Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 21η ΑΠΡΙΛΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 21η ΑΠΡΙΛΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Ιουνίου 2025

Η CIA, οι Συνταγματάρχες και το "άγνωστο παρασκήνιο" του 1967

 

Η ΠΑΛΙΑ ΕΔΡΑ ΤΗΣ CIA

 

Η CIA, οι Συνταγματάρχες και το "άγνωστο παρασκήνιο" του 1967


Ένα ανέκδοτο κεφάλαιο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας από τα χείλη του ίδιου του σταθμάρχη της CIA στην Αθήνα.

 

Στις σελίδες της Καθημερινής της 17ης Φεβρουαρίου του 1977, ο ανταποκριτής της εφημερίδας στην Ουάσινγκτον Λέσλυ Φάυνερ έφερε στο φως μία εξομολόγηση-μαρτυρία από τον τότε επικεφαλής της CIA στην Αθήνα, τον μυστηριώδη «J.M.». Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, η CIA δεν είχε καμία συμμετοχή στη συνωμοσία των συνταγματαρχών. Γνώριζε, λέει, μόνο τα σχέδια των στρατηγών, που τελικά ακυρώθηκαν λόγω της επιφυλακτικότητας του βασιλιά Κωνσταντίνου.

Όμως το ερώτημα παραμένει: Μήπως η αμερικανική στάση έκανε τους πραξικοπηματίες να πιστεύουν ότι είχαν την στήριξη των ΗΠΑ και ότι μπορούσαν να προχωρήσουν στην κατάλυση της κοινοβουλευτικής τάξης.

Ο J.M. παραδέχεται πως η CIA είχε κακές σχέσεις με τον Παπαδόπουλο, ενώ σε αντίθεση, ο Αμερικανός πρέσβης Φίλιπς Τάλμποτ ήταν αυτός που, μέσα από τη θέση του περί «μη επέμβασης», άφησε χώρο στο στρατιωτικό καθεστώς να εδραιωθεί. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Τάλμποτ αρνήθηκε να βοηθήσει στο αποτυχημένο αντιπραξικόπημα τον βασιλιά τον Δεκέμβριο του 1967, στερώντας του κρίσιμη υποστήριξη.

Αποκαλύπτεται επίσης ότι ο φόβος και η δυσπιστία των Αμερικανών για τον Ανδρέα Παπανδρέου ήταν τόσο έντονοι, που είχαν σχεδόν προσωπικό χαρακτήρα. Κι όμως, το 1963, όταν ο Γεώργιος Παπανδρέου έγινε πρωθυπουργός, πρότεινε τον γιο του ως σύνδεσμο CIA–ΚΥΠ! Ίσως, όπως λέει ο J.M., εκείνη η πρόταση να σημάδεψε για πάντα τις σχέσεις του Ανδρέα με τους Αμερικανούς.

Συμπερασματικά το άρθρο δεν "αθωώνει" τη CIA, αλλά φωτίζει μια πιο σύνθετη εικόνα: όχι άμεση ανάμειξη, αλλά σίγουρα ένα κλίμα πολιτικής ανοχής, φόβου και προτεραιότητας στρατηγικών συμφερόντων, που έστρωσε το δρόμο για τη Χούντα. Για όσους δε ενδιαφέρονται για την αθέατη πλευρά της Ιστορίας, η μαρτυρία αυτή ρίχνει φως στις σκιές πίσω από τη Δικτατορία.


 

Ας δούμε όμως τα κύρια σημεία του άρθρου

Αρνήσεις της CIA: Ο τότε σταθμάρχης της CIA στην Αθήνα, J. M. (πιθανότατα ο John M. Maury), υποστηρίζει κατηγορηματικά ότι η υπηρεσία δεν είχε συμμετοχή στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Όπως εξηγεί, οι πραξικοπηματίες (συνταγματάρχες) αιφνιδίασαν πλήρως τις ΗΠΑ – ούτε υπήρχε σύνδεση με υψηλόβαθμους αξιωματούχους (εκτός από επιφανειακές γνωριμίες) ούτε οι Αμερικανοί είχαν έγκαιρη ενημέρωση. Το πρώτο διάστημα μετά το πραξικόπημα «η Ουάσιγκτον και η πρεσβεία ήταν σε σοκ, χωρίς καμία ουσιαστική επικοινωνία με τη χούντα»

 

 

Συνταγματάρχες αντί των Στρατηγών: Πριν το πραξικόπημα, οι Αμερικανοί εξέταζαν μόνο το ενδεχόμενο παρέμβασης από τους ανώτατους στρατηγούς του Στρατού, θεωρώντας ότι αυτοί θα επέβαλαν μετριοπαθή λύση και θα αποκαθιστούσαν τη δημοκρατία. Αντίθετα, η ακραία παρέμβαση των «σκληροπυρηνικών» συνταγματαρχών δεν είχε προβλεφθεί σοβαρά. Όπως διηγείται ο σταθμάρχης J.M., όταν τελικά έγινε το πραξικόπημα ήταν αποτέλεσμα «ιδιωτικού σχεδίου» των συνταγματαρχών χωρίς συνεννόηση με το παλάτι ή τις ΗΠΑ. Οι πραξικοπηματίες μάλιστα πίστευαν αρχικά πως προστάτευσαν την Ελλάδα από τους Παπανδρέου και τους κομμουνιστές, θεωρώντας ότι το παλάτι και οι Αμερικανοί θα τους επευφημούσαν  για αυτή τους την πράξη.

Η στάση του πρέσβη Φ. Talbot: Ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα Φ. Τάλμποτ φάνηκε αρχικά διστακτικός σε ιδέες για μυστικές επεμβάσεις. Για παράδειγμα, όταν μέλη της πρεσβείας πρότειναν στα τέλη 1966 την υποστήριξη μετριοπαθών υποψηφίων για να αποδυναμώσουν τους Παπανδρέου, ο Talbot «αμφιταλαντεύτηκε» λόγω της αντίθεσής του τόσο στη δικτατορία όσο και σε μυστικές ενέργειες. Μετά το πραξικόπημα, μάλιστα, ο Talbot εξέφρασε με έντονο τρόπο την αποδοκιμασία του. Έχει γραφτεί ότι χαρακτήρισε την ανατροπή του πολιτεύματος ως «βιασμό της ελληνικής δημοκρατίας» – μια φράση που αντικατοπτρίζει τη δυσαρέσκειά του.

 

Φ. ΤΑΛΜΠΟΤ
 

Σιωπηρή υποστήριξη των ΗΠΑ: Αν και επίσημα οι ΗΠΑ καταδίκασαν την κατάλυση της δημοκρατίας, σε πρακτικό επίπεδο η αμερικανική πολιτική ήταν επιφυλακτικά ισορροπημένη. Η αμηχανία και η «ψυχρότητα» των Αμερικανών προς τη χούντα προκάλεσε ανησυχίες στους πραξικοπηματίες, αλλά ταυτόχρονα πολλοί Αμερικανοί στρατιωτικοί εξέφραζαν συμπάθεια στο αντικομουνιστικό της πρόγραμμα. Σε κάθε περίπτωση, η κοινή αντίληψη των Ελλήνων ήταν ότι η χούντα δεν θα είχε επιβιώσει χωρίς την έμμεση έγκριση των ΗΠΑ.

Φόβοι για Ανδρέα Παπανδρέου: Ο J.M. επιβεβαιώνει ότι οι Αμερικανοί ανησυχούσαν έντονα για τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ως γόνος του κεντρώου Γεωργίου Παπανδρέου και «αριστερού» προσανατολισμού, ο Ανδρέας ανοιχτά υποστήριζε μείωση της αμερικανικής παρουσίας στην Ελλάδα και περιορισμό του ΝΑΤΟ. Αυτές οι θέσεις προξένησαν φόβους στην Ουάσιγκτον ότι, αν βρισκόταν στην εξουσία, ο Ανδρέας θα οδηγούσε την Ελλάδα μακριά από τα δυτικά συμφέροντα.

Πρόταση Γ. Παπανδρέου: Στην έρευνα δεν βρέθηκαν απτές πηγές που να επιβεβαιώνουν την αρχική πρόταση του Γεωργίου Παπανδρέου να οριστεί ο γιος του, Ανδρέας, ως σύνδεσμος της CIA με την ΚΥΠ. Πρόκειται πιθανότατα για ανέκδοτη πληροφορία ή φήμη, η οποία δεν επιβεβαιώνεται από τα διαθέσιμα τεκμήρια.

 

 

Ανάλυση και ερμηνεία των γεγονότων

Στον απόηχο αυτών των δηλώσεων, αποκτά ενδιαφέρον ο τρόπος που οι Αμερικάνοι πραγματικά αντιμετώπισαν τις εξελίξεις:

Διάκριση πραγματικών γεγονότων και δημόσιων μύθων: Ο J.M. επιχειρεί να επαναφέρει το πράγμα στην πραγματικότητα του 1967. Ως γεγονός επισημαίνει ότι οι πραξικοπηματίες δεν είχαν σχέσεις εμπιστοσύνης με τις ΗΠΑ και το πραξικόπημα τους βρήκε απροετοίμαστους (οι ίδιοι έλεγαν στους Αμερικανούς ότι τους «έκαναν χάρη» με την ανατροπή). Το ιστορικό συμπέρασμα είναι ότι οι στρατιωτικοί λειτούργησαν χωρίς άμεση αμερικανική διαταγή ή έγκριση. Αντίθετα, ο μύθος του «παντοδύναμου Αμερικάνου» διατηρείται στη συνείδηση πολλών Ελλήνων, κάτι που επισημαίνεται ρητά από τον J.M. όταν αναφέρει ότι ο λαός πίστευε πως η χούντα δεν θα είχε επιβιώσει χωρίς την αμερικανική υποστήριξη.

Η στάση του Talbot:  Αντίστοιχα, διακρίνουμε τις αμφιλεγόμενες  ερμηνείες για τον ρόλο του Αμερικανού πρέσβη. Πράγματι, ο Talbot καταδίκασε το πραξικόπημα ως ξεκάθαρα ανελεύθερο (σύμφωνα με τις μαρτυρίες, μίλησε για «βιασμό της δημοκρατίας»). Ωστόσο, παράλληλα δεν υποστήριξε ενεργά οποιαδήποτε προσπάθεια για ανατροπή του στρατιωτικού καθεστώτος. Αυτό που μπορούμε να συμπεράνουμε είναι πως ο Talbot βρέθηκε σε δύσκολη θέση μεταξύ αφενός της καταδίκης της χούντας και αφετέρου της αποφυγής άμεσης σύγκρουσης με τη Κεντρική Διοίκηση. Η φράση «Μα πώς να βιάσεις μια πόρνη;» (η οποία αποδίδεται στο «J.M.» ως απάντηση στον Talbot) αντικατοπτρίζει ενδεικτικά τη λαϊκή υποψία ότι η CIA χειραγώγησε το πραξικόπημα – ένα στερεότυπο που ο ίδιος ο σταθμάρχης αρνείται κατηγορηματικά.


 

Η σιωπηρή στήριξη: Παράλληλα, ως γεγονός καταγράφεται ότι οι ΗΠΑ – αν και επίσημα αντίθετες – τελικά δεν επέβαλαν κυρώσεις στη χούντα και αργότερα την αναγνώρισαν de facto. Η ερμηνεία αυτού είναι ότι, σε μια εποχή Ψυχρού Πολέμου, θεωρήθηκε λιγότερο επείγον να ασκηθούν πιέσεις στη χούντα, όσο το στρατιωτικό καθεστώς υποστήριζε το ΝΑΤΟ και αντιμετώπιζε το κομμουνιστικό κίνδυνο (αν και πράγματι κατέπνιξε σκληρά κάθε αντίσταση). Ο ίδιος ο σταθμάρχης εξηγεί ότι οι Αμερικανοί «εναλλάσσονταν» μεταξύ φραστικού ελέγχου της χούντας και σιωπηρής ανοχής, γεγονός που εξέθρεψε παραπλανητικά το αφήγημα ότι «οι Αμερικανοί έστησαν τη Χούντα».

 «Φόβοι» εναντίον Παπανδρέου: Τέλος, είναι γεγονός ότι όντως οι ΗΠΑ ανησυχούσαν για τις πολιτικές των Παπανδρέου και ιδιαίτερα του Ανδρέα (του οποίου οι δηλώσεις περί μείωσης της αμερικανικής επιρροής στο ΝΑΤΟ είχαν κεντρίσει τις αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον).  Ως ερμηνεία, φαίνεται ότι αυτή η φοβική αυτή αντίληψη τροφοδότησε και τη στάση ορισμένων Αμερικανών το 1967: πολλοί πίστευαν (συχνά καχύποπτα) ότι οι Παπανδρέου θα ευνοούσαν το κομμουνισμό ή θα μείωναν τη δυτική παρουσία, και έτσι θεωρούσαν το στρατιωτικό πραξικόπημα «σωτήρια» προτιμητέο από τον Ανδρέα. Ωστόσο, όπως σχολιάζει ο J.M., οι πράξεις της χούντας όχι μόνο δεν ευνόησαν τελικά τη δημοκρατία αλλά προκάλεσαν εσωτερική καταπίεση και, τελικά, την τραγωδία της Κύπρου.

 

 

Συμπερασματικά, το άρθρο επιδιώκει να ξεδιαλύνει την αλήθεια από τους μύθους γύρω από την εμπλοκή του «αμερικανικού παράγοντα» στο πραξικόπημα. Ως γεγονός αναδεικνύεται ότι οι ΗΠΑ δεν είχαν προβλέψει ούτε ελέγξει την εξέλιξη, ενώ οι ερμηνείες – τόσο σε επίπεδο δημοσιογραφίας όσο και ιστορικού λόγου – μεταφέρουν το βάρος στην ύπαρξη ενός παρακρατικού «βαθέος κράτους» και του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων. Η δημοσιογραφική αυτή επανεξέταση διαχωρίζει με σαφήνεια τα γεγονότα (που τεκμηριώνονται από απόρρητες αναφορές και μαρτυρίες) από τα μεταγενέστερα σχόλια και εικασίες, αναδεικνύοντας ότι η «αμερικανική ανάμιξη» ήταν κυρίως μύθος που τότε (και τώρα) εξυπηρετεί διάφορες πολιτικές αφηγήσεις. Όμως το 1999 ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον ζήτησε συγγνώμη από την Ελλάδα για το ρόλο των ΗΠΑ στο πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Ήταν φυσικά μια «κουτσουρεμένη» αποδοχή των ευθυνών της υπερδύναμης χωρίς αναφορές στις σχέσεις του Παπαδόπουλου με τη CIA και άλλες αμερικανικές υπηρεσίες – σχέσεις τις οποίες είχε παρουσιάσει και ο Αλέξης Παπαχελάς στο βιβλίο του «ο βιασμός της Ελληνικής Δημοκρατίας».

ΠΗΓΕΣ :

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 16.2.1977 : Η ανάμιξη της C.Ι.Α στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967

https://www.washingtonpost.com/archive/opinions/1977/05/01/the-greek-coup-a-case-of-cia-intervention-no-says-our-man-in-athens/47abdd1e-a843-4f43-8057-ac26125be76d/

https://www.neakriti.gr/apopseis/1229978_ena-anoito-praxikopima

https://info-war.gr/i-prsvia-zitise-syngnomi-gia-ti-chount

 

Κυριακή 9 Ιουνίου 2024

ΔΗΜΗΤΡΗ ΨΑΘΑ: ΙΣΤΟΡΙΚΟ …. ΚΟΥΒΕΝΤΟΛΟΪ


 

ΙΣΤΟΡΙΚΟ …. ΚΟΥΒΕΝΤΟΛΟΪ

Του  ΔΗΜ.  ΨΑΘΑ

Θα μου επιτραπεί, ευσεβάστως, να συνεχίσω τις «αναμνήσεις» μου απ’ την 21η  Απριλίου 1967. Αφού περί «ιστορικής» ημέρας πρόκειται, ας ενταχθούν στις σοβαρές σελίδες της και λίγες δευτερευούσης σημασίας, όπως   τις   έζησε ο  γράφων.

Υπήρχε, πού λέτε, μια περίεργη ατμόσφαιρα μέσα σ’ εκείνο τον θάλαμο των κρατουμένων. Παρ’ όλον ότι ο τρόπος των συλλήψεων ήταν «σκληρός» και τα μέτρα της φρούρησης υπέρ το δέον αυστηρά (πού θα δικαιολογούσαν σοβαρότατες ανησυχίες για την τύχη του καθενός) ωστόσο κανένας δεν έδειχνε το παραμικρό σημάδι αγωνίας. Κατά διαστήματα, μάλιστα, επικρατούσε ένα κλίμα ψυχικής ευφορίας, τον τόνο της οποίας έδινε ο Γεώργ. Παπανδρέου, ανεξάντλητος σ' εύθυμο κουβεντολόι και σε αναμνήσεις παρομοίων περιπετειών, απ' τις όποιες ήταν   γεμάτη   η   μακρά   πολιτική   του   Ιστορία.

Φυσικά ο λόγος ερχόταν συνεχώς στο γεγονός της ημέρας, και με την ευκαιρία αυτή ο αρχηγός του Κέντρου αναδιφούσε το πρόσφατο παρελθόν, διηγούμενος τις τελευταίες επαφές και συνομιλίες του με τον βασιλέα, χωρίς να κρύβει την απορία του για την τέτοια ανώμαλη εξέλιξη.

   Εις ένα γεύμα, πού μου είχε παραθέσει ο βασιλεύς, ήτο τόσον περιποιητικός ώστε σχεδόν με στενοχωρούσε. Διότι έφθανε εις το σημείον να σηκώνεται και να μου σερβίρει ο ίδιος τα πιάτα και να μου επιδαψιλεύει ιδιαίτερες φροντίδες,   αγνοών  τελείως   το πρωτόκολλο.

Πρέπει να σημειώσω ότι από τα λόγια του αρχηγού του Κέντρου αναμεταδίδω πιστά και φωνογραφικά, αποκλειστικά και μόνο όσα θυμάμαι   κατά   λέξη:

   Προσφάτως ακόμη μου έλεγε ο βασιλεύς: «Κύριε Πρόεδρε, ομιλείτε συνεχώς περί «Χούντας». Ονομάσατε μου τα πρόσωπα και σας δίδω τον λόγον μου ότι εντός της ημέρας θα αποστρατεύσω όσους μου υποδείξετε»! Εγώ, όμως, του απαντούσα: «Μεγαλειότατε, μην περιμένετε από εμέ να σας ονομάσω τα πρόσωπα. Τα   γνωρίζετε»!

Ο λόγος ήλθε και στον γιό του, με τον όποιον ήταν εσχάτως τόσο δυσαρεστημένος και πικραμένος ο «Γέρος», ώστε όταν ο βασιλεύς του μίλησε για την έξαλλη γραμμή πού ακολουθούσε ο Ανδρέας, ο Γεώργιος Παπανδρέου δεν δυσκολεύθηκε καθόλου να συμφωνήσει και να τον αποδοκιμάσει.

    Και τότε μου είπε ο βασιλεύς: «Εν τοιαύτη περιπτώσει, κ. Πρόεδρε, διατί δεν τον απομακρύνετε;». Και του απήντησα εγώ: «Μεγαλειότατε, δεν με φοβίζει το δραματικόν στοιχείον!    Φοβούμαι    το   γελοίον»!...

Μια και ήλθε η κουβέντα στον Ανδρέα, παρατήρησα:

    Κύριε Πρόεδρε, πολλά άστοχα είπε και έκανε ο 'Ανδρέας, αλλά, πέραν των άλλων, εγώ προσωπικά δεν μπορώ να χωνέψω μια άνοστη λέξη πού λανσάρισε: Εκείνο το... «κατεστημένα»….

   Δεν  σού  αρέσει   η   λέξις;

   Είναι αδόκιμη. Μου κάθεται  στο στομάχι. Είχα  άδικο,   βέβαια,   γιατί   ή   λέξη   «έπιασε» από τότε, και σήμερα χρησιμοποιείται από όλους, ακόμα κι’ από εμένα τον ίδιο. Σημειώνω, ωστόσο, το ασήμαντο αυτό σημείο της κουβέντας γιατί η απάντηση του «Γέρου» είναι χαρακτηριστική του πάθους της ωραιολογίας και κάποιου ναρκισσισμού, πού τον παρακολουθούσε σε όλη   την ζωή  του:

    Αυτό, όμως, πού λανσάρισα εγώ, φίλτατε, δεν ημπορείς να πης ότι είναι αδόκιμο: «Διατεταγμένη Δικαιοσύνη!». Ενέχει, δηλαδή, την έννοια της διατάξεως της Δικαιοσύνης, άλλα και της διαταγής την οποίαν λαμβάνει άνωθεν!...

Οι πολιτικές αντιθέσεις των παρισταμένων είχαν ξεχασθεί, ακόμα και με τον κ. Μητσοτάκη, την «αποστατική» πολιτική του οποίου είχα "πρόσφατα χαρακτηρίσει «Ρασπουτινική» σ’ ένα χρονογράφημα μου στα «Νέα» και ο Μητσοτάκης είχε επωφεληθεί της ευκαιρίας να κινήσει μια πολιτική δίκη εναντίον τού κ. Χρήστου Λαμπράκη, πού τον ενδιέφερε, φυσικά, περισσότερο από μένα, συγκατηγορούμενο επίσης. Περασμένα ξεχασμένα κι' όλοι οι συγκρατούμενοι —της ώρας παρελθούσης— αποτραβήχτηκαν στα κρεβάτια τους να ησυχάσουν και μείναμε μόνοι με τον «Γέρο», κουβεντιάζοντας, οπότε αντικρίσαμε θέαμα περίεργο.

Οι δύο μακρόστενοι θάλαμοι, όπου «φιλοξενούμεθα» εμείς, χωριζόντουσαν μ' ένα πλατύσκαλο, κι’ απέναντι ήσαν οι άλλοι θάλαμοι. Από εκεί, λοιπόν, έβγαινε ο χθεσινός υπουργός της Εθνικής Αμύνης κ. Παπαληγούρας, συνοδευόμενος από ένα στρατιώτη μ' εφ’ όπλου λόγχη, για να κατέβη μερικά σκαλιά —στην στροφή   του κλιμακοστασίου—  όπου  βρισκόταν   το  ιδιαίτερο   άντρο   των   κατεπειγουσών,   προχείρων, ή   μη,   αναγκών.

  Ωραίο θέαμα χθεσινού υπουργού της Εθνικής 'Αμύνης, παρατήρησα. Πού να τον πηγαίνουν;

Και   ο   Παπανδρέου:

  Ασφαλώς πηγαίνει  προς…   ούρησιν!... . Κι'   ευθύς   αμέσως   πρόσθεσε:

  Αλλά και εγώ, φίλτατε, αισθάνομαι την ιδίαν   ανάγκην...

Και σε λίγο, πραγματικά, επαναλήφθηκε η ίδια διαδικασία, του αρχηγού τού Κέντρου... πηγαίνοντος   προς   ούρηση   με  εφ’   όπλου  λόγχη...

ΔΗΜ.  ΨΑΘΑΣ – ΤΑ ΝΕΑ

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

ΠΑΡΕΑ ΜΕ ΤΟΝ «ΓΕΡΟ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ»

 


ΠΑΡΕΑ ΜΕ ΤΟΝ «ΓΕΡΟ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ»

Του ΔΗΜ. ΨΑΘΑ (+)

Ήμουν, προφανώς, ο τελευταίος, πού είχε φτάσει στη συγκέντρωση εκείνη — τόσο καθυστερημένος — κι' ύστερα απ' τις χαιρετούσες, τα εγκάρδια «καλωσορίσματα» του Παπανδρέου και τα «καλώς σάς βρήκα», τα δικά μου, με κύκλωσαν όλοι, διψαλέοι για να μάθουν νέα και ιδιαίτερα ο αρχηγός  του  Κέντρου:

—Έλα, επί τέλους, φίλτατε, κάθισε να μάς πεις τί γίνεται!  Τί έμαθες; Τί νέα μάς φέρνεις;

Όπως μου εξήγησαν, ήταν φερμένοι όλοι εκεί, από τις δυο το πρωί — μερικοί λίγο αργότερα —   και δεν ήξεραν για τί είδους «κίνημα» επρόκειτο και ποιοι ήσαν οι αρχηγοί του. Τους είπα λεπτομερώς τα όσα είχα ακούσει απ’ το ραδιόφωνο, προσθέτοντας ότι στις ανακοινώσεις για την αναστολή του Συντάγματος, δεν αναφερόντουσαν ονόματα, άλλα μόνο αορίστως «το "Υπουργικόν Συμιβούλιον» και «ο βασιλεύς». Εν συμπεράσματι δε εξέφραζα την γνώμη άτι — δεν συζητείται — επρόκειτο σίγουρα για «κίνημα» της ΕΡΕ, για την, προετοιμασία του όποιου άλλωστε, τόσος λόγος γινόταν τις προηγηθείσες μέρες. Γέλασε ο «Γέρος»:

— Ξέρεις, φίλτατε, ποιοι κρατούνται, όπως ημείς, στον απέναντι θάλαμο; Είναι ο υπουργός της Εθνικής Αμύνης Παραληγούρας, ο υπουργός Δημοσίας Τάξεως Γεώργιος Ράλλης, ο ύφυττουργός Προεδρίας του πρωθυπουργού Κανελλοπούλου, Κωνσταντίνος Ράλλης και πολλοί άλλοι μεταξύ των οποίων  και  ο Ανδρέας!

—Ανδρέας., κ. πρόεδρε;  Ποιος Ανδρέας;

—Ό... υιός   μου!   Ποιος  άλλος;

Κατάπληκτος εγώ! Ό Άνδρέας μετά του... Παπαληγούρα και μεθ' ημών ο... Μανώλης Γλέζος; Γιατί στην «παρέα» την δική μας περιλαμβανόταν και αυτός, μαζί με τον αποστάτη Μητσοτάκη, τον Κατσώτα, πατέρα και υιόν, τον δημοσιογράφο Δημήτρη Πουρνάρα, τον πατέρα του κ. Πάνου Κόκκα της «Ελευθερίας» — πού συνελήφθη σπασμωδικά, μη ευρεθέντος τού ιδίου — όπως και ο Γιώργος Ανδρουλιδάκης της ίδιας εφημερίδας. Τί είδους «κίνημα» ήταν τούτο; Και από ποιους προερχόταν η διαταγή της αλλόκοτης τούτης σύναξης των συλληφθέντων;

Βρισκόμαστε σε στρατιωτικό θάλαμο του καταυλιαμοΰ του «συγκροτήματος τεθωρακισμένων»— στο επάνω πάτωμα — με τα παράθυρα κλειστά και φρουρούς στρατιώτες με εφ' όπλου λόγχη —   ακόμα και μέσα στον θάλαμο — και καθώς έβλεπα όλους με πυτζάμες, πλην τού αρχηγού τού Κέντρου, νόμιζα ότι ετοιμαζόντουσαν να ξαπλώσουν, στα πέρα για πέρα, κατά μήκος τού θαλάμου, στρωμένα, άδεια στρατιωτικό κρεβάτια.

Οι πυτζάμες, ωστόσο — όπως μου εξήγησαν —δεν είχαν την έννοια του... ξαπλώματος, άλλα τού... ξεσηκώματος, γιατί έτσι τους είχαν φέρει όλους, άρον - άρον απ’ τα κρεβάτια των σπιτιών τους, στις δύο το πρωί, όπως είπα, εν σπουδή, χωρίς να τους αφήσουν να πάρουν μαζί τους τίποτα, ούτε  καν ένα  κοστούμι.

—'Εσείς, κ. πρόεδρε, όμως;... Σας βλέπω ντυμένον...

Χαμογέλασε   ο   Παπανδρέου:

—Εμένα, φίλτατε, συνέβη ως έξης: Εκοιμόμουν βαθιά όταν έξύπνησα από ένα θόρυβον.  Άνοιξα τα μάτια μου και βλέπω ξαφνικά επάνω απ’ το κρεβάτι μου ένα λοχαγό εν στολή, μαύρον την θέαν, που κρατούσε ένα πιστόλι και μού έλεγε με προφανή εκνευρισμόν: «Σηκωθείτε, κ. πρόεδρε! Σηκωθείτε γρήγορα, κ. πρόεδρε»! 'Ίσως ήταν μαύρος ή πολύ μελαψός, ίσως μου εφάνη έτσι, καθώς είχα τόσον απότομα ξυπνήσει. Η πρώτη σκέψις πού έκανα ήταν: «θα με εκτέλεση!». 'Αλλά εκείνος... δεν με εκτελούσε! Εκρατούσε μόνον το πιστόλι και επαναλάμβανε: «Γρήγορα, κ. πρόεδρε! Σηκωθείτε, κ. πρόεδρε»! Η εντύπωσις πού εσχημάτισα ευθύς αμέσως ήτο ότι εκείνος... εφοβείτο περισσότερον από έμενα! «Στάσου, παιδί μου, του έλεγα, να ντυθώ, τουλάχιστον, να βάλω τα παπούτσια μου!». Εσηκώθηκα απ’ το κρεβάτι μου και άρχισα να ντύνομαι, ενώ ο άνθρωπος μου αγωνιούσε συνεχώς και μού επαναλάμβανε σπασμωδικά «γρήγορα, κ. πρόεδρε, γρήγορα, κ. πρόεδρε»! 'Αλλά εγώ, όταν αντελήφθην οτι δεν είχε εντολήν να με εκτέλεση, ησύχασα, εντύθηκα με όσην άνεσιν επέτρεπε η περίστασις, η οποία οπωσδήποτε δεν ήταν ιδεώδης για να φτιάξη κανείς εξαιρετικά επιμελημένην τουαλέταν! Όταν, λοιπόν, έβαλα και τις κάλτσες και τα παπούτσια μου, του είπα του άνθρωπου μου ότι ήμουν εις την διάθεσίν του και τότε μόνον είδα την ανακούφισιν, ζωγραφισμένην εις το πρόσωπο του. Με ωδήγησεν εις το αυτοκίνητον πού έπερίμενε, και έφθασα εδώ, υπό συνοδείαν και άλλων.

  Και πώς αισθάνεσθε τώρα, κ. πρόεδρε; τον ρώτησα.

  Να σας πω, φίλτατε. Ειλικρινώς σας λέω, ότι ήμουν αδιάθετος από γρίππην. Όλη αύτη η ιστορία, όμως, με... εθεράπευσε. Αισθανομαι... περδίκι!

Και  πραγματικά ήταν  τόσο  ευδιάθετος,   όσο στην κανονική ζωή του.

—Εφάγατε, κ. πρόεδρε;

— Φακές. Είναι Παρασκευή. Το στρατιωτικόν συσσίτιον της ημέρας. Εσύ δεν Έφαγες; Να σου κάνω το τραπέζι...

Και μου παράγγειλε το γεύμα...                                            

Πηγή

Εφημερίδα τα ΝΕΑ 22.4.1972