.
«Άντες, Αθοκάτσουλο, να πάμενε στην εκκλησία».
«Όχι, δεν πάω! Τη μάνα μας σφάξατε, και στην εκκλησία θα πάω; Δεν πάω!»
Πήγανε πάλι μοναχές τους.
Την τρίτη Κυριακή, λένε οι δυο αδερφίδες πάλι στο Αθοκάτσουλο:
«Άντες, Αθοκάτσουλο, στην εκκλησία. Που σήμερο θα έρθει το βασιλιόπουλο να διαλέξει ποια θα πάρει για γυναίκα του».
Αυτές έτσι το λέγανε, γιατί το Αθοκάτσουλο δεν είχενε όμορφα ρούχα να φορέσει στην εκκλησιά. Αλλά θέλανε να τήνε παιδέψουνε!
«Δεν πάω! Τη μάνα μας σφάξατε, και στην εκκλησία θα πάω; Δεν πάω!» είπε πάλι αυτή.
Αλλά μόλις φύγανε οι άλλες, πήγε και άνοιξε το μπαουλάκι με τα κόκαλα τση μάνας τση κι έβγαλε από μέσα τα χρυσά ρούχα και τα χρυσά παπούτσια. Τα βάνει, λέει, γρήγορα-γρήγορα το Αθοκάτσουλο και γίνεται αγνώριστη!
Πάει στην εκκλησία, και λάμπει ο κόσμος! Όλοι εγυρνούσανέ και τήνε κοιτάζανε, που έλαμπε σαν τον ήλιο! Την είδε και το βασιλιόπουλο και θαμπώθηκε!
Όταν, όμως, ήτανε κοντά η ώρα να τελειώσει η λειτουργία, το Αθοκάτσουλο φεύγει γρήγορα-γρήγορα να μην τήνε γνωρίσουνε οι αδερφές της. Το βασιλιόπουλο έψαχνε να τήνε βρει και δεν την έβρισκε.
Πάνε οι δυο αδερφίδες στο σπίτι. Βρίσκουνε το Αθοκάτσουλο να κάθεται κάτω από το τραπέζι ήσυχο-ήσυχο.
«Δεν ήρθες, Αθοκάτσουλο, στην εκκλησία, που ήρθενε μιαν όμορφη κοπελιά, μια βασίλισσα! Και φορούσενε χρυσά φουστάνια, χρυσά παπούτσια, κι έλαμπενε σαν τον ήλιο!»
«Δε με νοιάζει. Τη μάνα μας σφάξατε, κι εγώ 'θελα 'ρθω στην εκκλησία να δω τη βασίλισσα; Δε με νοιάζει!»
Την επόμενη Κυριακή ο βασιλιάς πήρε πάλι το βασιλιόπουλο και πήγανε στην εκκλησία. Θέλανε να ξαναδούνε την ωραία κοπέλα.
«Άντες, Αθοκάτσουλο, να πάμε στην εκκλησία, να δεις κι εσύ τη βασίλισσα!» είπανε οι αδερφές στο Αθοκάτσουλο.
«Δεν πάω, τη μάνα μας σφάξατε και στην εκκλησία θα πάω; Δεν έρχομαι».
Πάνε πάλι αυτές, αξοπίσω το Αθοκάτσουλο, βάνει πάλι τα χρυσά φορέματα που είχενε βρει στο μπαουλάκι, και τρέχει στην εκκλησία.
Τήνε βλέπει πάλι το βασιλιόπουλο, χάνει το μυαλό του! Πού να γυρίσει να κοιτάξει τον παπά; Όλο το Αθοκάτσουλο κοιτούσε.
Πριν να τελειώσει πάλι η λειτουργία, φεύγει το Αθοκάτσουλο πριν από τις άλλες κοπέλες. Μένει πάλι το βασιλιόπουλο με την απορία. Αλλά στο μεταξύ την είχε αγαπήσει και ήθελε να την πάρει γυναίκα του. Ρωτούσε λοιπόν όλους τους χωριανούς που ήτανε στην εκκλησία, αν γνωρίζανε ποια ήταν αυτή η όμορφη κοπέλα. Αλλά κανείς δεν την είχε ξαναδεί.
Γυρίζούνε κι οι δυο αδερφίδες στο σπίτι, και ρωτούνε η μια την άλλη:
«Ποια να είναι αυτή η όμορφη κοπελιά; Αυτή θα πάρει γυναίκα του το βασιλιόπουλο, μα πώς βρέθηκε στο χωριό μας;»
Μιλιά το Αθοκάτσουλο!
'Ελα, όμως, που το βασιλιόπουλο το είχενε βάλει αμέτι-μουΧαμέτη να πιάσει την ωραία κοπέλα και να την κάνει γυναίκα του! Να κλαίει, να οδύρεται, «αυτή θέλω, αυτή θέλω!». Ο βασιλιάς τι να κάνει; Σκέφτεται, σκέφτεται και βρίσκει ένα κόλπο.
«Σώπα, βασιλιόπουλο μου, και θα στην πιάσω εγώ!»
Είχενε παρατηρήσει πως η όμορφη κοπέλα, που ήθελε το βασιλιόπουλο, ερχότανε τελευταία στην λειτουργία και έφευγε πρώτη, πριν από τους άλλους.
Την άλλη Κυριακή, ντύνουνται πάλι οι δυο αδερφίδες του Αθοκάτσουλου, γυρίζουνε και το κοιτάζουνε που καθότανε στην παραστιά.
«Άντες, μπρε αδερφή, στην εκκλησιά, να δεις κι εσύ την αρχόντισσα, που είναι όμορφη σαν τη βιόλα!»
«Δεν έρχομαι. Τη μάνα μας εφάγατε, και στην εκκλησία θα 'ρθω; Δεν έρχομαι!»
Νευριάζουνε οι δυο αδερφίδες, «τάχα πως αγαπούσενε τη μάνα μας καλύτερα από εμάς!» λένε, και φεύγουνε για την εκκλησία.
Πάνε λοιπόν ούλοι οι χωριανοί στην εκκλησία, και περιμένουνε να δούνε αν θα φανεί η χρυσοντυμένη αρχόντισσα. Ο βασιλιάς, αφού είδε πως ήρθανε όλοι οι χωριανοί στην εκκλησία, και μόνο η αρχόντισσα έλειπε, διατάζει έναν υπηρέτη και βάνει μέλι στο κατώφιλιο. Και κάθονταν όλοι και περιμένανε. Σε λίγο να τηνε και προβάλει! Μέχρι κι ο παπάς, που λέει ο λόγος, έχασενε τα λόγια του από την ομορφάδα! Το βασιλιόπουλο κάνει να τήνε πλησιάσει, να της μιλήσει, μα εκείνη το κατάλαβε. Δεν ήθελε ακόμα να φανερωθεί. Δίνει μια να φύγει, και κολλά το χρυσό γοβάκι της στο μέλι που ήτανε χυμένο στο κατώφιλιο. Μα από την βιασύνη της να φύγει δεν γύρισε να το πάρει.
Παίρνει το βασιλιόπουλο το γοβάκι, γεμάτο παράπονο που δεν τα κατάφερε να πιάσει τη γυναίκα που αγαπούσε. Του λέει ο πατέρας του:
«Βάλε να ψάξουνε όλη τη χώρα, κι οποιανής κάνει το γοβάκι, πάει να πει πως είναι η γυναίκα που το φορούσε».
Την άλλη μέρα βγάνει διακήρυξη το βασιλιόπουλο, να μη φύγει καμιά γυναίκα από το σπίτι της. Ούτε στο νερό να μην πορίσει. Γιατί θα περάσει από ούλα τα σπίτια και θέλει να δοκιμάσει το χρυσό παπούτσι σε ούλες τσι γυναίκες του βασιλείου !
Μπαίνει στο ένα σπίτι, χαρές οι γυναίκες! Έλεγε η καθεμιά: «δεν μπορεί, θα στριμώξω το πόδι μου να χωρέσει στο γοβάκι και θα γίνω εγώ η βασίλισσα!». Αλλά το βασιλιόπουλο έβλεπε πότε δε χωρούσε από μόνο του το γοβάκι στο πόδι της γυναίκας, το έπαιρνε και έφευγε. Πήγαινε σε άλλο σπίτι.
Μπαίνει και στου Αθοκάτσουλου. Πάει αυτό και χώνεται στην παραστιά. Έτσι μουτζουρωμένο και μαύρο που ήτανε, δεν το βλέπει. Μα και να το έβλεπε, δεν θα το γνώριζε μέσα στους άθους και στις σκόνες. Λέει στις δυο αδερφίδες να κάτσουνε και να βάλουνε το παπούτσι. Το βάζει η μια, που είχενε λεπτό πόδι. Για να της χωρέσει είχενε βάλει δυο-τρία ζευγάρια κάρτσες. Βλέπει το βασιλιόπουλο την πονηριά της, της λέει «βγάλε τις κάρτσες, να φανεί ο πόδας σου!»
Βγάνει αυτή τις κάρτσες, φάνηκε ο πόδας της, ξαναβάνει το γοβάκι, της ήτανε φαρδύ! Πάει το βασιλιόπουλο στην άλλη αδερφή που είχενε χοντρό πόδα. Αυτή, για να ξεγελάσει το βασιλιόπουλο, είχενε κόψει το ένα της δαχτύλι, για να τση κάνει το γοβάκι. Μα βλέπει το βασιλιόπουλο τα αίματα στην κάρτσα, τση λέει κι αυτηνής: «Βγάλε κι εσύ την κάρτσα σου!» Βλέπει τα αίματα, τση παίρνει το γοβάκι.
«Έχετε άλλη γυναίκα στο σπίτι;» ρωτάει το βασιλιόπουλο.
«Έχομε. Το Αθοκάτσουλο». Του δείχνουνε γελώντας το Αθ-κάτσουλο στην παραστιά. «Θα το δοκιμάσει κι αυτή το γοβάκι; Και πώς θα το βάλει που είναι βρώμικη, όλη μέρα με τους άθους και τσι βρωμιές;»
«Δεν πειράζει. Όλες θα το φορέσουνε» λέει το βασιλιόπουλο και δίνει στο Αθοκάτσουλο να βάλει το γοβάκι. Μόλις το βάζει, αστράφτει το παπούτσι, λάμπει κι η κοπελιά, και εμφανίζεται ντυμένη με τα χρυσά φορέματα και με τα δαχτυλίδια!
Χάρηκε το βασιλιόπουλο που τη βρήκενε, τήνε πήρε από το χέρι και την ανέβασε στην άμαξα τη βασιλική. Τήνε πήρε στο παλάτι και την έκανε γυναίκα του. Κι οι δυο αδερφίδες που δεν αγαπούσανε τη μάνα τους και το Αθοκάτσουλο εσκάσανε από τη ζήλεια τους!

Στέλλα Πιθαρούλιου : Λαϊκα παραμύθια της Κρήτης
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝ ΠΛΩ