Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2025

Το Φρούριο και η Κοινότητα της Γραμβούσας

 


Το Φρούριο και η Κοινότητα της Γραμβούσας

Η κατασκευή και η ονομασία του φρουρίου

Η Γραμβούσα βρίσκεται στο δυτικό άκρο της Κρήτης, απέναντι από τη λιμνοθάλασσα του Μπάλου, και αποτελείται από δύο μικρά νησιά, την Άγρια και την Ήμερη Γραμβούσα. Στην Ήμερη Γραμβούσα δεσπόζει το ενετικό κάστρο, χτισμένο σε ύψος 137 μέτρων πάνω από τη θάλασσα, με εξαιρετική στρατηγική θέση και φυσική οχύρωση από τα απόκρημνα βράχια της βόρειας πλευράς.

Το κάστρο οικοδομήθηκε από τους Βενετούς την περίοδο 1579–1584, βάσει σχεδίων του Latino Orsini και κατόπιν πρότασης του Μονεμβασίτη στρατιωτικού Σοφιανού Ευδαιμονογιάννη. Είχε ακανόνιστο τριγωνικό σχήμα με ισχυρά τείχη και προμαχώνες. Το όνομα «Γραμβούσα» προέρχεται από τη βενετσιάνικη λέξη Garabuse, που σημαίνει «φυλάκιο ακρωτηρίου».

Το 1588, το φρούριο υπέστη μεγάλη καταστροφή, όταν κεραυνός χτύπησε την μπαρουταποθήκη με 350 βαρέλια εκρηκτικής ύλης. Οι Βενετοί το ανακατασκεύασαν το 1630 και διατήρησαν την κυριότητά του έως το 1692, οπότε οι Οθωμανοί το κατέλαβαν με δωροδοκία του Ενετού διοικητή, γνωστού έκτοτε ως «καπετάν Γραμβούσα».


 

Η Γραμβούσα κατά την Ελληνική Επανάσταση

Κατά τον 19ο αιώνα, το κάστρο απέκτησε ξανά πρωταγωνιστικό ρόλο. Στις 2 Αυγούστου 1824, δεκαπέντε Σφακιανοί επαναστάτες κατέλαβαν τη Γραμβούσα, καθιστώντας την το πρώτο τμήμα της Κρητικής γης που ελευθερώθηκε από τους Τούρκους. Το φρούριο εξελίχθηκε σε καταφύγιο για περίπου 3.000 Κρητικούς αγωνιστές και πρόσφυγες, οι οποίοι οργάνωσαν εκεί έναν πυρήνα αντίστασης. Από τη Γραμβούσα ξεκινούσαν οι περίφημοι «καλησπέρηδες» που επιτίθεντο τη νύχτα στους Οθωμανούς, ενώ το νησί έγινε για ένα διάστημα το μοναδικό ελεύθερο σημείο όχι μόνο της Κρήτης, αλλά σχεδόν ολόκληρης της Ελλάδας.

Η δύσκολη όμως επιβίωση, η έλλειψη τροφής και εφοδίων οδήγησαν τους κατοίκους στην πειρατεία. Η Γραμβούσα απέκτησε φήμη ως «νησί των πειρατών», προκαλώντας ανησυχία στις ευρωπαϊκές δυνάμεις και δυσπιστία στην Ελληνική Διοίκηση. Παρά ταύτα, μέσα στην απομόνωση αναπτύχθηκε μια πρωτοφανής για τα δεδομένα εποχής μορφή τοπικής αυτοδιοίκησης: η λεγόμενη Κοινότητα της Γραμβούσας ή Κρητικό Συμβούλιο, με σφραγίδες που σώζονται έως σήμερα στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος.

 


Η ίδρυση του σχολείου στη Γραμβούσα (1826)

Μέσα σε αυτές τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, οι επαναστάτες προχώρησαν σε μια πράξη ελπίδας και πνευματικής αντίστασης: την ίδρυση σχολείου.

Στις 16 Νοεμβρίου 1826, η προσωρινή κυβέρνηση της Γραμβούσας αποφάσισε τη δημιουργία σχολείου στο φρούριο, προκειμένου να μορφώνονται τα παιδιά των αγωνιστών και των προσφύγων. Η απόφαση αυτή τεκμηριώνεται στα πρακτικά της κοινότητας και στα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας.

Δάσκαλος του σχολείου διορίστηκε ο ιερέας Ιωάννης Μαυρογένης, μορφωμένος στη Σχολή των Χανίων, ενώ άλλες πηγές αναφέρουν τη συμμετοχή του επισκόπου Αρδαμερίου Ιγνάτιου, ο οποίος φέρεται να ίδρυσε και μικρό ναό αφιερωμένο στην Παναγία την Κλεφτρίνα, προστάτιδα των αγωνιστών και πειρατών.

Το σχολείο λειτουργούσε μέσα σε έναν προσαρμοσμένο χώρο του φρουρίου, με στοιχειώδη εξοπλισμό και ελάχιστα βιβλία. Διδάσκονταν γραφή, ανάγνωση, αριθμητική και εκκλησιαστική μουσική, σε περίπου 50–60 παιδιά — κυρίως ορφανά αγωνιστών. Παρά την πενία, η ίδρυση αυτού του σχολείου αποτέλεσε σύμβολο ελευθερίας και εθνικής συνείδησης, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και μέσα στη φωτιά της επανάστασης, η ελληνική παιδεία δεν έπαψε να αποτελεί προτεραιότητα.

 


 

Η παρακμή και το τέλος της Κοινότητας

Η απομόνωση της Γραμβούσας και η συνεχιζόμενη πειρατική δράση προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις. Στις 19 Ιανουαρίου 1828, αγγλο-γαλλικές ναυτικές δυνάμεις, με τη σύμφωνη γνώμη της κυβέρνησης του Ιωάννη Καποδίστρια, επιτέθηκαν στο φρούριο, κατέλαβαν πλοία και συνέλαβαν πολλούς από τους πειρατές.

Η τάξη αποκαταστάθηκε με την παρέμβαση του Νικολάου Κριεζώτη και του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη, και το φρούριο τέθηκε υπό τον έλεγχο του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους. Ωστόσο, η Κρήτη δεν συμπεριλήφθηκε στα σύνορα της πρώτης ελληνικής επικράτειας, και έτσι, το 1830, το φρούριο παραδόθηκε σε δυνάμεις των Ευρωπαίων Συμμάχων για λογαριασμό του Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου. Το 1831 πέρασε οριστικά υπό αιγυπτιακή διοίκηση και σταδιακά εγκαταλείφθηκε, οδηγούμενο σε ερήμωση.

 


 

Τα κατάλοιπα του φρουρίου σήμερα

Στο εσωτερικό του φρουρίου σώζονται ακόμη τμήματα των τειχών, δύο μεγάλες θολοσκέπαστες δεξαμενές συλλογής βρόχινου νερού, τα ερείπια στρατώνων, του διοικητηρίου, καθώς και ο ναός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου (γνωστός και ως «Παναγία της Κλεφτρίνας»). Από την κορυφή, ο επισκέπτης αντικρίζει το απαράμιλλο τοπίο του Μπάλου και το απέραντο γαλάζιο, μάρτυρες μιας ένδοξης αλλά και τραγικής ιστορίας.

Η Γραμβούσα, περισσότερο από ένα φρούριο, υπήρξε σύμβολο ελευθερίας, αντοχής και μορφωτικής αναγέννησης μέσα στις πιο αντίξοες συνθήκες. Η ίδρυση του σχολείου το 1826 αποτελεί κορυφαία στιγμή αυτής της ιστορίας — μια πράξη πολιτισμού στην καρδιά του πολέμου, που διασώζει τη βαθύτερη ουσία του ελληνικού αγώνα: την πίστη στην παιδεία ως δύναμη ελευθερίας.

Πηγές

«Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας», τόμος Γ΄, Γραμβούσα, 1825–1828.

Σπ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Ε΄.

Γ. Δερμιτζάκης, Η Επανάσταση της Κρήτης 1821–1830, Ηράκλειο, 1998.

Κ. Παπαγεωργίου, Η Κοινότητα της Γραμβούσας και το σχολείο της, Κρητικά Χρονικά, τ. 23 (1983).

https://www.kastra.eu/castlegr.php?kastro=gramvousa

http://odysseus.culture.gr/h/2/gh251.jsp?obj_id=15341

 https://agonaskritis.gr/

https://agonaskritis.gr/

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2020

Στιγμές από την ιστορία της Κρήτης σαν σήμερα 28.11.1827

 

Στιγμές από την ιστορία της Κρήτης σαν σήμερα

28 Νοεμβρίου 1827 : Οι μάχες στο Καινούργιο Χωριό και στο Σελλινάρι, κάψιμο Τούρκων μέσα σε τζαμί

Γράφει ο Μιχάλης Χουρδάκης Νίσπιτας

Από το καλοκαίρι του 1827 είχε κοινοποιηθεί η Συνθήκη της 6ης Ιουλίου που έγινε μετά από πρωτοβουλία της Αγγλίας, υπέρ της Ελλάδας. Η Συνθήκη αυτή έδινε κάποιες ελπίδες και στην Κρήτη, εφόσο η επανάσταση κρατούσε απ’ άκρο σ’ άκρο στο νησί συνεχώς.

Έτσι όσοι Κρήτες, είτε ως πρόσφυγες είτε ως αυτοεξόριστοι επικηρυγμένοι καπεταναίοι του νησιού βρίσκονταν στην ελεύθερη Ελλάδα, άρχισαν να στρατολογούν πολεμιστές από τον Αύγουστο, κατάφεραν δε με δικά τους έξοδα, μέσα στο Σεπτέμβριο να στείλουν στη Γραμβούσα 700 στρατιώτες. Στην περιοχή αυτή υπήρχε δυσκολία για τη σίτιση τόσων ντόπιων και εθελοντών αγωνιστών, γι αυτό αποφάσισαν εκεί, ότι, θα ήταν προτιμότερο να στραφεί μεγάλο μέρος της γραμβουσιανής δύναμης, στις ανατολικές επαρχίες, όπου το πρόβλημα σίτισης δεν υπήρχε.

Έστειλαν μήνυμα στον καπετάν Καζάνη και καπετάν Νιώτη για την πρόθεσή τους αυτή κι έτσι αρχές Νοεμβρίου αποβιβάστηκαν από 10 ή 12 γραμβουσιανά πλοία, 1500 στρατιώτες κρητικοί και εθελοντές (επίκουροι αυτοί) στο λιμάνι Αγίου Νικολάου με αρχηγό τον Ιωάννη Χάλη.

Την αποβίβαση προστάτευαν από ξηράς τα Σώματα Καζανομανόλη, Κων/νου Στακάκη και Γρηγορίου Κομητιανού, ο δε Καζάνης είχε φροντίσει να συγκεντρώσει αρκετά τρόφιμα για τους νεοφερμένους στο χωριό Κριτσά όπου τους οδήγησε.

Η πρώτη μέρα της άφιξης στην Κριτσά πέρασε με ανάπαυση των πολεμιστών και μακρά σύσκεψη των καπεταναίων για ενημέρωση και κατάστρωση σχεδίου δράσης.

Την επομένη, κίνησαν όλοι μαζί για το χωριό Χουμεριάκο να κτυπήσουν τους εκεί Τούρκους, είχαν όμως αυτοί εγκαταλείψει το χωριό και μαζί με άλλους ομόθρησκούς τους από όλα τα χωριά του Απάνω Μεραμπέλου, είχαν καταφύγει άρον – άρον στο Καινούργιο Χωριό (Νεάπολη), συγκεκριμένα δε, στον πύργο του Μασλούμ αγά Καρακάση στην Απάνω Γειτονιά του χωριού αυτού. Εκεί συγκεντρώθηκαν περίπου 300 Τούρκοι πολεμιστές με τις οικογένειές τους αφού ο πύργος του Καρακάση επρόσφερε ασφάλεια.

Ακολούθησε τετραήμερη πολιορκία κατά τη διάρκεια της οποίας οι πολιορκητές επαναστάτες, καλούσαν τους Τούρκους να παραδοθούν. 

Στη Νεάπολη, στην Απάνω Γειτονιά κοντά στο παλιό υδραγωγείο, βρισκόταν το κονάκι του γενίτσαρου Μασλούμ Καρακάση, που αποτελούσε και τον πύργο του. Είχε κατά την παράδοση 100 πόρτες, μια κεντρική (την πορτέλα) και 30 καμάρες. Η πορτέλα έκλεινε με τον τρόπο που κλείνει στην Κωνσταντινούπολη το κάστρο της Ρούμελης (Ρούμελη Χισάρ). Είναι κτίσμα Ενετικής κατασκευής του φεουδάρχη Ενετού Rasqualigo. 
Ο θυρεός που βρίσκεται και σήμερα, επάνω δεξιά της Πορτέλας μας επιβεβαιώνει το αδιάψευστο της Βενετικής κατασκευής όπως και το οικόσημο, το οποίο βρέθηκε σχεδόν ανέπαφο λαξεμένο κατά την εκσκαφή ενός χώρου του Πύργου. Στον πύργο αυτό κλείστηκαν τον Νοέμβριο του 1827 οι 300 ορτάκηδες του Καρακάση, όταν έφτασε στον Άγιο Νικόλαο εκστρατευτικό σώμα από την Νήσο Γραμβούσα με αρχηγό τον Ι. Χάλη

Ο Καρακάσης στο μεταξύ είχε προλάβει να ειδοποιήσει τον πασά Ηρακλείου να στείλει ενισχύσεις για να αντιμετωπίσει τους επαναστάτες. Πράγματι δε την Πέμπτη μέρα ο ανιψιός του πασά αγάς Λαδάογλους με δύναμη 700 πεζών και ιππέων έρχονταν στο Καινούργιο Χωριό, γεγονός που οι πολιορκητές πληροφορήθηκαν.

Αφού εξασφάλισαν να παραμένει η πολιορκία στενή, ο Καζάνης, ο Κομητιανός, ο Δροκανιανός, ο Γ. Δαμιανός, ο Μ. Καθεκλάς και Γ. Λούπης από τους Κρήτες οπλαρχηγούς, από δε τους επίκουρους, ο Κυριακούλης Αργυροκαστρίτης, ο Τζώρτζης Λ. Υδραίος, ο Γ. Τσακμάκης και ο Φαρμάκης με αρκετούς άνδρες, στράφηκαν κατά του Λαδάογλου που τον συνάντησαν στα στενά του Σελλιναριού. Έγινε ολοήμερη μάχη κατά την διάρκεια της δε, ο Λαδάογλου σκοτώθηκε μαζί και 150 Τούρκοι καθώς και 7 Κρήτες πολεμιστές. Η μεγάλη διαφορά των θυμάτων μεταξύ Τούρκων και Κρητών, αποδίδεται στην οχυρά θέση που κατείχαν οι Κρητικοί γύρω από το φαράγγι του Σελλιναριού, ενώ οι Τούρκοι ήσαν εκτεθειμένοι στο πέραμά τους, αλλά και ο όγκος που παρουσίαζαν αποτελούσε εύκολο στόχο.

Όταν οι Τούρκοι έχασαν τον αρχηγό τους διασκορπίστηκαν, άλλοι προς το Καινούργιο Χωριό και άλλοι επέστρεψαν στο Ηράκλειο, άφησαν όμως στο πεδίο της μάχης τα κανόνια με τις βόμβες που κουβαλούσαν, πολλά άλογα, πολεμοφόδια και τρόφιμα στα χέρια των δικών μας πολεμιστών που τα μετέφεραν στο Καινούργιο Χωριό.

Ακατάπαυστος όμως πόλεμος γίνονταν και στον πύργο του Καρακάση μεταξύ πολιορκητών και πολιορκουμένων τις ίδιες ώρες. 

ΣΕΛΙΝΑΡΙ
 

Μετά τη μάχη του Σελιναριού επέστρεψαν οι πολέμαρχοι και αφού οι πολιορκητές αποτελούσαν πάλι μεγάλη δύναμη απειλούσαν τους Τούρκους ότι θα τους κάψουν ζωντανούς αν δεν παραδοθούν αμέσως, επειδή υπήρχε κίνδυνος άφιξης δεύτερης ισχυρότερης ενίσχυσης των πολιορκουμένων από το Ηράκλειο.

Οι Τούρκοι ζήτησαν προθεσμία πέντε ωρών για να απαντήσουν, ο αρχηγός όμως Ιωάννης Χάλης έδοσε περιθώριο μόνο μιας ώρας, διαφορετικά θα διέτασσε την πυρπόλησή τους μέσα στον πύργο.

27 Νοεμβρίου (1827) μεσημέρι, άρχισε η παράδοση των έγκλειστων. Σε επιτροπή επαναστατών που συγκροτήθηκε, οι Τούρκοι παρέδιδαν τον οπλισμό και τα χρήματά τους, όλους δε τους παραδιδόμενους τους οδηγούσαν στο τζαμί, εκατό μέτρα ανατολικά του πύργου και τους έκλειναν εκεί. Το τζαμί ήταν η πάλαι ποτέ εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης που την είχαν μετατρέψει οι Τούρκοι σε τζαμί. Βρίσκονταν εκεί όπου σήμερο το Β΄ Δημοτικό σχολείο της Νεάπολης.

Ανάμεσα σ’ αυτούς που παραδόθηκαν ήσαν και 12 Αλβανοί που δήλωσαν υποταγή στο Χάλη και ζήτησαν να πολεμούν στο εξής κατά των Τούρκων. Ο Χάλης δεν τους αφόπλισε, ούτε δέχτηκε βέβαια να τους έχει συμπολεμιστές του. Τους χρησιμοποίησε όμως ως μαντατοφόρους των Τούρκων της Σπιναλόγκας και της Ιεράπετρας για να διηγηθούν εκεί τα συμβάντα στο Καινούργιο Χωριό, να τους κάμψουν το ηθικό.

Τη νύχτα της 27ης προς 28ης Νοεμβρίου, επτά επίκουροι πολεμιστές μπήκαν στο τζαμί χωρίς να τους αντιληφθούν οι σύντροφόι τους. Εξανάγκασαν ισάριθμους Τούρκους και αντάλλαξαν τα ρούχα τους. Όταν οι υπόλοιποι τους είδαν με καθαρά ρούχα, άλλοι εννιά επίκουροι μπήκαν στο τζαμί για να πάρουν κι αυτοί καθαρά ρούχα, όμως την πράξη αυτή οι Τούρκοι τη θεώρησαν ως μεγάλη προσβολή, τους επιτέθηκαν και τους σκότωσαν όπως επίσης σκότωσαν και άλλους δύο που κι αυτοί μπήκαν στο τζαμί για τον ίδιο σκοπό.

Ο καπετάν Ιάκωβος Κουμής που ήταν πρόεδρος της επιτροπής παραλαβής του οπλισμού των παραδιδόμενων, πληροφορήθηκε την αποκοτιά των πρώτων εννέα επίκουρων, και την είσοδο άλλων έντεκα στο τζαμί, αλλά ενώ είχε περάσει αρκετή ώρα, δεν είχαν εμφανιστεί. 

 
Παλιός οθωμανικός χάρτης της Κρήτης
 

Πλησίασε λοιπόν το τζαμί να δει τι απέγιναν οι επίκουροι και οι Τούρκοι τον κάλεσαν να μπει μέσα. Όπως πλησίαζε στην είσοδο, ένας Τούρκος όρμησε και τον έπιασε με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο τον χτύπησε με μαχαίρι στο στήθος ακριβώς εκεί που ήταν το πορτοφόλι του κι έτσι το μαχαίρι δεν προχώρησε στο σώμα του γενναίου καπετάνιου. Δυνατός άντρας ο Κουμής κατάφερε να αποσπαστεί από τα χέρια του παρ’ ολίγο φονιά του, απομακρύνθηκε από το τζαμί και φώναξε : «Απάτη, οι Τούρκοι μας σκοτώνουν».

Κρήτες και λοιποί πολεμιστές τότε προχώρησαν στην είσοδο του τζαμιού με σκοπό να αφανίσουν τους Τούρκους όμως οι τελευταίοι με τα έντεκα τουφέκια που είχαν πάρει από τους σκοτωμένους επίκουρους, κατάφεραν να σκοτώσουν άλλους 12 Έλληνες και Κρήτες αγωνιστές.

Ξαφνικά ο Καζανομανόλης με μερικούς συντρόφους του φάνηκε στο θόλο του τζαμιού, άνοιξε μεγάλη τρύπα και έριξε αναμμένα φρύγανα, πανιά βουτηγμένα στο λάδι και παπλώματα. Έτσι από ασφυξία πνίγηκαν 300 περίπου Τούρκοι.

Ύστερα από τα γεγονότα αυτά μια ισχυρή δύναμη 700 κρητικών, με αρχηγούς τον Π. Ζερβουδάκη και Ν. Μαλικούτη, αποβιβάστηκε στο λιμάνι Αγίου Νικολάου. Η δύναμη αυτή ήρθε στο Καινούργιο Χωριό την επομένη, ενώθηκε με τους εκεί επαναστάτες, έτσι ώστε δημιουργήθηκε μια αξιόλογη και αξιόμαχη επαναστατική δύναμη.

ΝΙΣΠΙΤΑΣ

Οι κατοπινές μέρες


Στην Κρήτη κατέφθαναν συνεχώς Κρητικοί πολεμιστές από την ηπειρωτική Ελλάδα και έτσι η δύναμη στην περιοχή του Μεραμπέλλου έφτασε τους 3.000 άνδρες. Με τη δύναμη αυτή ήταν δυνατή η κατάληψη της Ιεράπετρας, της Βιάννου και της Σητείας. Δυστυχώς ξέσπασαν έριδες ανάμεσα στους οπλαρχηγούς της Ανατολικής Κρήτης και της Δυτικής. Τα αίτια είναι τούτα: Η Επιτροπή των ανατολικών επαρχιών, που είχε διορίσει το Συμβούλιο της νήσου Κρήτης, παρά την αντίδραση του μέλους της Παναγιώτη Ζερβουδάκη, άρχισε να εκποιεί για τις ανάγκες του στρατεύματος τα λάφυρα, που είχαν βρει στις αποθήκες και στα σπίτια των Τούρκων. Για την εκποίηση όμως αυτή διαμαρτυρήθηκαν έντονα οι ντόπιοι, γιατί είχαν αναγνωρίσει ανάμεσα στα λάφυρα και δικά τους σκεύη και κειμήλια, που είχαν διαρπάσει οι Τούρκοι. Στη διαμαρτυρία τους αυτή βρήκαν συμπαραστάτες τους ντόπιους οπλαρχηγούς. Δυστυχώς η Επιτροπή προχώρησε στην εκποίηση τους. Οι Γραμπουσανοί πίεζαν τους ντόπιους, που βρίσκονταν σε φοβερή ανέχεια, να τους διαθέτουν τρόφιμα. Οι οπλαρχηγοί της Ανατολικής Κρήτης δεν δέχονταν ως αρχηγό τους τον Ιωάννη Χάλη, εφόσον ήταν παρών ο Παναγιώτης Ζερβουδάκης, που έφερε μεγαλύτερο βαθμό. Δυστυχώς ο Χάλης δεν μπόρεσε να εξαλείψει τις έριδες.

Μετά από αυτά ο Χάλης, παρά τις προτάσεις του Καζάνη και των λοιπών οπλαρχηγών της Ανατολικής Κρήτης να εκστρατεύσουν εναντίον των Τούρκων της Σητείας, προχώρησε στα Ηρακλειώτικα.


 

Ο Μουσταφά πασάς, που είχε πληροφορηθεί τη διάσπαση της μεγάλης αυτής δύναμης των επαναστατών, εκστράτευσε από το Ηράκλειο εναντίον του σώματος του Χάλη, που βρισκόταν στα Μάλια, τη Σταλίδα, το Μοχό και το Κράσι. Στη μάχη, που έγινε στις 9 Δεκεμβρίου του 1827, οι επαναστάτες δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν τους Τουρκαλβανούς και υποχώρησαν ατάκτως. Πολλοί πνίγηκαν στον ποταμό Αποσελέμη, ο οποίος την ημέρα αυτή είχε πλημμυρίσει. Οι νεκροί ήταν περισσότεροι από 150, ανάμεσα στους οποίους και ο οπλαρχηγός Μιχαήλ Μαγουλάκης. Οι νεκροί θα ήταν πολύ περισσότεροι, αν ο Καζάνης, που επενέβη έγκαιρα, δεν αναχαίτιζε τους Τούρκους. Ο Χάλης αναχώρησε για τη Γραμπούσα και άλλοι για την ηπειρωτική Ελλάδα. Έτσι διαλύθηκε η μεγάλη αυτή δύναμη.

Πηγές :

Facebook/ Μιχάλης Χουρδάκης Νίσπιτας

Εταιρεία Γραμμάτων και Τεχνών : Ο Νομός ΛΑΣΙΘΙΟΥ και η ιστορία του

Γ.Ι. Παναγιωτάκη : Κρήτη ιστορία-εικόνες

https://vrachassi.blogspot.com/2017/11/25-1827.html