Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2025

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ Έπαιζε «κρυφτούλι» με τη νιότη

 


Ο Κωνσταντίνος Καβάφης, μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και πολυσυζητημένες μορφές της νεοελληνικής ποίησης, δεν υπήρξε απλώς ένας δημιουργός – υπήρξε ένα ολόκληρο φαινόμενο. Το άρθρο του Μάνου Χωριανόπουλου μας ξεναγεί με οξυδέρκεια και ευαισθησία στις αντιφάσεις του ανθρώπου και τις ιδιαιτερότητες του ποιητή: από τις λαμπρές δημόσιες εμφανίσεις του στους κοσμικούς κύκλους της Αλεξάνδρειας, μέχρι τη μοναχική του επιστροφή στο ημίφως ενός δωματίου, μπροστά σ’ ένα κερί. Μέσα από βιογραφικά στοιχεία, προσωπικές μαρτυρίες, αλλά και κριτικές –ευνοϊκές ή επικριτικές–, αναδεικνύεται η πολύπλευρη προσωπικότητα του Καβάφη: ενός ποιητή που τόλμησε να εκφράσει το ατομικό του βίωμα με αφοπλιστική ειλικρίνεια, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή στη λογοτεχνία. Η αναγνωρισιμότητά του σήμερα, η παγκόσμια εμβέλεια του έργου του αλλά και οι διαχρονικές αντιδράσεις που προκαλεί, καθιστούν αναγκαία και πάντα επίκαιρη μια εκ νέου ανάγνωση της ζωής και της δημιουργίας του.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ  ΚΑΒΑΦΗΣ

Έπαιζε «κρυφτούλι» με τη νιότη πίσω από την αναμμένη λάμπα

Ανάλωσε τη ζωή του ανεβοκατεβαίνοντας από τα ψηλώματα της Τέχνης στα στενά σοκάκια των καφενείων της Αλεξάνδρειας

 


Γράφει ο Μάνος Χωριανόπουλος

Γιὰ νὰ ’ρθοῦν

Ἕνα κερί ἀρκεῖ. Τὸ φῶς του τὸ ἀμυδρὸ
ἀρμόζει πιὸ καλά, θὰ ’ναι πιὸ συμπαθὲς
σὰν ἔρθουν τῆς Ἀγάπης,
ἂν ἔρθουν, οἱ Σκιές.

Ἕνα κερί ἀρκεῖ. Ἡ κάμαρη ἀπόψε
νὰ μὴν ἔχῃ φῶς πολύ. Μέσα στὴν ῥέμβην ὅλως
καὶ τὴν ὑποβολή, καὶ μὲ τὸ λίγο φῶς —
μέσα στὴν ῥέμβην  ἔτσι θὰ ὀραματισθῶ
γιὰ νὰ ’ρθοῦν τῆς Ἀγάπης, γιὰ νὰ ’ρθοῦν οἱ Σκιές.

[1920]

Στις 29 Απριλίου 1933 -από μιαν απίστευτη συγκυρία της μοίρας  - έφευγε από τη ζωή σε ηλικία 70 χρόνων- ο μεγάλος Αλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης, την ίδια μέρα ακριβώς, πού είχε έρθει στον κόσμο (29 Απριλίου  1863).

Ο Κωστής Πέτρου Φωτιάδης Καβάφης —όπως υπογραφόταν ο ίδιος, στα νεανικά του χρόνια— γράφει σε αυτογραφικό σημείωμα: «Είμαι. Κωνσταντινουπολίτης την καταγωγήν, άλλα εγεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια — σ' ένα σπίτι της οδού Σερίφ, μικρός πολύ έφυγα και αρκετό μέρος της παιδικής μου ηλικίας το πέρασα στην Αγγλία.  Κατόπιν επεσκέφθην την χώραν αυτήν μεγάλος, αλλά για μικρόν χρονικόν διάστημα. Διέμεινα και στην Γαλλίαν. Στην εφηβική μου ηλικίαν κατοίκησα υπέρ τα δύο έτη στην Κωνσταντινούπολιν. Στην Ελλάδα είναι πολλά χρόνια πού δεν επήγα.

»Ή τελευταία μου εργασία ήταν υπαλλήλου εις ένα κυβερνητικόν γραφείον εξαρτώμενον από το υπουργείον Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου. Ξέρω αγγλικά, γαλλικά και ολίγα ιταλικά».

Συμπληρωματικά θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ότι ήταν γιος μεγαλέμπορου. Κι’ ακόμη, ότι είχε οκτώ μεγαλύτερα αδέλφια πού πέθαναν όλα πριν απ' αυτόν — όπως σημειώνει- ο κ. Π. Σαβίδης, στα «Ποιήματα: — Κ.Π, ΚΑΒΑΦΗ» (Τόμος Α').

Χωρίς αμφιβολία ο Κων. Καβάφης αποτελεί μιαν εντελώς ιδιόρρυθμη και ξεχωριστά ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία άνθρωπου και ποιητή που προκάλεσε και προκαλεί έντονες και αμφιλεγόμενες συζητήσεις - ακόμα και σήμερα -πενήντα ολόκληρα χρόνια από το θάνατο του.

Έτσι από το ένα μέρος προβάλλει ο τρανός ποιητής, με το βαθύτατο συμβολισμό, το μεστό φιλοσοφικό υπόστρωμα, το ανεπανάληπτο προσωπικό ύφος και τη μεγαλύτερη ίσως, υστεροφημία πού γνώρισε, ποτέ, ομότεχνός του, σε όλο τον κόσμο. Κι από το άλλο, σχολιάζεται —πικρόχολα πολλές φορές— ο ιδιωτικός του βίος, με τις αδιάλειπτες κοσμικές εμφανίσεις και τις άλλες («αδυναμίες» πού τον θέλουν: «ακτινοβολούντα, με φροντισμένη, κομψήν αμφίεση να δεσπόζει παντού, στις δημόσιες συγκεντρώσεις και ανάμεσα στους διαλεχτούς καλεσμένους του αλεξανδρινού άρχοντα Αντώνη Μπενάκη. Άλλα μετά από λίγο - οι ίδιοι πάντα κύκλοι— τον παρουσιάζουν να γλυστράει διακριτικά και να χάνεται από το κοσμικό προσκήνιο, για να βρεθεί σε μια κάμαρη του σπιτιού του, μόνος —κάτω από το λιγοστό φως του κεριού— «σαν έρθουν της Αγάπης, σαν έρθουν οι Σκιές».

 


ΨΥΧΟΣΥΝΘΕΣΗ

Σαν άνθρωπος ο Καβάφης είχε και περίεργη ψυχοσύνθεση — όπως τον βιογραφούν ο Τίμος Μαλάνος, ο Πιερίδης, ο Χατζηφώτης, ο Σάρεγιάννης και άλλοι συγκαιρινοί του ή  και νεώτεροι πού τον είχαν γνωρίσει από κοντά.

Αναμφισβήτητα όμως, πιστότατη σκιαγραφία  του  ποιητή,   μας  άφησε ο άλλος μεγάλος της Λογοτεχνίας μας, ο Νίκος Καζαντζάκης, που γράφει σχετικά —από ένα ταξίδι στην Αλεξάνδρεια— όπου είχε συναντηθεί,  φυσικά   με τον  Καβάφη..

«Στο μεσόφωτο του αρχοντικού σπιτιού του προσπαθούσα να διακρίνω τη μορφή του. Ανάμεσα μας είναι   ένα   μικρό   τραπεζάκι,   γιομάτο ποτήρια με χιώτικη μαστίχα και ουίσκι — και πίνουμε. Μιλούμε για πλήθος πρόσωπα κι' ιδέες, γελούμε, σωπαίνουμε, και πάλι αρχίζει με κάποια προσπάθεια η κουβέντα. Εγώ πολεμώ να κρύψω το γέλιο, τη συγκίνηση και τη χαρά μου. Να, ένας άνθρωπος μπροστά μου, άρτιος, πού τελεί τον άθλο της Τέχνης με υπερηφάνεια και σιωπή,  αρχηγός,  ερημίτης, κι' υποτάσσει την περιέργεια, της φιλοδοξίας και της φιληδονία στον αυστηρό ρυθμό μιας επικούρειας ασκητικής. Έπρεπε να είχε γεννηθεί στον 15ο αιώνα στη Φλωρεντία, Καρδινάλιος, μυστικοσύμβουλος του Πάπα, έκτακτος απεσταλμένος στο παλάτι του Δόγη στη Βενετία και επί πολλά χρόνια, πίνοντας, αγαπώντας, χαζεύοντας στα κανάλια, γράφοντας, σωπαίνοντας — να διαπραγματεύεται τις πιο σατανικές και πολύπλοκες και σκανδαλώδεις υποθέσεις της Καθολικής Εκκλησίας».

Και πιο κάτω, ο Ν. Κ. συνεχίζει: «Ή φωνή του είναι γεμάτη, ακκισμούς και χρώμα — και χαίρουμαι με τέτοια φωνή να διατυπώνεται η πονηρή, όλο κοκεταρία, βαμμένη, στολισμένη, γραία αμαρτωλή ψυχή του. Κοιτάζω απόψε και χαίρουμαι τη γενναία αυτή ψυχή, πού αποχαιρετά αργά, παθητικά, χωρίς δύναμη και χωρίς λιποψυχία, την Αλεξάνδρεια πού  χάνει»...

Πολύ κοντινός του Καβάφη την τελευταία 20ετία πριν το θάνατο του ,του, ήταν ο γνωστός Αλεξανδρινός λογοτέχνης Πάγκος Πιερίδης που μας έχει δώσει από πρώτο χέρι αυθεντική περιγραφή απ' την ιδιόρρυθμη ζωή του ποιητή και τις γνωστές αδυναμίες πού δεν μπόρεσε να ξεπεράσει ούτε  και στα στερνά χρόνια.

(«Μια σοβαρή ανάγκη, γράφει, έσπρωχνε τον Καβάφη στα σοκάκια και στα λαϊκά καφενεία: η ανάγκη της περιπέτειας. Να γνωριστεί με νέους του λαού, να τους καταπλήξει, να τους θέλξει, να τους κατακτήσει. Αυτός ο αριστοκράτης της σκέψης, αναζητούσε τα «άμορφα» παλικάρια του λαού, καθόταν στο ίδιο τραπέζι μαζί τους, τους μιλούσε τους εξέταζε, τους άκουγε τους επαινούσε. Τον συγκινούσαν την ώρα εκείνη κι αργότερα τη συγκίνηση του την έκανε έργο τέχνης. Τα ηδονιστικά του ποιήματα —απόσταγμα συγκινήσεων τυχαίων γνωριμιών — φανερώνουν πόσο παθαινόταν με τα νιάτα».

Να, πώς ο ίδιος ο ποιητής «ατενίζει την ομορφιά»:

Έτσι πολύ ατένισα

Τὴν ἐμορφιὰ ἔτσι πολὺ ατένισα,
ποῦ πλήρης εἶναι αὐτῆς ἡ ὅρασίς μου.
Γραμμὲς τοῦ σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ἡδονικά.
Μαλλιὰ σὰν ἀπὸ ἀγάλματα ἑλληνικά παρμένα·
πάντα ἔμορφα, κι ἀχτένιστα σὰν εἶναι,
καὶ πέφτουν, λίγο, ἐπάνω στ' ἄσπρα μέτωπα.
Πρόσωπα τῆς ἀγάπης, ὅπως τἄθελεν
ἡ ποίησίς μου....... μὲς στὲς νύχτες τῆς νεότητός μου,
μέσα στὲς νύχτες μου, κρυφά, συναντημένα......

 


ΕΠΙΚΡΙΣΕΙΣ

Ο Καβάφης έγραψε όλα - όλα 154- ποιήματα, τα «ώριμα» πού επιμελήθηκαν — σημειώνει ο καθηγητής κ. Γ. Π. Σαβίδης —« ο κληρονόμος του Αλέκος Σεγκόπούλος, μέ τήν πρώτη του σύζυγο Ρίκα Αγαλλιανού και τον ζωγράφο Τάκη Καλμώχο.

Το πρώτο του ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Έσπερος» της Λειψίας το 1886 κι από τότε δημοσίευε τακτικά ποιήματα του και φιλολογικές μελέτες σε διάφορα περιοδικά της Αλεξάνδρειας, της Αθήνας, της Πόλης  και της Λειψίας.

Η πρώτη παρουσίαση του Καβάφη ατά Ελληνικά Γράμματα έγινε στα 1903, απ' το Γρηγόριο Ξενόπουλο, ενώ την πρώτη εμφάνιση του στο διεθνές κοινό (1919), την οφείλει ο ποιητής στον Άγγλο μυθιστοριογράφο Ε. FORSTER. Από τότε, μεταφράσεις των έργων του κυκλοφόρησαν πολλές, και σε πολλές γλώσσες — όπως στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, σουηδικά, Ιταλικά, Ιαπωνικά ολλανδικά, γιαπωνέζικα, τούρκικα κ.ά.

Έτσι η φήμη του Καβάφη, από στενά αλεξανδρινή, στην αρχή, έγινε πανελλήνια κι αργότερα επεκτάθηκε παντού στο εξωτερικό. Κι έφτασε, στα 1952 — όταν πια δεν ζούσε ο ποιητής — ένας γνωστότατος εκδοτικός οίκος του Λονδίνου να διαφημίζει: «Έχουμε τα καλύτερα βιβλία. Από  τον Τσώσερ ως τον  Καβάφη».

Και όμως παρά τη διεθνή αυτή αναγνώριση, παραμένουν οξύτατες και συχνά άδικες επικρίσεις πού διατυπώθηκαν, κατά καιρούς, από τους αρνητές και τους πολέμιους του καβαφικού έργου:

«Θέλησε να κάμει ποίηση τις σαρκικές αδυναμίες του και τον στρεβλωμένο αισθησιασμό του» — σημειώνει για το έργο του «αισθησιακού» ποιητή,  ο  κριτικός   Ηλίας   Βουτιερίδις·

Άλλα και άλλοι σημαίνοντες των Γραμμάτων — εκείνης της εποχής— όπως ο Φώτης Πολίτης, ο Ταγκόπουλος, ο Άριστος Καμπάνης, ο Π. Βλαστός, ο Σπ. Μελάς και πάρα πολλοί άλλοι, καταδίκασαν τον ηδονισμό του ποιητή και την απουσία ιδανισμού  στην  ποίησή  του.

Ο Ψυχάρης μάλιστα, ενοχλημένος αφάνταστα από την «ασυμβίβαστη γλωσσική μίξη» καθαρεύουσας και δημοτικής στην ποίηση του Καβάφη, έγραψε:

—«Ό κ. Καβάφης, άξιος διάδοχος σωστό μαθητούδι του Σουρή, κατάλαβε περίφημα, πώς δεν είναι ανάγκη να ιδρώνει ολοένα τ' αφτί μας, πώς χρειάζεται κάπου - κάπου, λίγο γλέντι. Κι έτσι έγινε πολύ εύκολα ο Καβάφης, ο καραγκιόζης της Δημοτικής».

Το ίδιο περιφρονητικός κι ένας άλλος, άξιος των νεοελληνικών Γραμμάτων, επίσης, ο Γιώργος Θεοτολάς, πρόσθεσε:

—«Προσωπικά, ένας οποιαδήποτε Γιαγκούλας των ελληνικών βουνών μ' ενδιαφέρει πολύ περισσότερο απ' ό,τι μ' ενδιαφέρει ο Αλεξανδρινός ποιητής».

Άλλα και ο Καβάφης από την πλευρά του, γινόταν πολύ δηκτικός στις κρίσεις του, όταν μιλούσε για το έργο καταξιωμένων ομότεχνων του, που τον είχαν, όμως, πικράνει.

Να, μερικά χαρακτηριστικά δείγματα τέτοιας κριτικής, πού αδικούν κατάφωρα όχι μόνον τον κρινόμενο, άλλα και τον κριτή τον ίδιο»:

—Τι εκόμισε επί τέλους ο Γρυπάρης στην Τέχνη; Το σονέτο; Γνωστό από την εποχή του Πετράρχη, Τεχνική; Την αδάνειστη από τον HEREDIA. Ιδέες; Καλούτσικες, μα όχι εντελώς δικές του. Ύστερα παιδιά, τί τεχνική είναι αυτή; από τα τρίκλωνα και ξέκλωνα; Τι σημαίνει τρίκλωνα και ξέκλωνα;

 «Όταν πρωτοφάνηκε ο Γρυπάρης, οι μετοχές του ήταν πολύ υψωμένες. Τώρα —που γνωρίσαμε το έργο του— έπεσαν. Ξεκάνετε τις μετοχές σας... Θα χάσετε...».

Και για το Λορέντζο Μαβίλη — που φθόνησε ίσως ο Καβάφης τη δόξα του, όταν είδε, ν' ανεγείρουν την προτομή του ήρωα του Δρίσκου στην Αλεξάνδρεια — έγραψε:

—«Ο Μαβίλης Λαμπρός ποιητής και λαμπρός πατριώτης! 'Αλλά εκείνη η «λήθη» του έχει ένα λάθος, σοβαρό μάλιστα:

Τέτοια ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε

στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση.

Και στη συνέχεια σχολιάζει ο ίδιος;

«Περίεργες αυτές οι ψυχές —παρατηρεί ο ποιητής. Καλά ήπιαν μια φορά' το νερό της λήθης και λησμόνησαν. Τι θέλουν οι ευλογημένες και ξαναπηγαίνουν!... Τί θέλουν και ξαναπηγαίνουν! αφού  λησμόνησαν !...»,

Βαρύτατες επικρίσεις είχε διατυπώσει ακόμη ο Καβάφης και για τα έργα του εθνικού μας Βάρδου Κωστή Παλαμά — καθώς και για αλλούς ποιητές της εποχής. Κι όταν αργότερα —σε μια φιλολογική συγκέντρωση— προσκλήθηκε να τις επαναλάβει, αρκέσθηκε να κουνήσει, αρνητικά,  το  κεφάλι του.

Κι όταν πάλι, τον έφεραν σε αδιέξοδο οι «αντιφρονούντες», υπενθυμίζοντας του, τα ίδια τα «αιχμηρά» σχόλια ταυ, εκείνος δέχθηκε:

— Μπορεί κάτι να έχω πει. Δεν θυμάμαι τίποτα πια, από εκείνα τα λόγια...

 

ΕΝΑΣ ΦΙΛΟΣ

Αλλά και για το Σωτήρη Σκίπη, δεν φαίνεται να διατηρούσε πολύ φιλικά αισθήματα ο Καβάφης, αφού σ' ένα από τα συχνά ταξίδια του πρώτου στην Αλεξάνδρεια βρήκε την ευκαιρία ο δεύτερος να πληροφορήσει τους φίλους του:

— Τα μάθατε; Ενέσκηψε ο Σκιπίων.

Η κ. Κυβέλη Σεγκοπούλου, που έγινε σύζυγος του Αλέκου Σεγκόπουλου μοναδικού κληρονόμου του Καβάφη  (μετά το θάνατο της πρώτης συζύγου ταυ, της ποιήτριας; Ρίκας Αγαλλιανού) με δέχθηκε πολύ ευγενικά σπίτι της. Σπευσίπου 23 και μιλώντας για τη στενή φιλία Καβάφη —  Σεγκόπουλου,  είπε:

    «Ο Κούλης είπε πολλά γι' αυτή τη φίλια... Αλλά ήταν όλα φανταστικά, Ο Καβάφης με τον άντρα, μου είχαν ψυχικό δεσμό. Αυτό πού λέμε, ψυχική συγγένεια. Κι έμοιαζαν οι δύο τους, σε πάρα πολλά σημεία.

»Σας θυμίζω, άλλωστε, ότι έδειχνε ιδιαίτερη συμπάθεια για τους νέους ποιητές και συγγραφείς που δεχόταν πρόθυμα στο σαλόνι του και είχε πάντα να τους πει καλά λόγια και να τους ενθαρρύνει στα πρώτα  τους   βήματα,

«Εκείνη την εποχή ο Αλέκος έβγάζε το λογοτεχνικό περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη» κι ήταν φυσικό„ να δημιουργηθεί στενός δεσμός μεταξύ τους, τον όποιο ο κόσμος παρεξηγούσε.

Άλλωστε ο Αλέκος, δεν ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που τον  επισκεπτόταν συχνά. Όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι της Αλεξάνδρειας τον συναναστρέφονταν —και επιδίωκαν μάλιστα τη φιλία του και την εύνοια  του.

«Ας μυν ξεχνάμε, πρόσθεσε, ότι η μορφή του Καβάφη, μοναδική μορφή ευπατρίδη και άρχοντα κυριαρχούσε, τότε, στην Αλεξάνδρεια. Κι έχει μείνει ιστορικό το φιλολογικό του σαλόνι, στο σπίτι του της οδού «Λέψιους» πλάι στο ελληνικό νοσοκομείο που υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα, με τ' όνομα του, ίσαμε σήμερα.

»Κι εκεί, βρισκόντουσαν κάθε Τρίτη, όλα τα μεγάλα ονόματα στο χόρο του πνεύματος, όπως ο Μοδινός, ο Δ. Χαριτάτος, ο Αλέξανδρος Καμπάς, ο Γιάγκος Πιερίδης, ο Γιώργος Παπουτσάκης αι πολλοί άλλοι».

Ερώτηση: Είναι γνωστό  κ. Σεγκοπούλου οτι ο Καβάφης έδειχνε ιδιαίτερη αγάπη στους νέους. Με τον Σεγκόπουλο ήταν συγκαιρινοί;        


Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

ΑΠ.: Είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας. 'Ο Αλέκος γεννήθηκε το 1898 καί ό Καβάφης το 1863. Τόν περνούσε, δηλαδή, 35 ολόκληρα χρόνια.

ΕΡ.: Πώς εξηγείται το γεγονός ότι ο Καβάφης, μετά από ένα τόσο ευρύ κύκλο φίλων, άφησε τον Σεγκύπουλο γενικό κληρονόμο   της   περιουσίας   του;

ΑΠ.: Σας είπα και πριν. Έμοιαζαν σε πολλά σαν χαρακτήρες οι δύο άνδρες. Είχαν κοινά ενδιαφέροντα. Και τους ένωσε δυνατή φιλία. Γι' αυτό και του τα άφησε όλα: Χειρόγραφα, βιβλία, βιβλιοθήκες, έπιπλα. Ναι, όλα τα έπιπλα πού βλέπετε  γύρω σας ήταν  του   Καβάφη.

ΕΡ.: Πράγματι μ' όλα αυτά τα έξοχα έπιπλα, τα βιβλία, τους πίνακες και τα προσωπικά αντικείμενα του ποιητή, το σπίτι σας,, ουσιαστικά, έχει γίνει Μουσείο Καβάφη. Αυτή ήταν η επιθυμία του ποιητή;

ΑΠ.: Αυτά όλα, «κατ' επιθυμία» του άντρα μου  θα δοθούν στο Μσυσείο Μπενάκη. Τα χειρόγραφα του ποιητή είναι σε σίγουρα χέρια. Τα έχουμε δώσει στον καθηγητή κ. Σαβίδη, πού λατρεύει πραγματικά τον Καβάφη.

Το τελευταίο ταξίδι – από τα λίγα που' πραγματοποίησε ο ποιητής— στην Ελλάδα, έγινε στις 4 Ιουλίου 1932, όταν πια η υγεία του είχε κλονισθεί σοβαρά. Έπασχε από καρκίνο του λάρυγγα και τον έβαλαν οι Σεγκόπουλοι στον «Ερυθρό Σταυρό», οπού του έγινε τραχειοτομή κι από τότε, για τέσσερις μήνες, δεν είδε μια μέρα καλή. Έφθινε διαρκώς. Χειρότερο, όμως, πώς δεν μπορούσε πια να μιλεί και έγραφε σ' ένα σημειωματάριο,   ο,τι  ήθελε να πει.

Τελικά, στα μέσα Νοεμβρίου 1932 —καταπτοημένος από την ταλαιπωρία του— γύρισε στην Αλεξάνδρεια και έγραψε, τότε, το τελευταίο ποίημα του,, μέ τον προχρονολογημένο τίτλο «Μέρες του  1908».

 

ΤΑ ΚΕΡΙΑ

Το ποίημα αυτό (17.11.32) ήταν το τελευταίο: Μια νοσταλγική αναδρομή του ποιητή, μέσα από το στερνό καταχείμωνο της ζωής, στη φευγάτη άνοιξη —μέ τις ηδονιστικές θύμησες μιας ακόμη, άνομης ερωτικής περιπέτειας...

Από τότε όμως ο ποιητής έμπαινε τώρα πια, στη μικρή ευθεία πριν απ' το τέλος και μέρα τη μέρα, πιο πολύ, είχε την αίσθηση της απειλής του θανάτου, καθώς τα σβηστά κεριά —«θλιβερή γραμμή»— πλήθαιναν ολοένα ενώ τ' άλλα, τ' αναμμένα, καί λιγοστά, τρεμόσβηναν εμπρός του...

Έτσι το μοιραίο δεν άργησε να συμβεί, όταν μετά από 6 μήνες — στις 28Απριλίου 1933— έπαθε συμφόρηση και δεν άντεξε. Πέθανε, την άλλη μέρα, το πρωί, στο Ελληνικό Νοσοκομείο της Αλεξάνδρειας και το απόγευμα της ίδιας ημέρας, έγινε ή κηδεία του στο ελληνικό νεκροταφείο του Σάτμπυ. Τον έθαψαν στον οικογενειακό τάφο των Καβάφηδων, πού αργότερα, με φροντίδα του δήμου της πόλεως, κηρύχθηκε σαν  «διατηρητέο μνημείο».

 

ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

13 ΜΑΡΤΙΟΥ 1983

 

Πέμπτη 16 Μαρτίου 2023

Η Αλεξάνδρεια αναδύεται από το βυθό...

 


Η Αλεξάνδρεια αναδύεται από το βυθό...

Η πρωτεύουσα των Πτολεμαίων αποκαλύπτει ένα – ένα τα μυστικά της με τη βοήθεια των Γάλλων ερευνητών

«Η Αίγυπτος, ένα γαλλικό πάθος» είναι ο τίτλος του μεγάλου αφιερώματος του περιοδικού «L'Express στην ιστορία της «αιγυπτιομανίας», από τον Σαμπολιόν μέχρι τις μέρες μας. Η συμβολή των Γάλλων αιγυπτιολόγων στην αποκάλυψη και αποκατάσταση των αρχαιολογικών θησαυρών της χώρας των Φαραώ υπήρξε εξαιρετικά σημαντική. Σήμερα, στο πλευρό αρχαιολόγων απ' όλο τον κόσμο, εξακολουθούν να ερευνούν το ανεξάντλητο αυτό ιστορικό χρυσωρυχείο. Και η περιπέτεια δεν πλησιάζει στο τέλος της, κάθε άλλο. Παντού, στο Λούξορ, στις Θήβες, στην Κοιλάδα των Βασιλέων, η αρχαιολογική σκαπάνη φέρνει στο φως νέα λαμπρό ευρήματα και οι εργασίες αποκατάστασης και ανάδειξης των μνημείων προχωρούν με πυρετώδεις ρυθμούς. Το μαυσωλείο του Ραμσή Β', ο τάφος των γιων του, η ανοικοδόμηση του ναού του Καρνάκ, η ανάδειξη των πυραμίδων της Γκίζας, η ανακάλυψη των 24 αγαλματιδίων στο Λουξορ, συγκαταλέγονται στις επιτυχίες της πρώτης πενταετίας των 90’s. Οι Γάλλοι είναι ιδιαίτερα υπερήφανοι για τη συμβολή τους  σε  ένα  από  τα πιο συγκλονιστικά επιτεύγματα των τελευταίων χρόνων: την ανέλκυση ερειπίων της αρχαίας Αλεξάνδρειας από το βυθό της θάλασσας. Η πόλη που ονειρεύτηκε ο Μέγας Αλέξανδρος, που σχεδίασε ο Αριστοτέλης και που έκτισε ο Πτολεμαίος, αναδύεται σιγά σιγά από τον υγρό τάφο της και αποκαλύπτει τα μυστικά της...


 

Ποιος αρχαιολόγος δεν θα ονειρευόταν να ανακαλύψει μια βυθισμένη πολιτεία; Και μάλιστα μια πόλη τόσο μυθική όσο η Αλεξάνδρεια, η Αλεξάνδρεια των Πτολεμαίων και της Κλεοπάτρας, που την είσοδο του λιμανιού της φώτιζε ο περίφημος Φάρος, ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Δύο Γάλλοι αρχαιοδίφες, ο Ζαν Ιβ Εμπερέρ και ο Φρανκ Γκοντιό, με ομάδες δυτών από την Αίγυπτο και τη Γαλλία, ερευνούν εδώ και τρία χρόνια (1994-1997) τον κόλπο της Αλεξάνδρειας και διαβεβαιώνουν ότι έχουν δει  αγγίξει και φωτογραφήσει τα ερείπια του Φάρου και του ανακτόρου της Κλεοπάτρας, ενώ συνεχώς ανελκύουν από το βυθό αγάλματα, οβελίσκους, κίονες, πολύτιμους μάρτυρες της ελληνιστικής μητρόπολης. Όλοι οι αιγυπτιολόγοι του κόσμου γνώριζαν ότι μέσα στο τεράστιο λιμάνι της σημερινής Αλεξάνδρειας, μπροστά στην προκυμαία, το "ωραιότερο "τμήμα της αρχαίας πόλης βρισκόταν θαμμένο μέσα στη λάσπη του βυθού. Ωστόσο, για να αναγνωριστούν τα ερείπια χρειαζόταν εξοπλισμός υψηλής τεχνολογίας και, κυρίως, η άδεια των αιγυπτιακών αρχών, καθώς το λιμάνι ήταν υπό στρατιωτικό έλεγχο και απαγορευόταν στους ξένους η προσέγγιση σ' αυτό. Επιπλέον, το νερό προστάτευε τους θησαυρούς καλύτερα και από ένοπλη φρουρά.  Η  έρευνα μπορούσε να περιμένει άλλωστε υπήρχαν πολλοί άλλοι αρχαιολογικοί χώροι με ενδιαφέρον στην ξηρά για να κρατήσουν απασχολημένους τους αρχαιολόγους.

 

 

Το 1961, ένας Αιγύπτιος δύτης ανακάλυψε ένα γιγαντιαίο άγαλμα της Ίσιδος κοντά στο μόλο του λιμανιού. Αυτό κίνησε το ενδιαφέρον της ΟΥΝΕΣΚΟ και, λίγα χρόνια αργότερα, με την εξουσιοδότηση του διεθνούς οργανισμού, η αρχαιολόγος-καταδύτρια Ονορ Φροστ ερεύνησε το βυθό όπου ανακάλυψε έκθαμβη κίονες, οβελίσκους, αγάλματα, σφίγγες... Όταν, το 1994, μια υποθαλάσσια κινηματογράφηση αποκάλυψε ότι οι μηχανικοί του λιμανιού είχαν αρχίσει να καλύπτουν τα ερείπια με τσιμεντένια μπλοκ, ξέσπασε μεγάλο σκάνδαλο. Αποφασίστηκε να ξεκινήσει αμέσως έρευνα, η οποία ανατέθηκε σε δύο γαλλικά συνεργεία. Το ένα, με επικεφαλής τον Εμπερέρ, ειδικό της ελληνιστικής περιόδου στο CNRS (Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών της Γαλλίας) και υπεύθυνο του τοπικού Κέντρου Αλεξανδρινών Μελετών, ανέλαβε να ερευνήσει την περιοχή γύρω από το φρούριο του Καΐτ Μπέη, όπου βρισκόταν ο Φάρος. Στον Φρανκ Γκοντιό (έναν επιχειρηματία που «προσηλυτίστηκε» και αφοσιώθηκε στις υποθαλάσσιες έρευνες) και στην ομάδα του, ανατέθηκε να ερευνήσουν την υπόλοιπη περιοχή του λιμανιού, όπου οι αρχαίοι συγγραφείς τοποθετούσαν τη βασιλική πόλη των Πτολεμαίων. Βουτώντας μέσα στα βρώμικα νερά του λιμανιού, όπου πέφτουν όλα τα λύμματα της πόλης, ο Εμπερέρ αντικρίζει στο βυθό ένα «μεγαλειώδες και ονειρικό θέαμα». Τεράστιοι λαξεμένοι ογκόλιθοι μαρτυρούν ότι εκεί υπήρχε κτισμένο ένα πολύ σημαντικό οικοδόμημα -όλοι πιστεύουν ότι έχει εντοπιστεί ο Φάρος. Σφίγγες, αγάλματα, στήλες με ιερογλυφικά μαρτυρούν ότι ο φάρος-θαύμα περιβαλλόταν από ναούς. Παρουσία του τότε Αιγυπτίου υπουργού Πολιτισμού, Φαρούκ ελ Χοσνί, μερικά από τα ωραιότερα «κομμάτια» ανασύρθηκαν από τη θάλασσα, ανάμεσα τους ο γρανιτένιος κορμός ενός αγάλματος της Ίσιδας, για να πλουτίσουν το Ελληνορωμαϊκό Μουσείο της Αλεξάνδρειας.

 


 

Ο Φρανκ Γκοντιό, από τη μεριά του, διαθέτει σημαντικά κείμενα για να καθοδηγηθεί. Ο Έλληνας ιστορικός Στράβων έχει περιγράψει με ακρίβεια την Αλεξάνδρεια, την ενδοξότερη νέα πόλη της εποχής του. Ο Μέγας Αλέξανδρος την είχε οραματιστεί, γύρω στο 331 π.Χ. Ο φιλόσοφος Αριστοτέλης, ο δάσκαλος του, την είχε σχεδιάσει. Και ο Πτολεμαίος, ο πιστός στρατηγός του, την έκτισε. Η Αλεξάνδρεια εξελίχθηκε σε ακμάζουσα εμπορική μεγαλούπολη κι έγινε τόπος γόνιμης συνάντησης ανάμεσα σε λαούς, θρησκείες και πολιτισμούς. Πλήθη προσκυνητών επισκέπτονταν τους ναούς της Ίσιδος και του Ποσειδώνα, ενώ το Μουσείο των Φιλοσόφων και η Μεγάλη Βιβλιοθήκη έγιναν πόλος έλξης για λόγιους και ποιητές απ' όλες τις πόλεις της Μεσογείου. Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες συνέχισαν για ένα διάστημα το έργο των Πτολεμαίων. Το ξέφτισμα της ρωμαϊκής εξουσίας σήμανε την παρακμή της Αλεξάνδρειας. Σεισμοί και κατολισθήσεις αποτελείωσαν την καταστροφή της και το μεγαλύτερο μέρος της σκεπάστηκε από τη θάλασσα.

 


 

Ο Γκοντιό, όπως και πολλοί άλλοι, είναι πεπεισμένος ότι τα πιο σημαντικά ερείπια βρίσκονται πολύ κοντά στην προκυμαία. Έχει προμηθευτεί από τη Γαλλική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας υπερευαίσθητα μαγνητόμετρα με τα οποία αποκαλύπτεται η θέση των αντικειμένων κάτω από τις προσχώσεις του βυθού. Στη διάθεση του είναι και ένας από τους ισχυρότερους υπολογιστές για την επεξεργασία των δεδομένων, ώστε να χαραχθεί ο χάρτης της αρχαίας πόλης. Το καλοκαίρι του 1996, έπειτα από χιλιάδες ώρες εργασίας, οι προσπάθειες του ανταμείφθηκαν. Μπορεί επιτέλους να σχεδιάσει ένα μέρος της βασιλικής πόλης της Κλεοπάτρας, με το λιμάνι για τις τριήρεις, το εμπορικό αγκυροβόλιο, τους ναούς και τα ανάκτορα, που η θέση τους προδίδεται από τα θραυσμένα αγάλματα και κολώνες. «Θα χρειαστούν 15 χρόνια εργασιών για να αποκαταστήσουμε την πρωτεύουσα που τόσο πόθησε να κατακτήσει ο Καίσαρ!» λέει ο Γκοντιό, ο οποίος είναι έτοιμος να εγκατασταθεί για πολύ καιρό κοντά στη βυθισμένη πρωτεύουσα των Πτολεμαίων.

L’ EXPRESS – Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 15.1.1997

 

Σάββατο 27 Ιουνίου 2020

Ένας κρητικός στους Πατριαρχικούς θρόνους Αλεξανδρείας και Κωνσταντινουπόλεως



Ένας κρητικός στους Πατριαρχικούς θρόνους Αλεξανδρείας και Κωνσταντινουπόλεως

Ο Κύριλλος Λούκαρις, συχνά και Λούκαρης (13 Νοεμβρίου 1572–27 Ιουνίου 1638) ή και Κύριλλος ο Κρης, ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας (ως Κύριλλος Γ΄) και Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης (ως Κύριλλος Α΄).
Γεννήθηκε στον υπό Βενετική κατοχή, Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο Κρήτης στις 13 Νοεμβρίου 1572 «κ γονέων περιφανν λευθέρων, ν τε τ Πολιτεί  κα τ κκλησί περιβλέπτων» και το βαπτιστικό του όνομα ήταν Κωνσταντίνος. Ο πατέρας του Στέφανος ήταν ιερέας και καταγόταν από γνωστή οικογένεια, ενώ θείος του ήταν, μία από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες του ορθόδοξου κλήρου της εποχής, ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγάς.
Στην αρχή της ζωής του είχε την μεγάλη ευκαιρία να μαθητεύσει πλησίον του ονομαστού διδασκάλου της Σχολής του Σιναϊτικού Μετοχου, Μελετίου Βλαστού


Χάρις στην μέριμνα του θείου και μέντορά του Μελέτιου Πηγά, μετά από τις σπουδές του στην Κρήτη ακολούθησε τον δρόμο της ανώτερης και ανώτατης παιδείας πλησίον του διαπρεπούς λογίου συγγραφα, επισκόπου Κυθήρων και ιεροκρυκα Μαξίμου Μαργουνίου (1549-1602) στην  Βενεταν όπου για τέσσερα χρόνια (1584-1588) διδάχθηκε ελληνικά, λατινικά, ιταλική γλώσσα και θεολογία. Το 1588 αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Κρήτη, εξ αιτίας οικονομικών προβλημάτων της οικογενείας του, αλλά μετά από ένα χρόνο επέστρεψε στην Ιταλία κα γράφτηκε στο περίφημο Πανεπιστήμιο της Πάδοβα κοντά στον Παύλο Σάρπα και τον Τσεζάρε Κρεμονίνι όπου διδάχθηκε Φιλοσοφία και Θεολογία. Αργότερα επισκέφτηκε την Γενεύη, την Ολλανδία, και τη Γερμανία.
Μετά τις σπουδές του στην Πάδοβα επέστρεψε στην Κρήτη (1592) και χειροτονήθηκε ως Μοναχός στη Μονή της Αγκαράθου. Τον επόμενο χρόνο τον κάλεσε στην Αίγυπτο ο συγγενής και μέντοράς του Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγάς, που τον χειροτόνησε Διάκονο και Πρεσβύτερο με το όνομα Κύριλλος και τον έκανε πρωτοσύγκελο του Πατριαρχείου.
Το έτος 1593 στάλθηκε από τον  Πατριάρχη Αλεξανδρείας στην Πολωνία για να στηρίξει το δοκιμαζόμενο από τις επιθέσεις της Ουνίας Ορθόδοξο ποίμνιο. Εκεί εργάστηκε με ζήλο για τρία χρόνια και κινδύνευσε να συλληφθεί και να θανατωθεί κατά τον διωγμό που εξαπέλυσε ο βασιλιάς Σιγισμούνδος εναντίον των Ορθοδόξων. Το 1559 ως «Μέγας Αρχιμανδρίτης και Έξαρχος» στάλθηκε και πάλι από τον Μελέτιο Πηγά, τότε Επιτηρητή του Οικουμενικού Θρόνου, στην Πολωνία για εκκλησιαστική υπηρεσία. Παράλληλα είχε την εντολή να περάσει από την Κρήτη και την Χίο για να αντιμετωπίσει την προπαγάνδα των Ιησουϊτών. Από την Πολωνία μετέβηκε στις Παραδουνάβιες χώρες (1601) για να στηρίξει και εκεί την Ορθοδοξία. Ενώ όμως βρισκόταν στο Ιάσιο έλαβε επιστολή του Μελετίου, που τον καλούσε να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια για να του αφήσει τις τελευταίες υποθήκες του και να του παραδώσει τον Θρόνο του Πατριάρχη Αλεξανδρείας. Άλλωστε από το 1594 ο Πηγάς προετοίμαζε τον Λούκαρι για διάδοχό του στον Πατριαρχικό θρόνο Αλεξανδρείας. Έτσι το 1601, μετά το θάνατο του θείου του, ο Λούκαρις τον διαδέχτηκε σε ηλικία 29 ετών ως Κύριλλος Γ΄. 


Αμέσως συγκάλεσε τοπική Σύνοδο στο Κάϊρο και καταδίκασε τους Λατίνους, που είχαν προσεταιριστεί τους Κόπτες με σκοπό να καταστρέψουν το Ορθόδοξο Πατριαρχείο. Από τη θέση πλέον του Πατριάρχη Αλεξανδρείας καλλιέργησε σχέσεις με τους πρεσβευτές Προτεσταντικών χωρών στην Κωνσταντινούπολη και με τους Αγγλικανούς θεολόγους. Μετέφερε την έδρα του Πατριαρχείου στο Κάιρο και ξεκίνησε αγώνα κατά της Δυτικής Εκκλησίας. 
Ως πατριάρχης Αλεξάνδρειας (1601-1620) αναδιοργάνωσε οικονομικά το πατριαρχείο, επισκεύασε ναούς, ασχολήθηκε συστηματικά με το κήρυγμα του θεου λγου και με συνεχή αλληλογραφία συνεργσθηκε στενά με τις εκκλησες των Ιεροσολύμων, της Κύπρου και της ΝΔ. Ρωσσας.
Στα 1605 μετέβη στην Κύπρο με σκοπό να μεσολαβήσει για την αποσόβηση εσωτερικής κρίσης που έπληττε την Εκκλησία της Κύπρου.  Το 1608 μετέβη στα Ιεροσόλυμα συμμετέχοντας στην χειροτονία του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεοφάνους. Δρομολόγησε την επισκευή ναών και λόγω των χρεών του Πατριαρχείου οργάνωσε ζητεία (έρανο) η οποία όμως δεν ευοδώθηκε. 


Τον Φεβρουάριο του 1612, ενώ βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη συνέβηκε η εκτόπιση του οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεόφυτου Β' στη Ρόδο (Φεβρουάριος 1602-Ιανουάριος 1603 και Οκτώβριος 1609-Οκτώβριος 1612), και ο Λούκαρις τοποθετήθηκε, εξ αιτίας της ιδιότητάς του ως πατριάρχης Αλεξανδρείας, και επομένως ιεραρχικά αρχαιότερος αξιωματούχος, ως επίτροπος για είκοσι μία ημέρες στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης.
Παραιτήθηκε όμως από τον θρόνο όταν κάποιοι Αρχιερείς φατρίασαν εναντίον του και ανέδειξαν ως Πατριάρχη τον  προσκείμενο στους Λατίνους Τιμόθεο Β.' προκαλώντας μεγάλη σύγχυση στην Εκκλησία. Αναχώρησε λοιπόν τότε για το Άγιο Όρος και από εκεί για τη Βλαχία, όπου παρέμεινε τέσσερα χρόνια διδάσκοντας τον λαό και αγωνιζόμενος κατά των Λατίνων και της Ονίας. Πριν την αναχώρηση του από τη Βλαχία έβγαλε εγκύκλιο (Τόμο) προς τους Ορθοδόξους, με την οποία καταδίκαζε τη διδασκαλία των Λατίνων, ελέγχει τους λατινόφρονες Έλληνες τροφίμους της Σχολής του Αγίου Αθανασίου της Ρώμης και συνιστούσε την απαρασάλευτη εμμονή στην Ορθόδοξη πίστη ως τον μοναδικό τρόπο άμυνας κατά των εχθρών της  ευσέβειας.
Για να διαφωτίσει το Ορθόδοξο πλήρωμα συνέγραψε σε απλή γλώσσα δύο πραγματείες, μία κατά της Αρχής, δηλαδή κατά του πρωτείου του Πάπα της Ρώμης, και μία άλλη σε μορφή διαλόγου μεταξ Φιλαλήθους και Ζηλωτή, με την οποία εξέθεσε τις σατανικς μεθόδους που χρησιμοποιούσαν οι Ιησουΐτες για να προσηλυτίσουν τους Ορθοδόξους.
Στον αγώνα του κατά των Ιησουιτών αναζήτησε στήριξη και σε προτεσταντικούς κύκλους με τους οποίους αλληλογραφούσε και συζητούσε. Αυτό υπήρξε και η αιτία να κατηγορηθεί ως οπαδός του Λουθήρου ή του Καλβίνου. Για να δημιουργήσει στενότερους δεσμούς  με τους διαμαρτυρόμενους και για να γνωρίσει καλύτερα την εκκλησία τους έστειλε στα 1617 στην Αγγλία, ανταποκρινόμενος σε παράκληση του αρχιεπισκόπου του Canterbury George Abbot, τον ευφυή και φιλομαθή πρεσβύτερο Μητροφάνη Κριτόπουλο (1589–1639) από την Βέροια, που τον είχε γνωρίσει ως μοναχό στο Άγιο Όρος.
Φεύγοντας από τη Βλαχία επισκέφτηκε πάλι το Άγιο Όρος, και τον Οκτώβριο του 1615 επέστρεψε στην Αιγύπτιο, όπου παρέμεινε, μέχρι την εκλογή του στον Οικουμενικό Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, ασχολούμενος με το κήρυγμα και την κατήχηση του λαού, αφού στο μεταξύ, χάρη στις άοκνες προσπάθειές του, είχαν εκλείψει τα μεγάλα προβλήματα που ταλαιπωρούσαν τον Αλεξανδρινό Πατριαρχικό Θρόνο.



Μετά τον θάνατο του Πατριάρχη Τιμοθέου του Β΄ η Σύνοδος του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως τον εξέλεξε Οικουμενικό Πατριάρχη (4.11.1620), αλλά μετά από δυόμιση χρόνια απομακρύνθηκε από τον Θρόνο (Απρίλιος 1623), κατηγορούμενος ότι προετοίμαζε επανάσταση των ελληνικών νησιών. Συνελήφθηκε και σιδηροδέσμιος εξορίστηκε στη Ρόδο. Ο νέος Πατριάρχης Άνθιμος έστειλε εκεί Αρχιερείς με σκοπό να τον πείσουν να υποβάλει κανονική παραίτηση. Εκείνος όμως απέρριψε την πρόταση του Άνθιμου και λίγο αργότερα, με διαταγή του Μεγάλου Βεζίρη, επέστρεψε στη Βασιλεύουσα (Σεπτέμβριος 1623), όπου έγινε θριαμβευτικά δεκτός από το πρώην Ποίμνιό του. Πολλοί χριστιανοί τότε κατέφθαναν στον Γαλατά, όπου διέμενε, για να πάρουν την ευλογία του, ενώ οι Αρχιερείς, οι πρόκριτοι και ο λαός ζητούσαν επίμονα την επάνοδο του στον Θρόνο. Ο Πατριάρχης Άνθιμος αναγκάστηκε να παραιτηθεί και στον Θρόνο επανήλθε ο Κύριλλος (2-10-1623). Η αποκατάσταση του έγινε αφορμή γενικής χαράς των Ορθοδόξων, οι οποίοι στο πρόσωπό του έβλεπαν τον γνήσιο και αληθινό ποιμένα και Πατριάρχη τους.
Οι πολέμιοι όμως του Πατριάρχη βρήκαν πειθήνιο όργανο των σκοτεινών στόχων τους τον Βεροίας Κύριλλο Κονταρή, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Πόλη (1632) και άρχισε να συκοφαντεί τον Πατριάρχη, διαδίδοντας στους κυβερνητικούς κύκλους ότι ο Κύριλος βρισκόταν σε μυστική επικοινωνία με τους εχθρούς της Υψηλής Πύλης και ότι συνωμοτούσε εναντίον της. Οι συκοφαντίες έπιασαν τόπο και ο Πατριάρχης απομακρύνθηκε αλλά, εξ αιτίας της γενικής αγανακτήσεως του ορθόδοξου Ποιμνίου, μετά από επτά ημέρες επανήλθε στον Θρόνο. Παρά ταύτα οι πολέμιοί του δεν έπαυσαν ούτε στιγμή να εργάζονται για την απομάκρυνση του. Καταβάλλοντας μεγάλα χρηματικά ποσά στους Τούρκους κατόρθωσαν να εξοριστεί στην Τένεδο (7-5-1634)  και ανέβάσαν στον Θρόνο τον Θεσσαλονίκης Αθανάσιο Πατελλάρο. Η παρανομία όμως αυτή δεν είχε μεγάλη διάρκεια γιατί μετά ένα μήνα απομακρύνθηκε ο Αθανάσιος και ο Κύριλλος επανήλθε θριαμβευτικά στον Θρόνο.
Οι συνεχείς αποτυχίες των πολέμιων του Κυρίλου για να απομακρυνθεί ο Πατριάρχης και να εγκατασταθεί άλλος της αρεσκείας τους δεν απογοήτευσαν τους εχθρούς του, αντίθετα τους έκαναν σκληρότερους στην πολεμική τους και εφευρετικότερους στις μεθοδεύσεις τους. Έτσι τον Μάρτιος 1635, οι Ιησουΐτες κινήθηκαν ξανά εναντίον του και δίνοντας άφθονα χρήματα κατόρθωσαν να επιτύχουν την απομάκρυνση του και την άνοδο στο Θρόνο του Κονταρή, ο οποίος συνέλαβε και περιόρισε τον γέροντα πλέον Πατριάρχη.
Σύμφωνα με έγγραφο του Αυστριακού Πρεσβευτή Schmidt ο Κονταρής και η συμμορία του σκέφτονταν να τυφλώσουν να δηλητηριάσουν τον Κύριλλο. Ο Schmidt σκέφτηκε να τον κρατήσει φυλακισμένο στην αυστριακ πρεσβεία αλλά φοβήθηκε μήπως οι φωνές του τραβήξουν την προσοχή των Ελλήνων γειτόνων. Με πρόταση του πρεσβευτή αποφασίστηκε να ακολουθούσουν τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Ρωμαϊκής Προπαγάνδας για τον Πατριάρχη και να ναυλωθεί πλοίο με έμπιστο πλήρωμα στο οποίο θα τον επιβίβαζαν για να μεταφερθεί δήθεν εξόριστος στη Ρόδο. Ο πλοίαρχος όμως είχε εντολή να προσεγγίσει το πρώτο πειρατικό πλοίο που θα συναντούσε, και με χρήση των εγγράφων της αυστριακής πρεσβείας να παραδώσει τον Κύριλλο για να μεταφερθεί στη Μάλτα. Στην Κωνσταντινούπολη θα κυκλοφορούσε η φήμη ότι Μαλτέζοι πειρατές αιχμαλώτισαν το πλοίο, στο οποίο επέβαινε ο Πατριάρχης, και ότι τον μετέφεραν στο νησί τους. 


Ύστερα από πολλές διαπραγματεύσεις και αναβολές βρέθηκε το πλοίο και το πλήρωμα και δόθηκαν τα έγγραφα της αυστριακής Πρεσβείας στον πρόθυμο Μητροπολίτη, ο οποίος θα συνόδευε τον αιχμάλωτο Πατριάρχη• αλλά η ολλανδική Πρεσβεία κατόρθωσε με κατάσκοπο να μάθει τα τεκταινόμενα. Το πλήρωμα όμως εξαγοράστηκε και οδήγησε το πλοίο στη Χίο, όπου βρισκόταν ως διοικητής της Ρόδου ο Μπεκρ Πασς, φίλος του Πατριάρχη, ο οποίος τον πήρε υπ την προστασία του στη Ρόδο, όπου και παρέμεινε μέχρι τα μέσα του 1636, οπότε και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Επανήλθε στον Θρόνο τον Μάρτιο του 1637. Βρισκόταν ήδη σε προχωρημένη ηλικία και μπορούσαν οι πολέμιοί του να περιμένουν τον φυσικό θάνατό του για να εφαρμόσουν τα σχέδιά τους. Επειδή όμως αυτός εξακολουθούσε να αγωνίζεται υπρ της Ορθοδοξίας, οι Ιησουίτες πείστηκαν ότι ήταν ακατάβλητος «ο μέγας γέρων» και γι̉  αυτό αποφασίστηκε να επιδιωχθεί με κάθε μέσο ο θάνατός του.
Οι νέες ενέργειες των εχθρών του έφερε τελικά το ποτέλεσμα που επιθυμούσαν οι εχθροί του Κύριλου. Τον Ιούνιο του 1638 ο Schmidt που βρισκόταν σε διαρκή συνεννόηση με την Προπαγάνδα κατόρθωσε να απομακρύνει τον Κύριλλο από τον Θρόνο διαβάλλοντας τον στις τούρκικες Αρχές ότι προετοιμάζει επίθεση των Ρώσων κατά της Κωνστινουπόλεως και επανάσταση των Ελλήνων. Ο Σουλτάνος Μουρτ που βρισκόταν στην εκστρατεία κατά της Βαγδάτης αποδέχτηκε τις κατηγορίες και με την εισήγηση του Μεγάλου Βεζύρη Μπαϊρμ πασ διέταξε να τον θανατώσουν. 


Ο Κύριλλος συνελήφθη από απόσπασμα τσαούσηδων (χωροφυλάκων) στις 22 Ιουνίου και φυλακίστηκε στο φρούριο Ρούμελη Χισσάρ, όπου στις 27 Ιουνίου 1638 έφτασαν 15 Γενίτσαροι και άλλοι ανώτεροι κρατικο υπάλληλοι. Τον παρέλαβαν και, επιβιβάζοντας τον σε ένα πλοιάριο, τον μετέφεραν στην παραλία του Αγίου Στεφάνου, όπου τον θανάτωσαν με στραγγαλισμό. Ο λαός πληροφορήθηκε την επομένη ημέρα τον θάνατό του και εξεγέρθηκε εναντίον του Κονταρή, ο οποίος όμως προσποιήθηκε ότι δεν είχε γνώση των πραγμάτων. Το σώμα του Κύριλου τάφηκε πρόχειρα στην άμμο του αιγιαλού αλλά μετά τρεις μέρες άνθρωποι του Κονταρή το ξέθαψαν και το πέταξαν στη θάλασσα για να μη βρεθεί από τους Χριστιανούς. Βρέθηκε όμως από κάποιους αλιείς, σύμφωνα με άλλους, από Χριστιανούς που το αναζήτησαν και μεταφέρθηκε κρυφά και ενταφιάστηκε στη Μονή του Αγίου Ανδρέα, στην ομώνυμη νησίδα του κόλπου της Νικομηδείας.
Μετά από τρία χρόνια, το 1641, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Παρθένιος ο Α΄ ο Γέρων (1639-1644) μερίμνησε για την ανακομιδή και μεταφορά των λειψάνων του στο Πατριαρχείο και, αφού «έψαλλεν ατά», έδωσε εντολή να μεταφερθούν στη Μονή Καμαριωτίσσης της Χάλκης και να τοποθετηθούν στο Ιερό Βήμα του Καθολικού της Μονής, κάτω από την Αγία Τράπεζα. Απ εκεί μετακομίστηκαν στο Πατριαρχικό Σκευοφυλάκιο και το 1975 αποδόθηκαν στην Ιερ Μον Αγκαράθου, όπου φυλάσσονται σήμερα.
Ο Ιερομάρτυς Πατριάρχης Κύριλλος αμέσως μετά τον μαρτυρικό θάνατό του τιμήθηκε ως Άγιος και Μάρτυς, ο δε Όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός συνέταξε και Ακολουθία για να εορτάζεται η Μνήμη του. Η επίσημη Αγιοκατάταξή του έγινε από την Ιερ Σύνοδο του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας την 6η Οκτωβρίου 2009.
Η Μνήμη του εορτάζεται στις 27 Ιουνίου.

Πηγή: