Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 12 Ιουλίου 2025

Η ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΓΗ ΚΑΙ ΟΙ ΖΕΥΓΟΛΑΤΕΣ ΜΑΣ

 

 

Η ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΓΗ 

ΚΑΙ ΟΙ ΖΕΥΓΟΛΑΤΕΣ ΜΑΣ

Γράφει ο Γ.Ν. ΠΟΛΥΔΩΡΑΣ

Κουβαλάμε στην ψυχή μας τον τόπο μας. Πολλές φορές βαραίνει τον «μέσα βίο μας». Μα σαν πατάμε το χώμα μας, αστράφτουμε πάμπλουτοι στη λιακάδα του Διογένη.

Σε μια βιωματική ανασκαφή της μνήμης μας φανερώνονται και οι ζευγολάτες μας. Ακούμε την ανάσα τους στις αυλακιές και στα τριξίματα των αρότρων τους. Παρατηρούμε τα απόλυτα πρόσωπά τους να συνδέονται με τα προαιώνια ελληνικά πρόσωπα. Έτσι όπως συνδεόταν το αλέτρι τους με το ησιόδειο άροτρο και το αλώνι τους με το αλώνι του Τριπτόλεμου.

Τώρα έρημα και «ξεδοντιασμένα» τα αλώνια μας. Ξεχασμένα από τους περισσότερους τηλεδιαιτώμενους Νεοέλληνες. Τους καθηλωμένους στους καναπέδες του έτοιμου φαγητού και της αποχαύνωσης με τις εξακολουθητικές ειδήσεις να κανοναρχούν εγκλήματα και παγκόσμια αλληλεξάρτηση. Για την ενέργεια, για την ακρίβεια, για την επερχόμενη επισιτιστική κρίση και για τις σιταποθήκες της Ουκρανίας που παραμένουν γεμάτες, λόγω πολέμου.

Τώρα που η επίπονη κατάκτηση της ευδαιμονίας έχει παραχωρήσει τη θέση της σε μια ασύμμετρη καλοπέραση. Τώρα που οι Νεοέλληνες περιμένουν στην ουρά για την ενοικίαση ξαπλώστρας στις παραλίες. Τώρα που πνίγουμε τα κοκόρια του συβαριτισμού μας για να μην μας ξυπνάνε το πρωί, θυμάμαι εκείνους που μπονόρα φώταγαν στα χωράφια τους !

Θυμάμαι τους ζευγολάτες μας ! Εκείνους που σώρωναν πινάκια τα χρυσαφένια σιτάρια, δίπλα στους θυμελικούς στύλους των αλωνιών τους. Τότε που τα αλώνια τους έμοιαζαν με τις πλακόστρωτες πλατείες των αρχαίων θεάτρων μας. Ήταν αυτοί που ίσιωναν τα μονοπάτια στη ζωή και στην πίστη τους. Γιατί το τραύμα τους ήταν το θαύμα τους ! Ήταν αυτοί που ζωντάνευαν τους δρόμους, με τις καψαλισμένες από τον ήλιο μάντρες τους, να «γλείφουν» στα δεμάτια των μουλαριών τους. Ήταν οι ίδιοι διαμορφωτές του κοινωνικού τους και του φυσικού τους χώρου. Στον δικό τους οικότοπο. Διδάσκονταν από τη σοφία της φύσης για να αποφεύγουν τις ανθρωπογενείς παρεμβάσεις με άσχημες συνέπειες. Ήταν οι λαξευτές του τοπίου τους. Του αποτυπωμένου στην ψυχή τους. Έτσι όπως ήταν αποτυπωμένο στην ασπίδα του Αχιλλέα. Με το νου τους όμως πάντα στην πατρίδα και με αυτονόητη την ευθύνη τους στην «εύτακτη ελευθερία».

Αυτοί οι ζευγολάτες ήξεραν να φροντίζουν και τα ζώα τους. Είχαν συνδεθεί μαζί τους στις ζοφερές κακουχίες του πολέμου. Ήταν οι αγόγγυστοι σύμμαχοί τους στον καθημερινό κάματο της ειρήνης. «Η ανάπαυσις των πόνων έστιν άρτυμα», ίσχυε το ίδιο και γι’ αυτούς και για τα ζώα τους. Στη διακοπή του οργώματος για λίγη ξεκούραση και φαγητό, τους έτριβαν το καταπονημένο στήθος και εκείνα γύρναγαν, τους κοίταγαν και τρίβονταν πάνω τους. Μετά τα τάιζαν με τη βρώμη που έπρεπε. Στην συνέχεια πλάνευαν τον εαυτό τους. Κάποιες μέρες έρχονταν και οι γυναίκες τους με ζεστό φαγητό. Αυτές οι γυναίκες με την εγκαρτέρηση και τη θλίψη του Ελκομένου της Μονεμβασιάς στα μάτια τους. Που συνήθως σκυμμένες ή οκλάζουσες διακονούσαν τη ζωή και την πατρίδα από την κούνια έως την κάσα. Χωρίς έναν εξηρμένο λόγο ποτέ να κοσμεί τα αστόλιστα αυτιά τους. Και οι ηλικιωμένες να αγναντεύουν στα παράθυρα ! Με το δάκρυ της ξενιτιάς να θαμπώνει τη λιγοστή τους όραση και να κρατά νωπή την τσαλακωμένη πετσετούλα στην τσέπη της ποδιάς τους.

Τις περισσότερες φορές οι ζευγολάτες ήταν μονάχοι. Διάλεγαν μια καλή πέτρα σε απάγκιο για να κάτσουν σαν βασιλιάδες (βάση + λας = πέτρα). Σαν άρχοντες που απέπνεαν τέτοια φυσική ευγένεια, ώστε να αναρωτιέται κανείς, από πού πήγαζε αυτή η λαϊκή ελίτ; Στη σκέψη τους οι ιαματικές προσδοκίες για την πρόοδο των παιδιών τους, που τα δίδαξαν ήθος και αγάπη για τα «γράμματα». Κάθε προσδοκία τους και ένα χαμόγελο. Και οι χαρακιές κακουχίας στο πρόσωπό τους, ίδιες με εκείνες στο πέτρινο υπέρθυρο της εισόδου του σπιτιού τους, να μετράνε τον χρόνο και να μαγεύουν το σφιγμένο, αντρίκιο και ακριβό τους χαμόγελο. Αυτοί δεν ήξεραν το χασκόγελο. Γιατί οι ρυτίδες οι κρυμμένες μέσα τους, χαράκωναν την ψυχή τους. Έκαναν το σταυρό τους την ώρα του φαγητού τους. Όχι από συνήθεια. Λίτονταν ! Ως Ακολουθία της Λιτής, σύντομη ικεσία μοναστικού τυπικού, η δέησή τους. Και η βουβή αυδή της γης τους, η ευωδιά του οργωμένου χαλικοκέντητου χωραφιού τους, να αναδίδει ως μέγιστη και άυλη ανταπόδοση στον μόχθο τους. Όχι ως αντίδωρο μιας ανάξιας μετοχής, αλλά ως ιερή και αντάξια ανταμοιβή των μετεχόντων στο Δώρο της Θείας Ευχαριστίας !

Δωρική η ιεροτελεστία του φαγητού τους. Δεμένη σταυρωτά η πετσέτα με το έντιμο ψωμί τους. Το αρμυρό τυρί τους προσφάι και δικαιολογία, για τη μεταλαβιά, δυο ποτήρια ευλογημένου οίνου στις φλέβες των χεριών τους, που διαγράφονταν όπως εκείνες των αρχαίων αγαλμάτων μας. Είχαν ζήσει τη στέρηση και την έλλειψη, αλλά δεν επέλεγαν την υπερβολή. Επέλεγαν την μεσότητα. Ήξεραν ότι η λίγη τροφή είναι υγεία. Εφάρμοζαν το «άσκηση υγιεινής, ακορίη τροφής, αοκνίη πόνων», δηλαδή ότι είναι άσκηση υγείας να μην τρως μέχρι κορεσμού και να μην αποφεύγεις τους κόπους. Γιατί οι ζευγολάτες αυτοί δεν ανήκαν στην ομάδα των ανθρώπων των «μισούντων πάσαν εργασίαν», ούτε σ’ αυτούς που διέθεταν τα μέσα για να… «ζώσι χωρίς να σκάπτωσι», όπως έλεγε ο Ροΐδης. Ήταν λεβέντες, όχι μόνο στο παράστημα. Οι περισσότεροι ήταν «πρωτανθοί της αρετής». Στα νιτερέσια τους αξία είχε ο λόγος τους και η συμφωνία, γιατί προτεραιότητα γι’ αυτούς είχε η σχέση και όχι η χρήση ή το τίμημα. Σέβονταν τους ανθρώπους, τη γη τους και τους καρπούς της, όπως σέβονταν τη γη και τα δέντρα των άλλων. Όχι σαν τους οψίμως απασχολούμενους με τη γη, ούτε σαν πολλούς ασυνείδητους «επαγγελματίες» σημερινούς αγρότες. Που είναι ρυπαντές των αγρών τους. Που ψεκάζουν ανεξέλεγκτα, που καίνε ή αλέθουν τα πλαστικά μαζί με το χώμα.

Εκείνοι οι αγρότες ήταν πολεμιστές στη ζωή και στα χαρακώματα του Αλβανικού Μετώπου. Τα κρυοπαγήματα στα γόνατά τους και οι ουλές από τα θραύσματα χειροβομβίδας στο κορμί τους, συνέθεταν τα στοιχεία της ταυτότητάς τους. Για τη γη τους ! Για τη γη μας ! Που είναι η έδρα μας, όπως την όρισε ο Ησίοδος για τους αθανάτους «… Γαι΄ ευρύστερνος, πάντων έδος ασφαλές αίει…», πλατύστερνη η γη και πάντοτε σταθερή έδρα όλων.

«Δε γυρεύω μήτε το σταμάτημα, μήτε το γύρισμα προς τα πίσω. Γυρεύω το νου, την ευαισθησία και το κουράγιο των ανθρώπων που προχωρούν εμπρός…», έγραφε ο Σεφέρης.

Το εμπρός όμως, έχει να κάνει και με την αναζήτηση της παράδοσής μας, των αξιών μας και του τρόπου της ζωής μας, ιδίως τώρα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Έχει να κάνει και με το ότι η ανθρωπογενής διαταραχή του περιβάλλοντος φαίνεται ότι υπερβαίνει την αυτορρύθμιση του κλίματος. Έχει να κάνει και με την ώσμωση του παρόντος και του παρελθόντος.

Στον αγροτικό μας τομέα, νομοτελειακά, το παρόν διαφέρει κατά πολύ του παρελθόντος. Άλλο άροση και άλλο υδροπονία. Η φυσική λίπανση των αγρών μας έχει αντικατασταθεί με τα σύνθετα λιπάσματα και τους βιοδιεγέρτες. Είναι πλέον γεγονός η εφαρμογή της καινοτόμου τεχνολογίας στην αγροτική μας οικονομία που είναι όμως περιορισμένη και μη ανταγωνιστική. Γιατί οι τεράστιες συστηματικές καλλιέργειες και η με ειδικούς αισθητήρες ευφυέστερη γεωργία άλλων χωρών μειώνει το κόστος παραγωγής και βελτιώνει την ποιότητα των προϊόντων τους. Η αγροτική μας πολιτική μάλλον αναλώνεται περισσότερο στη διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων και των επιδοτήσεων και λιγότερο στην κατεύθυνση της αγροτικής μας πολιτικής. Ευτυχώς που παράγουμε διάφορα εξαιρετικής ποιότητας αγροτοκτηνοτροφικά Προϊόντα Ονομασίας Προέλευσης και Γεωγραφικής Ένδειξης, για τα οποία όμως πρέπει να αυξηθεί η παραγωγή και η εξαγωγή. Θα μπορούσαμε επίσης να παράγουμε σε μεγαλύτερες ποσότητες όλα τα αγροτικά προϊόντα. Όμως ο αγροτικός μας τομέας είναι λιγότερο εθνικός από όσο θα έπρεπε και σ’ αυτό συντελεί η Ε.Ε. και ο αστισμός μας. Η γη μας στις ορεινές και στις ημιορεινές κυρίως περιοχές είναι έρημη. Βρίσκεται σε εγκατάλειψη. Τα χωράφια μας είναι σε «αγρανάπαυση» διαρκείας. Δεν διαθέτουμε βέβαια αυτάρκεια. Και δεν μπορούμε να παράγουμε ό, τι καταναλώνουμε. Αντιθέτως εισάγουμε ακόμα και σιτηρέσια ζώων ή … λεμόνια.

Δυστυχώς χάσαμε για πάντα την τέχνη του βίου και τα θησαυρίσματα απροσποίητης ευκοινωνησίας των πατεράδων μας και των παππούδων μας.

Αν αφουγκραζόμαστε τους ζευγολάτες μας, τι θα είχαν άραγε να μας πουν; Αυτοί που ήταν μέρος της εθνικής μας βιογραφίας. Αυτοί που γνώριζαν τα σύνορα της πατρίδας μας όπως γνώριζαν τα σύνορα των χωραφιών τους. Αυτούς θα ήθελα να ακούσω, γιατί αυτούς τους πολεμιστές, αυτούς τους ζευγολάτες, αυτούς τους πολύτιμους «επικονιαστές» της κακοτράχαλης γης μας, ευθυτενείς με την ξυάλη στα χέρια, φέρω μέσα μου.

Εις μνήμην όλων αυτών των ζευγολατών της Ορεινής Ηλείας, της Ορεινής Τριφυλίας, και όχι μόνο, αυτών των αντρών με «λόγω τιμής», αφήνω ένα παιδικό δάκρυ στα χέρσα και δασωμένα πλέον χωράφια μας, να στεγνώσει με εκείνο το αεράκι που χάιδευε τα γεννήματά μας στις πλαγιές. Κρατάω φυλαχτό στο παλίμψηστο των οφθαλμών μου, εκείνες τις πρώτες εικόνες με το καταπράσινο, το μαγευτικό κύμα του βουνού με τον αστάχυνο αφρό, που αργοσάλευε στις πλαγιές και έσπαγε στα πεζούλια των γερόντων μας και στους όχτους της οικογεωγραφίας μας.

Γεώργιος Ν. Πολύδωρας

Συντ/χος καθηγητής - Κυπαρισσία

Πηγή

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ  «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» (14.7.2022)

https://www.facebook.com/photo/?fbid=568035291641711&set=g.1408972685984020

 

Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

Μπαλωματής του Μωρηά

 


ΠΑΛΗΑ ΚΑΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ

Μπαλωματής του Μωρηά

Του κ. Νίκου Σταυρή

Το γουρουνοτσάρουχο μιλάμε ξάστερα — ήταν η «ποδεμί» της ρωμιοσύνης στα τετρακόσια χρόνια της σκλαβιάς της. Με το τίναγμα του ζυγού από το σβέρκο της, έβαλε στα πόδια της παπούτσια. Φόρεσε τσαρούχια. Με τη περίφημη «φούντα» στη μύτη τους, και με το μαύρο ή κόκκινο χρώμα. Με σολόδερμα χοντρό, κατεργασμένο, από τομάρια δαμαλιών πού αφθονούσαν στα βουνά τού Μωρηά και της Ρούμελης. Οι μυτερές πέτρες συντόμευαν τη φθορά.

Οι μπαλωματήδες κάνουν την εμφάνιση τους. Με το σουβλί και το βελόνι στην αρχή. Με το σφυρί και το αμόνι κατόπιν. Με τα μυτερά προκάκια και τις βιδάτες πρόκες στη συνέχεια. Με τα πετσί και τα εργαλεία στις πλάτες, περιοδεία στα χωριά. Και με το “ματαράτσι”για τον ύπνο κάτου από τα μπαλκόνια όπου υπήρχαν. Για να έχουν προστασία από τη βροχή. Το καλοκαίρι στης σκιές των πουρναριών. Πριν ξημερώσει «παπούτσια να μπαλώώώ. Τυρί, μυτζήθρα, η αμοιβή από τους τσοπάνηδες, αραποσίτι και λάδι από τους ζευγολάτες. Δούλευαν μήνες ολόκληρους. Κάποτε γύριζαν να φορτώσουν στο γαϊδούρι τους την είσπραξη σε είδος. Μαλλιά, τράγων, προβατίνες, φασόλια, ρεβίθια, φακές, γουρουνίσιο κρέας. Χαράς ευαγγέλια για τη φαμελιά. Γύριζε φορτωμένος ο νοικοκύρης σπίτι του. Και μερικά λεφτά στην τσέπη Και με καινούργιο παντελόνι. Και με «πασουμάκι» παπούτσι. 

 

 

Παραμερίζεται σιγά, σιγά, η φουστανέλα. Εμφανίζονται οι φραγγοφορεμένοι. Φορούν παπούτσια βακετένια, στην αρχή, αδιάβροχα στη συνέχεια. Αφανίζεται το τσαρούχι, το φτιαγμένο με τα ίδια τα χέρια αυτού πού τα φορούσε. Το υποτυπώδες μ' άλλα λόγια, κάλυμμα των ποδιών με κομμάτι γουρνουτόμαρου. Με λουριά από τον  ίδιο βγαλμένα, αντί για κλωστές. Για οικονομία οι «φτέρνες» έξω, χωρίς προστασία, για να ακούμε σήμερα στην περιοχή της Αρκαδίας—'Ολυμπίας το περίφημο «σκασμένη φτέρνα». Αρκάδες και 'Ολύμπιοι οι πρώτοι διδάξαντες. Κατά οι Στεμνιτσιώτες τη χρυσοχοεία. Οι Δημητσανίτες το μπαρούτι. Τα Λαγκάδια τη μαστοριά. Η Ζάτουνα στην «αργάσι» των τομαριών όπως    και    η   Ανδρίτσαινα με τα περιττώματα (σκυλόσκατα) των σκύλων. Ο Κοσμάς στα κτένια και ο Άγιος Πέτρος στον ασβέστη. Η Τριπολιτσά στις στολές από «σαγάκι». Καπότες, γιλέκια, πιτούρια.

Βροχές και βοριάδες χτύπησαν αλύπητα τους μπαλωματήδες. Διαφορετική ή τύχη των γανωματήδων πού δούλευαν δίπλα στη φωτιά. Διακονιαραίοι, καλαϊτζήδες, και μπαλωματήδες χτίζουν τα πρώτα σπίτια με τα πελεκητά αγκωνάρια. Δίδουν το παράδειγμα. Φέρνουν στα χωριά τους το μικρό πολιτισμό. Όπως ο Ρόβας στα Γιάννενα από την Πόλη, χρυσαφικά, διαμαντικά, και χαλκωματένια σκεύη. Με τη μεγάλη φάλαγγα, γκαμήλες, άλογα, μουλάρια. Πορεία βαριά, ένα μήνα το πάει και ένα μήνα το έλα! 

 

Η περιοχή της Καρύταινας, η δεύτερη μετά το Φανάρι της Ανδρίτσαινας ισχυρή επαρχία της Τουρκιάς, «έβγαλε τους πρώτους μπαλωματήδες από τα χωριά Μουλάτσι, Δραγουμάνου (Κοτύλιο), Λάβδα πού ταξίδεψαν άλλοι για τους κάμπους τού Πύργου και της Καλαμάτας και άλλοι για το ορεινό συγκρότημα της Ρούμελης. Για τις αρβύλες της εργατιάς στ’ αμπέλια και τις σταφίδες οι πρώτοι, για τ' αρβανίτικα τσαρούχια των τσελιγγάδων οι δεύτεροι. Τα καλιγωμένα με τις βιδάτες πρόκες για την αντοχή. Τα γεμάτα βάρος και ομορφιά. Πού με μια και μόνο κλωτσιά γκρέμιζαν βράχους και σκότωναν ανθρώπους. Κι’ όσοι τα φορούσαν έπιαναν τ' αγρίμια στην τρεχάλα. Και με την κάπα, στρώμα και σκέπασμα, αψηφούσαν τις βροχές και τα χιόνια. Τέτοια ήταν εκείνο το καιρό η ρωμιοσύνη, τούτης της   περιοχής.....

ΝΙΚΟΣ   ΣΤΑΥΡΗΣ

ΠΗΓΗ:

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΝΕΟΣ ΟΡΙΖΩΝ 2012

 

Παρασκευή 5 Απριλίου 2024

Ο συνταγματάρχης Sanders του KFC και η μοναδική ιστορία του

 


Η Ιστορία του ιδρυτή του KFC

Ο συνταγματάρχης Sanders του KFC και η μοναδική ιστορία του

Πώς ξεκίνησε το Kentucky Fried Chicken τη δεκαετία του 1950 - Ιστορία της αλυσίδας γρήγορου φαγητού KFC

Η ιστορία των αυθεντικών εστιατορίων KFC είναι μοναδική όχι μόνο επειδή η αλυσίδα έγινε τεράστια επιτυχία, αλλά και επειδή ο ιδρυτής του KFC —ένα πραγματικό πρόσωπο που στην πραγματικότητα ονομαζόταν Colonel Sanders— ξεκίνησε το Kentucky Fried Chicken σε μια ηλικία που οι περισσότεροι άνδρες συνταξιοδοτούνται.

Χωρίς δουλειά και ουσιαστικά χωρίς χρήματα, ο συνταγματάρχης Χάρλαντ Σάντερς ξεκίνησε μια μέρα το 1956 για να φτιάξει μια νέα ζωή για τον εαυτό του.

Στα 66 του, ο συνταγματάρχης δεν είχε πολλά να πουλήσει εκτός από την κατσικίσια εικόνα του με μουστάκι και τη μυστική συνταγή του για τηγανητό κοτόπουλο .

Εκείνη την εποχή, η έννοια του franchising fast food ήταν στα σπάργανα. Αλλά ο Σάντερς, άνθρωπος με όραμα, του κίνησε το ενδιαφέρον. Στόχος του ήταν να δώσει franchise το κοτόπουλο του σε 100 εστιατόρια στο Κεντάκι, το Ιλινόις και το Οχάιο. Ζητούσε 5 λεπτά  ανά μερίδα και τα υπόλοιπα πήγαιναν στο εστιατόριο.

Δεν ήταν εύκολο στην αρχή. Οι ιδιοκτήτες των εστιατορίων διασκέδαζαν από το τολμηρό ανθρωπάκι με το μαύρο κορδόνι και το λευκό κοστούμι της φυτείας του από την άλλη όμως να παραδεχόντουσαν ότι το τηγανητό κοτόπουλο του ήταν, όπως έλεγαν, « να γλείφεις καλά και τα δάχτυλά του».

Η πρώτη τοποθεσία KFC


Αλλά ο Σάντερς δυσκολεύτηκε να τους κάνει να αποδεχτούν την ιδέα του franchise. Έτσι, χρησιμοποιώντας τα χρήματα της Κοινωνικής Ασφάλισης και όσα είχε κερδίσει πουλώντας το συγκρότημα μοτέλ-εστιατόριο-βενζινάδικό του στο Κόρμπιν του Κεντάκι, ο Σάντερς έπρεπε να διανύσει χιλιάδες μίλια πριν πουλήσει τελικά το πρώτο franchise στο Σολτ Λέικ Σίτι .

 «Η γυναίκα μου και εγώ περάσαμε πολλές νύχτες στο δρόμο και κοιμόμασταν στο αυτοκίνητο», είπε κάποτε ο Σάντερς. «Αλλά οι δυσκολίες δεν έβλαψαν ποτέ κανέναν. Απλώς σε προετοιμάζουν για κάτι καλύτερο».

Σήμερα, σχεδόν 70 χρόνια αργότερα, είναι αδύνατο να μην βρει κανείς πόλη στη Γη που να μην έχει τουλάχιστον ένα κατάστημα Col. Sanders Kentucky Fried Chicken. Με 5.283 καταστήματα σε 44 χώρες, το KFC ξεπερνούσε το 1975 τα McDonald’s ως η Νο. 1 αλυσίδα φαστ φουντ στον κόσμο.

Για να βάλουμε την ιστορία του KFC σε μια άλλη οπτική γωνία, η εταιρεία τηγάνισε και σέρβιρε 260 εκατομμύρια κοτόπουλα το 1975. Αυτό υπολογίζεται ότι είναι 800 εκατομμύρια γεύματα και σχεδόν 2,4 δισεκατομμύρια κομμάτια κοτόπουλου — αρκετά για 11 κομμάτια για κάθε άνδρα, γυναίκα και παιδί στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όλα αυτά έχουν κάνει τον Σάντερς εκατομμυριούχο και διεθνή διασημότητα. Πράγματι, εκτός από τον Άγιο Βασίλη , ο Σάντερς και ο συνάδελφός του από το Κεντάκι Μοχάμεντ Άλι μπορεί κάλλιστα να είναι οι πιο εύκολα αναγνωρίσιμες φιγούρες στον κόσμο σήμερα.

Όπως αρέσκεται να λέει ο Σάντερς, «Δεν υπάρχει κανένας στον κόσμο που το όνομα «Κεντάκι» να σημαίνει κάτι περισσότερο από εμένα». Είναι ενδιαφέρον ότι ο άνθρωπος που έχει κεφαλαιοποιήσει το Κεντάκι περισσότερο από οποιονδήποτε δεν είναι καν ιθαγενής.

Ο Σάντερς γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1890 , σε ένα αγρόκτημα κοντά στο Χένρυβιλ της Ιντιάνα. Ευτυχώς για εκείνον, εγκαταστάθηκε τελικά στο Κεντάκι και ευτύχώς για αυτόν το "Hoosier Fried Chicken" απλά δεν είναι ένα πιασάρικο όνομα συνταγής.

Γεννημένος από φτωχούς γονείς, ο Σάντερς παράτησε το σχολείο μετά την έκτη δημοτικού για να μπορέσει να συντηρήσει τη χήρα μητέρα του και τον μικρότερο αδερφό και την αδερφή του δουλεύοντας για 2 $ την ημέρα στο αγρόκτημα ενός γείτονα.


Κατά τη διάρκεια των επόμενων 30 περίπου ετών, ο Σάντερς εργάστηκε σε πολλές διαφορετικές δουλειές - στρατός, εργάτης σιδηροδρόμων, πυροσβέστης, μάγειρας, πωλητής ασφαλίσεων.

Ήταν στο δρόμο και πουλούσε λάστιχα μια μέρα στα τέλη της δεκαετίας του 1920 όταν έσπασε ένα καλώδιο γέφυρας. Ο Σάντερς το καινούργιο του αυτοκίνητο έπεσαν 42 πόδια σε ένα ρέμα κοντά στο Nicholasville, του Κεντάκυ.

Έτσι ο Σάντερς αν και επέζησε, βρέθηκε χωρίς μεταφορικό μέσο, ​​οπότε αποφάσισε και εγκατέλειψε την επιχείρηση του περιφερόμενου πωλητή για να ανοίξει ένα πρατήριο καυσίμων στο Nicholasville. Τα πήγε τόσο καλά που, το 1929, μια μεγάλη εταιρεία πετρελαιοειδών του κατασκεύασε έναν νέο σταθμό καυσίμων στην 25η ΗΠΑ, κοντά στο Κόρμπιν.

Πάντα ως πωλητής, ο Sanders διαφήμιζε το "Free Air" για ελαστικά. Αυτό τον βοήθησε να βγάλει αρκετά χρήματα για να ανοίξει ένα μικρό εστιατόριο και, αργότερα, ένα μοτέλ.

Το μενού του εστιατορίου του ήταν φτιαγμένο γύρω από το τηγανητό κοτόπουλο με τον τρόπο που τον είχε μάθει η μητέρα του ως αγόρι στην Ιντιάνα. Το σέρβιρε λοιπόν με ζεστά μπισκότα και μέλι και το τηγανητό κοτόπουλο του πουλιόταν καλά, παρά το μύνημα στο κάτω μέρος του μενού: «Δεν αξίζει τον κόπο, αλλά πολύ καλό».

Τον ονόμασαν συνταγματάρχη του Κεντάκι το 1936, και ο Σάντερς κέρδισε από αυτόν τον τιμητικό τίτλο περισσότερα από οποιονδήποτε άλλο στην ιστορία. Σύντομα άρχισε να παίζει το ρόλο του συνταγματάρχη του Κεντάκι με το κατσικίσιο, μουστακάκι του – και αυτός ο ρόλος του αργότερα έμελλε να γίνει το πιο διάσημο σήμα κατατεθέν στον κόσμο.

Το 1948, αφού χώρισε από την πρώτη του σύζυγο, ο Sanders παντρεύτηκε την Claudia Price, επίσης διαζευγμένη. Είχε πάει να δουλέψει μαζί του το 1930 ως σερβιτόρα και στη συνέχεια τον βοήθησε να διευθύνει διάφορες άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες του στη Βόρεια Καρολίνα και τη Φλόριντα. Αργότερα έκανε πολλή δουλειά βοηθώντας τον Sanders να κάνει franchise το κοτόπουλο του.

Μέχρι το 1955, η επιχείρηση του Σάντερς πήγαινε τόσο καλά που απέρριψε μια προσφορά 164.000 δολαρίων για να την πουλήσει. Ένα χρόνο αργότερα, ωστόσο, ο Sanders δύσκολα θα μπορούσε να την πουλήσει, λόγω της ανακοίνωσης ότι ένας νέος διακρατικός αυτοκινητόδρομος, ο I-75, θα κατασκευαζόταν επτά μίλια μακριά.


 

Για τους εμπόρους κατά μήκος των ΗΠΑ ο νέος δρόμος σήμαινε καταστροφή. Μόλις κατασκευαζόταν ο νέος αυτοκινητόδρομος, το US 25 θα γινόταν αυτοκινητόδρομος φάντασμα.

Μέσα σε ένα χρόνο από την ανακοίνωση, η επιχείρηση του Σάντερς είχε πέσει τόσο άσχημα που το συγκρότημα του πουλήθηκε σε δημόσια δημοπρασία για τιμή σημαντικά χαμηλότερη από την προσφορά των 164.000 δολαρίων που είχε αρνηθεί.

Τότε ήταν που αυτός και η κυρία Σάντερς βγήκαν στο δρόμο για να πουλήσουν την μορφή του συνταγματάρχη μαζί με τη συνταγή του τηγανητού κοτόπουλου. Όπως εξήγησε κάποτε ο Sanders στη δημοσιογράφο Irene Reid του The Courier-Journal , αυτός και η σύζυγός του χρησιμοποίησαν ένα «κόλπο» για να προωθήσουν τα franchises:

«Όταν έπαιρνε το franchise σε ένα εστιατόριο - δεν είχαν χώρους για φαγητά εκείνες τις μέρες – ο Sanders ντυνόταν  με το κοστούμι του συνταγματάρχη και τηγάνιζα το κοτόπουλο. Και η Claudia, ντυνόταν με το δικό της φόρεμα πριν από την καταιγίδα — ήταν ένα ωραίο φόρεμα. Θα ήταν η οικοδέσποινα στην τραπεζαρία. Μετά έβγαινε και μοίραζε συνταγές στις κυρίες».

Η ιδέα άρχισε να πιάνει στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Μέχρι το 1964, στην πραγματικότητα, ο Sanders είχε 600 καταστήματα σε όλη τη χώρα και κέρδη 1.000 $ την ημέρα.

Τις πρώτες μέρες, αυτός και η κυρία Σάντερς μετρούσαν βότανα και μπαχαρικά στο σπίτι και στη συνέχεια τα συσκεύαζαν και τα έβαζαν σε βαγόνια για να αποσταλούν στα καταστήματα.

 

 

Ο συνταγματάρχης μετακόμισε στο Shelbyville για να είναι πιο κοντά σε αεροδρόμια και σιδηροδρόμους, αλλά η επιχείρηση είχε μεγαλώσει τόσο πολύ που αποφάσισε να την ξεπουλήσει το 1964 σε ένα συνδικάτο με επικεφαλής τον John Y. Brown Jr. από το Louisville και τον Jack Massey από το Nashville, Tenn.

Οι νέοι ιδιοκτήτες πλήρωσαν στον Σάντερς 2 εκατομμύρια δολάρια για την επιχείρησή του, τη συνταγή του και την εικόνα του. Προσέλαβαν επίσης τον Σάντερς [σε ηλικία 73 ετών] ως «πρεσβευτή καλής θέλησής» τους με 40.000 δολάρια το χρόνο για το υπόλοιπο της ζωής του.

 «Σκέφτηκα ότι είναι καλύτερο να πουλήσω για να έχω την περιουσία μου και να μπορώ να συντηρήσω τον εαυτό μου», είπε ο Σάντερς. «Με αυτόν τον τρόπο, μπορώ να κάνω κάτι για τα εγγόνια μου τώρα και να διαιωνίσω την εταιρεία επίσης».

Ταξιδεύοντας σε όλο τον κόσμο για να κάνει διαφημίσεις, να ανοίξει εστιατόρια και να προωθήσει το KFC, ο Sanders κέρδιζε το μισθό του. Ωστόσο, κατά καιρούς το KFC έπρεπε να αναρωτηθεί αν η καλή θέληση που δημιουργούσε άξιζαν τα προβλήματα που τους προκαλούσε.

Το 1974, για παράδειγμα, ο Sanders μήνυσε την Heublein, Inc. — την εταιρεία που είχε αγοράσει την KFC από τον όμιλο του Brown — για 122 εκατομμύρια δολάρια, με το σκεπτικό ότι η Heublein έκανε κατάχρηση του ονόματος, της εικόνας και της ομοιότητας του Sanders για την προώθηση προϊόντων με τα οποία δεν ήταν ποτέ συνδεδεμένος.

Ωστόσο, μόλις η αγωγή είχε διευθετηθεί εξωδικαστικά, ο Sanders παραπονέθηκε στους δημοσιογράφους των εφημερίδων ότι το κοτόπουλο που έφτιαξε ο Heublein ήταν «το χειρότερο που έχω δει ποτέ».

 


 

Επιπλέον, ο συνταγματάρχης παρομοίασε τον πουρέ πατάτας του KFC με πάστα ταπετσαρίας και τη σάλτσα του με λάσπη.

Ο Sanders Εξακολουθούσε να είναι δυναμικός και στα 86 του και να ταξιδεύει ακόμα και 500 χιλιάδες μίλια το χρόνο ως πρεσβευτής καλής θέλησης του KFC, λέγονας  ότι είχε την ελπίδα να ζήσει και να εργαστεί μέχρι τα 100 του.

Πέθανε στις 16 Δεκεμβρίου 1980, στο Λούισβιλ, Κεντάκι, και είναι θαμένος στο νεκροταφείο Cave Hill του Λούισβιλ στον τάφο που είε ήδη χτίσει — μια στοά από γρανίτη με τέσσερις κίονες και μια προτομή του εαυτού του ύψους 2 ποδών.

Και αν έφτασε και στον παράδεισο, ο Σάντερς σχεδόν σίγουρα θα βρήκε ένα κατάστημα Kentucky Fried Chicken δίπλα στις μαργαριταρένιες πύλες.

Πηγή:

Διασκευή από την ομάδα της click americana και ενός άρθρου από το The Courier-Journal (Louisville, Kentucky)