Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Ιουλίου 2021

Οι Κρητικοί είναι καλογυναικάδες!!!

 

 

Πως έμαθα γιατί οι Κρητικοί είναι καλογυναικάδες!!!

 

Του Βασίλη Μαυρογένη εκ Λάκκων Κυδωνίας.

Διάβασα ένα σχόλιο, ότι οι Κρητικοί είναι καλογυναικάδες, και θυμήθηκα μια εκδρομή που είχαμε κάνει με το φίλο μου το Φώτη Βασιλάκο και τις γυναίκες μας στην ορεινή Κορινθία. Σε κάποιο απόμερο χωριό και σε μεγάλο υψόμετρο πιθανώς στη Γκούρα (υψόμετρο 1000 μ) είχαμε χάσει το δρόμο και ψάχνοντας βλέπω κάποιον σε μια αυλή.

Τον ρώτησα: Πως θα πάω στην πλατεία;

Μου δείχνει και λέει: Εκειά είναι, με καθαρή Κρητική προφορά.

Τον ρωτάω: Κρητικός είσαι;

-Μου λέει ναι.

-Και από πού;

-Από τα Χανιά.

-Από ποιο μέρος;

-Από τους Λάκκους.

-Κι εγώ από τους Λάκκους είμαι. Και πως σε λένε; Μου είπε το όνομά του.

-Βρε του λέω ίδια οικογένεια είμαστε. Πως βρέθηκες εδώ στην άκρη του κόσμου;

 -Ε , μου λέει, δεν κατέεις οι Κρητικοί είμαστε καλογυναικάδες.

-Δηλαδή; ρωτώ.

-Να, όταν πάμε με το άλογο κάθεται η γυναίκα και πορπατώ εγώ, ενώ οι ντόπιοι κάθονται αυτοί και πορπατούν οι γυναίκες τονε.

Έτσι παντρεύτηκα εδώ!!

Πήγα να φύγω αλλά μου λέει που πάτε τώρα; Κάτσετε να πιούμε μια ρακή. Ήταν μόνος του η γυναίκα και η κόρη του έλειπαν στην Αθήνα. Έφερε δυο καλτσούνια ήπιαμε και μια ρακή και φύγαμε. Μετά σκεπτόμουνα. Ή στον εμφύλιο ήρθε να κρυφτεί ή για να αποφύγει καμιά βεντέτα.

 Έμαθα όμως γιατί οι Κρητικοί είναι καλογυναικάδες!!!

Τώρα που το ξανασκέφτομαι δεν πιστεύω ότι σ' ολόκληρη την Κρήτη θα βρισκόταν ένας να είναι καβάλα στο άλογο και να πορπατεί η γυναίκα του. Δε θα του το επέτρεπε η περηφάνια του!...

Πηγή:

Facebook/Joanna Dimitriadou

 

Παρασκευή 7 Μαΐου 2021

Μάγκες, Νταήδες, Τραμπούκοι, Κουτσαβάκηδες και ο Μπαϊρακτάρης

 

 


 

Μάγκες, Νταήδες, Τραμπούκοι, Κουτσαβάκηδες και ο Μπαϊρακτάρης

 

Την επόμενη φορά που κάποιος θα σας ρωτήσει προκλητικά “Είσαι μάγκας ρε;”, μην βιαστείτε να απαντήσετε καταφατικά γιατί θα πείτε ψέματα καθώς Μάγκες ή μαγκίες ήταν τα τάγματα των αρματολών και κλεφτών, πριν την επανάσταση και Μαγκιώρος καλείτο ο “κάπος” (αρχηγός) ενός τέτοιου τάγματος.

Μάγκα λοιπόν σήμαινε ομάδα ενόπλων. Για την ακρίβεια, μάγκα ήταν μικρή ομάδα ατάκτων αλβανών, που δεν είχαν μεταξύ τους συγγένεια (όταν είχαν συγγένεια λέγονταν φάρα). Το 1821 οι έλληνες έλεγαν μάγκα την μετέπειτα δεκανεία. Δυό-τρεις μάγκες αποτελούσαν ένα μπουλούκι (εικοσιπενταρχία).

Μετά την Επανάσταση, οι “μαγκίες” ήταν οι μικρές συμμορίες που ζούσαν στην ημιπαρανομία. Την λέξη μάγκες αναφέρει και ο Μακρυγιάννης, καθώς επίσης και ο Παπαδιαμάντης, στο διήγημα του Σταχομαζώχτρα. Ο ίδιος, στο «Μοιρολόι της φώκιας», αναφέρει τη λέξη μαγκόπαιδα και κάπου αλλού τη λέξη τελπεντέρης. Επίσης από τα παλιά ρεμπέτικα είναι γνωστοί οι μάγκες (χόπλα, μάγκα, δε σε θέλω πιά, να μην ξαναπεράσεις από τη γειτονιά). Τώρα, αν μετά από αυτά, επιμένετε να θεωρείτε εαυτόν “μάγκα”, προφανώς πλανάστε.

 


 

Επίσης, μην κορδώνεστε αν κάποιος σας αποκαλέσει “Μόρτη“, εκτός φυσικά κι αν είστε νεκροθάφτης. Και να πως έχει η ιστορία :

Την εποχή του Κριμαϊκού πολέμου (1854-1857) ξέσπασε επιδημία χολέρας στην Αθήνα. Κάποιοι από τους περιθωριακούς τύπους της εποχής έγιναν -εκ των περιστάσεων- νεκροθάφτες, καθώς ο αριθμός των νεκρών είχε αυξηθεί δραματικά (πέθαναν στην επιδημία περίπου 3000 άτομα από τους 30000 κατοίκους που είχε τότε η Αθήνα). Αυτούς λοιπόν τους περιθωριακούς ο λαός τους αποκάλεσε “μόρτηδες” από τη γαλλική λέξη mort, που σημαίνει νεκρός.

Αν τώρα, ο μικρός ανιψιός σας, τύχει να σας αποκαλέσει “Νταή“, μην τον παρεξηγήσετε. Δίκιο θα έχει : Η λέξη «Dayi» (το ψηφίο “y” δεν προφέρεται) σημαίνει στην τουρκική γλώσσα «θείος», μπάρμπας. Διασταλτικά βέβαια, η έννοια περιλάβει και τον «προστάτη», τον «υπερασπιστή» του ανυπεράσπιστου -στις ανδροκρατούμενες κοινωνίες- θηλυκού. Από αυτή την έννοια, ξεκίνησε και η λέξη kabadayi, που κατ’ αρχήν σημαίνει «μεγάλος αδελφός» (μόνη η λέξη “kaba” σημαίνει αγενής, άξεστος, τραχύς).

Καπανταήδες ονομάζονται και οι «αρχηγοί» τοπικών συμμοριών που ελέγχουν μία συνοικία αλλά και φροντίζουν για την απονομή «του δίκιου» κατά την δική τους φυσικά άποψη.

Τώρα οι απανταχού τραμπούκοι (το είδος ευδοκιμεί και στα κοινωνικά δίκτυα και φόρουμ), θα πρέπει να γνωρίζουν και τα εξής : Το “ευγενές” είδος των εμφανίστηκε κατά το έτος 1862. Επρόκειτο περί μπράβων των πολιτικάντηδων. Περιθωριακοί τύποι που χρησιμοποιούνταν κατά τον προεκλογικό αγώνα διαφόρων υποψηφίων, ασκώντας εκβιασμούς, απειλές και τρομοκρατία σε βάρος των πολιτικών αντιπάλων. Επειδή τα καφενεία στου Ψυρρή έσφυζαν από αυτούς τους περιθωριακούς τύπους, οι πολιτικοί άρχοντες αναζητούσαν ανάμεσά τους, εκείνους που θα τους στήριζαν πιο ικανοποιητικά στις δημόσιες συγκεντρώσεις.

Όσοι προσλαμβάνονταν, εκτός από την χρηματική αμοιβή που εισέπρατταν, απολάμβαναν κερασμένους τους καφέδες τους, αλλά και τα κουβανέζικα πούρα τύπου “Trabucos”, που μοίραζαν οι πολιτικοί άρχοντες προκειμένου να κερδίσουν την υποστήριξη όσων αποβρασμάτων είχαν βροντερή φωνή. Από κεί πήραν και τ’ όνομά τους. Τα υπόλοιπα ρεμάλια, παρέμεναν άνεργα, αφού “δεν έκαναν ούτε για ζήτω” (από εκεί προέρχεται η σχετική ρήση). 

 


 

Για το τέλος αφήσαμε τους Κουτσαβάκηδες : Αυτοί ήσαν ταραχοποιά στοιχεία, που σύχναζαν στα καφενεία του Ψυρρή. Ήταν τύποι με μακριές μουστάκες, αφόρετο το ένα μανίκι του σακακιού τους και μυτερά παπούτσια και σε διαρκή επιζήτηση της παρεξήγησης και του καβγά.

Οι κουτσαβάκηδες του Ψυρρή έδρασαν στην περίοδο 1862-1897. Φαίνεται ότι οι πρώτοι κουτσαβάκηδες ήταν Aϊβαλιώτες, εγκατεστημένοι στην Σύρο. Αργότερα, όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα, πολλοί Aϊβαλιώτες και Sυριανοί μάγκες εγκαταστάθηκαν στη συνοικία του Ψυρρή. Μετά την εκδίωξη του βασιλιά Όθωνα οι κουτσαβάκηδες γνώρισαν μεγάλες δόξες, γιατί τα κόμματα τους χρησιμοποιούσαν  και σαν τραμπούκους

Σύμφωνα με μία εκδοχή, ο λόγος που είχαν αφόρετο το μανίκι του σακακιού τους ήταν για να προλάβουν, σε περίπτωση επίθεσης από μέλος άλλης συμμορίας, να τυλίξουν το χέρι τους και να το προτάξουν για να προστατευτούν από το μαχαίρωμα, αφού τα αλληλομαχαιρώματα ήταν σύνηθες φαινόμενο. Η “Ακρόπολις” αναφέρει πως ονομάστηκαν “κουτσαβάκηδες” επειδή υποδύονταν ότι κούτσαιναν, εξ αιτίας δήθεν τραύματος που υπέστησαν σε συμπλοκή με την αστυνομία.

Άλλη εκδοχή, σύμφωνα με το “Σκρίπ”, είναι πως το όνομα το πήραν από έναν Πειραιώτη, τον Δημήτρη Κουτσαβάκη, έναν εριστικό δεκανέα του ιππικού.  

 


 

Αξίζει εδώ να ανοίξουμε μια παρένθεση για να πούμε δυο λόγια για τον Κουτσαβάκη και την παρέα του.

Από τους πιο ονομαστούς  μάγκες του Πειραιά ήταν ο Δημήτρης Κουτσαβάκης. Γεννήθηκε από πατέρα μάγκα και αργότερα έγινε βαρκάρης. Ό Κουτσαβάκης ήταν πασίγνωστος στον Πειραιά και τον έτρεμαν όλα τα λιμάνια της περιοχής.

Τον Απρίλιο του 1864  κατετάγη στο  Ιππικό, με τον Διονύση Διονυσιάδη αργότερα ιδρυτή του ομώνυμο Θεάτρου,  τον επιλεγόμενο «το παιδί της χήρας».

Έτσι, ο Κουτσαβάκης, ιππέας τώρα του Στρατού, έγινε αρχηγός παρέας αποτελούμενης από τον Διονυσιάδη, τον Μπεκάτσα, τον Αϊβαλιώτη. τον Γκράβιζα και τον Ψαρώνη, που κατέβαιναν κάθε τόσο στην Αγορά και στις συνοικίες κι' έσπαζαν στο ξύλο τους πρώην... συναδέλφους τους!

Η αστυνομία τους υποβοηθούσε ή μάλλον  έκανε τα στραβά μάτια. Κατά τα άλλα, ήταν καλοί στρατιώτες, ντυμένοι πάντα καθαρά και κομψά, πειθαρχικότατοι στους ανωτέρους τους κι' όταν δεν είχαν υπηρεσία, πήγαιναν στις διάφορες μικροταβέρνες, έπιναν τη ρετσίνα τους κι' έλεγαν τα τραγουδάκια τους.

 Ό Κουτσαβάκης είχε περίφημη φωνή κι' έπαιζε θαυμάσια κιθάρα. Όταν τραγουδούσε, σώπαιναν όλοι για ν' ακούσουν την «κελαϊδίστρα» του. Στις γειτονιές μισάνοιγαν τα «γρυλιά» των παραθύρων κι' οι κοπέλες αναστέναζαν.

Όταν απολύθηκε από το Στρατό, ο Κουτσαβάκης, έγινε βαρκάρης, παντρεύτηκε κι' έκανε παιδιά, που τα σπούδασε. Πέθανε γέρος και φτωχός στον Πειραιά. Οι συνάδελφοί του, βαρκάρηδες, τον έθαψαν με συνεισφορά. Άφησε, όμως, κληρονομιά περίβλεπτη... Το όνομά του σε όλους τους ψευτοπαλληκαράδες του μέλλοντος ενώ αυτός, τουλάχιστον, είχε καρδιά...

 


 

Απέναντι στους Κουτσαβάκηδες και τους λοιπούς νταήδες και μόρτες βρέθηκε  ένας γνωστός στην εποχή του αξιωματικός του στρατού ο Δημήτρης Μπαϊρακτάρης. Όταν διορίστηκε από τον Χαρίλαο Τρικούπη και ανέλαβε τα καθήκοντα του, ως αστυνομικός διευθυντής στου Ψυρρή, ο Δημήτριος Μπαϊρακτάρης έκανε σημαντικές εκκαθαρίσεις στην περιοχή με αποτέλεσμα να απαλλάξει την Αθήνα από τους κουτσαβάκηδες. Εκτός από τη φυλάκιση και το κούρεμα με την ψιλή, έδωσε εντολή να τους κόβουν το μισό μουστάκι (υποχρεώνοντάς τους να ξυρίσουν και το άλλο μισό – θανάσιμη προσβολή για τους μάγκες της εποχής). Τους έκοβε επίσης τις μύτες απ’ τα παπούτσια και το μανίκι που κρεμόταν, δηλαδή τα σύμβολα της ιδιότητάς τους.

Κατά τους Oλυμπιακούς Αγώνες του 1896 έφερε τους κλέφτες πορτοφολάδες στο φιλότιμο και δεν έγινε καμιά κλοπή για να μην ρεζιλευτεί η Ελλάδα. Τους έκανε αστυνόμους και κυνηγούσαν τους ξένους πορτοφολάδες!

O Mπαϊρακτάρης ήταν τολμηρός, δίκαιος και σκληρός, άνθρωπος του καθήκοντος. Χαστούκισε μάλιστα έναν κομματάρχη του Tρικούπη όταν του ζήτησε να βγάλει από το κρατητήριο κάποιον εγκληματία που ήταν του κόμματος.

Στα «Παρκερικά» ξυλοκόπησε δυο Άγγλους ναύτες και τους πέταξε στη θάλασσα γιατί πείραξαν μια Ελληνίδα. Εκείνος έπεισε τον Τρικούπη να ψηφίσει το νόμο για τα πνευματικά δικαιώματα των συγγραφέων.

Εξιχνίασε επίσης με πρωτότυπο τρόπο πολλά  εγκλήματα που διαπράχτηκαν στην Αθήνα, και  συνέβαλε  στην αντιμετώπιση των γυμνιστών στο Φάληρο.

kg

Πηγές:

https://kataggeilte.blogspot.com/2020/02/blog-post_516.html

https://www.xanianews.gr/2017/06/blog-post_33.html

https://rempetikogeo69.blogspot.com/2019/01/mortes-magkes-kai-o-mpairaktaris.html

http://boraeinai.blogspot.com/2021/03/1890.html

https://slpress.gr/politismos/ta-koytsavakia-sta-rempetika-tragoydia-koytsavaki-imoyna-me-pistolia-epaiza/

 

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2020

Κάποτε στην Μυτιλήνη του περασμένου αιώνα

 


Μια Φορά και έναν Καιρό

Κάποτε στην Μυτιλήνη του περασμένου αιώνα

Διαβάζαμε στην καθημερινή λεσβιακή εφημερίδα «Ελεύθερος Λόγος» της 8ης Οκτωβρίου 1918 σχόλιο όπου οργίλος συντάκτης «τίλλει τας τρίχας της κεφαλής του» για όσα απαράδεκτα συμβαίνουν στους δρόμους της πόλεως με τους μαθητές τις ώρες που δεν βρίσκονται εντός του σχολείου ή κλειδαμπαρωμένοι πίσω από τα κουφωτά παντζουρόφυλλα του σπιτιού τους, αλλά κυκλοφορούν ελευθέρως και διαπράττουν μύριες όσες πρωτοφανείς σκανταλιές.

Του ΝΙΚΟΥ ΑΜΜΑΝΙΤΗ

Διότι σύμφωνα με τα υπονοούμενα στο αρθρίδιο αυτά δεν ήσανε παιδιά, αλλά ο ΒελζέΒούλης αυτοπρόσωπα» σε ηλικία... «μείρακος» με σχολική περιβολή. Φόραγε δηλαδή στο κεφάλι του πηλήκιο διακοσμημένο στην μπροστινή του όψη με κουκουβάγια που είχε κάτι ματάρες «ΝΑ», τις οποίες όμως έκλεινε κατά περίπτωση παρακολουθώντας τα δρώμενα στας «ρύμας και τας αγυιάς» της πρωτευούσης του νησιού. Ή, ακόμα χειρότερα, φερόντουσαν σαν σαρακηνοί επιδρομείς, ενδεχομένως και σαν Κορύβαντες που ξεπήδησαν από τα έγκατα της γης για να ταράξουν τη γαλήνη των κατοίκων. Και φαίνεται πως η κατάσταση είχε φτάσει πια στο μη περαιτέρω, αφού ο δημοσιογράφος, εκπρόσωπος δηλαδή της τετάρτης εξουσίας, καλεί εναγωνίως τις άλλες τρεις να επέμβουν δραστικά. Αλλά ας πάρωμε κατά σειρά τα γεγονότα που υπέσκαπταν τον ομαλό βίο της πόλεως.

Τα χρόνια εκείνα της αθωότητας υπήρχε ο θεσμός του «παιδονόμου», προσώπου δηλαδή επιφορτισμένου να επιβλέπει τη δημόσια εμφάνιση των μαθητών κατά τις ελεύθερες ώρες τους για να συμπεριφέρονται κοσμίως, να «ώσιν ευπρεπώς ενδεδυμένοι και εν χρω κεκαρμένοι», να φέρονται με σεβασμό εις τους ηλικιωμένους, όπως και στους ιερωμένους, έστω κι αν αυτοί αντί για καλυμμαύχι έφεραν... σαρίκι. Όλα αυτά είναι φυσικά αυτονόητα και έπρεπε οι κοινωνίες να τα τηρούν με σχολαστική ευλάβεια, επιβάλλοντας στα τέκνα τους σιδερένια πειθαρχία. Πλην όμως οι Λεσβίοι ήσαν ανέκαθεν εξ ιδιοσυγκρασίας επαναστάτες, με έντονα ανεπτυγμένο το αίσθημα της ελευθερίας. Και έχομε σαν πρόχειρη επιβεβαίωση της επαναστατικότητας τους το Βενιζελικό κίνημα του '35 το οποίον εξερράγη στο νησί όταν η στάση είχε κατασταλεί στην υπόλοιπη Ελλάδα και οι στασιασταί είχαν συλληφθεί και παραπεμφθεί στα στρατοδικεία. Έχει παραμείνει ανεξακρίβωτο αν έγινε η εξέγερση και σήκωσαν μπαϊράκι επειδή δεν κρατιόντουσαν ή επειδή κάποιος στην Αθήνα αμέλησε να τους ενημερώσει για τις νεώτερες εξελίξεις του κινήματος. 

 


Με το φιλελεύθερο πνεύμα που κυριαρχούσε, αλλά χωρίς ν' αποκλείονται και οι λόγοι οικονομίας, μιας και οι Μυτιληνιοί κατηγορούνται για τσιγκούνηδες καταργήσανε τον θεσμό του παιδονόμου, απέστειλαν τους ευόρκως υπηρετούντος στα σπιτάκια τους και ο ζείδωρος άνεμος της ελευθερίας που άρχισε να πνέει έκανε τους νεαρούς βλαστούς να ξεσαλώνουνε ασυγκράτητοι. Σημειωτέον, η παραπάνω κακόβουλη φήμη ότι οι Μυτιληνιοί είναι τσιγκούνηδες αναιρείται από μια ειδησούλα της ίδιας εφημερίδας που πληροφορεί το λεσβιακό κοινό ότι «ο κ. Κ. Λ. προσέφερε για το Κωδωνοστάσιο του ιερού ναού Ζωοδόχου Πηγής Λαγκάδας δρχ. είκοσι δύο (22) προερχόμενες εξ... εισφορών!». Εν πάση περιπτώσει, γράφει γεμάτος οδύνη στο σχόλιο του για το κατάντημα της κοινωνίας ο συντάκτης, περιγράφοντας με τα πιο μελανά χρώματα την ανοίκειο συμπεριφορά των τέκνων τους: «Άλλοτε είχομεν παιδονόμους οι οποίοι επέβλεπον την αγωγήν των παίδων εις τους δρόμους. Τότε, όταν το μεσημέρι και το βράδυ οι μαθηταί και αι μαθήτριαι επέστρεφαν εις τους οίκους των απήρτιζον σειράς κατά συνοικίας, ετίθετο ο φρονιμώτερος εκ των μαθητών επικεφαλής, όστις τους οδήγει και όστις κατήγγελλε κατόπιν τους παρεκτρεπομένους εξ αυτών...».

Αν και αγνοούμε το χρησιμοποιούμενο λεξιλόγιο και τη φρασεολογία της εποχής με την οποία συνδιαλέγονταν τα παιδιά μεταξύ τους, ευκόλως μπορούμε να συμπεράνουμε διαχρονικά για τον τίτλο που απενέμετο εις τους... «φρονιμωτέρους» εκ των μαθητών. Ανεξάρτητα από αυτό, πιστεύομε ότι για να φτάσει η καταγγελία στους δασκάλους περί των «παρεκτρεπομένων καθ’ οδόν», δεν αρκούσε οι μαρτυριάρηδες να είναι οι φρονιμώτεροι, αλλά για λόγους αυτοάμυνας χρειαζόταν να είναι και ψωμωμένοι... Είχαν λοιπόν καταργήσει από προοδευτικότητα τους παιδονόμους, που καθισμένοι τώρα στα καφενεία παρακολουθούσαν γεμάτοι χαιρεκακία την επελθούσα μεταβολή, με τους μαθητές να έχουν γίνει ασύδοτοι και να βγαίνουν φύρδην μίγδην από τις τάξεις μόλις βάραγε η κουδούνα, συμπαρασύροντας ό,τι ευρίσκετο στο διάβα τους. Τσαλαπατιόνταν κι αντί να κατευθυνθούν σεμνά και ταπεινά στα σπίτια τους στήναν καβγάδες μεταξύ τους, βρίζονταν, αλληλοκτυπιόνταν, πετροβολιόντουσαν, σίγουρα άνοιγαν κεφάλια, μα, το χειρότερο, μερικοί «κατήντησαν το φόβητρο των μαθητριών...». 


 Επειδή η ανθρώπινη φαντασία είναι αχαλίνωτος, όφειλε ο συντάκτης να είναι περισσότερο σαφής περί του «πώς» φόβιζαν τα κορίτσια. Ευτυχώς σπεύδει παρακάτω να διευκρινίσει περί του τι ακριβώς συνέβαινε με την ελάχιστα ιπποτική τους συμπεριφορά απέναντι στα θήλεα. Γράφει: «Κτυπώσιν, ωθούσι, λιθοβολούσιν, αρπάζουσι τα πράγματα των...». Εδώ γεννώνται φυσικά μερικές απορίες σχετικά με τα πράγματα που τους άρπαζαν. Διότι τα χρόνια εκείνα οι μαθήτριες δεν περιφέρονταν σαν… πριμαντόνες. Ούτε Ρίμελ στα τσίνουρα βάζανε, ούτε με μέϊκ-απ πασάλειβαν τις παρθενικές τους παρειές ούτε νύχια έβαφαν ούτε άλλα καλλυντικά προμηθεύονταν με την οκά. Τα δε αγόρια, πάλιν, δεν συνήθιζαν τότε να... «ψιμυθιώνονται» ώστε να τ' αρπάζουν για πάρτη τους. Όσο για τα «κινητά» για να στέλνουν sms, αυτά ανακαλύφθηκαν όταν αυτές γίνανε γιαγιάδες, αν βέβαια ακόμα ζούσαν. Επομένως, εκείνο που μπορεί να τους «αρπάζουσι» είναι κανένα μολυβδοκόνδυλο, κοινώς μολύβι, μια ξύστρα, γομολάστιχα ή τη μαύρη εκείνη πλάκα, την αποκαλούμενη «αβάκιο», όπου έγραφαν κάτι πρόχειρο ή έκαναν πράξεις αριθμητικής. Και επειδή ήταν νοικοκυροκόριτσα, είχανε δεμένο στην κορνίζα της πλάκας για να σβήνουν τα γραμμένα ένα υγρό σφουγγαράκι νοτισμένο με νερό. Αυτή ήταν όλη κι όλη η κινητή περιουσία που κουβάλαγαν μαζί τους. Αλλά τα ίδια ακριβώς αντικείμενα είχανε όλοι οι μαθηταί. Άρα ΠΟΙΟΣ ο λόγος που γινόταν το γιουρούσι; Μάλλον εφορμούσαν στα θήλεα για σχετικό... «λαφτάκιασμα» κι όχι για να λαφυραγωγήσουνε την πραμάτεια τους...

Αυτό ασφαλώς συμπεραίνει ανατριχιάζοντας ο πονηρούλης σχολιαστής και γεμάτος από δικαιολογημένη οργή, μετατρέπει τη γραφίδα του σε ρομφαία και ξεσπαθώνει: «Αι ασχημίαι αυταί πρέπει να λείψωσι. Και θα λείψωσι αν διορισθώσι παιδονόμοι κατά συνοικίας, πληρωνόμενοι από τας σχολικάς περιουσίας οι δε μαθηταί και αι μαθήτριαι, όταν σχολάσωσιν, να καταρτίζωσι σειράς, να επιβλέπωνται και να οδηγώνται υπό των φρονιμωτέρων εξ αυτών...».

Και ένας τελείως ηλίθιος μπορεί να φαντασθεί τη χοντρή γροθοπατινάδα που θα έπεφτε μεταξύ των μαθητών προκειμένου να επικρατήσει ο... φρονιμώτερος που θα τους οδηγούσε... Ας επωφεληθούμε πάντως στις μέρες μας του δημοσιεύματος, το οποίον οφείλομε να καταστήσωμε ευρύτατα γνωστό, ώστε όταν συναντούμε αφηνιασμένα κατά κάποιο τρόπο παιδόπουλα, που κατά κάποιο τρόπο είναι μαθητές, να προκαλούν το δημόσιο αίσθημα μ' ένα σωρό «απρέπειες», να μπορούμε να επιδεικνύουμε απεριόριστη κατανόηση και, αντί της γνωστής και τετριμμένης δικαιολογίας: «Αυτά συμβαίνουν και εις Παρισίους», να λέμε απλά, γεμάτοι υπερηφάνεια και εθνικιστική έξαρση: «Αυτά συνέβαιναν και στη Μυτιλήνη τον περασμένο αιώνα...».

 ΤΟ ΠΑΡΟΝ 16.5.2010