Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Ιουνίου 2024

ΔΗΜΗΤΡΗ ΨΑΘΑ: ΙΣΤΟΡΙΚΟ …. ΚΟΥΒΕΝΤΟΛΟΪ


 

ΙΣΤΟΡΙΚΟ …. ΚΟΥΒΕΝΤΟΛΟΪ

Του  ΔΗΜ.  ΨΑΘΑ

Θα μου επιτραπεί, ευσεβάστως, να συνεχίσω τις «αναμνήσεις» μου απ’ την 21η  Απριλίου 1967. Αφού περί «ιστορικής» ημέρας πρόκειται, ας ενταχθούν στις σοβαρές σελίδες της και λίγες δευτερευούσης σημασίας, όπως   τις   έζησε ο  γράφων.

Υπήρχε, πού λέτε, μια περίεργη ατμόσφαιρα μέσα σ’ εκείνο τον θάλαμο των κρατουμένων. Παρ’ όλον ότι ο τρόπος των συλλήψεων ήταν «σκληρός» και τα μέτρα της φρούρησης υπέρ το δέον αυστηρά (πού θα δικαιολογούσαν σοβαρότατες ανησυχίες για την τύχη του καθενός) ωστόσο κανένας δεν έδειχνε το παραμικρό σημάδι αγωνίας. Κατά διαστήματα, μάλιστα, επικρατούσε ένα κλίμα ψυχικής ευφορίας, τον τόνο της οποίας έδινε ο Γεώργ. Παπανδρέου, ανεξάντλητος σ' εύθυμο κουβεντολόι και σε αναμνήσεις παρομοίων περιπετειών, απ' τις όποιες ήταν   γεμάτη   η   μακρά   πολιτική   του   Ιστορία.

Φυσικά ο λόγος ερχόταν συνεχώς στο γεγονός της ημέρας, και με την ευκαιρία αυτή ο αρχηγός του Κέντρου αναδιφούσε το πρόσφατο παρελθόν, διηγούμενος τις τελευταίες επαφές και συνομιλίες του με τον βασιλέα, χωρίς να κρύβει την απορία του για την τέτοια ανώμαλη εξέλιξη.

   Εις ένα γεύμα, πού μου είχε παραθέσει ο βασιλεύς, ήτο τόσον περιποιητικός ώστε σχεδόν με στενοχωρούσε. Διότι έφθανε εις το σημείον να σηκώνεται και να μου σερβίρει ο ίδιος τα πιάτα και να μου επιδαψιλεύει ιδιαίτερες φροντίδες,   αγνοών  τελείως   το πρωτόκολλο.

Πρέπει να σημειώσω ότι από τα λόγια του αρχηγού του Κέντρου αναμεταδίδω πιστά και φωνογραφικά, αποκλειστικά και μόνο όσα θυμάμαι   κατά   λέξη:

   Προσφάτως ακόμη μου έλεγε ο βασιλεύς: «Κύριε Πρόεδρε, ομιλείτε συνεχώς περί «Χούντας». Ονομάσατε μου τα πρόσωπα και σας δίδω τον λόγον μου ότι εντός της ημέρας θα αποστρατεύσω όσους μου υποδείξετε»! Εγώ, όμως, του απαντούσα: «Μεγαλειότατε, μην περιμένετε από εμέ να σας ονομάσω τα πρόσωπα. Τα   γνωρίζετε»!

Ο λόγος ήλθε και στον γιό του, με τον όποιον ήταν εσχάτως τόσο δυσαρεστημένος και πικραμένος ο «Γέρος», ώστε όταν ο βασιλεύς του μίλησε για την έξαλλη γραμμή πού ακολουθούσε ο Ανδρέας, ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν δυσκολεύθηκε καθόλου να συμφωνήσει και να τον αποδοκιμάσει.

    Και τότε μου είπε ο βασιλεύς: «Εν τοιαύτη περιπτώσει, κ. Πρόεδρε, διατί δεν τον απομακρύνετε;». Και του απήντησα εγώ: «Μεγαλειότατε, δεν με φοβίζει το δραματικόν στοιχείον!    Φοβούμαι    το   γελοίον»!...

Μια και ήλθε η κουβέντα στον Ανδρέα, παρατήρησα:

    Κύριε Πρόεδρε, πολλά άστοχα είπε και έκανε ο 'Ανδρέας, αλλά, πέραν των άλλων, εγώ προσωπικά δεν μπορώ να χωνέψω μια άνοστη λέξη πού λανσάρισε: Εκείνο το... «κατεστημένα»….

   Δεν  σού  αρέσει   η   λέξις;

   Είναι αδόκιμη. Μου κάθεται  στο στομάχι. Είχα  άδικο,   βέβαια,   γιατί   ή   λέξη   «έπιασε» από τότε, και σήμερα χρησιμοποιείται από όλους, ακόμα κι’ από εμένα τον ίδιο. Σημειώνω, ωστόσο, το ασήμαντο αυτό σημείο της κουβέντας γιατί η απάντηση του «Γέρου» είναι χαρακτηριστική του πάθους της ωραιολογίας και κάποιου ναρκισσισμού, πού τον παρακολουθούσε σε όλη   την ζωή  του:

    Αυτό, όμως, πού λανσάρισα εγώ, φίλτατε, δεν ημπορείς να πης ότι είναι αδόκιμο: «Διατεταγμένη Δικαιοσύνη!». Ενέχει, δηλαδή, την έννοια της διατάξεως της Δικαιοσύνης, άλλα και της διαταγής την οποίαν λαμβάνει άνωθεν!...

Οι πολιτικές αντιθέσεις των παρισταμένων είχαν ξεχασθεί, ακόμα και με τον κ. Μητσοτάκη, την «αποστατική» πολιτική του οποίου είχα "πρόσφατα χαρακτηρίσει «Ρασπουτινική» σ’ ένα χρονογράφημα μου στα «Νέα» και ο Μητσοτάκης είχε επωφεληθεί της ευκαιρίας να κινήσει μια πολιτική δίκη εναντίον τού κ. Χρήστου Λαμπράκη, πού τον ενδιέφερε, φυσικά, περισσότερο από μένα, συγκατηγορούμενο επίσης. Περασμένα ξεχασμένα κι' όλοι οι συγκρατούμενοι —της ώρας παρελθούσης— αποτραβήχτηκαν στα κρεβάτια τους να ησυχάσουν και μείναμε μόνοι με τον «Γέρο», κουβεντιάζοντας, οπότε αντικρίσαμε θέαμα περίεργο.

Οι δύο μακρόστενοι θάλαμοι, όπου «φιλοξενούμεθα» εμείς, χωριζόντουσαν μ' ένα πλατύσκαλο, κι’ απέναντι ήσαν οι άλλοι θάλαμοι. Από εκεί, λοιπόν, έβγαινε ο χθεσινός υπουργός της Εθνικής Αμύνης κ. Παπαληγούρας, συνοδευόμενος από ένα στρατιώτη μ' εφ’ όπλου λόγχη, για να κατέβη μερικά σκαλιά —στην στροφή   του κλιμακοστασίου—  όπου  βρισκόταν   το  ιδιαίτερο   άντρο   των   κατεπειγουσών,   προχείρων, ή   μη,   αναγκών.

  Ωραίο θέαμα χθεσινού υπουργού της Εθνικής 'Αμύνης, παρατήρησα. Πού να τον πηγαίνουν;

Και   ο   Παπανδρέου:

  Ασφαλώς πηγαίνει  προς…   ούρησιν!... . Κι'   ευθύς   αμέσως   πρόσθεσε:

  Αλλά και εγώ, φίλτατε, αισθάνομαι την ιδίαν   ανάγκην...

Και σε λίγο, πραγματικά, επαναλήφθηκε η ίδια διαδικασία, του αρχηγού τού Κέντρου... πηγαίνοντος   προς   ούρηση   με  εφ’   όπλου  λόγχη...

ΔΗΜ.  ΨΑΘΑΣ – ΤΑ ΝΕΑ

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

ΠΑΡΕΑ ΜΕ ΤΟΝ «ΓΕΡΟ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ»

 


ΠΑΡΕΑ ΜΕ ΤΟΝ «ΓΕΡΟ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ»

Του ΔΗΜ. ΨΑΘΑ (+)

Ήμουν, προφανώς, ο τελευταίος, πού είχε φτάσει στη συγκέντρωση εκείνη — τόσο καθυστερημένος — κι' ύστερα απ' τις χαιρετούσες, τα εγκάρδια «καλωσορίσματα» του Παπανδρέου και τα «καλώς σάς βρήκα», τα δικά μου, με κύκλωσαν όλοι, διψαλέοι για να μάθουν νέα και ιδιαίτερα ο αρχηγός  του  Κέντρου:

—Έλα, επί τέλους, φίλτατε, κάθισε να μάς πεις τί γίνεται!  Τί έμαθες; Τί νέα μάς φέρνεις;

Όπως μου εξήγησαν, ήταν φερμένοι όλοι εκεί, από τις δυο το πρωί — μερικοί λίγο αργότερα —   και δεν ήξεραν για τί είδους «κίνημα» επρόκειτο και ποιοι ήσαν οι αρχηγοί του. Τους είπα λεπτομερώς τα όσα είχα ακούσει απ’ το ραδιόφωνο, προσθέτοντας ότι στις ανακοινώσεις για την αναστολή του Συντάγματος, δεν αναφερόντουσαν ονόματα, άλλα μόνο αορίστως «το "Υπουργικόν Συμιβούλιον» και «ο βασιλεύς». Εν συμπεράσματι δε εξέφραζα την γνώμη άτι — δεν συζητείται — επρόκειτο σίγουρα για «κίνημα» της ΕΡΕ, για την, προετοιμασία του όποιου άλλωστε, τόσος λόγος γινόταν τις προηγηθείσες μέρες. Γέλασε ο «Γέρος»:

— Ξέρεις, φίλτατε, ποιοι κρατούνται, όπως ημείς, στον απέναντι θάλαμο; Είναι ο υπουργός της Εθνικής Αμύνης Παραληγούρας, ο υπουργός Δημοσίας Τάξεως Γεώργιος Ράλλης, ο ύφυττουργός Προεδρίας του πρωθυπουργού Κανελλοπούλου, Κωνσταντίνος Ράλλης και πολλοί άλλοι μεταξύ των οποίων  και  ο Ανδρέας!

—Ανδρέας., κ. πρόεδρε;  Ποιος Ανδρέας;

—Ό... υιός   μου!   Ποιος  άλλος;

Κατάπληκτος εγώ! Ό Άνδρέας μετά του... Παπαληγούρα και μεθ' ημών ο... Μανώλης Γλέζος; Γιατί στην «παρέα» την δική μας περιλαμβανόταν και αυτός, μαζί με τον αποστάτη Μητσοτάκη, τον Κατσώτα, πατέρα και υιόν, τον δημοσιογράφο Δημήτρη Πουρνάρα, τον πατέρα του κ. Πάνου Κόκκα της «Ελευθερίας» — πού συνελήφθη σπασμωδικά, μη ευρεθέντος τού ιδίου — όπως και ο Γιώργος Ανδρουλιδάκης της ίδιας εφημερίδας. Τί είδους «κίνημα» ήταν τούτο; Και από ποιους προερχόταν η διαταγή της αλλόκοτης τούτης σύναξης των συλληφθέντων;

Βρισκόμαστε σε στρατιωτικό θάλαμο του καταυλιαμοΰ του «συγκροτήματος τεθωρακισμένων»— στο επάνω πάτωμα — με τα παράθυρα κλειστά και φρουρούς στρατιώτες με εφ' όπλου λόγχη —   ακόμα και μέσα στον θάλαμο — και καθώς έβλεπα όλους με πυτζάμες, πλην τού αρχηγού τού Κέντρου, νόμιζα ότι ετοιμαζόντουσαν να ξαπλώσουν, στα πέρα για πέρα, κατά μήκος τού θαλάμου, στρωμένα, άδεια στρατιωτικό κρεβάτια.

Οι πυτζάμες, ωστόσο — όπως μου εξήγησαν —δεν είχαν την έννοια του... ξαπλώματος, άλλα τού... ξεσηκώματος, γιατί έτσι τους είχαν φέρει όλους, άρον - άρον απ’ τα κρεβάτια των σπιτιών τους, στις δύο το πρωί, όπως είπα, εν σπουδή, χωρίς να τους αφήσουν να πάρουν μαζί τους τίποτα, ούτε  καν ένα  κοστούμι.

—'Εσείς, κ. πρόεδρε, όμως;... Σας βλέπω ντυμένον...

Χαμογέλασε   ο   Παπανδρέου:

—Εμένα, φίλτατε, συνέβη ως έξης: Εκοιμόμουν βαθιά όταν έξύπνησα από ένα θόρυβον.  Άνοιξα τα μάτια μου και βλέπω ξαφνικά επάνω απ’ το κρεβάτι μου ένα λοχαγό εν στολή, μαύρον την θέαν, που κρατούσε ένα πιστόλι και μού έλεγε με προφανή εκνευρισμόν: «Σηκωθείτε, κ. πρόεδρε! Σηκωθείτε γρήγορα, κ. πρόεδρε»! 'Ίσως ήταν μαύρος ή πολύ μελαψός, ίσως μου εφάνη έτσι, καθώς είχα τόσον απότομα ξυπνήσει. Η πρώτη σκέψις πού έκανα ήταν: «θα με εκτέλεση!». 'Αλλά εκείνος... δεν με εκτελούσε! Εκρατούσε μόνον το πιστόλι και επαναλάμβανε: «Γρήγορα, κ. πρόεδρε! Σηκωθείτε, κ. πρόεδρε»! Η εντύπωσις πού εσχημάτισα ευθύς αμέσως ήτο ότι εκείνος... εφοβείτο περισσότερον από έμενα! «Στάσου, παιδί μου, του έλεγα, να ντυθώ, τουλάχιστον, να βάλω τα παπούτσια μου!». Εσηκώθηκα απ’ το κρεβάτι μου και άρχισα να ντύνομαι, ενώ ο άνθρωπος μου αγωνιούσε συνεχώς και μού επαναλάμβανε σπασμωδικά «γρήγορα, κ. πρόεδρε, γρήγορα, κ. πρόεδρε»! 'Αλλά εγώ, όταν αντελήφθην οτι δεν είχε εντολήν να με εκτέλεση, ησύχασα, εντύθηκα με όσην άνεσιν επέτρεπε η περίστασις, η οποία οπωσδήποτε δεν ήταν ιδεώδης για να φτιάξη κανείς εξαιρετικά επιμελημένην τουαλέταν! Όταν, λοιπόν, έβαλα και τις κάλτσες και τα παπούτσια μου, του είπα του άνθρωπου μου ότι ήμουν εις την διάθεσίν του και τότε μόνον είδα την ανακούφισιν, ζωγραφισμένην εις το πρόσωπο του. Με ωδήγησεν εις το αυτοκίνητον πού έπερίμενε, και έφθασα εδώ, υπό συνοδείαν και άλλων.

  Και πώς αισθάνεσθε τώρα, κ. πρόεδρε; τον ρώτησα.

  Να σας πω, φίλτατε. Ειλικρινώς σας λέω, ότι ήμουν αδιάθετος από γρίππην. Όλη αύτη η ιστορία, όμως, με... εθεράπευσε. Αισθανομαι... περδίκι!

Και  πραγματικά ήταν  τόσο  ευδιάθετος,   όσο στην κανονική ζωή του.

—Εφάγατε, κ. πρόεδρε;

— Φακές. Είναι Παρασκευή. Το στρατιωτικόν συσσίτιον της ημέρας. Εσύ δεν Έφαγες; Να σου κάνω το τραπέζι...

Και μου παράγγειλε το γεύμα...                                            

Πηγή

Εφημερίδα τα ΝΕΑ 22.4.1972

 

Κυριακή 25 Απριλίου 2021

Διανοούμενοι και δικτατορία

 

 

1979. Ρένα και Νίκος Κάσδαγλης, Βασίλης Βασιλικός, Μάρω Δούκα, Αλέξανδρος Κοτζιάς στη Βαρκελώνη, προσκεκλημένοι Καταλανών συγγραφέων στους οποίους είχαν συμπαρασταθεί όταν το ’71 είχαν κλειστεί στο αββαείο του Μονσεράτ διαμαρτυρόμενοι κατά του Φράνκο.

 

Διανοούμενοι και δικτατορία

 

Γράφει ο ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΠΟΥΜΠΑΡΗΣ*

 «Εποχή πνευματικού φωτός» χαρακτήριζε ο Παπαδόπουλος την περίοδο μετά την 21η Απριλίου (το 1969 είχε χαρακτηριστεί «έτος φωτός» από τους κρατούντες, με τη διαβόητη «Ολυμπιάδα Τραγουδιού»). Είναι γνωστό τι ακριβώς αντιπροσώπευε αυτό το «φως»: μαυροπίνακες βιβλίων και συγγραφέων, παραλήρημα αντικομμουνιστικής προπαγάνδας, εκδίωξη όλων των αντιφρονούντων καθηγητών από τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, απόλυτη χρήση της τηλεόρασης, πομπώδεις ασυναρτησίες της γλώσσας των δικτατόρων.

Στις 12 Μαΐου 1967 επιβάλλεται η λογοκρισία, με την απαγόρευση βιβλίων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, φθάνοντας μάλιστα σε επίπεδο φαιδρότητας, αν λάβουμε υπόψη ότι απαγορεύθηκαν ακόμα και βιβλία μεθόδων εκμάθησης της ρωσικής γλώσσας. Σε μια πρώτη φάση –είναι αξιοσημείωτο– συμπεριλαμβάνονται και τα έργα του Σολζενίτσιν, πριν η χούντα αντιληφθεί ότι ανήκει στους αντιφρονούντες και μετατραπεί σε παράδειγμα της κομμουνιστικής καταπίεσης. Αρχικά, οι λογοτέχνες αποφάσισαν να σιωπήσουν. Αυτό είχε τεράστια συμβολική αξία, αλλά δεν ήταν αρκετό.

 

Διερεύνηση των ορίων της αντίστασης

 

Θα ήταν, φυσικά, δύσκολο να υπάρξουν διανοούμενοι που θα ασκούσαν ελεύθερα κριτική στη χούντα. Αλλωστε, όσοι εκφράστηκαν ανοικτά εναντίον της (Αρ. Μάνεσης, Δημ. Μαρωνίτης) διώχθηκαν, εξορίστηκαν ή φυλακίστηκαν. Μια πρώτη αίσθηση είναι πως απουσιάζουν οι ελεύθερες ατομικές φωνές των πνευματικών ανθρώπων κατά της ανελευθερίας των δικτατόρων. Δεν μοιάζει παράλογη η υπόθεση πως αυτό συμβαίνει εξαιτίας του φόβου για το τίμημα της υπεράσπισης των δημοκρατικών και προσωπικών αξιών.

 

Ιανουάριος 1972. Ο Στρατής Τσίρκας στο Παρίσι, για να παραλάβει το βραβείο καλύτερου ξένου μυθιστορήματος για τις «Ακυβέρνητες πολιτείες». Δεξιά του, ο Θανάσης Βαλτινός.

 

Η αποβολή της Ελλάδας από το Συμβούλιο της Ευρώπης –μάχη στην οποία πρωταγωνίστησαν και λογοτέχνες, ενημερώνοντας τους ξένους δημοσιογράφους για το τι πραγματικά συνέβαινε στη χώρα– υποχρέωσε τη χούντα να άρει την προληπτική λογοκρισία και επέτρεψε στους διανοουμένους να αναζητήσουν δαιδαλώδεις μεν αλλά υπαρκτούς διαδρόμους για να εκφράσουν δυναμικότερα την αντίθεσή τους, λειτουργώντας στο πρότυπο που οριοθετεί ο Σεφέρης στην επιστολή της 9ης Σεπτεμβρίου 1948 προς τον Θεοτοκά με τη φράση «ρίχνω όταν και όπως μπορώ μια μποτίλια στο πέλαγο, και όποιος τη μαζέψει».

Πρώτο και άκρως συγκλονιστικό δείγμα είναι αναμφίβολα η έκδοση των «Δεκαοκτώ Κειμένων». Από την άλλη, δεν πρέπει να μας διαφεύγει την προσοχή πως τόσο η δήλωση του Σεφέρη όσο και τα «Δεκαοκτώ Κείμενα» δεν προήλθαν από το απόλυτο μηδέν. Δημιουργοί όπως ο Ρίτσος και ο Θεοδωράκης γράφουν συνεχώς τα πρώτα χρόνια της χούντας, σε συνθήκες αυξημένου ρίσκου, παρανομίας ή εγκλεισμού. Επιπλέον, πολιτιστικά σωματεία και χώροι εκδηλώσεων που δεν ανέστειλαν τη λειτουργία τους μετά την 21η Απριλίου αναζητούν τρόπους διερεύνησης των ορίων της αντίστασης.

Υπάρχει όμως και συνέχεια. Από τους τελευταίους μήνες του 1969 ξεπηδούν νέοι εκδοτικοί οίκοι, με προοδευτικό αντιδικτατορικό πρόγραμμα, αρχικά στραμμένοι προς τη μετάφραση (Μπαρτ, Μαρκούζε, Μπρεχτ) και την επανέκδοση κειμένων Ελλήνων συγγραφέων (Κοραής, Ρήγας, Γληνός). Ξεχωριστή είναι η περίπτωση του Παύλου Ζάννα, κρατούμενου στις φυλακές της Αίγινας για τη συμμετοχή του στη Δημοκρατική Αμυνα, ο οποίος μεταφράζει το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Προυστ. Αξίζει να αναφέρουμε και τη δραστηριότητα της Ελληνοευρωπαϊκής Κίνησης Νέων (ΕΚΙΝ), η οποία δημιουργείται από έναν πυρήνα φοιτητών το 1970 και επιδίδεται σε διαλέξεις, εκδηλώσεις και εκδοτική δραστηριότητα με αντιδικτατορικό πρόσημο. Στη συνέχεια, η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων (ΕΜΕΠ), με πρόεδρο τον Γιάγκο Πεσμαζόγλου, καλεί το 1972 τον Γκίντερ Γκρας στην Αθήνα, ο οποίος θα εκφωνήσει μια ευθέως αντικαθεστωτική ομιλία. Σύλλογοι όπως η «Τέχνη» της Θεσσαλονίκης ή η γκαλερί «Ωρα» του Μπαχαριάν στην Αθήνα δραστηριοποιούνται με ολοένα και πιο τολμηρό τρόπο. Στόχος είναι να αντιπαρατεθεί μια άλλη εκδοχή στην «εθνική» αφήγηση και στη μαζική κουλτούρα που η χούντα έχει εισαγάγει από το 1967.

 

27.5.1970. Ο Μίκης Θεοδωράκης μιλάει σε αντινατοϊκή εκδήλωση στην Ιταλία. 

Υπήρξε από τους πρωτεργάτες του αντιχουντικού αγώνα.

 

Το φαινόμενο είναι ανάλογο και στον διεθνή χώρο, όπου, ταυτόχρονα με τη σκλήρυνση ενός κεντρικού εξουσιαστικού μηχανισμού, παρατηρείται η έκρηξη μιας μετωπικής αντιπρότασης, με τους νέους σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Περιορίζομαι να αναφέρω μόνον τους τροπικαλιστές στη Βραζιλία. Συγχρονισμένοι με τα νέα μουσικά ρεύματα εκείνης της εποχής (ροκ, ηλεκτρικός ήχος), στα τέλη του ’60, «ανέπλασαν» το ψυχεδελικό ροκ, τη ρέγκε, την άφρο τζαζ και την παραδοσιακή βραζιλιάνικη μουσική, συνδυάζοντάς τα με την αντιδικτατορική πολιτική έκφραση.

 

Από το Μονσεράτ στην Επανάσταση του ’21

 

Στις 12 Δεκεμβρίου 1970 περίπου τριακόσιοι Καταλανοί διανοούμενοι και καλλιτέχνες κλείστηκαν συμβολικά στο αββαείο του Μονσεράτ, εκφράζοντας την αντίθεσή τους στη δικτατορία του Φράνκο. Εξέδωσαν μάλιστα και μια καταγγελία του καταπιεστικού καθεστώτος, με την οποία ζητούσαν τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη διάλυση των ειδικών φρανκικών δικαστηρίων. Με πρωτοβουλία του Στρατή Τσίρκα, 28 Ελληνες συγγραφείς, ποιητές και καλλιτέχνες, οι οποίοι εξέφραζαν ένα ευρύ ιδεολογικό φάσμα (ενδεικτικά: Γιώργος Σεφέρης, Γιάννης Ρίτσος, Στρατής Τσίρκας, Τάκης Σινόπουλος, Μανόλης Αναγνωστάκης, Αννα Συνοδινού), συνυπέγραψαν ένα τηλεγράφημα προς τον ηγούμενο της Μονής Μονσεράτ. Το ακριβές κείμενο είχε ως εξής: «Παρακαλούμε να διαβιβάσετε στην Αννα Μαρία Ματούτες, τον Χουάν Μιρό και τους συναδέλφους των τα αισθήματα αλληλεγγύης των υπογραφομένων Ελλήνων διανοουμένων και καλλιτεχνών καθώς και την ευχή μας να πετύχει ο αξιοθαύμαστος αγώνας που διεξάγουν οι Ισπανοί διανοούμενοι για την ελευθερία και τον ανθρωπισμό».

 


Η αντιδικτατορική ομιλία του Γκίντερ Γκρας στην εκδήλωση της ΕΜΕΠ το 1972 κυκλοφόρησε σε βιβλίο.

 

Τον Μάρτιο του 1971, με αφορμή τις προγραμματισμένες από το καθεστώς εκδηλώσεις για τα 150 χρόνια της Επανάστασης, κυκλοφόρησε μια εκτεταμένη προκήρυξη που άρχιζε ως εξής («Τα Νέα», 23 Μαρτίου 1971): «Η συμπλήρωση 150 χρόνων από την Επανάσταση του 1821, επιβάλλει να υπενθυμίσουμε τον αληθινό της χαρακτήρα και το ιδεολογικό της περιεχόμενο. Υπήρξε εξέγερση λαού κατά της τυραννίας, ότι στόχους είχε, ταυτόχρονα και αδιαίρετα, την εθνική ανεξαρτησία και τη λαϊκή κυριαρχία, ότι ξαναζωντάνεψε την πανάρχαια δημοκρατική παράδοση των Ελλήνων. Αποτελεί θεμελιώδη υποθήκη του ’21, εκφρασμένη στα συνταγματικά κείμενα του αγωνιζόμενου Ελληνισμού ότι ένα έθνος τότε μόνο είναι αληθινά ελεύθερο, όταν είναι ελεύθεροι όλοι οι πολίτες του». Επρόκειτο για την πρώτη μαζική εκδήλωση αντίστασης του πνευματικού και καλλιτεχνικού κόσμου κατά της δικτατορίας.

 


23.4.1969. Η καταγγελία 18 λογοτεχνών κατά της ανθολόγησης διηγημάτων χωρίς τη συγκατάθεση των συγγραφέων που είχε αποφασίσει η χούντα.

 

Συστράτευση στον αντιδικτατορικό αγώνα

 

Υπερβαίνοντας το διχαστικό κλίμα των προηγούμενων δεκαετιών, η ενότητα των πνευματικών ανθρώπων διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην απομόνωση των συνταγματαρχών συντελώντας σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες, στη μετέπειτα πτώση τους. Η άποψη που έχει εκφράσει ο Ν. Κ. Αλιβιζάτος («Πραγματιστές, Δημαγωγοί και Ονειροπόλοι», ειδικά για τον Ρ. Ρούφο), ότι δηλαδή η στάση των διανοούμενων δεν επέτρεψε στη χούντα να κερδίσει την κρίσιμη μάζα του λαού που θα της επέτρεπε να μακροημερεύσει, αποτελεί όντως επίτευγμα των πνευματικών ανθρώπων. Καθοριστικός είναι ο ρόλος του Ρόδη Ρούφου και του Στρατή Τσίρκα, εκπροσώπων της Κεντροδεξιάς και της Αριστεράς, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Θανάση Βαλτινού, στο να επιτευχθεί η συστράτευση όλων στον αντιδικτατορικό αγώνα, κάτι που παρουσιάζει αναλογίες με την προτροπή του Γκέοργκ Λούκατς προς όλους τους ξένους διανοούμενους –είτε πρόκειται για κομμουνιστές είτε για φιλελεύθερους αστούς– να συμπαρασταθούν στον ελληνικό λαό.

Τον Σεπτέμβριο του 1941, τριάντα χρόνια πριν από τον θάνατό του, ο Σεφέρης γράφει στην Πραιτώρια το «Υστερόγραφο». Οι συνθήκες της εποχής εκείνης αντανακλούν τη βαθιά του αποστροφή προς όσους ασκούν εξουσία. Εγκλωβισμένοι στις αγκυλώσεις τους, ανυπόστατοι, ανίκανοι να αντιληφθούν και να αξιοποιήσουν αυτούς που πραγματικά μπορούν να προσφέρουν, στηρίζοντας όσους απλώς ξέρουν να ελίσσονται και να καλύπτουν την ανικανότητά τους, «ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες, καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του», γίνονται στόχος του ποιητή:

«Κύριε, δεν ξέρουνε πως είμαστε ό,τι μπορούμε να είμαστε γιατρεύοντας τις πληγές μας με τα βότανα που βρίσκουμε πάνω σε πράσινες πλαγιές, όχι άλλες, τούτες τις πλαγιές κοντά μας· πως ανασαίνουμε όπως μπορούμε να ανασάνουμε με μια μικρούλα δέηση κάθε πρωί που βρίσκει το ακρογιάλι ταξιδεύοντας στα χάσματα της μνήμης. Κύριε, όχι μ’ αυτούς. Ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου».

* Ο κ. Νικόλαος Μπουμπάρης είναι φιλόλογος-ιστορικός, πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Αργολίδας.

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 15.7.2018