Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 18 Απριλίου 2021

Η τυπογραφία στην Επανάσταση του 1821

 


Η τυπογραφία στην Επανάσταση του 1821

Από  τα χρόνια του '21 το «δώρο του Πάσχα»  

Γράφει ο Τάκης Κατσιμάρδος

Οι «δημόσιοι υπάλληλοι» στο Εθνικό Τυπογραφείο το διεκδικούσαν δυναμικά, την ώρα που προσέφεραν και τη ζωή τους για την ελευθερία

Καθώς γιορτάζεται τα 200 χρόνια της 25ης Μαρτίου είναι ευκαιρία να τινάξουμε λίγο τη σκόνη της ιστορίας, που αρκετά σκεπάζει. Ιδιαίτερα τους καθημερινούς αγώνες για ανθρώπους του μόχθου. Να θυμηθούμε, λόγου χάρη, ότι οι αγώνες για την επιβίωση δεν σταματούν ποτέ. Ότι γίνονταν ακόμη και στα χρόνια της Επανάστασης. Έφταναν, μάλιστα, μέχρι ξεσηκωμούς και πολύμορφες εκδηλώσεις δυσαρέσκειας. Ακόμη και απεργίες!

Για τις οικονομικές διεκδικήσεις των ναυτικών, των ένοπλων του Αγώνα και άλλων επαναστατημένων υπάρχουν πολλές μαρτυρίες, λίγο-πολύ γνωστές και έξω από τον κύκλους των ειδικών.

Υπάρχουν, όμως, και πτυχές ελάχιστα γνωστές. Όπως για παράδειγμα ότι ενώ είχε αρχίσει η Επανάσταση και μάλιστα σε περίοδο που κινδύνευε να καταπνιγεί στα σπάργανα, Έλληνες πατριώτες, προσφέροντας τη ζωή τους στον εθνικό αγώνα, ζητούσαν «δώρο του Πάσχα»!

Μπορεί να... σηκώνεται η τρίχα μερικών, που «ανακαλύπτουν» κατά καιρούς τον χαριστικό, δήθεν, 14ο μισθό, αλλά τόσο μακριά μας μεταφέρει ο θεσμός.

Έχει διασωθεί στα Γενικά Αρχεία του Κράτους ένα μοναδικό ντοκουμέντο. Πρόκειται για αίτηση με ημερομηνία 1 Απριλίου 1822, που απευθύνεται «Προς το Μινιστέριον (υπουργείο) της Οικονομίας». Εκεί διαβάζουμε:

Ολίγα γρόσια... «Επειδή και κατ' αυτάς (αυτές τις μέρες) έφτασαν αι του Πάσχα εορτάσιμοι ημέραι και θέλομεν ν' αγοράσωμεν άλλος παπούτσια, άλλος τζουράπια και άλλος άλλο τι, διά τούτο παρακαλούμεν το Μινιστέριον να μας δώση ολίγα γρόσια διά ν' απεράσωμεν ταύτας τας εορτασίμους ημέρας, αναπληρούντες τας χρείας μας.»

Την αίτηση υπογράφει από μέρους των εργατών του Τυπογραφείου της Διοικήσεως (Εφημερίδα της Κυβέρνησης θα λέγαμε σήμερα), ο αρχιτυπογράφος Κωνσταντίνος Τόμπρος.

Το έγγραφο είδε το φως για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1950 από τον ιστορικό Θ. Βαγενά. Μνεία και σχολιασμός του γίνεται την ίδια περίοδο από τον Γ. Κορδάτο στην «Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος». Ο Βαγενάς συνοδεύει τη δημοσίευση του εγγράφου με μια διαφωτιστική παρατήρηση:

«Κατά τη γνώμη μας η παροχή του δώρου για τις γιορτές στους εργάτες τυπογράφους αποτελούσε παράδοση και μέσα στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Και το δώρο αυτό λεγόταν χαρετλίκι (από την τουρκική λέξη χάϊρέτ=χάρισμα). Κα στην περίληψη του εγγράφου εκείνου σημειώνονται τ' ακόλουθα: Κωνσταντίνος Τόμπρας, τυπογράφος διά να του δώσουμε χαρετλίκι...»

Την εποχή εκείνη η «προσωρινή κατοικία της Διοικήσεως» είχε προσωρινή έδρα την Κόρινθο, ύστερα από απόφαση της Α' Εθνικής Συνελεύσεως της Επιδαύρου (Ιανουάριος 1822). Ο Τόμπρας και οι τυπογράφοι διατάχθηκαν από τη Διοίκηση (πρόεδρος ο Αλ. Μαυροκορδάτος και αρχιγραμματέας ο Θ. Νέγρης) να μεταφέρουν τον εξοπλισμό από το Άργος, όπου βρισκόταν αδρανοποιημένος.

Στην προσωρινή έδρα το τυπογραφείο εγκαταστάθηκε στο σπίτι του Θεοχαράκη, όπου και άρχισε αμέσως να λειτουργεί, παρά τα τεχνικά εμπόδια. Εμπλουτισμένο, μάλιστα, μ' ένα δεύτερο πιεστήριο, που μόλις είχε παραληφθεί έπειτα από παραγγελία στο εξωτερικό.

Η πολιτική ηγεσία βιαζόταν να εκτυπώσει το Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος. Όπως και έγινε, τις μέρες που οι τυπογράφοι διεκδικούσαν «δώρο» του Πάσχα. Αν το πήραν ή όχι δεν το ξέρουμε. Αυτό που έχει σημασία είναι πόσο βαθιές είναι οι ρίζες του θεσμού, που διατηρήθηκε τα κατοπινά χρόνια με διάφορες μορφές...

 


 Έμεινε έρημος η τυπογραφία...

Οι ΤΥΠΟΓΡΑΦΟΙ της Επανάστασης κι άλλες φορές αναγκάστηκαν να διεκδικήσουν δυναμικά τους μισθούς τους. Είναι γνωστή και παροιμιώδης η ατασθαλία στη διαχείριση των εσόδων της Επανάστασης. Διασώζεται στα Αρχεία του Αγώνα της Παλιγγενεσίας η κήρυξη και η πραγματοποίηση απεργίας τους στις 14 Μαρτίου 1826. Πρόκειται για την πρώτη νεοελληνική απεργιακή κινητοποίηση, όπως σημειώνουν οι ιστορικοί του εργατικού κινήματος.

Με τα δεδομένα της εποχής οι «δουλευταί της Εθνικής Τυπογραφίας», όπως ονομάζονταν, ήταν δημόσιοι υπάλληλοι και αμείβονταν με ημερομίσθιο από τα ταμεία της Προσωρινής Ελληνικής Διοίκησης. Δούλευαν στην «Τυπογραφία της Διοικήσεως» (είχε ιδρυθεί από τις αρχές του 1825 στο Ναύπλιο με «εφημεριδογράφο» τον λόγιο αρχιμανδρίτη Θεόκλητο Φαρμακίδη και τυπογράφο τον Κ. Τόμπρα) και εξέδιδαν τη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος».

Πεινούσαν, όπως γράφει ο Θ. Βαγενάς, «περισσότερο από τους άλλους. Διότι όπως είναι γνωστόν, η Διοίκησις δεν είχε πάντοτε χρήματα να τους πληρώνη και οι τυπογράφοι έμειναν πολλές φορές νηστικοί και εγόγγυζαν εναντίον των υπευθύνων...»

Επειδή και οι θυσίες έχουν όρια, στις αρχές Μαρτίου 1826 διαμαρτυρήθηκαν στο υπουργείο Εσωτερικών. «Δέκα μήνες, γράφανε, όλους δουλεύομεν ενταύθα είς το Τυπογραφείον της Σεβαστής Διοικήσεως, και των πρώτων μηνών τους δεδουλευμένους ημών μισθούς ελάβομεν, και αφού ηλπίζαμεν μεγάλως να λάβωμεν και των άλλων πέντε, αφού μάλιστα εδιωρίσθη Συντάκτης ο κ. Θ. Φαρμακίδης κατά την οποίαν υπόσχεσιν μας έδωκε. Ιδωμεν όμως το εναντίον και μόνον τον εν τρίτον εκ διαλειμμάτων του μισθού μας ελάβομεν παρ' αυτού, ζητούντες δε το υπόλοιπον εξυβρίσθημεν παρά της σοφολογιότητός του, αλλά διά να μας καταπείση και λάβωμεν εθνικάς ομολογίας εμεταχειρίσθη την βίαν και λέγει "όποιος δεν λάβει αυτός θα φύγη και ούτε καν αποδεικπκόν του δίδω και ας υπάγει όπου θέλει". Με τοιούτους λοιπόν λόγους μας κατέπεισεν και μας έδωκε εθνικάς ομολογίας αντί μετρητών...»

Τα ομόλογα, όμως, δύσκολα εξαργυρώνονταν ή αγοράζονταν από κερδοσκόπους σ' εξευτελιστικές τιμές. Το υπουργείο ζήτησε εξηγήσεις από τον Φαρμακίδη. Εκείνος απάντησε αμέσως μετά την απεργία (15 Μαρτίου) κατηγορώντας τον Τόμπρα και άλλους διαμαρτυρόμενους ότι «εκίνησαν είς συνωμοσίαν και αποστασίαν όλους τους ανθρώπους της Εθνικής Τυπογραφίας» και «είς μίαν ημέραν έμεινεν έρημος η τυπογραφία». Κι όλα αυτά επειδή «έμελλαν να ζημιωθώσι και αυτοί ολίγον τι διά της ξεπεσμένης πωλήσεως των αποδεικτικών (ομολογιών)».

Φαίνεται όμως, ότι δεν περιορίστηκε σ' αυτή την απολογία. Κατήγγειλε παραλλήλως τον Τόμπρα ότι του χρωστούσε χρήματα, αλλά και για κλοπή τυπογραφικών στοιχείων (υποτίθεται τα υπέκλεψε «διά να χύση εξ αυτών άλλα στοιχεία»). Ζητούσε να τον «φυλακώση» η αστυνομία, όπως και έγινε! Δεν διασώζονται πληροφορίες για τη συνέχεια της υπόθεσης. Από άλλο έγγραφο, όμως, της Διοικήσεως, προκύπτει ότι στις 14 Μαρτίου ο Φαρμακίδης είχε εισπράξει 1.000 γρόσια. Ίσως για να πληρώσει τους απεργούς τυπογράφους είτε άλλους «απεργοσπάστες» όπως σημειώνει ο Γ. Κορδάτος, αναφέροντας απόσπασμα από τη μελέτη του Βαγενά.

 

«ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ» ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ

 


 
 

Μια άλλη ανάγνωση των απεργιακών κινητοποιήσεων στα εθνικά τυπογραφεία επιχειρεί η Αικατερίνη Κουμάριανού στο κλασικό έργο «Ο Τύπος στον Αγώνα». Γράφοντας για τον Θ. Φαρμακίδη και τα προβλήματα που αντιμετώπιζε στην έκδοση της εφημερίδας σημειώνει: «Υπενθυμίζω ακόμη δυσχέρειες οφειλόμενες στην έλλειψη τυπογράφων ή σπανιότητα των ειδικευμένων τεχνιτών, επόμενο ήταν να έκανε τους ολίγους υπάρχοντες απαιτητικούς, με αποτέλεσμα να επιβραδύνεται ή και να εμποδίζεται κάποτε η απρόσκοπτη συνέχιση της εφημερίδας Υπάρχουν μαρτυρίες ότι οι τυπογράφοι της "Γενικής Εφημερίδος" προβάλλοντας απαιτήσεις προκάλεσαν διακοπή της».

Οι πρώτες επίσημες εφημερίδες της Διοίκησης

 


 

ΣΑΛΠΙΓΞ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Η «ΣΑΛΠΙΓΞ ΕΛΛΗΝΙΚΗ» ήταν η πρώτη έντυπη εφημερίδα στον ελλαδικό χώρο. Κυκλοφορούσε ως επίσημο όργανο των επαναστατικών αρχών, με συντάκτη τον Θ. Φαρμακίδη και τυπογράφο τον Κ. Τόμπρα. Υπήρξε βραχύβια και είδαν το φως στην Καλαμάτα μόνο τρία φύλλα (1, 5 και 30 Αυγούστου 1821).

ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ

Ο «ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ» εκδιδόταν από το 1824 ως «εφημερίς της Υδρας» από τους Κουντουριώτες και για ένα διάστημα  -ελλείψει άλλου επίσημου κυβερνητικού οργάνου - ήταν και «εφημερίς της Διοικήσεως». «Εφημεριδογράφος» ήταν ο Ιταλός επαναστάτης Ι. Κιάππε, τυπογράφοι ο Τόμπρας και η ομάδα του.

ΓΕΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ

Η «ΓΕΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ», το επίσημο φύλλο της Διοικήσεως, εκδιδόταν επί  επτά χρόνια (1825 -1832). Αντιμετώπιζε μονίμως οικονομικό πρόβλημα. Κυκλοφορούσε αναλόγως της πόλης, όπου βρισκόταν κατά καιρούς η έδρα της κυβέρνησης. Αντικαταστάθηκε από την «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».

 

ΠΩΛΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΥΝΔΡΟΜΕΣ

 


 

Η «ΓΕΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» κυκλοφορούσε δύο φορές την εβδομάδα. Η πώληση γινόταν με συνδρομές και όσοι επιθυμούσαν μπορούσαν να εγγραφούν στα γραφεία της ή τα ταχυδρομεία που υπήρχαν, προπληρώνοντας ένα εξάμηνο (έξι ισπανικά δίστηλα τάλιρα). «Χωρίς της παρά του συνδρομητού προπληρωμής και της παρά του συντάκτου της εφημερίδος παραλαβής των χρημάτων δεν δίδεται εφημερίς εις ουδέναν» προειδοποιούσε στο πρώτο φύλλο της. Για να επαρκούν κατά το δυνατόν τα έσοδα, το Εκτελεστικό (κυβέρνηση) υποχρέωσε τους δημόσιους λειτουργούς και υπαλλήλους να εγγραφούν συνδρομητές. Αλλά ούτε αυτό το έσοδο επαρκούσε.

 

Ο τυπογράφος του Αγώνα

 


Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΟΜΠΡΑΣ, πρωταγωνιστής στη διεκδίκηση του «δώρου του Πάσχα», αλλά και της πρώτης νεοελληνικής απεργίας, υπήρξε ο κατεξοχήν Έλληνας τυπογράφοςτου '21. Από τα χέρια του πέρασαν τα περισσότερα επίσημα επαναστατικά κείμενα των πρώτων χρόνων. Κατοπινά δημιούργησε «τυπογραφική σχολή» και μετά την επικράτηση της Επανάστασης ίδρυσε το πρώτο ιδιωτικό τυπογραφείο   στο Ναύπλιο, ενώ αργότερα άσκησε το επάγγελμα του στην Αθήνα.

Είχε γεννηθεί στις Κυδωνίες (Αϊβαλί της Μι-κράδ Ασίας) και έμαθε στο Παρίσι την τέχνη της τυπογραφίας, με δάσκαλο τον περίφημο Αμβρόσιο Διδότο (Didot). Το 1819 επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου και λειτούργησε το πρώτο ελληνικό τυπογραφείο. Επί δύο χρόνια, μέχρι την καταστροφή του από τους Οθωμανούδ (Ιούνιος 1821), είχε στοιχειοθετήσει και εκτυπώσει αρκετά βιβλία. Ο νεαρός Τόμπρος αναγνωριζόταν από τότε ως εξαιρετικός τυπογράφος.

 Κατόρθωσε να διαφύγει από τις Κυδωνίεςε, μαζί με τους βοηθούς του, στα Ψαρά. Από 'κεί τον κάλεσε ο Δ. Υψηλάντης για να αναλάβει την εγκατάσταση του τυπογραφείου, που είχε φέρει μαζί του από την Τεργέστη στην Ελλάδα.

Με τον Υψηλάντη συναντήθηκαν στα Βέρβαινα, απ' όπου ο εξοπλισμός μεταφέρθηκε στην Καλαμάτα. Σε τζαμί της πόλης, κοντά στην είσοδο του Κάστρου, εγκατέστησε ο Τομπρας το πρώτο τυπογραφείο στην ελεύθερη Ελλάδα. Εγκαινιάστηκε με την εκτύπωση της διακήρυξης του Δ. Υψηλάντη «Προς τους Έλληνας» (μέσα Ιουλίου 1821). Απ' αυτό βγήκε και η πρώτη έντυπη εφημερίδα του Αγώνα «Σάλπιγξ Ελληνική».

Μετά την απελευθέρωση της Τριπολιτσάς (Σεπτέμβριος) αποφασίστηκε να μεταφερθεί εκεί το τυπογραφείο. Εξαιτίας της ανώμαλης κατάστασης έγινε, όμως, νέα μετακίνηση. Αυτή τη φορά στο Αργος. Αλλά ούτε τότε έγινε κατορθωτό να λειτουργήσει το τυπογραφείο. Ίσως λόγω και βαριάς ασθένειας του Τόμπρου. Αυτό θα γίνει τελικά στην Κόρινθο. Εκεί θα εκδίδονται έντυπα των επαναστατικών αρχών μέχρι την εισβολή του Δράμαλη, όταν το τυπογραφείο εγκαταλείφθηκε, μαζί με την πόλη, και καταστράφηκε (Ιούλιος 1822).

Ο Τόμπρος έχει πλέον καθιερωθεί ως ο τυπογράφος της Διοίκησης και το επόμενο διάστημα θα είναι ο υπεύθυνος της στοιχειοθεσίας και εκτύπωσης του «Φίλου του Νόμου» στην Ύδρα και σε συνέχεια της «Γενικής Εφημερίδος».

ΕΘΝΟΣ 21.3.2010

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2018

Η ΠΡΩΤΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΚΑΙ Ο ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ



Το πρώτο φύλλο της Εφημερίδος, Βιέννη 31 Δεκεμβρίου 1790.

Η ΠΡΩΤΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΚΑΙ Ο ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ

Η πρώτη Ελληνική εφημερίδα κυκλοφόρησε στη Βιέννη στις 31 Δεκεμβρίου 1790 από τους αδελφούς Γεώργιον και Πούλιον Μακρίδας - Πουλιού   έφερε τον τίτλο «Έφημερίς».

Ή «Έφημερίς» έβγαινε δύο φορές την εβδομάδα. Σήμερα σώζονται μόνο δύο -τρεις τόμοι της, όμως  είναι γνωστό ότι συνέχισε την έκδοση της μέχρι το 1797. Τα επίσημα έγγραφα, πού βρέθηκαν στα αρχεία της Βιέννης το 1890 για την σύλληψη του Ρήγα Φεραίου διαφωτίζουν γιά την τύχη της «Εφημερίδος» και των έκδοτων της.
Κάτω από τήν αυστηρή λογοκρισία της φιλότουρκης Αυστρίας ή «Έφημερις» δεν μπορούσε να εκδήλωση εθνική πολιτική και αποσιωπούσε κάθε ζήτημα περί Ελλάδος. Άλλα οι Μακρίδες —· Πουλιού δεν δίστασαν να έλθουν σε συνεννοήσεις με τον Ρήγα και ανέλαβαν την εκτύπωση διαφόρων αναμορφωτικών βιβλίων του Ελληνικού λαού και επαναστατικών προκηρύξεων.
Στο μεταξύ ο Ρήγας συντάσσει το περίφημο θούριο της Ελευθερίας και καλεί όχι μόνον τους Έλληνες, άλλα και όλους τους λοιπούς λαούς της Βαλκανικής να λάβουν τα όπλα προς ανάκτηση της ελευθερίας τους. Τον θούριο αυτό καθώς και  άλλες επαναστατικές προκηρύξεις και οδηγίες και μία μετάφραση τού Γαλλικού δημοκρατικού πολιτεύματος τού 1793 παρέδωσε ο Ρήγας προς εκτύπωση εις το τυπογραφείο τού Πουλιού. Η εκτύπωση πράγματι έγινε με κάθε μυστικότητα μέσα σε δυο νύχτες και σε 3.000 αντίτυπα.
Έτσι στα τυπογραφεία της πρώτης Ελληνικής εφημερίδος κλεισμένοι δυό ημερονύκτια ο πρώτος ήρωας της νεοελληνικής ελευθερίας Ρήγας Βελεστινλής και ο πρώτος Έλληνας δημοσιογράφος Γ. Μακρίδης — Πουλιού εκτύπωσαν τον θούριο εκείνο, που επί 24 χρόνια υστέρα δονούσε τις ψυχές των υποδούλων και υπήρξε το πρώτο σύνθημα τού αγώνος της ανεξαρτησίας.
Με την σύλληψη τού Ρήγα και την θανάτωση του συνελήφθη και ο Γ. Μακρίδης - Πουλιού, ο όποιος όμως δεν ήτο Τούρκος υπήκοος και γλύτωσε τον θάνατον. Τότε η «Εφημερίς» έκλεισε και τα τυπογραφεία κατασχέθηκαν.
Το παράδειγμα αυτό της πρώτης Ελληνικής εφημερίδος δείχνει πόσο βαθειά εθνικές και αγωνιστικές είναι οι ρίζες τού Ελληνικού τύπου, πού έκανε την εμφάνιση του με τον ωραιότερο και ηρωικότερο πρόλογο πού έχουν να μας παρουσιάσουν τα απελευθερωτικά κινήματα των υποδούλων λαών.


Εξώφυλλο του 1792

Εφημερίς (εφημερίδα Βιέννης)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Τυπώθηκε στη Βιέννη της Αυστρίας από τους Έλληνες αδερφούς, τυπογράφους και εκδότες, αδερφούς Πούμπλιο και Γεώργιο Μαρκίδες Πούλιου, από το 1790 έως το 1797. Η Εφημερίς, υπήρξε μαχητικό όργανο των ιδεών του νεοελληνικού διαφωτισμού, που μεταξύ άλλων, πρέσβευε και την εθνική απελευθέρωση.
Η Εφημερίς είχε μεγάλη απήχηση, φτάνοντας σε όλες τις περιοχές που υπήρχαν ελληνικές παροικίες, ενημερώνοντας τις ελληνικές κοινότητες για τα γεγονότα που συνέβαιναν στο κόσμο αλλά και στον τουρκοκρατούμενο ελληνικό χώρο. Οι αδερφοί Μαρκίδες - Πούλιου, εκτός από την Εφημερίδα στην ελληνική, τύπωσαν για ένα μικρό διάστημα και τη σέρβικη εκδοχή της, πιθανόν ανταποκρινόμενοι στο αίτημα του Φεραίου, για μια βαλκανική απελευθερωτική κίνηση. Στο τυπογραφείο τους, τύπωσαν επίσης αρκετά ελληνικά και ξενόγλωσσα βιβλία, και συνεργάστηκαν στενά με τον Ρήγα Φεραίο του οποίου εξέδωσαν αρκετά βιβλία και μεταξύ αυτών και τη περίφημη Χάρτα του. Αυτή η συνεργασία και η σύλληψη του Φεραίου και των συνεργατών του για διάδοση επαναστατικών (απελευθερωτικών) ιδεών έφερε και την απαγόρευση κυκλοφορίας της Εφημερίδας, το κλείσιμο του τυπογραφείου των αδερφών Πούλιου και την απέλαση τους από τα εδάφη της Αυστριακής αυτοκρατορίας.
 Η Εφημερίς των Μαρκίδων Πούλιου αποτελεί το πρώτο κεφάλαιο στην ιστορία του ελληνικού τύπου, σταθμό και αφετηρία στην ανοδική πορεία του υπόδουλου γένους, συνάμα όμως και πολύτιμη ιστορική πηγή για τη μελέτη της χρονικής περιόδου που εκπροσωπεί (1791-1797). Δημοσιογραφικό όργανο συνοδοιπόρων και στενών συνεργατών του Ρήγα, διέγραψε μαζί του την ίδια τροχιά και κατέληξε στο ίδιο μοιραίο τέλος. Έτσι η ολιγόζωη εκείνη «Εφημερίς» δεν είναι μόνο αυθεντικό τεκμήριο μιας εποχής αλλά και εθνικό κειμήλιο άξιο να τοποθετηθεί δίπλα στα Ελληνικά Χρονικά του Μεσολογγίου. Ως δημοσιογραφικό όργανο των Ελλήνων πατριωτών της Βιέννης η «Εφημερίς» από το πρώτο έτος διοχέτευσε στους αναγνώστες της το συγκλονιστικότερο μήνυμα των καιρών του, τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη και το Σύνταγμα της Γαλλίας…
Λέανδρος Βρανούσης, ιστορικός
Μέχρι να εκδοθεί η Εφημερίδα
Η πρώτη ελληνική εφημερίδα, ο Ταχυδρόμος της Βιέννης, του εκδότη Γεώργιου Βενδότη κυκλοφόρησε μόνο 3 φύλλα τον Αύγουστο του 1784 και μετά έκλεισε ύστερα από απόφαση των αυστριακών αρχών. Οι αδελφοί Γεώργιος και Πούμπλιος Μαρκίδες – (Ο Πούλιος (εκλατινισμένο σε Πούμπλιος) και ο Γεώργιος Μάρκου γεννήθηκαν στην Σιάτιστα, και μετακόμισαν στη Βιέννη το 1776, ζώντας μαζί με τον πατέρα τους, Μάρκο Πούλιο, έμπορο. Αφού ασχολήθηκαν με άλλα επαγγέλματα αργότερα στράφηκαν στην έκδοση και την εμπορία ελληνικών βιβλίων.
Η ενασχόλησή τους με την τυπογραφία άρχισε στο τυπογραφείο του Baumeister, όπου εργαζόταν και ο άλλος μεγάλος Έλληνας τυπογράφος της Βιέννης, ο Γεώργιος Βεντότης.
Προσπάθησαν από το 1788 να εκδώσουν ελληνική εφημερίδα και στις 14 του Ιούνη του 1788 ζήτησαν την απαιτούμενη άδεια από την αυστριακή κυβέρνηση. Το ίδιο έτος μάλιστα, τον Μάη του 1788, ο έμπορος Δημήτριος Θεοχάρης, από τη Καστοριά, ζήτησε και αυτός άδεια να τυπώσει ελληνική εφημερίδα. Όμως και οι δυο αιτήσεις απορρίφθηκαν. Το 1789 και οι δυο ενδιαφερόμενοι ξαναέκαναν αιτήσεις, και αυτή την φορά η αίτηση του Θεοχάρη έγινε δεκτή, στις 15 Μαρτίου του 1789.  Ο Θεοχάρης όμως δεν κατάφερε να εξασφαλίσει ικανοποιητικό αριθμό συνδρομητών που θα χρηματοδοτούσαν την έκδοση της εφημερίδας και έτσι, η αυστριακή κυβέρνηση, δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο, παρά να κάνει αποδεκτή των αίτηση των αδερφών Πούλιου, και πράγματι στις 27 Ιούνη του 1790 τους δόθηκε η άδεια.
Οι αδερφοί Πούλιοι όπως είχαν γράψει στην αίτησή τους προς τις αυστριακές αρχές ότι σκοπό είχαν να εκδώσουν και αλλόγλωσση (σερβική) εφημερίδα, κάτι το οποίο δεν έγινε αποδεκτό, γιατί το προνόμιο έκδοσης σερβικής εφημερίδας είχε δοθεί ήδη στο λεγόμενο Ιλλυρικό τυπογραφείο του Στέφανου Νοβάκοβιτς. Οι Πούλιοι όμως κατάφεραν να πετύχουν την έκδοση και σέρβικης εφημερίδας Αυτή η εφημερίδα κυκλοφόρησε για δυο χρόνια περίπου, από τις 14 Μαρτίου 1791 έως 31 Δεκεμβρίου 1792 και ονομαζόταν Serbskija Noviny και μέχρι την κυκλοφορία της εφημερίδας του Νοβάκοβιτς. Το 1792 οι αδερφοί Πούλιου προσπάθησαν να εξασφαλίσουν το δικαιώματα της αποκλειστικής έκδοσης ελληνικής εφημερίδας, -για να προστατευθούν από τον ανταγωνισμό- αλλά η αίτησή τους απορρίφθηκε.
Την έκδοση της Εφημερίδας οι αδελφοί Πούλιου, τη διαφήμισαν με το συνηθισμένο τρόπο της εποχής, την έκδοση ενός μονόφυλλου, τη λεγόμενη «Είδησις», στην οποία ανακοίνωναν τη κυκλοφορία της εφημερίδας τους με ένα τόνο έντονα πατριωτικό. Στην Ειδησιν προσφέρονταν όλες οι αναγκαίες πληροφορίες για να κατατοπίσουν τους μελλοντικούς αναγνώστες και μεταξύ άλλων πληροφορούσαν το ελληνικό αναγνωστικό κοινό ότι προσφέρουν
    «τοις φιλέλλησι μίαν γαζέτταν (τζάιτουγγ) εις την απλή ρωμαίκην γλώσσαν, η οποία δεν είναι άλλο τι, παρά μια καθημερινή ιστορική διήγησις των πραγμάτων, όχι μόνον των παρόντων, αλλά και απερασμένων και μελλόντων, ήτις και Εφημερίς θέλει ονομασθή, της οποίας η διήγησις θέλει είναι μια εκλογή αξιοδιηγήτων πραγμάτων, όχι μόνον πολεμικών αλλά και πολιτικών και μάλιστα οικονομικόν. Τουτέστιν εκείνον πότε μεν εις ετούτη πότε δε εις άλλην Επαρχίαν ή εις άλλην Δεσποτείαν και τόπον της Ευρώπης, ή και άλλο μέρος του κόσμου συμβαίνουν»
Από το μονόφυλλο της «Είδησις», που ήταν άγνωστο μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, διασώζεται σήμερα μόνο ένα αντίγραφο, που βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου. Οι συνδρομητές προσκαλούνταν να προσέλθουν στο ταχυδρομείο του Βάουμάιστερ ή στο Καισαροβασιλικό Ταχυδρομείο εφημερίδων της Βιέννης. Η συνδρομή ήταν προ-πληρωτέα για ένα εξάμηνο και στοίχιζε 6 ή 7 φιορίνια μαζί με τα έξοδα αποστολής. Το πρώτο φύλλο κυκλοφόρησε στις 31 Δεκεμβρίου του 1790 και από τότε έβγαινε δυο φορές την εβδομάδα, Τρίτη και Παρασκευή, τετρασέλιδο με προσθήκη συχνά ενός μονόφυλλου. Η ακριβής ημερομηνία του πρώτου φύλλου δεν έγινε γνωστή παρά το 1928 όταν ο καθηγητής του Πανεπιστημίου στο Βουκουρέστι, Δημοσθένης Ρούσσος ανακάλυψε στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου τη πλήρη σειρά του πρώτου έτους κυκλοφορίας –105 φύλλα- όπως τα έδεναν οι εκδότες της, από το 1792 και μετά.
Το σχήμα της εφημερίδας ήταν μικρό δίφυλλο, σε διαστάσεις βιβλίου, χωρίς ευδιάκριτο τίτλο στη κορυφή, χωρίς επεξηγηματικούς τίτλους, χωρίς ονόματα ή διευθύνσεις εκδοτών και άλλων, απαραίτητων σήμερα ενδείξεων. Αντί τίτλου υπάρχει πάντοτε μια ζωγραφική σύνθεση. Από το 1792 επέρχεται μια ανανέωση στο στυλ της εφημερίδας, αρχικά προσθέτοντας περισσότερες σελίδες και μικραίνοντας το σχήμα σε μέγεθος 17×11 εκατ. Στο νέο σχήμα η εφημερίδα μπορούσε να βιβλιοδετηθεί σε τόμους ώστε να αρχειοθετείται και γι΄ αυτό το σκοπό οι εκδότες τύπωναν εξώφυλλα κάθε χρόνο.
Η Εφημερίς ήταν κυρίως ειδησεογραφικό έντυπο. Η ύλη της, χωρισμένη σε ρουμπρίκες που έφεραν ως τίτλο το όνομα της χώρας την οποία αφορούσαν οι εκάστοτε ειδήσεις, κάλυπτε ένα ευρύ θεματικό φάσμα. Στρατιωτικές και πολιτικές ειδήσεις, κείμενα συνθηκών ειρήνης, αξιοσημείωτα φυσικά φαινόμενα, αξιοπερίεργα συμβάντα, ισοτιμίες νομισμάτων, μικρές αγγελίες, γεγονότα της κοινωνικής ζωής της Βιέννης και της ελληνικής παροικίας, όλα βρίσκουν τη θέση τους μέσα από τις σελίδες της. Συχνά η Εφημερίς δημοσίευε αγγελίες για την έκδοση ελληνικών βιβλίων, ζητώντας από τους αναγνώστες τους να υποστηρίξουν την έκδοση προαγοράζοντας ένα ή περισσότερα αντίτυπα. Τις ανταποκρίσεις τους από τις άλλες χώρες τις αντλούσαν από αλλόγλωσσες εφημερίδες, κυρίως τις αυστριακές, όσο για τα γεγονότα στην Οθωμανική αυτοκρατορία, και ιδιαίτερα για την Υψηλή Πύλη και το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, επικαλούνταν σαν πηγές τους, «ιδιαίτερες ανταποκρίσεις». Με το πέρασμα των χρόνων φαινόταν όλο και περισσότερο ότι οι αδερφοί Πούλιου εκτός από το ειδησεογραφικό κομμάτι ήθελαν να προβάλουν και να προωθήσουν τα ελληνικά εθνικά αιτήματα. Όλες οι πολεμικές ειδήσεις της εποχής, παρακολουθούνται και παρουσιάζονται με σκοπό να τονώσουν το εθνικό αίσθημα. Εκτός από αυτό παρακολουθούνται στενά και τα γεγονότα της Γαλλικής επανάστασης που λαμβάνουν χώρα την ίδια περίοδο με την έκδοση της εφημερίδας. Μάλιστα, το 1791 δημοσιεύουν τη «Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου» και το επαναστατικό Σύνταγμα της Γαλλικής δημοκρατίας, σε συνέχειες.
Η σέρβικη εφημερίδα
Οι αδερφοί Πούλιου πρωτο-εξέδωσαν και τη πρώτη σέρβικη εφημερίδα σε αλλοδαπό έδαφος από τις 14 Μάρτη του 1791 έως στις 31 Δεκεμβρίου 1792, με πλήρες τίτλο Serbskija Povsedhvhija Novini= Σερβικές εφημερίδες. Η εφημερίδα τυπωνόταν στο τυπογραφείο του αυστριακού Γιόζεφ Κούρτσβεκ, (Joseph Edlen von Kurzbek), με συντάκτες και υπεύθυνους της έκδοσης τους ίδιους. Το όνομά τους μάλιστα είναι τυπωμένο και στο εξώφυλλο του 1792. Aυτή η eφημερίδα εκδιδόταν κάθε Τρίτη και Παρασκευή και έμοιαζε σε πολλά στοιχεία, στη μητρική της, την ελληνική. Όταν αργότερα κυκλοφόρησε η εφημερίδα , «Slaveno - Serbskija Vjedomosti», από τον Stefan Novacovic που είχε πάρει την επίσημη έγκριση της αυστριακής κυβέρνησης, η εφημερίδα των Πούλιων διέκοψε την έκδοσή της. Παρόλες τις συνεχιζόμενες προσπάθειες του Γεώργιου Πούλιου για να πάρει και αυτός το δικαίωμα έκδοσης σέρβικης εφημερίδας στα επόμενα χρόνια, τελικά δεν το κατάφερε, και μάλιστα ο Νοβάκοβιτς πήρε και το αποκλειστικό προνόμιο έκδοσης σέρβικης εφημερίδας.
Το τυπογραφείο
Την ίδια εκείνη χρονιά, ο Ιωσήφ Μπάουμάιστερ αποσύρθηκε από τη τυπογραφική του επιχείρηση και έτσι οι Πούλιοι έγιναν οι ιδιοκτήτες του τυπογραφείου στο οποίο τυπώνονταν η εφημερίδα τους και έτσι προχώρησαν στην έκδοση και ελληνικών αλλά και ξενόγλωσσων βιβλίων. Το τυπογραφείο τους, απορροφώντας και την ήδη μεγάλη πελατεία του Μπάουμάιστερ, ήταν επιτυχημένο και έτσι επεκτάθηκε και στην έκδοση, εκτός των ευπώλητων Ημερολογίων και Καλενδαρίων και στην εκτύπωση 30 διαφορετικών τίτλων βιβλίων. Ανάμεσά τους ήταν και κάποια από τα έργα του Ρήγα Βελεστινλή, το Σχολεον τν ντελικάτων ραστν, η Νέα Πολιτική Διοίκησις (που περιέχει και τον Θούριο) και η Χάρτα τς λλάδος. Το γεγονός ότι οι Μαρκίδες είχαν τυπώσει το επαναστατικό σύνταγμα που είχε συντάξει ο Ρήγας για την ομοσπονδιακή δημοκρατία που οραματιζόταν, δηλαδή το έργο του Νέα Πολιτική Διοίκησις, προκάλεσε το κλείσιμο του τυπογραφείου τους.
Το τέλος
Η οθωμανική αρχή, παίρνοντας μέτρα για να καταστρέψει το ανερχόμενο απελευθερωτικό κίνημα, ζήτησε από την αυστριακή κυβέρνηση, μέσω του πρεσβευτή της στη Πόλη, το κλείσιμο της Εφημερίδας στις 10 Ιουλίου του 1797. Το αυστριακό κράτος που ήθελε να βρίσκεται σε καλές σχέσεις με την Υψηλή Πύλη εκείνη την εποχή, προχώρησε σε μέτρα που δυσκόλευαν την κυκλοφορία της εφημερίδας και ένα από αυτά, ήταν η απαγόρευση διακίνησή της από το Κεντρικό Ταχυδρομείο της Βιέννης. Η σύλληψη του Φεραίου καθώς και η σύλληψη και άλλων μελών της οργάνωσής τους, επέφερε τη χαριστική βολή στην έκδοση της Εφημερίδας. Ο Πούμπλιος Πούλιος κατόρθωσε να διαφύγει στη Μολδαβία, ενώ ο Γεώργιος Πούλιος συνελήφθη στη Βιέννη και εξορίστηκε. Το τυπογραφείο τους έκλεισε και η έκδοση της Εφημερίδος σταμάτησε.
Η σημασία του εντύπου στην εποχή του
Σύμφωνα με την άποψη της ιστορικού και μελετήτριας του νεοελληνικού διαφωτισμού, Αικατερίνης Κουμαριανού, η έκδοση του φύλλου είχε απώτερο σκοπό την δημιουργία συσπειρώσεων για την εξυπηρέτηση του εθνικού σκοπού. Διαφορετικές ελληνικές κοινωνικές ομάδες ήρθανε σε επαφή, και με την συμβολή του Ρήγα Φεραίου οργανώθηκε ένα απελευθερωτικό κίνημα που έθεσε τις βάσεις και αποτέλεσε το ‘’προζύμι’’ της Φιλικής Εταιρείας.
Η απήχησή του φύλλου φαίνεται ξεκάθαρα και από την ενόχληση που προκάλεσε στην Υψηλή Πύλη της Κωνσταντινούπολης, ενόχληση που σταδιακά έγινε απαίτηση για κλείσιμο της εφημερίδας. Μια απαίτηση που η ούτως ή άλλως μοναρχική κυβέρνηση της Αυστρίας τελικά ικανοποίησε.
Μέσα από την Εφημερίδα, μπόρεσαν οι απανταχού Έλληνες να γνωρίσουν τις νέες ελπιδοφόρες αλλαγές που συνέβαιναν στη δυτική Ευρώπη, να συνειδητοποιήσουν την κοινή τους εθνική ταυτότητα, και να διαμορφώσουν κοινή, ελληνική τους γλώσσα. Αντίτυπα της Εφημερίδος σώζονται σε αρκετές δημόσιες βιβλιοθήκες της Ελλάδας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Μία φωτομηχανική ανατύπωση των φύλλων των οποίων έχουν εντοπιστεί αντίτυπα έγινε από την Ακαδημία Αθηνών με την φροντίδα του διακεκριμένου ιστορικού Λέανδρου Βρανούση. Η έκδοση συνοδεύεται από πλούσιο σχολιασμό του επιμελητή.
 Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα:   Εφημερίς