Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 30 Ιουλίου 2023

Η απόδραση Καραμανλή στο Παρίσι και η επιστροφή

 


Η απόδραση Καραμανλή στο Παρίσι και η επιστροφή

Ξαφνική αναχώρηση στο Παρίσι

Το απόγευμα της 9ης Δεκεμ­βρίου 1963 ήταν ψυχρό. Μαύρα σύννεφα είχαν μαζευτεί στον ουρανό, κι οι διαβάτες τυλιγμένοι στα παλτά τους προχωρούσαν βιαστικά στους κεντρικούς δρό­μους. Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή, έπειτα άλλη και ταυτόχρο­να μια ομάδα από εφημεριδοπώ­λες σκορπίστηκαν στη Σταδίου και στην πλατεία Κλαυθμώνος για ν' αναστατώσουν την πρωτεύ­ουσα με τις φωνές τους:

— Έφυγε ο Καραμανλής!

— Ο Καραμανλής στο Παρίσι!

— Απεχώρησε της πολιτικής!

Η είδηση έπεσε σαν βόμβα στην Αθήνα. Οι περαστικοί στα­ματούσαν κι αγόραζαν τα παραρ­τήματα των εφημερίδων με τους μεγάλους ζωηρούς τίτλους στις πρώτες σελίδες: «Ο κ. Καραμαν­λής απεχώρησε της πολιτικής ζωής και της ηγεσίας του κόμμα­τος του. Ανεχώρηοε την 2αν μ.μ. οήμερον διά Παριοίους. Θεωρεί εαυτόν ακατάλληλον δια πολιτικόν ουμβιβαομόν. Αρχηγός της ΕΡΕ ωρίσθη ο κ. Π. Κανελλό­πουλος.»

Τα δραματικά γεγονότα που θα σημάδευαν την πολιτική ιστορία του τόπου, είχαν εξελιχθεί ως ε­ξής: Στις 8.30 της 9ης Δεκεμβρί­ου, ο διευθυντής του γραφείου Τύπου του Κ. Καραμανλή πήρε έ­να τηλεφώνημα του τότε αρχη­γού της ΕΡΕ:

  Γιάννη φεύγουμε το μεση­μέρι για το Παρίσι... Κλείσε τρία εισιτήρια, και ετοίμασε τη βαλί­τσα σου... Αλλά δεν θα πεις τίπο­τα σε κανένα. Δεν θα ήθελα σκηνές και συγκεντρώσεις έξω από το σπίτι ή το αεροδρόμιο...


 

Αιφνιδιαστικά

Η απόφαση της αναχώρησης ανακοινώθηκε από τον Κ. Καραμανλή αιφνιδιαστικά, όχι μόνο στο διευθυντή του γραφείου Τύπου του, αλλά και στην τότε σύζυγο του Αμαλία, η οποία πληροφορήθηκε ότι θα έφευγαν για το Παρίσι την 12.30 της περασμένης νύχτας, ενώ βρισκόταν σ' ένα φιλικό σπίτι. Έσπευσε τότε στο διαμέρισμα της για να ετοιμάσει τις αποσκευές της. Γύρω στις 12.30, ο Κ. Καραμανλής ειδοποίησε για την αναχώρηση του τον Παν. Κανελλόπουλο, ο οποίος μετέβη αμέσως στο διαμέρισμα της οδού Καρνεάδου, όπου έμενε τότε ο ιδρυτής της ΕΡΕ. Οι δύο άνδρες παρέμειναν για λίγο μόνοι συνομιλούντες. Κατόπιν, ο Π. Κανελλόπουλος στον οποίον ο Καραμανλής ανέθεσε την αρχηγία της ΕΡΕ, συνόδευσε τον Μακεδόνα πολιτικό μέχρι το αεροδρόμιο, όπου τον αποχαιρέτησε συγκινημένος. Όλα έγιναν σύντομα και αθόρυβα. Οι Αθηναίοι, κι ύστερα από λίγο όλοι οι Έλληνες, πληροφορήθηκαν με κατάπληξη την αναχώρηση του ιδρυτού της ΕΡΕ στο εξωτερικό, κι αναρωτήθηκαν:

— Γιατί έφυγε ο Καραμανλής;

Τι ήταν εκείνο που τον ανάγκασε να αυτοεξορισθεί παραιτούμενος από την ηγεσία του κόμματος του που ο ίδιος ίδρυσε, και από την πολιτική, αντί να μείνει και να δώσει τη μάχη κατά των πολιτικών του αντιπάλων;


 

Η επιστολή του

Τη μόνη υπεύθυνη εξήγηση, θα μπορούσε να δώσει η επιστολή του αρχηγού της ΕΡΕ προς τους βουλευτές του κόμματος του, που δημοσιεύθηκε την επομένη. Αλλά και η επιστολή εκείνη, δεν εκρίθη σαν αρκετά σαφής. Και ίσως δεν ήταν για κείνη την εποχή. Αργότερα, κάτω από το φως των εξελίξεων, τα ασαφή της σημεία, αποκτούσαν μια νέα σαφήνεια; «...Το αποτέλεσμα της τελευταίας εκλογής, ενίσχυσε την πεποίθηση μου, ότι δεν υφίστανται εις την χώραν αι συνθήκαι εκείναι τας οποίας εθεώρησα πάντοτε απαραιτήτους διά να εκπληρώσω την αποστολήν μου, όπως εγώ τουλάχιστον την αντιλαμβάνομαι. Τα προηγηθέντα εξάλλου, αλλά και τα επακολουθήσαντα των εκλογών γεγονότα απέδειξαν, ότι το πολίτευμα της χώρας πλημμελώς λειτουργεί υπό το κράτος των εκβιασμών...»

Και συνέχιζε: «Οταν ένας πολιτικός γνωρίζει τι πρέπει να γίνει εις την χώραν του και δεν δύναται να το πραγματοποιήσει διότι του αρνούνται τις αναγκαίες προϋποθέσεις, οφείλει αντί να συμβιβάζεται με τη συνείδησίν του, να αποχωρεί. Άλλως, η παραμονή του εις την ενεργόν πολιτικήν, όχι μόνον καθίσταται αμφιβόλου χρησιμότητος, αλλά είναι δυνατόν, εις ορισμένας περιπτώσεις να αποβαίνει και επιβλαβής...».

Πολλά χρόνια αργότερα, ο Κων. Τσάτσος, θα έδινε μια πληρέστερη εξήγηση: «Ο Καραμανλής αυτοεξορίστηκε για να αποτρέψει τον εθνικό διχασμό. Αν και μέχρι μυελού οστέων άνθρωπος της πράξεως, το πάθος της εκπληρώσεως του χρέους, υπήρξε σ' αυτόν δυνατότερο από το πάθος της πράξεως. Προτίμησε να θυσιάσει τη δράση παρά να δει την Ελλάδα (που χρειαζόταν ήρεμο πολιτικό βίο για να συνεχισθεί το έργο της οκταετίας) να κλυδωνίζεται από ασίγαστα πάθη, όπως πολλές φορές στο παρελθόν. θυσίασε γι' αυτό την πολιτική του σταδιοδρομία και σιώπησε».

Ο βιογράφος του Μωρίς Ζενεβουό, της Γαλλικής Ακαδημίας, δίνει τη δική του συμπληρωματική εξήγηση: «Έχοντας πειστεί πως η λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος ήταν αδύνατη χωρίς τις ριζικές μεταβολές που μάταια και επίμονα είχε συστήσει -καθώς ανήμπορος πλέον και στις πρωτοβουλίες και στις πράξεις, συνθλιβότανε ανάμεσα στο στέμμα και στη δημοκοπία των αντιπάλων του- παρέμεινε αμετακίνητος στην εφεκτική του στάση και στην αποχή του»...


 

Μια άλλη εξήγηση

Στις εξηγήσεις αυτές, θα πρέπει να προστεθεί ίσως και μια εξήγηση μη πολιτική: Ο χαρακτήρας του κ. Καραμανλή. Ο Καραμανλής έχει επανειλημμένα αφηγηθεί, πως ο πατέρας του του έλεγε ότι «δεν κάνει γι' αυτό το επάγγελμα» (την πολιτική).

Δεν ήταν καμωμένος για συμβιβασμούς, συναλλαγές, κομπίνες. «Ή θα συμβιβαστείς και δεν θα είσαι πια ο Κώστας ή θα κρατήσεις την ακαμψία σου και θα αποτύχεις, Όπως και να 'ναι, θα υποφέρεις...» Φαίνεται ότι υπέφερε. Υπάρχουν δυνατοί χαρακτήρες τους οποίους δεν ενοχλεί η συκοφαντία, η πολεμική, οι άδικες κατηγορίες, τα μη ορθόδοξα μέσα. Στην πολιτική υπάρχουν και άλλοι που δεν αντέχουν, που «υποφέρουν», όπως ο γιος του δασκάλου από την Πρώτη Σερρών. Από την γαλλική πρωτεύουσα πια, ο πολιτικός ηγέτης θα παρακολουθούσε τα όσα διαδραματίζονταν στην Ελλάδα.

Ο τόπος οδηγείται σε εκτροπή

 

Το Παρίσι είναι όμορφο το φθινόπωρο. Αυτή την εποχή έφθασε στην «πόλη του φωτός» ο σημερινός πρόεδρος και θα έμενε 11 ολόκληρα χρόνια. Στην αρχή εγκαταστάθηκε σ' ένα διαμέρισμα της Αβενί Ανρί Μαρτέν, αργότερα σ' ένα άλλο του Μπουλβάρ Μαγιό και τέλος στο γνωστό στους Ελληνες επισκέπτες του Παρισιού, αλλά και στους Παριζιάνους διαμέρισμα του Μπουλβάρ Μονμορανσί, σ' ένα από τα πιο γοητευτικά σημεία της γαλλικής πρωτεύουσας, στο ακτινωτό της Ετουάλ κοντά στο δάσος της Βουλώνης.

Στην Ελλάδα τα πολιτικά γεγονότα ήταν ανησυχητικά. Η κρίση στις σχέσεις Βασιλέως-Γ. Παπανδρέου, η διάσπαση του Κέντρου, αλλά συγχρόνως διάσπαση και μέσα στις τάξεις της ΕΡΕ. Ίσως όχι τόσο εμφανής όπως στο Κέντρο, αλλά δεν έπαυε να υπάρχει. Στους μοναχικούς του περιπάτους, κάτω από ένα γκρίζο ουρανό στο δάσος της Βουλώνης, ο Κ. Καραμανλής προβληματιζόταν για τα όσα συνέβαιναν στην πατρίδα του. Εκείνος ήξερε να βλέπει καθαρά πού βάδιζε ο τόπος.

 


 

Προειδοποιούσε

Οι επισκέπτες που έφθαναν από την Αθήνα ήσαν πολλοί. Όλοι του απηύθυναν έκκληση να επιστρέψει, κι άλλοι προσπαθούσαν να του αποσπάσουν κάποια δήλωση. Μάταιος κόπος. Σ' όλο αυτό το διάστημα όμως, δεν έπαυε να διατηρεί αλληλογραφία με τους πολύ στενούς του συνεργάτες, τους οποίους προειδοποιούσε για τους κινδύνους που διέτρεχε η χώρα. Παραμονές του πραξικοπήματος του 1967, έγραφε στον Κων. Τσάτσο:

«...Την ανωμαλία τη σημερινή τη δημιουργεί ο φόβος ότι η πλειοψηφία Παπανδρέου-ΕΔΑ θα οδηγήσει στην ανατροπή των πάντων...». Πρότεινε να προχωρήσουν σε άμεσες εκλογές, ή να σχηματισθεί κυβέρνηση μέσα από τη Βουλή η οποία θα φρόντιζε να ηρεμήσει το πολιτικό κλίμα, θα ετοίμαζε τις εκλογές για το Νοέμβριο και συμπλήρωνε: «Δεν ξέρω εάν υπάρχουν δυνατότητες προς την κατεύθυνση αυτή, διότι μαθαίνω ότι όλοι έχετε τρελαθεί. Εάν δεν γίνει ούτε το ένα, ούτε το άλλο, ο τόπος θα οδηγηθεί σε εκτροπή...».


 

Σημαντικές δηλώσεις

Δυστυχώς, η εκτροπή ήταν πλέον θέμα ωρών και το πραξικόπημα έγινε με οδυνηρά αποτελέσματα. Σε χρονικές στιγμές που είχαν ιδιαίτερη σημασία, ο Καραμανλής έσπαγε τη σιωπή του και κεραυνοβολούσε τη χούντα.

Οι δηλώσεις του έπαιρναν ευρεία δημοσιότητα από όλες τις μεγάλες εφημερίδες του κόσμου και τα διεθνή δημοσιογραφικά πρακτορεία. Η απήχηση που είχαν αυτές οι δηλώσεις ανησυχούσαν τους δικτάτορες. Ένα χρόνο μετά το ψευτοδημοψήφισμα του Παπαδόπουλου, τόνιζε πως αν οι «κυβερνώντες» δεν αντιλαμβάνονταν το καθήκον τους ν' αποχωρήσουν, «οφείλουν να τους υποδείξουν οι εξ αγαθής προαιρέσεως συστρατευθέντες μετ' αυτών αξιωματικοί».

Στις 23 Απριλίου του 1973, τόνιζε ο εξόριστος ηγέτης: «Δεν θα εδικαιούτο βέβαια να αξιώσει κανείς από άνδρας στρατιωτικούς πολιτικήν σοφίαν, θα ανέμενε όμως, ευλόγως, ειλικρίνειαν και θάρρος. Και νομίζω, ότι είναι καιρός για τους κυβερνώντες να αποδείξουν ότι κατέχουν τας αρετάς αυτάς. Είναι καιρός να τερματίσουν τον εμπαιγμόν του ελληνικού λαού και να του δώσουν μια σαφή και έντιμον προοπτικήν για το πολιτικόν του μέλλον. Γιατί τα περί δημοκρατικής διαπαιδαγωγήσεως των Ελλήνων υπό καθεστώς δικτακτορίας, όπως και τα στοχοδιαγράμματα που είναι άγνωστα στην ίδια την κυβέρνηση, αποτελούν φαιδρολογήματα, τα οποία αδικούν τη νοημοσύνην του λαού, αλλά δίδουν και το μέτρο της νοημοσύνης εκείνων που τα προβάλλουν...».

Η επιστροφή και η ανοικοδόμηση

 

Όταν μετά το εγκληματικό πραξικόπημα της χούντας και του Σαμψών κατά του Μακαρίου, οι Τούρκοι βρήκαν την ευκαιρία που ζητούσαν για την εισβολή, η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων στην Αθήνα, πανικόβλητη μπροστά στο κακό που συνετελέσθη, αποφάσισε να παραδώσει την διακυβέρνηση στους πολιτικούς. Ο «πυρήνας» όμως της χούντας διαφώνησε. Ύστερα από πολλές εκκλήσεις του στρατηγού Φ. Γκιζίκη προς τον Ιωαννίδη, ο τελευταίος, με έκδηλη δυσφορία, δήλωσε ότι θα υποκύψει μεν στην επιθυμία της ηγεσίας των Εν. Δυνάμεων να δοθεί πολιτική λύση, αλλά τόνισε ότι δεν συμφωνούσε μ' αυτήν.

Ο «αόρατος δικτάτορας» που θα μπορούσε εκείνη τη στιγμή να αχρηστεύσει εύκολα όλους όσοι προσανατολίζονταν στην επιστροφή του κοινοβουλευτισμού, φάνηκε απίστευτα «βολικός», επειδή είχε τρομάξει από το μέγεθος της καταστροφής που ο ίδιος προκάλεσε στην Κύπρο. Δεν έφερε αντίρρηση στον Γκιζίκη, αλλά και δεν εγκατέλειψε τα σχέδια του να «χτυπήσει» αιφνιδιαστικά τους πάντες σε χρόνο που αυτός θα έκρινε κατάλληλο. Και οι αμετανόητοι πιστοί του περίμεναν ανυπόμονα το σύνθημα του.

Περικυκλωμένος

 

Επομένως, την ώρα που ήλθε στην Ελλάδα ο Καραμανλής, βρισκόταν ουσιαστικά περικυκλωμένος από τους εχθρούς της Δημοκρατίας, που βυσσοδομούσαν στο σκοτεινό παρασκήνιο. Το μέγα πλήθος και το μέγα πάθος που παρατηρήθηκε στην υποδοχή του Καραμανλή (όμοιο του οποίου ξανάδε η χώρα μόνο στην απελευθέρωση από τους Γερμανούς) ξάφνιασε ξένους και ντόπιους παράγοντες, που επιθυμούσαν μια κατάσταση κάπως μεταβατική, στην οποία η ηγεσία των Εν. Δυνάμεων θα έπαιζε αποφασιστικό ρόλο. σύμφωνα με το τουρκικό πρότυπο. Γι' αυτό, και οι παράγοντες αυτοί, δεν ήθελαν τον Καραμανλή, επειδή αντιπροσώπευε την αληθινή δημοκρατία. Το γεγονός διαισθάνθηκε υποσυνείδητα όλος ο λαός, ακόμα και οι παλαιοί κομματικοί αντίπαλοι του Καραμανλή, που αντιλαμβάνονταν ότι μόνη εγγύηση επιστροφής στη δημοκρατία, ήταν ο αυτοεξόριστος εθνικός ηγέτης.

«Ένας άνθρωπος ήλθε και ορκίσθηκε μόνος», είπε επιγραμματικά ο Γεώργ. Μαύρος. Σε χρόνο ρεκόρ, ο Καραμανλής σχημάτισε κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, υπερκομματική με υπουργούς που είχαν αναπτύξει αντιστασιακή δραστηριότητα. Αν και ισορροπούσε σε ένα τεντωμένο σχοινί, απέλυσε όλους τους πολιτικούς κρατούμενους και με τη βοήθεια του Ευάγγ. Αβέρωφ και του Σόλωνα Γκίκα, διέλυσε την ΕΣΑ, συνέλαβε τον Ιωαννίδη και τους άλλους πραξικοπηματίες, όπως και τους βασανιστές, που δικάστηκαν και καταδικάστηκαν. Επανέφερε στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως τους διωγμένους, όπως και τους απόστρατους και απότακτους του Ναυτικού, νομιμοποίησε το ΚΚΕ, κι όλα τα κόμματα λειτούργησαν ελεύθερα. Ως «εσχάτη πράξη διαμαρτυρίας» έναντι της Συμμαχίας για το Κυπριακό, ο Καραμανλής πήρε την απόφαση αποχωρήσεως από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ και κατήγγειλε την Τουρκία ότι απειλεί την παγκόσμια ειρήνη με προσφυγή στον ΟΗΕ.

Η Νέα Δημοκρατία

 

 

Ιδρύει τη «Νέα Δημοκρατία» και στις εκλογές της 17ης Δεκεμβρίου 1974, κερδίζει το εντυπωσιακό ποσοστό των 54,37%. Το δημοψήφισμα του Δεκεμβρίου 1974, τερματίζει το πολιτειακό, που είχε ταλανίσει επί γενεές γενεών το λαό. Το νέο Σύνταγμα άνοιξε θεσμικά τη δημοκρατική αυλαία. Επί πρωθυπουργίας του, σταδιοδρόμησε η περισσότερη και καλύτερη δημοκρατία που είχε γνωρίσει ο τόπος στα 160 χρόνια της ανεξαρτησίας.            %

Το εκλογικό σώμα, ανανέωσε την εμπιστοσύνη του στον Καραμανλή στις εκλογές του 1977. Σ' αυτήν την περίοδο της πρωθυπουργίας του, οικοδόμησε μια σύγχρονη και προοδευτική Δημοκρατία και εξόπλισε την ελληνική Πολιτεία με νέους εύρωστους θεσμούς που έλαβαν συνταγματική κατοχύρωση. Το Σύνταγμα του 1975, θεωρείται ένα από τα πιο συγχρονισμένα των χωρών της Ευρώπης.

Αντιμετώπισε με ψυχραιμία και σύνεση τις τουρκικές προκλήσεις και, χωρίς να κάνει καμιά παραχώρηση εις βάρος των εθνικών συμφερόντων, απέτρεψε δύο φορές τον πόλεμο με την Τουρκία.

Ο άλλοτε υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Ιχσάμ Τσαγλαγιανγκίλ, θα ομολογήσει στα απομνημονεύματα του για τον Καραμανλή, ότι «Πάντα ήταν ρεαλιστής» και ότι «Γνώριζε τι θα μπορούσαν να δεχθούν οι Τούρκοι και σε ποια σημεία θα επιμείνουν...».

Υπήρξε ο αρχιτέκτονας της εντάξεως της Ελλάδας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Ύστερα από μακροχρόνιες προσπάθειες του, η χώρα μας έγινε από την 1η Ιανουαρίου 1981  το δέκατο μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

Ευρωπαϊκή πολιτική

Η ευρωπαϊκή του πολιτική είναι απόρροια της βαθιάς και μακροχρόνιας πίστεως του στην Ευρώπη και στο μέλλον της. Πιο Ευρωπαίος από τους Ευρωπαίους, αγωνίστηκε επί πολλά χρόνια για την ενοποίηση της Ευρώπης. Σε αναγνώριση αυτού του αγώνα του, τιμήθηκε με τα βραβεία Καρλομάγνου και Σουμάν. Εξασφάλισε την επανένταξη της Ελλάδας στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, ανέβασε το διεθνές κύρος της χώρας και διηύρυνε τις διεθνείς σχέσεις προς τα Βαλκάνια, τη Σοβιετική Ένωση, τις τότε ανατολικές χώρες, την Κίνα, τον αραβικό και τον Τρίτο Κόσμο. Οι Έλληνες, ασχέτως πολιτικών πεποιθήσεων, αναγνωρίζουν το έργο και τη συμβολή του Κων. Καραμανλή στην οικοδόμηση του σύγχρονου ελληνικού κράτους, και γενική είναι η διαπίστωση, ότι επί δύο θητείες στον ανώτατο θώκο της Πολιτείας, ως πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, ο Καραμανλής αγωνίσθηκε για τις πάγιες αξίες της Δημοκρατίας, της Ελευθερίας και της γαλήνης αυτού του τόπου...

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (6.3.1994)

 

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2020

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ




ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΤΗΣ 1ης ΙΟΥΝΙΟΥ

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ

Όταν, περί το τέλος Μαΐου 1973, εκδηλώθηκε το Κίνημα στο Ναυτικό, αυτό υπήρξε ένα γεγονός πολύ σοβαρότερο και από τις φοιτητικές αναταραχές. Η Κυβέρνηση των Συνταγματαρχών τότε επεδίωξε να υποβαθμίσει τη σημασία τού κινήματος, το οποίο χαρακτήρισε «οπερέττα»:
«Υπό ολίγων αποστράτων και αποτάκτων αξιωματικών κατεβλήθη προσπάθεια διεισδύσεως εις τας Ενόπλους Δυνάμεις δια τού σχηματισμού παρανόμου οργανώσεως. Καθ' όλας τας ενδείξεις η προσπάθεια κατηυθύνετο από το εξωτερικόν και δη υπό των εις τα διαφόρους ευρωπαϊκός χώρας αυτοεξορίστων Ελλήνων. Εις το πλαίσιον της προσπάθειας αυτής κείνται: α) η γνωστή ανακοίνωσις τών τεσσάρων αποστράτων πρώην Αρχηγών τού Επιτελείου· β) η επακολουθήσασα δήλωσις τού πρώην πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή- γ) η πρόσφατος ανακοίνωσις των 34 αποτάκτων, οι οποίοι κατ' επανάληψιν επωφελήθησαν της επιεικείας, την οποίαν έδειξε προς αυτούς η Επανάστασις [...] Και η κίνησις αυτή απεδείχθη οπερεττική και ως σύλληψις και ως εκτέλεσις».
Τα πράγματα, βεβαίως, δεν ήταν ακριβώς όπως τα παρουσίαζε η κυβερνητική ανακοίνωση. Η υπόθεση, αντιθέτως, είχε βρει σοβαρή απήχηση στο Ναυτικό ως συγκινούσα τους βασιλόφρονες κυρίως αξιωματικούς. Συνέβη δηλαδή το 1973 το αντίθετο προς ό,τι είχε συμβεί το 1935, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος βάσιζε την επαναστατική του δραστηριότητα στο Πολεμικό Ναυτικό, το οποίο, τότε, κατά πλειοψηφία, είχε ταχθεί υπέρ της Αβασιλεύτου.
Ο Ευάγγελος Αβέρωφ, πρωταγωνιστής, από το πολιτικό παρασκήνιο, τον Κινήματος, θα αποκαλύψει μία εβδομάδα αργότερα στον Σπύρο Μαρκεζίνη ότι το κίνημα είχε προδοθεί λίγο πριν αυτό εκδηλωθεί. Το σχέδιο, που είχε καταστρωθεί προσεκτικά, προέβλεπε την κατάληψη ενός ελληνικού νησιού και, εν συνεχεία, τη διαπραγμάτευση μιας συμβιβαστικής λύσεως για την έξοδο της Χώρας από τη δικτατορία. Ο Αβέρωφ δεν φαινόταν να ανησυχεί ακόμη τότε — ήταν η 7η Ιουνίου — για τον εαυτό του· αντιθέτως, ο υφυπουργός Β. Σταματόπουλος του είχε πει ότι μία ενδεχομένη πολιτική εξέλιξη θα περιελάμβανε κυβέρνηση Αβέρωφ.
Τη σημασία των γεγονότων στο Ναυτικό προέβαλλαν έντονα οι ξένοι ραδιοφωνικοί σταθμοί στα ελληνικά προγράμματα και η πληροφορία περί ανταρσίας του αντιτορπιλικού «Βέλος»,  την στιγμή που συμμετείχε σε συμμαχική άσκηση του ΝΑΤΟ, πλούτισε, όπως ήταν φυσικό, την διεθνή ειδησεογραφία. Το «Βέλος», με κυβερνήτη τον αντιπλοίαρχο Ν. Παππά ως γνωστό εισήλθε στα ιταλικά χωρικά ύδατα.
Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος θα αρνηθεί να κάνει οποιοδήποτε σχόλιο για το Κίνημα, αλλά το Γαλλικό Πρακτορείο θα μεταδώσει:
«Την έκπληξίν των εκφράζουν τα μέλη του περιβάλλοντος τού Βασιλέως Κωνσταντίνου σχετικώς με τας πληροφορίας, αι οποίαι αφήνουν να υπονοηθεί ότι ο αυτοεξόριστος Μονάρχης θα ήτο δυνατόν να είναι αναμεμιγμένος εις την υπόθεσιν της ανταρσίας του Πολεμικού Ναυτικού. Αυτό τούτο το γεγονός ότι η συνομωσία εχαρακτηρίσθη ως οπερεττική από τον εκπρόσωπον της Κυβερνήσεως μειώνει την σημασίαν της υποθέσεως, εν σχέσει με την οποίαν ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος δεν θα προβεί, κατά πάσαν πιθανότητα, εις καμίαν δήλωσιν. Υπενθυμίζεται ότι από της 13ης Δεκεμβρίου 1967, απ' αρχής της αυτοεξορίας του εις την Ιταλίαν, ο Βασιλεύς έχει αρνηθεί να προβεί εις οιανδήποτε δήλωσιν δια την κατάστασιν εν Ελλάδι. Και δεν έχει την πρόθεσιν να μεταβάλει την γραμμήν του».
Το καθεστώς Παπαδοπούλου δεν θα προχωρήσει τις διώξεις σε βάθος, διότι θα κινδύνευε να διαλύσει το Ναυτικό. Θα περιορισθεί να συλλάβει, στις 2 Ιουλίου 1973, εβδομήντα αξιωματικούς εν ενεργεία και αποστράτους για «συμμετοχή σε στασιαστικό κίνημα» και την επομένη τον Ευάγγελο Αβέρωφ και τον Πέτρο Γαρουφαλιά. Η σχετική κυβερνητική ανακοίνωση ανέφερε ειδικότερα, ως προς τους δύο πολιτικούς:
«Ο κ. Ε. Αβέρωφ ήτο πολιτικός σύμβουλος των κινηματιών και σύνδεσμος μεταξύ τούτων και του κ. Κ. Καραμανλή. Την 19 Μαΐου 1973 παρέδωσε εις τους κινηματίας σχέδιον διαγγέλματος, το οποίον ούτοι θα απηύθυναν εκ Σύρου [...] Ο κ. Π. Γαρουφαλιάς ανέλαβε να ενισχύσει τους κινηματίας δια ποσού 5.000.000 δρχ. προς παροχήν βοηθείας εις τας οικογενείας των μονίμων αξιωματικών, των υπηρετούντων εις τα πλοία τα οποία εσχεδίαζαν να κινήσουν οι στασιασταί».
Ο Κ. Καραμανλής, με δηλώσεις του στο πρακτορείο «Ηνωμένος Τύπος», θα αρνηθεί οποιαδήποτε ανάμειξη στην ανταρσία και το περιεχόμενο των δηλώσεων του θα επιβεβαιώσει και ο Π. Κανελλόπουλος, ο οποίος θα εκφράσει την ανησυχία του για τη σύλληψη του Αβέρωφ και του Γαρουφαλιά. Οι συλληφθέντες, τελικά, θα αμνηστευθούν και στην αμνηστία εκείνη ο Γ. Παπαδόπουλος θα συμπεριλάβει, και τον Αλέκο Παναγούλη.

ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΟ


Αμέσως μετά το Κίνημα στο Ναυτικό, κηρύχθηκε, την 1η Ιουνίου 1973, η Αβασίλευτος Δημοκρατία. Μετά τη σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, που συνήλθε εκτάκτως, ο Πρωθυπουργός Γ. Παπαδόπουλος, στον οποίο ανετέθησαν και τα καθήκοντα τού Προσωρινού Προέδρου της Δημοκρατίας, μίλησε από το ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο:
«[...] Εντός μηνός θα τεθούν υπόψιν τού Ελληνικού Λαού εν σχεδίω αι απαραίτητοι θεμελιώδεις καταστατικαί διατάξεις δια την προσαρμογήν τού Συντάγματος εις το εγκαθιδρυόμενον δημοκρατικόν πολίτευμα [...] Εντός διμήνου από σήμερον θα κληθεί ο Ελληνικός Λαός, όπως, δια Δημοψηφίσματος, αποφανθεί επί τής πολιτειακής μεταβολής και των αναγκαίων συνταγματικών μεταρρυθμίσεων».
Ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος θα αποδεχθεί τη διαδικασία τού δημοψηφίσματος και σε συνέντευξη του στους «Κυριακάτικους Τάιμς» θα δηλώσει μεταξύ άλλων:
«Εφόσον δεν αποφασίσει άλλως ο Λαός, θεωρώ εαυτόν Βασιλέα και ουχί έκπτωτον και είμαι βέβαιος ότι και ο Λαός με θεωρεί Βασιλέα [...] Ευρίσκομαι εις πολύ στενήν επαφήν μετά του πρώην πρωθυπουργού κ. Κ. Καραμανλή και της ηγεσίας της Χώρας, της πραγματικής και όχι μετά των αυτοανακηρυχθέντοον αρχηγών του καθεστώτος, θα συνεχίσω δε την επαφήν αυτήν και με τους ευρισκομένους εντός και εκτός της Χώρας ηγέτας και ιδιαιτέρως μετά του κ. Καραμανλή, προς τας προτάσεις τού οποίου - αναφερόταν στις δηλώσεις Καραμανλή τον Απρίλιο 1973 - συμφωνώ πλήρως».
Στις 9 Ιουνίου, με κοινή δήλωση τους 17 πολιτικοί, εξ αυτών που παρέμειναν στην Ελλάδα, ζητούσαν συνθήκες ίσης μεταχειρίσεως για να αναπτύξουν τις απόψεις τους όσοι επρόκειτο να υποστηρίξουν το «Όχι» στο δημοψήφισμα και την πλήρη αντιπροσώπευση τους στα εκλογικά τμήματα.
Ο Στ. Στεφανόπουλος και άλλοι τέως βουλευτές που είχαν ακολουθήσει τις κυβερνήσεις της Αποστασίας, με προκήρυξη τους, συνιστούσαν προς τον Λαό να ψηφίσει «Όχι» για να «φράξει τον δρόμον προς νέας και μεγαλυτέρας περιπέτειας».
Ο Α. Παπανδρέου από το εξωτερικό θα υποδείξει λευκό ψηφοδέλτιο και θα διακηρύξει ότι «ο Κωνσταντίνος δεν επρόκειτο να επανέλθει, διότι ούτε οι ΗΠΑ ευνοούν την παρούσα κατάσταση ούτε ο Ελληνικός Λαός επιθυμεί τη Μοναρχία».
Ο Κ. Καραμανλής θα ζητήσει τη ματαίωση τού δημοψηφίσματος. Ο ιδρυτής της ΕΡΕ θα υποδείξει ευρεία συζήτηση «δια τον προσδιορισμόν τών διαδικασιών, αι οποίαι θα επιτρέψουν την δημιουργίαν μιας νέας αληθούς δημοκρατίας απηλλαγμένης από τας συνθήκας τού παρελθόντος». Θα αποδεχθεί ότι ο βασιλικός θεσμός είχε τεθεί υπό αίρεσιν και θα δηλώσει ότι η τύχη τού Βασιλέως θα κριθεί οπωσδήποτε από μελλοντικό δημοψήφισμα.
Ο τέως αρχηγός του Κόμματος των Προοδευτικών και μετέπειτα πρωθυπουργός του δικτατορικού καθεστώτος Σπυρίδων Μαρκεζίνης  θα διατυπώσει τις θέσεις του σε συνέντευξη προς τον ανταποκριτή τού πρακτορείου «Διεθνής Ηνωμένος Τύπος» Τζων Ρήγο:
«Το ψήφισμα είναι ιδιότυπον. Συνδυάζει τρία διαφορετικά θέματα: α) την κατάργησιν τής Βασιλευομένης Δημοκρατίας· β) την θεμελιακήν μεταρρύθμισιν τού Πολιτεύματος· και γ) την εκλογήν τού Προέδρου και τού Αντιπροέδρου τής Δημοκρατίας. Η κατάργησις λ.χ. τής Βασιλευομένης Δημοκρατίας θεωρείται δεδομένη και ο Λαός καλείται απλώς να επικυρώσει το γεγονός, όπως περίπου συνέβη και το 1924. Η ιδιοτυπία επί του δευτέρου θέματος είναι ότι ο πολίτης αποδέχεται όχι απλώς την μεταβολήν αλλά και θεμελιώδεις διατάξεις της μορφής τού Πολιτεύματος, η δε παρεχομένη αναθεωρητική αρμοδιότης είναι υπερβαλλόντως περιοριστική. Η τρίτη ιδιοτυπία αφορά εις την εκλογήν του Προέδρου και του Αντιπροέδρου, όπου ο εκλογεύς δηλαδή δεν έχει δικαίωμα επιλογής. [...] Δεν συμφωνώ με την συγχώνευσιν των τριών ερωτημάτων. Διαφωνώ επίσης ως προς τα ενισχυμένα δικαιώματα τού Προέδρου. [...] Θα ψηφίσω εν τούτοις "ναι" με όσας επιφυλάξεις εξέφρασα, αι οποίαι δεν γράφονται φυσικά εις το ψηφοδέλτιον, ενώ εκτίθενται δημοσία δια να γνωρίσει ο καθένας τι υποστηρίζει ο άλλος. [...] Το "ναι" δεν αφορά εις το Ψήφισμα, αλλά εις την συνέχειάν του. Θέλομεν ή δεν θέλομεν, αρχίζει νέα διαδικασία. Τί θα συμβεί ουδείς δύναται να προεξοφλήσει και συνεπώς τίποτε να αποκλείσει. Η 1η Ιουνίου θα κριθεί από την συνέχεια [,..] Προβλέπω δύσκολον την εξέλιξιν εις όλους τους τομείς. Αυτή καθ' εαυτήν η πολιτικοποίησις θα χρειασθεί ρεαλισμόν, γνώσιν και ρωμαλεότητα αποφάσεων [...] Τα διεθνή προβλήματα τα ενδιαφέροντα αμέσως την Ελλάδα, οικονομικά και κοινωνικά, θα πληθύνονται κατά γεωμετρικήν πρόοδον. Κάθε αρνητική πράξις θα δυχεραίνει την εξέλιξιν. Κάθε θετική ημπορεί να αποβεί δημιουργική. Και χάριν αυτού του "ημπορεί" ψηφίζω "ναι"».


Το πολιτειακό δημοψήφισμα θα διεξαχθεί στις 29 Ιουλίου 1973 και θα αποβεί υπέρ της Αβασιλεύτου. Ο Π. Κανελλόπουλος θα κρίνει τα αποτελέσματα «αντίθετα προς την πραγματικήν θέλησιν τού υπερήφανου Λαού μας», ο Γ. Μαύρος θα τα χαρακτηρίσει προϊόν βίας και νοθείας και ο Κρις Γουντχάουζ, μέλος τού Αγγλικού Κοινοβουλίου, θα αναγγείλει, σε συνέντευξη του προς το ΒΒC, τον «οριστικό θάνατο της Μοναρχίας» στην Ελλάδα:
«Η Μοναρχία ουδέποτε είχε βαθείας ρίζας και ο τελευταίος Βασιλεύς δεν είχε επαφήν με τον Λαόν του. Προ ολίγων ετών δε συμπεριεφέρθη με εξαιρετικήν αφροσύνην προσπαθών να επέμβει εις τας εκλεγμένας κυβερνήσεις όταν υπήρχε ακόμη Κοινοβούλιον εις την Ελλάδα. Εις την πραγματικότητα, είναι άξιος της τύχης του και δεν νομίζω ότι αυτός ή οι διάδοχοι του θα έχουν ευκαιρίαν ποτέ εις το μέλλον να αποκατασταθούν εις τον Ελληνικόν Θρόνον».
Το δικτατορικό καθεστώς από την πλευρά του πανηγύριζε και προπαγάνδιζε υπέρ της κατάργησης του Βασιλικού καθεστώτος.
«Το Δημοκρατικόν πολίτευμα είναι δεδομένον» δήλωνε. «Αυτός είναι ο υπεύθυνος και επιγραμματικός ορισμός της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας. Με την φράση αυτήν καθορίζεται το παρόν και διαγράφεται το μέλλον, το πολιτικό μέλλον της Ελλάδος.
Υπό την έννοια αυτήν, η 1η Ιουνίου 1973 αποτελεί τον σημαντικότερον ίσως σταθμό εις την πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος. Πριν όμως εκκίνηση η Ελληνική Δημοκρατία διά την ιστορική πορείαν της, δεν θα ήτο άμοιρον ενδιαφέροντος ένα τελευταίον, ένα φευγαλέο βλέμμα προς το άμεσο παρελθόν. Μερικαί διαπιστώσεις, μερικά διδάγματα θα συνοδεύσουν την νεαράν και εύρωστον Ελληνικήν Δημοκρατίαν εις τον δρόμο της. Διά να προσθέσουν εις την ορμή της νεανικής πορείας της την σοφίαν της πείρας του πολιτικού και πολιτειακού χθες».
Γνωρίζοντας το καθεστώς ότι ο ελληνικός λαός τις μέρες εκείνες της δικτατορίας προσέφευγε στους ξένους ραδιοφωνικούς σταθμούς και στον ξένον τύπο για την ενημέρωσή του, θεώρησε σκόπιμο να αναπαραγάγει δημόσια τα σχόλια τους που φυσικά δεν ήσαν καθόλου κολακευτικά για την βασιλεία και τον τρόπο με τον οποίο πολιτεύτηκε και οδήγησε την Ελλάδα στο δικτατορικό καθεστώς της 21ης Απριλίου.


Τι όμως έλεγε και έγραφε ο ξένος Τύπος τον Ιούνιο του 1973;
Το BBC λίγες μόλις ώρες μετά την αναγγελία της καθεστωτικής αλλαγής που επέβαλε το δικτατορικό καθεστώς από την εκπομπή του της 9ης βραδινής της 1ης Ιουνίου ανέφερε:
«Οι περισσότεροι άνθρωποι εις την Ελλάδα θεωρούν ότι όλη η υπόθεση τους άφορα ελάχιστα, δεδομένου ότι η απουσία του Βασιλέως επί 5 1/2 χρόνια εις το εξωτερίκον είχε ως αποτέλεσμα την άμβλυνσιν του ενδιαφέροντος του μεγαλυτέρου τμήματος του λαού ως προς το πρόσωπον του. Ονομαστικώς μόνον η χώρα δεν είχε καταστεί Δημοκρατία».
Οι «Τάιμς» του Λονδίνου έγραφαν την 2α Ιουνίου:
«Δεν είναι η πρώτη φορά που καταργείται η Βασιλεία εις την Ελλάδα. Η Μοναρχία ποτέ δεν είχε ριζώσει βαθιά».
Το αμερικανικό περιοδικό «Τάιμ» παρατηρούσε:
«Οι Έλληνες δεν φαίνονται να έχουν την διάθεση του αλληλοσπαραγμού των, χάριν απλώς της πολιτικής. Παραμένει γεγονός επομένως ότι ο Κωνσταντίνος δεν τυγχάνει μεγάλων συμπαθειών του λαού».
Η γαλλική «Ωρόρ» της 2ας Ιουνίου έγραφε:
«Οι Έλληνες πληροφορήθηκαν, χωρίς καταφανή συγκίνηση, ότι ο Βασιλιάς των δεν θα επανερχόταν. Από πενταετίας και πλέον μπόρεσαν να διαπιστώσουν ότι ο Κωνσταντίνος δεν τους ήταν απαραίτητος».
Ο Γάλλος ακαδημαϊκός κ. Τιερύ Μονιέ εις την γαλλική «Λέ Φιγκαρώ» παρατηρούσε:
«Εξεπλάγην έκτοτε, όταν διαπίστωσα ότι ο Βασιλιάς ουδεμία πρόθεση είχε να αρκεσθεί στον διακοσμητικό ρόλο, διά τον όποιον προοριζόταν εκ του αξιώματος του, και έδειχνε ήδη τάσι προσωπικής εξουσίας, την τάσι η  οποία ακριβώς θα τον οδηγούσε σε  οξεία εχθρότητα προς τους συνταγματάρχες, όταν οι τελευταίοι έπραξαν  αυτό ακριβώς το όποιο ο Βασιλιάς είχε την πρόθεση να πράξη ο ίδιος».
Ο Ζάν Υβ Ντιμόντ έγραφε στην ελβετική «Ζουρνάλ Ντε Ζενέβ»:
«Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος θα όφειλε να αντιληφτεί, ότι ή δράση του δεν είχε τύχει λαϊκής υποστηρίξεως».
Το αμερικανικό περιοδικό «Νισύς Γουήκ» έγραφε:
«Μετά τον θάνατο του Γεωργίου του Β', του ηρωικού αντιναζιστού Βασιλιά, ο διαδεχθείς αυτόν αδελφός του Παύλος άρχισε την αμφιβόλου φρονήσεως τακτική της αναμίξεως εις την πολιτική. Ο υιός του Κωνσταντίνος συνέχισε την τακτική του πατρός του».
Οι «Τάιμς» έγραφαν: «Ο Κωνσταντίνος υπερεξετίμησε την δημοτικότητα του. Κατά τις επισκέψεις του εις απομεμακρυσμένα ελληνικά χωρία, όπου μία βασιλική επίσκεψη αποτελεί εξαιρετικό γεγονός και δημιουργεί εορταστικό ενθουσιασμό, παρεξήγησε τις λαϊκές εκδηλώσεις».
Εις την γερμανική εφημερίδα «Ντι Βέλτ» αναγραφόταν: «Το τελευταίο κεφάλαιο στα όνειρα του Κωνσταντίνου έσβησε ουσιαστικά την 13ην Δεκεμβρίου 1967. Επρόκειτο για ένα κίνημα, στο όποιον τίποτα δεν έγινε σωστά. Ο Κωνσταντίνος, από στρατιωτικής απόψεως, ήτο ένας ερασιτέχνης παρ' όλη την αγάπη του προς τις κομψές στολές όλων των όπλων».
Η ίδια εφημερίδα σε επόμενο φύλλο της έγραφε: «Το τραγικό διά τον Βασιλέα αυτόν είναι ότι απαιτεί, μετά την εκθρόνιση του, κάτι το όποιον αρνήθηκε να δώσει στον λαό του, όσο καιρό βρισκόταν στο θρόνο: Μίαν βιώσιμη Δημοκρατία. Από του Ιουλίου 1965 μέχρι την ημέρα του στρατιωτικού πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου 1967 παρεμπόδισε ο Κωνσταντίνος, με όλες τις δυνατές ενεργείας, εκείνο το όποιο απαιτεί σήμερα με πάθος. Δηλαδή Δημοκρατικές εκλογές».
Ή Βρετανική «Σάνταιη Τέλεγραφ» έγραφε: «Οι Προστάτιδες Δυνάμεις κατά τον 19σν αιώνα επέλεξαν αυθαιρέτως και επέβαλαν τον υιό του τότε Βασιλέως της Δανίας και τον ανακήρυξαν Βασιλέα της Ελλάδος με το όνομα Γεώργιος Α', σε αντικατάσταση του Οθωνος της Βαυαρίας, ο όποιος εξαναγκάσθηκε να παραιτηθεί του θρόνου του».
Το αμερικανικό περιοδικό «Νιους Γουήκ» έγραφε: «Κατά τα 140 έτη της Ιστορίας της η Μοναρχία — επιβληθείσα επί της Ελλάδος υπό των μεγάλων Ευρωπαϊκών Δυνάμεων μετά την απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό — σπανίως υπήρξε λαοφιλής».


Η «Σάνταιη Τέλεγραφ» της 3ης Ιουνίου ανέφερε: «Η Βασίλισσα Φρειδερίκη διαδραμάτισε πάντοτε πρωτεύοντα ρόλο ως σύμβουλος του υιού της και εις την Ελλάδα είχε καταστεί στόχος σφοδρών επικρίσεων, διότι αναμίγνυε την βασιλική της ιδιότητα με την άσκηση της εξουσίας».
Επίσης το αμερικανικό «Νιους Γουήκ» απέδιδε την κακήν τύχη της Μοναρχίας και στην: «Φιλόδοξον, γερμανικής καταγωγής, σύζυγον του Βασιλέως Παύλου και μητέρα του Κωνσταντίνου».
Τέλος στις 4 Ιουνίου η  γερμανική «Ντι Βέλτ» σχολιάζοντας την πολιτική μεταβολή  έγραφε: «Κατά την διετή περίοδο 1965 -1967 ο έκπτωτος Μονάρχης χρησιμοποίησε τεσσάρας Κυβερνήσεις μειοψηφίας. Από κοινού μετά πολλών πολιτικών της εποχής εκείνης, οι όποιοι κραυγάζουν σήμερον επίσης υπέρ της Δημοκρατίας, κατέστη υπεύθυνος δια την κατάπτωση των Δημοκρατικών θεσμών. Η Κοινοβουλευτική Μοναρχία — τήν οποίαν ούτος εκπροσωπούσε αυτοκτόνησε».
Θα πρέπει πάντως να αναφέρουμε ότι τα παραπάνω μνημονευθέντα  διεθνή έντυπα υπήρξαν, κατά κανόνα, εξ εκείνων, τα όποια χαρακτηρίζονται ανέκαθεν ως «σοβαρά» και συντηρητικών κατευθύνσεων. Οι κρίσεις και οι απόψεις τους, κατά συνέπεια, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως επηρεασμένες από πολιτικές ιδεολογίες αντίθετες προς το βασιλικό καθεστώς. Ούτε και από φιλικά προσωπικά αισθήματα προς τους φορείς του δικτατορικού καθεστώτος.  Άλλωστε στις 8 Δεκεμβρίου του 1974 με ποσοστό 69,2% οι Έλληνες και με δημοκρατικές διαδικασίες ψήφισαν την κατάργηση της Βασιλείας και επιβεβαίωσαν τα όσα έγραφε τότε ο Ξένος Τύπος.

Πηγή :
Απόσπασμα από την Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος του Σπ. Β. Μαρκεζίνη.
Αρχειακό Υλικό