Translate -TRANSLATE -

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 23 Μαρτίου 2024

Γύρω από τον χαρακτήρα του Νεοέλληνα

 

 

Γύρω από τον χαρακτήρα του  Νεοέλληνα

Του Α. R. BURN

Ο συγγραφέας αυτού του κειμένου είναι ένας Βρετανός μελετητής της Ελληνικής Ιστορίας πού είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον 'Ελληνικό λαό σε καιρό ειρήνης και πολέμου. «Ήρθα στην Ελλάδα για πρώτη φορά, λέει, όπως χιλιάδες άλλοι   Άγγλοι   και Αμερικανοί, για  να   μελετήσω τα αρχαία μνημεία. Δεν περίμενα πως θα αγαπούσα και θα θαύμαζα τόσο πολύ τους σύγχρονους Έλληνες. Αντίθετα, είχα και εγώ την παλιά ανόητη προκατάληψη για την διαφορά ανάμεσα στους αρχαίους και σύγχρονους Έλληνες, πού έχει τόσο διαδοθεί. Δεν είμαι τυφλός για τα ελαττώματα των 'Ελλήνων. Ωστόσο είναι καιρός πια να πάψουν οι ξένοι να υποτιμούν ένα από τους πιο ανδρείους, γενναιόψυχους, τίμιους και καλόκαρδους λαούς πού ζουν σ' αυτή τη γη.»

ΠΑΝΤΑ πέφτει κανείς έξω όταν θελήσει να κάμει γενικές κρίσεις για τον χαρακτήρα ενός "Έθνους ή μιας ομάδας ανθρώπων, έκτος αν θυμάται πώς τα άτομα μέσα στο ίδιο Έθνος διαφέρουν πολύ περισσότερο από ό,τι ο μέσος τύπος ενός Έθνους από ενός άλλου. Αυτό αληθεύει ιδιαίτερα για ένα λαό με τόσο δικό του χαρακτήρα — τόσο πολύ ατομικό — όπως είναι οι Έλληνες. Και όμως συχνά μιλάει κανείς για έναν άνθρωπο σαν τον τύπο του Εγγλέζου, του Σκωτσέζου ή τον τυπικό Γερμανό. Έτσι, υστέρα απ' αυτή την απολογία, ας μου επιτραπεί να δώσω μια γενική ιδέα για το χαρακτήρα των φίλων μου των Ελλήνων.

Η ρίζα  ολόκληρου του Ελληνικού   χαρακτήρα μου φαίνεται πως είναι ένα ξύπνιο μυαλό. Από εδώ προέρχεται μια ευαισθησία και μια οξύτατη συναίσθηση της τιμής. Ο Έλληνας έχει νιώσει τον εαυτό του όπως θα ήθελε να είναι και όπως θα ήθελε να τον θεωρούν οι άλλοι, πολύ πιο καθαρά από τους περισσότερους ανθρώπους, και θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να ντροπιαστεί ή να ξεπέσει από το ιδανικό του. Αυτό είναι πού φέρνει τις θαυμαστές ελληνικές αρετές, τον ηρωισμό, τη φιλοξενία, την απλοχεριά — ο πλούσιος φτιάχνει ένα νοσοκομείο, ο φτωχός μπορεί να μοιράσει το μοναδικό του καρβέλι. Είναι αρετές ολοφάνερες μέσα στην Ελληνική ζωή. Πολλές φορές το αίσθημα της τιμής είναι τόσο δυνατό, ώστε φτάνει να γίνει αδυναμία. Στα πιο παλιά Ελληνικά παραμύθια ποτέ άνδρας ή γυναίκα δε σκοτώνονται για να γλιτώσουν, ακόμα και όταν βρίσκονται στις χειρότερες κακοτυχίες. Αυτό δεν ταιριάζει με τον Έλληνα. Όμως υπάρχει μια αυτοκτονία από τον Όμηρο ακόμα, πού αναφέρεται ξανά σ' ένα έργο του Σοφοκλή. Είναι του Αίαντα πού πέφτει απάνω στο σπαθί του για να γλιτώσει από την ταπείνωση πού του έφερε η παροδική σύγχυση του λογικού του. Κ' εδώ, πάλι, αιτία αυτής της σύγχυσης είναι το σαράκι πού τον έτρωγε, γιατί ένιωθε ότι παραμερίστηκε σε μια τιμή πού αισθανόταν πώς του ανήκε.

Το να καταφεύγει κανείς στην αυτοκτονία είναι πάντα μια αδυναμία. Όμως αυτή του Αίαντα είναι τουλάχιστο αδυναμία μιας γενναίας ψυχής. Ό Αίαντας, αυτός ο άφοβος στρατιώτης, πού δε θα μπορέσει να ζήσει υστέρα από την ταπείνωση, είναι ο τύπος του Έλληνα. Δεν είναι λιγότερο αντιπροσωπευτικός από το θριαμβευτή αντίπαλο του τον 'Οδυσσέα, πού στο ίδιο έργο μέσα φαίνεται σαν ο τύπος του ξύπνιου άνθρωπου της καθημερινής ζωής. Είναι το ίδιο γενναίος στρατιώτης, μα δεν σου αφήνει τόσο μεγάλη εντύπωση όσο ο άλλος. Σ’ αυτό το έργο ο Οδυσσέας στέκει από ηθική άποψη ψηλότερα απ’ όσο μας φανερώνεται σε άλλα έργα. Κάνει ό,τι μπορεί για να σώσει τον Αίαντα από την αυτοκτονία, ενώ εκείνος στον καιρό της ταραχής του λογικού του προσπάθησε να τον σκοτώσει.

Ναι, ο Αίας είναι ο τύπος του Έλληνα· το ίδιο είναι και ο Αχιλλέας, στον Όμηρο, παράδειγμα γενναιοφροσύνης και αφοσιωμένης φιλίας· λογομαχεί με τον αρχηγό του όχι για κανένα υλικό συμφέρον, μα γιατί του πρόσβαλαν την τιμή του.

Αυτό μας φέρνει στον αιώνιο χαρακτηρισμό πού κάνουν οι Έλληνες για τον εαυτό τους, και πού σύμφωνα μ' αυτόν «καθένας τους είναι γεννημένος για αρχηγός» και «οπού υπάρχουν έξι Έλληνες εκεί υπάρχουν επτά κόμματα».

Και πρώτα απ' όλα, το ότι οι Έλληνες κρίνουν τόσο σοβαρά τον εαυτό τους είναι κιόλας αποτέλεσμα μιας αρετής — της Σωκρατικής τους ευθύτητας,— και μιας ακατάπαυστης αναζήτησης πού κάνει το μυαλό τους. Ωστόσο υπάρχει αλήθεια μέσα σ αυτή την κριτική. Ένας Έλληνας δημοσιογράφος στο Κάιρο έλεγε: «'Ενδιαφερόμαστε τόσο πολύ για τις υποθέσεις του γείτονα μας, ώστε είμαστε έτοιμοι να αφήσουμε το φαΐ μας να καεί στη φωτιά για να δούμε τί συμβαίνει στην πλαϊνή πόρτα». Οι αρχαίοι Έλληνες συνήθιζαν πάρα πολύ να το κάνουν.

Το ίδιο και με το «κάθε Έλληνας είναι καπετάνιος». Είναι κι αυτό μια από τις Ελληνικές αρετές. Κάθε Έλληνας, όντας αρκετά έξυπνος, έχει σκεφτεί και έχει μια αιτιολογημένη γνώμη για τα πιο πολλά πολιτικά ζητήματα. Κατά συνέπεια, όταν γίνεται στην Ελλάδα μια πολιτική συζήτηση, σχεδόν καθένας έχει μια δική του γνώμη, και έχει κάτι να πει. Έτσι, είναι πιο δύσκολο να κατορθώσουν να συμφωνήσουν αυτοί παρά ένας λαός από πνευματικά καθυστερημένους και άξεστους ανθρώπους. Και ακόμα, έχοντας ο καθένας τους μια μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, οι Έλληνες, νομίζουν πώς καθένας τους είναι ικανός να κυβερνήσει. Hinc illae lacrimae (γι' αυτό κλαίμε), όπως λέμε. Έτσι είναι πιο δύσκολο να υπάρξει πολιτική συναντήληψη στους ζωντανούς πολιτικολόγους "Έλληνες παρά στους πιο αδιάφορους για τα πολιτικά 'Εγγλέζους, πού είναι ευχαριστημένοι εκλέγοντας κάποιον για να φροντίζει τις πολιτικές τους υποθέσεις, και τον αφήνουν ήσυχο για πέντε ολόκληρα χρόνια. Έτσι εξηγείται πώς οι Ελληνικές δημοκρατίες, παλιές ή σύγχρονες, τόσο συχνά δώσανε τη θέση τους σε στρατιωτικές δικτατορίες ή, όπως έλεγαν οι αρχαίοι, σε «τυραννίδες». Έτσι εξηγείται ακόμα και κάτι, πού οι Έλληνες κατακρίνουν ανάμεσα τους, δηλαδή οι άγριες έχθρες πού συχνά διαιρούνε ακόμα και την πιο μικρή Ελληνική κοινωνία. Οντάς ο Έλληνας τόσο ξύπνιος, προσβάλλεται στο λεπτό, και είναι γι' αυτόν πολύ πιο δύσκολο να απολογηθεί για μια πλάνη του ή να ανακαλέσει μια επιπόλαιη κρίση, παρά για ένα πιο ψύχραιμο τύπο. Είναι κρίμα, και όμως αυτό δεν είναι το ελάττωμα πού χαρακτηρίζει πιο έντονα και αποκλειστικά την νεώτερη Ελλάδα; Η ιστορία του Θουκυδίδη, οι δικαστικές υποθέσεις του Δημοσθένη είναι γεμάτες απ' αυτά τα πράγματα.

Άλλο χαρακτηριστικό του Έλληνα είναι η μεγάλη του εργατικότητα πού μαζί με την εξυπνάδα τον κάνουν στο εξωτερικό ένα ικανό επαγγελματία ακόμη και επιχειρηματία, και δείχνουν το απόθεμα της αξιοσύνης πού υπάρχει σε μια χώρα που τρώει τα παιδιά της. Πνεύμα οικονομίας, εργατικότητα, εξυπνάδα στο εμπόριο και εξαιρετική γενναιοδωρία στη φιλοξενία. Θα έλεγε κανένας ακόμα πώς το ενδιαφέρον ακόμα και για θρησκευτικές συζητήσεις είναι μέσα στο πνεύμα των σύγχρονων Ελλήνων.

Γύρω εκεί στη Μεσόγειο λένε πώς τα ψαροπούλια παίρνουν με την ίδια χαρά το κατόπι των Ελληνικών ή των καραβιών των Σκωτσέζων συμπατριωτών μου. Πραγματικά, αν κανένας πει πώς οι Έλληνες είναι Σκωτσέζοι χωρίς πουριτανισμό, αυτό δε θα ήταν κακός χαρακτηρισμός για κάποιον πού δεν τους γνώρισε.

Με το να σκέφτεται έτσι λογικά ο Έλληνας, είναι άνθρωπος πού δεν πέφτει εύκολα σε βίαια εγκλήματα. Όταν όμως ένας Έλληνας βγει μπαγαμπόντης —και σίγουρα δεν υπάρχει Έθνος δίχως τους παλιανθρώπους του— αυτός είναι αληθινή «ατσίδα» στις δουλειές, και μέσα στην κατεργαριά του η εξυπνάδα του βρίσκει πεδίο κατάλληλο για δράση. 'Ωστόσο φροντίζει να κρατιέται κάπως μέσα στο Νόμο, γιατί αυτό ταιριάζει πιο πολύ με τον εαυτό του. Για ένα κορίτσι είναι πολύ πιο μεγάλη ασφάλεια να πηγαίνει από ένα χωριό σε άλλο μόνο του ακόμα και στα πιο απομακρυσμένα μέρη στην Ελλάδα, παρά στην Ιταλία. Και είναι ακόμα άξιο να το προσέξει κανείς, πώς από τους χιλιάδες Έλληνες πού πήγαν και έκαμαν χρήματα στην 'Αμερική κανενός το όνομα δεν ακούστηκε στο βασίλειο των γκάγκστερς. (Όσο για την Εθνολογία αυτών των ανθρώπων, μια και γίνεται λόγος, τα ίδια τους τα ονόματα Dutch, Schutz, Dillinger και Capone μιλάνε για την ιστορία τους).

Και σα συγκεφαλαίωση τώρα όλων αυτών μπορούμε να πούμε πώς υστέρα από μια πολύπλευρη γνωριμία μου με τους "Έλληνες, αρχίζοντας από την 'Αθήνα ως τις πιο απομακρυσμένες επαρχίες, είτε είναι ορεινοί, είτε ζουν κοντά στη θάλασσα, σε καιρό ειρηνικό ή μέσα σε πόλεμο, σε ευτυχία η δυστυχία, θα μπορούσα να ισχυριστώ πώς αντίθετα με κείνο πού περίμενα να δω υστέρα από όσα είχα ακούσει στο παρελθόν, οι σημερινοί Έλληνες είναι ίσως το πιο χτυπητό παράδειγμα συνέχισης της φυλής. Ανάμεσα από τις διάφορες ξενικές κατοχές, από την Ρωμαϊκή, τη Φράγκικη ή την Τουρκική, ανάμεσα από όλους τους ξενικούς εποικισμούς των Τούρκων, Φράγκων, Καταλανών, Αλβανών και Σλαύων, ο γνήσιος Ελληνικός τύπος, ο φυσικός και πνευματικός, ανανεώνεται και κυριαρχεί.

Μια μόνο μεγάλη διαφορά ξέρω ανάμεσα στους αρχαίους Έλληνες των κλασσικών χρόνων και στους απογόνους τους. Και αυτή ή διαφορά φάνηκε τον καιρό πού οι Έλληνες θριαμβεύανε στις μάχες πάνω στα Αλβανικά βουνά στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όσα και να πει κανείς, δε θα μπορέσει να περιγράψει εκείνο πού έκαμαν οι Έλληνες για τους 'Ιταλούς τραυματίες, ενώ παλεύανε μέσα σ’ εκείνο το σκληρό χειμωνιάτικο αγώνα. Η σωτηρία  πολλών   άπ’ αυτούς, των εχθρών τους εκείνη την στιγμή, εκεί πάνω  στα   βουνά, κάτω από αντίξοες συνθήκες, θα μπορούσε να γίνει θέμα υπέροχου ανθρωπιστικού μυθιστορήματος, αν οι άνθρωποι αυτοί δεν βρίσκονταν τότε σε πόλεμο με την Ελλάδα. Οι Έλληνες τους μεταφέρανε στην πλάτη περνώντας από γλιστερά και επικίνδυνα μονοπάτια, υστέρα πάνω σε μουλάρια, από τα λίγα και ανάρπαστα του Ελληνικού στρατού, ώσπου βγαίνανε σε ένα κεντρικό δρόμο και από κει σε κάποιο σιδηροδρομικό σταθμό. Έτσι σωθήκανε χιλιάδες απ' αυτά τα παιδιά, για να μαρτυρούν σήμερα τον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες μεταχειρίζονται τους εχθρούς τους. Κι όλα αυτά γίνονταν σ' έναν καιρό όπου ένας άλλος στρατός θα μπορούσε να έχει τη δικαιολογία πώς δεν ήταν μπορετό να σωθούν αυτοί οι άνθρωποι μέσα στα βουνά και μ' εκείνο το χιόνι και το κρύο. Ακόμα πρέπει να λογαριάσουμε πώς εκείνοι οι άνθρωποι άνηκαν σε ένα ένοχο έθνος, πού χτύπησε την Ελλάδα προδοτικά και απρόκλητα, παραβαίνοντας τις δηλώσεις του πώς ταχα είχε φιλικές προθέσεις, αν και ήταν οι ίδιοι άνθρωποι πού καταπίεζαν τους Έλληνες της Ρόδου και όλων των Δωδεκανήσων, πού βομβαρδίσανε την Κέρκυρα σε καιρό ειρήνης, πού βυθίσανε την «Έλλη» στην Τήνο, πού κάνανε τον παλληκαρά και φοβερίζανε την Ελλάδα οπόταν τους άρεσε. Δεν μπορεί, μου φαίνεται, να βρεθεί μέσα στην Ιστορία τέτοιο παράδειγμα αληθινής εφαρμογής της Χριστιανικής θρησκείας. Αυτό είναι μέσα στο χαρακτήρα του σημερινού Έλληνα. Γι’ αυτόν οι τραυματίες Ιταλοί δεν αντιπροσωπεύανε τον παλληκαρά Φασίστα, μα έναν άνθρωπο. Ο Έλληνας στρατιώτης φρόντιζε να σώσει τον εχθρό του σαν να ήταν ένας γνώριμος από το γειτονικό χωριό.

Ο κόσμος χρειάζεται τους Έλληνες του. Και για τους ανθρώπους πού φτιάξανε την Νέα 'Ελλάδα σ' αυτά τα χρόνια που μεσολάβησαν από τον εθνικό απελευθερωτικό τους αγώνα από το 1821 μέχρι σήμερα, για κείνους πού κερδίσανε τις μάχες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και όπου η διεθνής κοινότητα τους χρειάστηκε και πού σώσανε τους απελπισμένους τους εχθρούς με γενναιοφροσύνη σπάνια σ’ οποιονδήποτε αιώνα, γι' αυτούς δεν μπορεί να σταθεί κανένα όριο σε όσα ο κόσμος θα περιμένει απ' αυτούς και στο μέλλον. Αρκεί να σταθούμε και εμείς πλάϊ στον 'Ελληνικό λαό όταν και όποτε χρειάζεται την παρουσία μας.

Από το βιβλίο του «The Modern Greeks»

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ο Andrew Robert Burn (1902-1991) σπούδασε στο Uppingham School και στη συνέχεια στο Christchurch College της Οξφόρδης. Διετέλεσε Senior Classical Master στο Uppingham School από το 1927 έως το 1940, όταν έγινε εκπρόσωπος του Βρετανικού Συμβουλίου στην Ελλάδα μέχρι το 1941. Κατά τη διάρκεια του πολέμου 1939-1945 υπηρέτησε στο Intelligence Corps στη Μέση Ανατολή από το 1941 έως το 1944 προτού διοριστεί ως ο 2ος γραμματέας στη Βρετανική Πρεσβεία στην Αθήνα. Το 1946 διορίστηκε ως Ανώτερος Λέκτορας και μοναδικό μέλος του Τμήματος Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης, Σκωτία. Το 1965 διορίστηκε ως Reader αλλά παραιτήθηκε το 1969 και έγινε επισκέπτης καθηγητής στο «A College Year in Athens» στην Αθήνα. Δημοσίευσε ευρέως για την Αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη.

Source:Who's Who ( London )

 

Σάββατο 2 Μαρτίου 2024

Τσιγγάνοι χωρίς σύνορα

 


Λαοί που χάνονται

Όταν οι Τσιγγάνοι άρχισαν να μεταναστεύουν στην Ευρώπη, επωφελήθηκαν από τις συστατικές επιστολές του βασιλιά της Βοημίας και του πάπα Μαρτίνου Ε'. Τα σύνορα άνοιγαν εύκολα γι' αυτούς. Σιγά σιγά, υποχρεώθηκαν να υποταχθούν στους νόμους της χώρας όπου διέμεναν και μπορούσαν να αποκτήσουν θεωρημένες άδειες για να πάνε στο εξωτερικό. Οπωσδήποτε όμως οι Τσιγγάνοι παρέμεναν νομάδες στη χώρα της υποδοχής τους.



Τσιγγάνοι: αιωνίως αποδιοπομπαίοι τράγοι

Jan Miense Molenaer - Gypsies in a Village 1635


Η δραματική ιστορία των Τσιγγάνων ακούγεται στη μουσική τους, διαβάζεται στα μάτια τους, χάνεται μέσα στο αίμα τους. Η τσιγγάνικη μουσική είναι ένα βιβλίο ανοιγμένο στο παρελθόν πρόκειται για ένα λαό που μιλάει. Παρ' όλα αυτά οι Τσιγγάνοι είναι κάτι πολύ διαφορετικό από τη μουσική τους, κάτι πολύ διαφορετικό από τον μύθο που έπλασαν γι' αυτούς οι ρομαντικοί και οι οπερέτες. Πέρα από μια στερεότυπη εικόνα, η ιστορία του τσιγγάνικου λαού υπήρξε χωρίς αμφιβολία μια από τις πιο τραγικές ιστορίες των νέων χρόνων.

 

Ήλθαν από τις Ινδίες

 

 

Οι Τσιγγάνοι είναι ινδικής καταγωγής και έφθασαν στη Δύση στις αρχές του 15ου αιώνα, ύστερα από μακρόχρονη μετανάστευση που άφησε ίχνη στη γλώσσα τους καθώς και στα ονόματα που τους έδωσαν οι Ευρωπαίοι. Εφοδιασμένοι με συστατικές επιστολές από τον βασιλιά της Βοημίας και τον πάπα Μαρτίνο Ε', οι Τσιγγάνοι έτυχαν στην αρχή καλής υποδοχής από την περίεργη και γοητευμένη Ευρώπη. Όμως, πολύ γρήγορα, ελήφθησαν τα πρώτα μέτρα αποπομπής τους (Λουκέρνη, 1471). Σ' «αυτή την κοινωνία που είχε ριζώσει σε μια χώρα μικρού και κλειστού ορίζοντα», οι Τσιγγάνοι ενοχλούσαν.

Σε μια Ευρώπη, που με πολύ κόπο κατάφερε να συνέλθει από τις πληγές της πανούκλας του 1348, οι Τσιγγάνοι προκαλούσαν φόβο. Η αναπάντεχη άφιξη τους, οι μυστικοπαθείς και μαγικές συνήθειες τους, η μυστηριώδης καταγωγή τους, η ολοκληρωτική πολιτική και θρησκευτική ανεξαρτησία τους, τους έκαναν ιδανικούς αποδιοπομπαίους τράγους μιας κοινωνίας που αναζητούσε νέα ταυτότητα. Μερικοί μάλιστα ιεροκήρυκες θεωρούσαν τους Τσιγγάνους προπομπούς του Αντίχριστου.

 

Η Ευρώπη εναντίον των Τσιγγάνων

 

ΤΟ ΚΑΦΕ ΤΡΙΓΩΝΟ ΤΩΝ ΤΣΙΓΓΑΝΩΝ 

ΣΤΑ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ
 

Μετά από λίγα χρόνια, ολόκληρη η Ευρώπη συμμάχησε εναντίον των Τσιγγάνων. Το 1504, ο Λουδοβίκος ΙΒ' διακήρυξε ότι ήταν ανεπιθύμητοι στο γαλλικό έδαφος. Το 1510, τους τιμωρούσαν με απαγχονισμό σε περίπτωση ανυπακοής. Το 1561, ο Κάρολος Θ' έστειλε τους άνδρες Τσιγγάνους στα κάτεργα και ξύρισε τα μαλλιά των γυναικών και των παιδιών. Πολύ γρήγορα, εξάλλου, άρχισαν να τους παίρνουν τα παιδιά, για να τα αναθρέψουν χριστιανικά, ενώ έκλειναν τις μητέρες σε άσυλα, όταν δεν τις σκότωναν αμέσως.

Οι Κάτω Χώρες οργάνωναν λαϊκό κυνήγι με κωδωνοκρουσίες... Στη Σύνοδο του Τριδέντου η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία τους αποκήρυξε ως προδότες και ανυπότακτους. Η Ισπανία τους συνελάμβανε και τους εξόριζε μαζικά στις αποικίες της Αμερικής· το ίδιο έκαναν η Αγγλία και η Γαλλία. Το 1692, στη Βενετία, ελευθέρωναν τους κατάδικους εάν δέχονταν να κυνηγήσουν Τσιγγάνους. «Ο φόνος ενός Τσιγγάνου είναι αμαρτία που συγχωρείται». Το 1721, ο αυτοκράτορας της Γερμανίας Κάρολος Στ' διέταξε την εξολόθρευση τους, δύο αιώνες πριν από το ολοκαύτωμα των Εβραίων.

 

Μια γενοκτονία που λησμονήθηκε

 

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ BELZEC 1940
 

Ο 20ός αιώνας δεν καλυτέρευσε τη μοίρα των Τσιγγάνων. Στο εξής ήταν θύματα μιας πλαστής εικόνας που η Δύση πέταξε στα μούτρα της Ιστορίας, θύματα του τρομερού ατταβισμού των δυτικών λαών. Το 1908, ο Γάλλος πρωθυπουργός Κλεμανσώ έριξε ανάθεμα κατά των Τσιγγάνων. Το 1912, θεσπίσθηκε στη Γαλλία ένας νόμος ταπεινωτικός και ρατσιστικός: για κάθε τους μετακίνηση, οι Τσιγγάνοι έπρεπε να θεωρούν τις ταυτότητες τους στη Χωροφυλακή, ενώ ήταν δυνατό, ανά πάσα στιγμή, να υποβληθούν σε έλεγχο ή να φυλακισθούν. Ο νόμος αυτός καταργήθηκε το 1969... Στην Ελβετία, από το 1926 και μετά, η φιλανθρωπική οργάνωση «Προστασία της Νεότητας» οργάνωνε απαγωγές παιδιών Τσιγγάνων, μέσω του τμήματος της «Παιδιά των μεγάλων δρόμων». Τα έκλειναν σε ιδρύματα και τα τοποθετούσαν μετά σε οικογένειες ώστε να υιοθετηθούν και να αποξενωθούν από την πολιτιστική τους παράδοση. Πολλές νέες κοπέλες υποβάλλονταν σε στείρωση. Αυτές οι σκανδαλώδεις ενέργειες, που είχαν την υποστήριξη των αρχών, έπαψαν μόλις το 1973.

Το Τρίτο Ράιχ συγκεκριμενοποίησε, πέραν πάσης προσδοκίας, όλες τις προσπάθειες των περασμένων αιώνων. Όπως οι Εβραίοι, έτσι και οι Τσιγγάνοι, υπήρξαν τα δηλωμένα θύματα των ρατσιστικών νόμων. Με τη διαφορά όμως ότι οι Τσιγγάνοι κατόρθωναν καμιά φορά να αποφύγουν τη σύλληψη: παλιά συνήθεια των νομαδικών λαών. Πολλοί Τσιγγάνοι υπηρέτησαν την Αντίσταση χάρη στη γνώση του εδάφους, χάρη στο ανεξάρτητο πνεύμα τους καθώς και στην άγνοια της ταυτότητας τους από τα διάφορα κράτη. Παρ' όλα αυτά, 500.000 έως 800.000 Τσιγγάνοι χάθηκαν στα στρατόπεδα του θανάτου: Άουσβιτς, Νταχάου, Μπούχενβαλντ... Η Γαλλική Δημοκρατία επίσης δεν τήρησε καλή στάση έναντι των Τσιγγάνων. Χωρίς να περιμένει την άφιξη των Γερμανών και πριν από τους ρατσιστικούς νόμους του Βισύ, η Γαλλική Κυβέρνηση, από τον Απρίλιο 1940, είχε διατάξει τον περιορισμό των Τσιγγάνων σε απομακρυσμένες περιοχές.

Πολλές φορές η επέμβαση του γαλλικού πληθυσμού επέτρεψε τη σωτηρία των Εβραίων, οι Τσιγγάνοι όμως δεν δέχθηκαν ποτέ καμιά βοήθεια: ήταν μόνοι, εγκαταλειμμένοι στον τρομακτικό μηχανισμό της ανθρώπινης ντροπής και ατίμωσης. Τελικά, η κυβέρνηση του Βισύ συνέχισε απλώς ό,τι είχε αρχίσει η Γαλλική Δημοκρατία. Για πολλά χρόνια, η γενοκτονία των Τσιγγάνων είχε σβηστεί από τις σελίδες της Ιστορίας: ο λαός αυτός δεν διέθετε καμιά δομή ώστε να μεταδώσει την ανάμνηση του «shoah» του (θυσία). Σήμερα επιτέλους, η αποκατάσταση έχει αρχίσει. Με την πτώση του κομμουνισμού στις Ανατολικές χώρες της Ευρώπης, εκατοντάδες χιλιάδες τσιγγάνοι, που ο Στάλιν είχε εξαναγκάσει σε μόνιμη εγκατάσταση, ξεριζώθηκαν, βορά της μνησικακίας των αυτοχθόνων.

Η οικονομική κρίση και η απώλεια ορισμένων ηθικών αξιών ωθούν τους απροσανατόλιστους πληθυσμούς σε εκδηλώσεις επιθετικότητας εναντίον των πιο αδύνατων, των περιθωριακών, δηλαδή των Τσιγγάνων που, ακόμη μια φορά, παίζουν τον τραγικό ρόλο των αποδιοπομπαίων τράγων.

 

Ένα αβέβαιο μέλλον

 

 

Οι Ρομ, οι Τσιγγάνοι της Ρουμανίας, φεύγουν κατά χιλιάδες από τη χώρα αυτή, και απωθούνται προς τα σύνορα με τη Γερμανία, που δεν ξέρει πια πώς να αντιμετωπίσει τα σχετικά με την επανένωση της προβλήματα.

Αλλά ούτε η Γαλλία δεν μπορεί να δεχθεί αυτούς τους πρόσφυγες, γιατί είναι επιβαρυμένη, εδώ και πολύ καιρό, με τους απόκληρους της Ευρώπης και της Βόρειας Αφρικής. Όμως είναι πολλοί αυτοί που καταφεύγουν στη Γαλλία: λαθρομετανάστες σε αυτοσχέδιες κατασκηνώσεις, με σαπισμένα τροχόσπιτα, φωνάζουν την απελπισία τους στο μετρό του Παρισιού.

Σήμερα οι Τσιγγάνοι χάνουν σιγά σιγά τον νομαδικό χαρακτήρα τους. Στη Γαλλία, το ένα τρίτο μόνο περιπλανάται όλο τον χρόνο. Οι Τσιγγάνοι έχουν εγκατασταθεί μόνιμα, δηλαδή περιθωριοποιηθεί, στο όνομα της προόδου.

Στις Ανατολικές χώρες, το πρόβλημα είναι σοβαρό. Διωγμένοι από τους αυτόχθονες πληθυσμούς, απωθούνται προς τα σύνορα με τη Δύση. Μόνη λύση να πάρουν την τύχη στα χέρια τους. Έχουν ήδη εμφανισθεί πολλές τσιγγάνικες οργανώσεις. Στο Κοινοβούλιο της Ρουμανίας έχει εκλεγεί ένας Τσιγγάνος βουλευτής, στην Ουγγαρία δύο. Στην πρώην Γιουγκοσλαβία, όπου υπήρχαν άλλοτε «ευτυχισμένοι Τσιγγάνοι», βρίσκονται στο επίκεντρο μιας σύγκρουσης που δεν τους αφορά. Καθώς ανήκουν στη μια ή στην άλλη πλευρά, οι οικογένειες διαλύονται, τα μίση εντείνονται. Πολλοί προσπαθούν να φύγουν.

Το μέλλον διαγράφεται δύσκολο για ένα λαό που παραμένει, ό,τι κι αν πούμε, ένας από τους αποδιοπομπαίους τράγους για τη Δύση που βρίσκεται σε περίοδο κρίσης. Παρ' όλα αυτά, υπάρχει ακόμη ελπίδα, χάρη στις διεθνείς οργανώσεις και στη θρησκευτική πνοή που εμψυχώνει τους Τσιγγάνους, κυρίως όμως χάρη στην αίρεση της Πεντηκοστής της Εκκλησίας των Μεθοδιστών Διαμαρτυρομένων, στην οποία ανήκουν οι Τσιγγάνοι κατά 50%.

Τουλάχιστον ας γίνουν απλώς αποδεκτοί σαν ανθρώπινα όντα, σαν πολιτιστική παράδοση.

JΕRΟΜΕ ΒΙΜΒΕΝΕΤ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ

ΙΑΝ.1994

 

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2018

Οι Αρβανίτες



Οι Αρβανίτες

Μετά τον 10ον αιώνα, ιδίως δε στην διάρκεια του 14ου αιώνος, έλαβαν χώραν αθρόες μεταναστεύσεις Αλβανών. Κυρίως Γκέγκες* μετανάστευσαν προς το γειτονικό Κοσσυφοπέδιο, του οποίου άλλαξαν, την εθνολογική δομή. Σε πολύ μικρότερο αριθμό κατέβηκαν αλβανόφωνοι και στην Ήπειρο, την Πελοπόννησο και την λοιπή νότιο Ελλάδα. Αυτοί που κατέβηκαν στην Ελλάδα τότε «Αρβανίτες» ήσαν Βορειοηπειρώτες και Τόσκες, πολλοί εκ των οποίων μιλούσαν ήδη και ελληνικά.
Η κάθοδος αυτών των Αλβανοφώνων προς την νότιο Ελλάδα δεν έγινε τότε, διότι τάχα αυτή ήταν αραιοκατοικημένη (όπως ελέχθη από μερικούς), αλλ' αντιθέτως διότι ήταν πολύ πλούσια και ανθούσε σον γεωργικό και στον εμπορικό τομέα. Αυτό βεβαιώνεται από φράγκικες πηγές (Μίλλερ), αφού, ως γνωστόν, μέχρι τότε οι Φράγκοι κατείχαν την περιοχή. Η κάθοδος εκείνη ήταν αντίστοιχη της πρόσφατης του 1990 όμοιας καθόδου Αλβανών υπηκόων στην Ελλάδα.
Κι απ' αυτούς όμως τους Αρβανίτες, πού ήλθαν τότε στην νότιο Ελλάδα, πολλοί μετανάστευσαν στην Καλαβρία και την Σικελία τους επόμενους δύο αιώνες (όπως και πολλοί Μανιάτες), καθώς στην Ελλάδα είχε επιβληθεί η στυγνή τουρκική κυριαρχία. Ποσοτικά, πρέπει λοιπόν να έμειναν πολύ λίγοι «Αρβανίτες» έκτοτε στην Ελλάδα Εν τούτοις, ό αριθμός τους φάνηκε πολλαπλασιασμένος αργότερα, όταν, με την απελευθέρωση της Ελλάδος, πολλές κοινότητες μιλούσαν «αρβανίτικα». Ανέκυψε έτσι το ερώτημα περί της εθνολογικής υπαγωγής αυτών των Αρβανιτών. Τέτοιες κοινότητες είχαν δημιουργηθεί στην Βοιωτία, στην Εύβοια, στην Αττική, στην Αργολιδοκορινθία και άλλου.
Ο Σουρμελής εξηγεί, ότι επί τουρκοκρατίας πολλές ελληνικές κοινότητες, που συγκατοικούσαν με αρβανίτες, προτιμούσαν να ντύνονται και να ομιλούν αρβανίτικα, για να αποφεύγουν τις τουρκικές διώξεις. Έξ αυτού δε τού λόγου πολλαπλασιάστηκαν συγχρόνως οι δίγλωσσες κοινότητες. «Όπου αναμείχθηκαν η ελληνική με την αρβανίτικη γλώσσα, επικράτησε η τελευταία», βεβαιώνει ο Κ. Μπίρης. Αυτή είναι η επικρατούσα άποψη για τις σχετικά πολυάνθρωπες αρβανίτικες κοινότητες, πού είχε η Ελλάδα μετά το 1830. Αυτή δε η άποψη, όπως θα δούμε, επιβεβαιώνεται σήμερα και ανθρωπολογικά.
Πράγματι, ο Κ. Στέφανος ήδη από το 1911 είχε επισημάνει ότι καμία αρβανίτικη κοινότητα στην Ελλάδα δεν ήταν υπερβραχυκέφαλη. Παντού ο μέσος κεφαλικός δείκτης κυμαινόταν μεταξύ 80 και 84 χιλιοστά, με ελαφρά μεν τάση των Αρβανιτών της Αργολίδος προς την υπερβραχυκεφαλία, αλλά με σοβαρότερη απόκλιση των Αρβανιτών της Αττικής, της Ευβοίας και της Κορινθίας προς την μεσοκεφαλία. Τά στοιχεία αυτά του κεφαλικού δείκτη, πού μέτρησε ο Κ. Στέφανος, αρκετά ανόμοια μεταξύ τους, δεν ήταν όμως έξω από το φάσμα του ελληνικού κεφαλικού δείκτη.
Η έρευνα του Θ. Πίτσιου (1978) στην Πελοπόννησο επιβεβαίωσε ότι οι εκεί Αρβανίτες, όχι μόνον δεν είναι φυλετικώς διναρικοί, άλλ' ότι είναι πολύ «μεσογειακώτεροι» κι από τους Έλληνες της Ηπείρου. Έτσι π.χ. το ύψος της μύτης των Αρβανιτών είναι γύρω στα 53,5, των Ηπειρωτών περίπου 55,5, ενώ των Βορειοαλβανών, κατά την έρευνα Κουν, υπερβαίνει τα 58 χιλ. Επίσης το πλάτος του σαγονιού, που στους διναρικούς είναι μικρό, δίνοντας τους μορφή τριγωνικού προσώπου (στους Γκέγκες μόλις 107,7), ατούς Αρβανίτες υπερβαίνει τα 110 χιλ., όσο δηλαδή έχουν και οι λοιποί Πελοποννήσιοι ενώ οι Ηπειρώτες έχουν 109 χιλ. περίπου. Αλλά και η ορθομετωπία, πού είναι γνήσιο χαρακτηριστικό της λεπτοφυούς Μεσογειακής φυλής, απαντάται μεταξύ των Αρβανιτών σε ποσοστό 90%, όσο δηλ. και στους λοιπούς Πελοποννησίους, ενώ στούς Γκέγκες σε ποσοστό κάτω του 40%. Αυτά και άλλα στοιχεία πείθουν ότι «δεν διαφέρουν οι Αρβανίτες από τους Έλληνες των γειτονικών τους χωριών». Γι' αυτό και οι Φράγκοι δεν τους διέκριναν ούτε τότε από τους λοιπούς Έλληνες («είναι ένας μόνον λαός», έγραφαν) και τους ξεχώριζαν μόνον από την γλώσσα, αλλά και από την ροπή τους προς την στρατιωτική τέχνη (Κ. Μπίρης, Αρβανίτες 1960).
Αυτή η στρατιωτική ροπή των Αρβανιτών, πού έκανε τους Φράγκους να ταυτίζουν το όνομα «αρβανίτης» με το «στρατιώτης», υποδηλώνει μίαν ιδιαιτερότητα στην ψυχική ιδιοσυγκρασία τους. Και είναι πράγματι και σήμερα γνωστή μία κάποια ιδιαιτερότητα στον ψυχικό χαρακτήρα των Αρβανιτών, πού θεωρούνται αρκετά σκληροί, πείσμονες και συμφεροντολόγοι. Ο Δ. Καμπούρογλου είχε από παλαιά επισημάνει αυτήν την διαφοροποίηση τους από τους άλλους Έλληνες, μολονότι δεχόταν ότι προήρχοντο από την Ήπειρο - και όχι από την Αλβανία, όπως οι Τουρκαλβανοί. Άλλα και ο Κ. Μπίρης γράφει: «Όπως απέδειξαν με την πολεμική τους τέχνη οι Αρβανίτες, δεν τους έλειπε η ευφυΐα, η έλλειψη όμως ευστροφίας τους έκανε να είναι τραχείς στους τρόπους, επίμονοι και αγύριστοι» (το γνωστό «αγύριστο αρβανίτικο κεφάλι»). Αύτη η ψυχική ιδιαιτερότητα των Αρβανιτών μας ανάγει φυσικά στην ψυχική περιγραφή, της Διναρικής φυλής. Επειδή δε τα ψυχικά γνωρίσματα είναι εξ ίσου σχεδόν πειστικά με τα ανθρωπογραφικά, όσο άφορα στην φυλετικότητα ενός λαού, μπορεί κανείς να συναγάγει, ότι οι Αρβανίτες έχουν κάποια διναρική καταβολή - μολονότι η διναρική συμμετοχή είναι ελαχίστη, όπως δείχνουν τα σωματικά στοιχεία. Το γεγονός τούτο της αντίφασης μεταξύ ψυχικών και σωματικών στοιχείων επιβεβαιώνει, πόσο τα ψυχικά φυλετικά γνωρίσματα μπορεί να είναι ενίοτε σταθερότερα και διαχρονικότερα από τα σωματικά.
Επειδή η ελληνική εθνική συνείδηση των αρβανιτοφώνων είναι αδιαμφισβήτητη, αυτή δε η συνείδηση αποτελεί την άλλη συνιστώσα της εθνικότητος, μπορεί κανείς να υποστηρίξει χωρίς αμφιβολία ότι αυτοί, αν και έχουν κάποια ελάχιστη διναρική συμμετοχή στην καταβολή τους, όπως άλλωστε και πλείστοι Έλληνες, δεν διαφοροποιούνται εθνόλογικά από τον υπόλοιπο ελληνικό λαό. Μόνη η γλώσσα δεν αποτελεί, ως γνωστό, τεκμήριο εθνικότητος. Άλλωστε ή αρβανίτικη γλώσσα ομιλείται σήμερα ελάχιστα - και μόνον σαν δεύτερη γλώσσα.
*Σημείωση. Κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας μεγάλοι αλβανικοί πληθυσμοί εξισλαμίσθηκαν, ιδίως δε Γκέγκες. Τέτοιους εξισλαμισμένους Αλβανούς, γνωστούς ως «Τουρκαλβανούς», πού συνδύαζαν την σκληρότητα του χαρακτήρα με τον θρησκευτικό φανατισμό, χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι σε διάφορα σημεία ως σώματα κρούσεως.

Από το βιβλίο του Δημ. Π. Δημόπουλου «Η καταγωγή των Ελλήνων»