Τι είναι ο συγγραφέας; Μπορεί ο καθένας να δώσει τη δική του απάντηση. Εγώ θα δώσω τη δική μου. Είναι ένας θεός της καρδιάς, που τον ανιχνεύεις με τη διαίσθηση, δηλαδή με τις αστάθμητες, ανώνυμες, λανθάνουσες δυνάμεις και κλίσεις της ψυχής σου. Έτσι, κάθε δημιούργημά του, κάθε έργο του, είναι απλώς ένα γνέψιμο, για ν’ ανοίξεις την ψυχή σου και ν’ ακούσεις το «παραμύθι» του.
Showing posts with label Ακρίβος Κώστας. Show all posts
Showing posts with label Ακρίβος Κώστας. Show all posts
Wednesday, March 22, 2017
Thursday, July 15, 2010
Αλητείας εγκώμιο
- Από τον Κώστα Ακρίβο*
- Η γενιά μου, όσοι δηλαδή είχαν την τύχη να ζήσουν τα παιδικά τους χρόνια στη δεκαετία του '60, έκανε τα πιο μακρινά και ωραία ταξίδια μέσ' από τα βιβλία.
Κατεβήκαμε στους βυθούς και φτάσαμε ώς το φεγγάρι χάρη στον Ιούλιο Βερν, γνωρίσαμε με τα μάτια του Ολιβερ Τουίστ το Λονδίνο με τις ομίχλες και τις κακόφημες γειτονιές του, αλητέψαμε στις εξοχές πλάι στον Τομ Σόγερ και τον Μεγάλο Μολν, περπατήσαμε σε τόπους εξωτικούς και δοκιμάσαμε καινούργιες γεύσεις πολιτισμών παρέα με τον Ροβινσώνα Κρούσο και τον Μάρκο Πόλο, μπαρκάραμε άπειρες φορές με τις σκούνες του Καρκαβίτσα και άλλες τόσες με τις μπρατσέρες του Παπαδιαμάντη. Με λίγα λόγια, προπονηθήκαμε γερά στη νοερή πλοήγηση - ίδια περίπου μ' αυτή που κάνουν σήμερα, μικροί - μεγάλοι, στο Διαδίκτυο.
Ο πόθος του μακρινού ορίζοντα φυσικό ήταν κάποια στιγμή να περάσει και στα προσωπικά μου γραψίματα. Αυτό έγινε με δύο τρόπους. Ο πρώτος, και αναπόφευκτος, με το να μπολιαστούν τα πρόσωπα των βιβλίων μου με μια τάση αειφυγίας. Πρόκειται για ένα αίσθημα που νομίζω πως το κατέχω πολύ καλά. Μπορώ να περιγράψω με ακρίβεια πότε εκδηλώνεται, πώς σε κατακλύζει από την κορυφή ώς τα νύχια, πώς σε παρακινεί να μαζέψεις τα μπογαλάκια σου και να το βάλεις στα πόδια. Είναι τότε που νιώθεις ολόκληρη τη Γη να μη σε χωράει. Δεν ησυχάζεις μ' αυτά που έχεις· μια φωνή μέσα σου σε τσιγκλάει παράξενα. Για να μην πλαντάξεις, πρέπει το γρηγορότερο να φύγεις μακριά. Να οδοιπορήσεις σε άλλους τόπους. Να μπεις στο πρώτο όχημα και όπου σε πάει. Να βγεις στο δίστρατο να συναντήσεις τον Ισμαήλ, που κι αυτός νιώθει μες στην ψυχή του να είναι Νοέμβρης υγρός που βρέχει, και να ξεκινήσετε παρέα για να αναμετρηθεί ο καθένας με τον προσωπικό του Μόμπι Ντικ. Ετσι και οι «ήρωες» των βιβλίων μου· τους διακρίνει κι αυτούς το βασικό γνώρισμα του δικού μου χαρακτήρα: η διαρκής κίνηση. Ή όπως απορούσε ο παππούς μου: «Μα καλά, αυτό το παιδί έχει τον ακάθιστο μέσα του;». Κοσμοπολίτες όχι, δεν έχουν γίνει. Ακόμη. Δεν έχουν τολμήσει να περάσουν τους Ατλαντικούς. Δεν τους χωράει όμως ο τόπος: αλωνίζουν στεριές και θάλασσες, στρατοκοπούν, μπαίνουν σε βάρκες για να καταλήξουν στο Αγιο Ορος, παίρνουν τα βουνά, μπαινοβγαίνουν στις πολιτείες, επιστρέφουν στα γενέθλια χωριά τους για να φύγουν πάλι άρον άρον, σχεδιάζουν ταξίδια στην Τασκένδη και όπου αλλού νομίζουν πως θα ανακαλύψουν τα οικογενειακά τους αίματα, αφήνονται να τους παρασύρει ο άνεμος της Ιστορίας, άλλοτε μετανάστες, με δίχως στον ήλιο μοίρα, και άλλοτε αποδημητικά πουλιά. Τελευταίο: εδώ και αρκετό καιρό παλεύω να βάλω στο χαρτί τη ζωή ενός Αυστριακού που σε ηλικία δεκάξι ετών εγκατέλειψε τις Αλπεις για να ταξιδέψει σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Στο τέλος πέρασε τη ζωή του κάνοντας τον πανδοχέα σ' ένα άσημο νησάκι του Αιγαίου. Δεν είναι αυτό η αποθέωση του πλάνητα βίου; Παράδειγμα και μαζί και αντι-παράδειγμα για το κάθε είδους βόλεμα;
Παράλληλα με όλα αυτά, έχω την τύχη και τη χαρά να διευθύνω τη σειρά ΜΙΑ ΠΟΛΗ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εδώ οι συγγραφείς, που αναλαμβάνουν να ετοιμάσουν το λογοτεχνικό προφίλ της κάθε πόλης, επιλέγουν και ανθολογούν κείμενα με μοναδικό κριτήριο να κατορθώσει ο αναγνώστης να πλάσει το δικό του φαντασιωτικό ταξίδι. Ή, στην περίπτωση που το ταξίδι αυτό κάποια στιγμή πραγματοποιηθεί, να έχει το αντίστοιχο βιβλίο υπό μάλης ώστε η πόλη να του συστηθεί ακόμα καλύτερα. Ετσι λοιπόν έχουμε ιδρύσει μια ιδιότυπη λογοτεχνική γεωγραφία που περιλαμβάνει 18 πόλεις: Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Βόλος, Γιάννενα, Ηράκλειο, Φλώρινα, Ναύπλιο, Ερμούπολη, Κέρκυρα, Κως, Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Σμύρνη, Καβάλα, Λάρισα, Τρίπολη, Μυτιλήνη και, τώρα τελευταία, τη χαρακωμένη Λευκωσία.
Το ταξίδι, λοιπόν. Ο πλάνητας και νομαδικός βίος. Η μετακίνηση από τόπο σε τόπο, ασχέτως αν θα ακολουθήσει το ρίζωμα ή όχι. Γιατί το αίσθημα της φυγής είναι αυτό που αποτελεί τη μήτρα για πάμπολλα λογοτεχνικά έργα. Αν δεν τον έτρωγε βαθιά μέσα του το σαράκι του ταξιδιού, θα δοκίμαζε ποτέ ο ομηρικός Οδυσσέας να βγει στον πηγεμό για την Ιθάκη, από τη στιγμή μάλιστα που ψυχανεμιζόταν τι θηρία τον καρτερούν ή, το κυριότερο, τι απολαύσεις και ηδονές αφήνει πίσω του; Δεν έπρεπε να εγκαταλείψει τη Μάντσα ο ιππότης Δον Κιχότε και να (περι)πλανηθεί σε άξενους τόπους, έτσι ώστε να απολαύσουν τις ιδιότυπες περιπέτειές του γενιές και γενιές; Ή ο Αχαάβ κάνει αυτά που κάνει μόνο και μόνο γιατί λυσσάει να εξολοθρεύσει τη Φάλαινα ή μήπως επειδή κατά βάθος ποθεί να δει τι κρύβεται πίσω από τις θολές γραμμές των οριζόντων; Κι αν ο Μπαρτομιού του Σελίν δεν είχε ταξιδέψει σε Αφρική και Αμερική, θα γινόταν ποτέ αυτός που τη λοξή ματιά του πάνω στο παράλογο της ζωής πανηγυρίζουμε στο Ταξίδι στην άκρη της νύχτας;
Η αναζήτηση: ο ένας από τους δύο πυλώνες που στυλώνουν τον άνθρωπο· ο άλλος είναι ο πόθος του να διηγηθεί αυτές τις αληθινές ή φανταστικές του περιπέτειες. Γερό καύσιμο πολλών οκτανίων η αλητεία -εκ του αρχαίου αλάομαι (= περιπλανιέμαι)- και σε εποχές ένδειας - καληώρα... - μπορεί κανείς ακόμα και με μισογεμάτο το ρεζερβουάρ να φρεσκάρει τη διάθεσή του για ζωή. Τίποτα καλύτερο;
* Ο Κώστας Ακρίβος είναι συγγραφέας
- Βιβλιοθήκη, Σάββατο 10 Ιουλίου 2010
Sunday, July 11, 2010
Ενα χιουμοριστικό μανιφέστο για τη φιλαναγνωσία
Κώστας Ακρίβος, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010
- Με άφθονο χιούμορ και αφάνταστη ευαισθησία, με σπαρταριστές στιχομυθίες και ευρηματικές ατάκες, ο θεατρικός συγγραφέας Αλαν Μπένετ γράφει μια απολαυστική νουβέλα-εγκώμιο για την Αυτής Εξοχότητα, τη φιλαναγνωσία. Οντως το βιβλίο περνάει σήμερα κρίση, οι νέοι τού γυρίζουν την πλάτη και οι μεγαλύτεροι σε ηλικία προτιμούν τα show και τα σίριαλ στην τηλεόραση. Διαβάζει όμως η Αυτής Μεγαλειότητα, η Βασίλισσα της Αγγλίας!
Ο Νόρμαν, ένας νεαρός που εργάζεται στα μαγειρεία του Μπάκιγχαμ, συναντάει την Υψηλοτάτη στην κινητή βιβλιοθήκη των ανακτόρων και της προτείνει βιβλία που θα την καθηλώσουν σε τέτοιον βαθμό, ώστε θα αρχίσει να παραμελεί τα καθήκοντά της. Αφ΄ ότου ανακαλύπτει τις χαρές του διαβάσματος, η Αυτής Μεγαλειότητα συνειδητοποιεί πως τα βιβλία δεν είναι για να περνάει την ώρα της, μα για να γνωρίζει άλλες ζωές και άλλους κόσμους. Ποια;
Η γυναίκα που «γνώρισε τον κόσμο στο πρωτότυπο». Και όμως. Επιπλέον, έχει αποκτήσει και την καταστροφική- κατά τους αυλικούςσυνήθεια στις περιοδείες να ρωτάει τους υπηκόους της αν διαβάζουν και τι.
Απογοητεύεται από τις απαντήσεις. Μάλιστα όταν κάποιοι της λένε «τον “Χάρι Πότερ”» απαντάει ψυχρά: «Μάλιστα. Στην αναβροχιά καλό και το χαλάζι». Διότι, μην ξεχνάμε, όταν έχεις το μικρόβιο της ανάγνωσης έχεις και το μικρόβιο της αμφισβήτησης! Παθιασμένη αναγνώστρια, λοιπόν, φέρνει σε δύσκολη θέση τον πρόεδρο της Γαλλίας όταν τον ρωτάει για τον Ζαν Ζενέ, προκαλεί αμηχανία στον πρωθυπουργό της όταν αρχίζει το χριστουγεννιάτικο διάγγελμα με την εναρκτήρια παράγραφο από την Ιστορία δύο πόλεων του Ντίκενς και, στο gala που παραθέτει προς τιμήν τους, διαπιστώνει απογοητευμένη πως τους συγγραφείς προτιμότερο είναι να τους συναντάς στις σελίδες των βιβλίων τους.
Καλά όλα αυτά- με όση αναστάτωση κι αν προκαλούν στο Πρωτόκολλο. Τι θα γίνει όμως όταν η Βασίλισσα εκφράσει την επιθυμία να κάνει ένα βήμα παραπέρα, να περάσει από το διάβασμα στο γράψιμο; Τι πολύτιμο πρέπει να θυσιάσει για να δει το όνομά της να φιγουράρει στη θέση του συγγραφέα σε κάποιο μυθιστόρημα; Εδώ ο Μπένετ ανοίγεται και στη σάτιρα γύρω από τα ήθη και τα έθιμα της Βρετανικής Αυλής ή του θεσμού του Στέμματος και καταλήγει άμεσα πολιτικός.
Η γυναίκα που «γνώρισε τον κόσμο στο πρωτότυπο». Και όμως. Επιπλέον, έχει αποκτήσει και την καταστροφική- κατά τους αυλικούςσυνήθεια στις περιοδείες να ρωτάει τους υπηκόους της αν διαβάζουν και τι.
Απογοητεύεται από τις απαντήσεις. Μάλιστα όταν κάποιοι της λένε «τον “Χάρι Πότερ”» απαντάει ψυχρά: «Μάλιστα. Στην αναβροχιά καλό και το χαλάζι». Διότι, μην ξεχνάμε, όταν έχεις το μικρόβιο της ανάγνωσης έχεις και το μικρόβιο της αμφισβήτησης! Παθιασμένη αναγνώστρια, λοιπόν, φέρνει σε δύσκολη θέση τον πρόεδρο της Γαλλίας όταν τον ρωτάει για τον Ζαν Ζενέ, προκαλεί αμηχανία στον πρωθυπουργό της όταν αρχίζει το χριστουγεννιάτικο διάγγελμα με την εναρκτήρια παράγραφο από την Ιστορία δύο πόλεων του Ντίκενς και, στο gala που παραθέτει προς τιμήν τους, διαπιστώνει απογοητευμένη πως τους συγγραφείς προτιμότερο είναι να τους συναντάς στις σελίδες των βιβλίων τους.
Καλά όλα αυτά- με όση αναστάτωση κι αν προκαλούν στο Πρωτόκολλο. Τι θα γίνει όμως όταν η Βασίλισσα εκφράσει την επιθυμία να κάνει ένα βήμα παραπέρα, να περάσει από το διάβασμα στο γράψιμο; Τι πολύτιμο πρέπει να θυσιάσει για να δει το όνομά της να φιγουράρει στη θέση του συγγραφέα σε κάποιο μυθιστόρημα; Εδώ ο Μπένετ ανοίγεται και στη σάτιρα γύρω από τα ήθη και τα έθιμα της Βρετανικής Αυλής ή του θεσμού του Στέμματος και καταλήγει άμεσα πολιτικός.
Labels:
Ακρίβος Κώστας,
Μπένετ Αλαν,
Φιλαναγνωσία
Sunday, June 13, 2010
Ενας άνθρωπος από χρυσόσκονη και λάσπη
Η μυθιστορηματική ζωή του ιδιόρρυθμου Αυστριακού Αλφόνς Χοχάουζερ, που έζησε ως χοιροβοσκός, ψαράς και ξενοδόχος στο Τρίκερι
- ΛΩΡΗ ΚΕΖΑ | Κυριακή 13 Ιουνίου 2010
Ο Αλφόνς Χοχάουζερ είναι άνθρωπος φτιαγμένος από άλλο υλικό, «σαν χρυσόσκονη και λάσπη μαζί στον ίδιο τενεκέ». Τουλάχιστον έτσι τον αξιολογεί ο συγγραφέας, ο οποίος αφιέρωσε τέσσερα χρόνια από τη ζωή του για να μαζέψει διάφορα ντοκουμέντα, να συναντήσει ανθρώπους που τον γνώριζαν και να σκαρώσει ένα βιβλίο στη μνήμη του. Δεν είναι ούτε βιογραφία ούτε μυθιστορηματική βιογραφία ούτε ένας αφιερωματικός τόμος. Ο συγγραφέας εμπλέκεται ως αφηγητής, χωρίς όμως να εμφανίζεται με το όνομά του (τον προσφωνούν «Στέργιο», παρά το γεγονός ότι στοιχεία της ζωής του παραπέμπουν στον Ακρίβο). Οπότε έχουμε ένα μυθιστόρημα με υπαρκτά πρόσωπα, το οποίο ανασκαλεύει το παρελθόν και ταυτόχρονα περιγράφει την επώδυνη σχέση του συγγραφέα με το υλικό του.
Βρισκόμαστε στο Πήλιο, τον τόπο που επέλεξε για να ζήσει ο Αυστριακός Αλφόνς το 1926, αφού είχε κάνει τον γύρο της Μεσογείου. Εφυγε από το σπίτι του σε ηλικία 16 ετών για να γνωρίσει τον κόσμο και αντί της άνετης ζωής που θα του πρόσφερε η αστική καταγωγή του προτίμησε να γίνει χοιροβοσκός, ψαράς και ξενοδόχος στο Τρίκερι, προωθώντας ένα πρώιμο μοντέλο αγροτουρισμού. Δεν ξέρουμε αν αυτές οι πληροφορίες από μόνες τους δημιουργούν ρίγη θαυμασμού, πάντως ο Ακρίβος γοητεύεται από την άγρια προσωπικότητα του ανθρώπου ο οποίος λατρεύτηκε και μισήθηκε εξίσου στη Μαγνησία. Το πρώτο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στην έκπληξη του αφηγητή, ο οποίος διαπιστώνει ότι όλοι γνωρίζουν κάτι για τον Αλφόνς, υπάρχουν ένα σωρό φίλοι φίλων που έχουν μια φωτογραφία, ένα γράμμα, μια μαρτυρία. Λογικό είναι, ζουν όλοι στον Βόλο, ο Αλφόνς στο Πήλιο, όπου πέθανε το 1981. Μικρός ο τόπος για να περάσει απαρατήρητος ένας ιδιόρρυθμος ξένος. Ο συγγραφέας είναι ενθουσιασμένος κάθε φορά που βρίσκει μια νέα πηγή. Μαθαίνει, για παράδειγμα, ότι μια φίλη του τον είχε συναντήσει. Η αντίδραση: «Κοντεύει να μου πέσει το ποτήρι από τα χέρια».[...]
Βρισκόμαστε στο Πήλιο, τον τόπο που επέλεξε για να ζήσει ο Αυστριακός Αλφόνς το 1926, αφού είχε κάνει τον γύρο της Μεσογείου. Εφυγε από το σπίτι του σε ηλικία 16 ετών για να γνωρίσει τον κόσμο και αντί της άνετης ζωής που θα του πρόσφερε η αστική καταγωγή του προτίμησε να γίνει χοιροβοσκός, ψαράς και ξενοδόχος στο Τρίκερι, προωθώντας ένα πρώιμο μοντέλο αγροτουρισμού. Δεν ξέρουμε αν αυτές οι πληροφορίες από μόνες τους δημιουργούν ρίγη θαυμασμού, πάντως ο Ακρίβος γοητεύεται από την άγρια προσωπικότητα του ανθρώπου ο οποίος λατρεύτηκε και μισήθηκε εξίσου στη Μαγνησία. Το πρώτο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στην έκπληξη του αφηγητή, ο οποίος διαπιστώνει ότι όλοι γνωρίζουν κάτι για τον Αλφόνς, υπάρχουν ένα σωρό φίλοι φίλων που έχουν μια φωτογραφία, ένα γράμμα, μια μαρτυρία. Λογικό είναι, ζουν όλοι στον Βόλο, ο Αλφόνς στο Πήλιο, όπου πέθανε το 1981. Μικρός ο τόπος για να περάσει απαρατήρητος ένας ιδιόρρυθμος ξένος. Ο συγγραφέας είναι ενθουσιασμένος κάθε φορά που βρίσκει μια νέα πηγή. Μαθαίνει, για παράδειγμα, ότι μια φίλη του τον είχε συναντήσει. Η αντίδραση: «Κοντεύει να μου πέσει το ποτήρι από τα χέρια».[...]
Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=56&artId=337330&dt=13/06/2010#ixzz0qk8iSxDo
Saturday, November 21, 2009
Θα την ξανάβρει στους μπαξέδες...
Μοιάζει παράδοξο το ότι σ΄ ένα βιβλίο με διηγήματα που μιλούν για «τελετές ενηλικίωσης» η εφηβεία πάει χέρι χέρι με τα γερατειά, το σχολείο ή το οικοτροφείο είναι μεσοτοιχία με το ΚΑΠΗ, οι ανθισμένοι κήποι της νιότης σκιάζονται από ρημαγμένα σπίτια-κοιμητήρια ζωντανών νεκρών. Αλλά σ΄ αυτό ακριβώς βρίσκεται η σοφία της σύλληψης του Κώστα Ακρίβου. ΄Οποιος έχει ζήσει αρκετά ξέρει ότι οι εφηβικοί πόθοι ξαναφουντώνουν στις μεγάλες ηλικίες, για να καταλήξουν με απρόβλεπτο τρόπο σε μια δεύτερη «τελετή ενηλικίωσης». Και όποιος έχει ζήσει ακόμα περισσότερο αρχίζει να βλέπει ότι υπάρχει και μια τρίτη, ύστατη τέτοια «τελετή», όταν ο άνθρωπος αποχωρίζεται τις τελευταίες ωραίες αυταπάτες της ζωής του κι ετοιμάζεται ν΄ αντιμετωπίσει, απελπιστικά ώριμος και ανήμπορος, τη γυμνή αλήθεια του τέλους.
Ο Κώστας Ακρίβος, γεννημένος το 1958 στις Γλαφυρές Βόλου και μόνιμος κάτοικος της μαγνησιακής πρωτεύουσας, μοιράζει τη βιβλιοπαραγωγή του σχεδόν ισομερώς ανάμεσα στο μυθιστόρημα και το διήγημα. Και στα δύο αυτά είδη έχει καταφέρει να διαμορφώσει το δικό του, διακριτό συγγραφικό προφίλ, που χαρακτηρίζεται από το ευφάνταστο των ιστοριών, την έφεση προς την προφορικότητα του λόγου και την ικανότητα στην απόδοση διαφορετικών ιδιολέκτων της προφορικής ή της γραπτής γλώσσας. Προσωπικά, τον προτιμώ ως διηγηματογράφο, γιατί βρίσκω ότι τα μυθιστορήματά του, παρά τις κατασκευαστικές αρετές τους, υπακούνε συχνά στην επιθυμία του εντυπωσιασμού, με όσες ευκολίες αυτό συνεπάγεται. Ούτε τα διηγήματά του είναι πάντοτε απαλλαγμένα από αυτή την τάση. Αλλά νομίζω πως η πυκνότητα και η σχετική μετριοφροσύνη που επιβάλλει η μικρή φόρμα αναδεικνύουν καλύτερα τα συγγραφικά προσόντα αυτού του εξωστρεφούς φιλόλογου, ο οποίος συνδυάζει τη λογιότητα με το ενδιαφέρον για τους συνηθισμένους ανθρώπους και με μια παρατηρητικότητα που συγκρατεί και διερευνά (στο επίπεδο, εννοείται, της δυνητικής πραγματικότητας, όπως κάνει η λογοτεχνία) φαινομενικά ασήμαντες καταστάσεις της καθημερινής ζωής. Και, εν πάση περιπτώσει, ο Ακρίβος είναι ένας συγγραφέας που ψάχνεται κι εξελίσσεται από βιβλίο σε βιβλίο, κάτι που, δεν θα κουραστώ να το επαναλαμβάνω, όλο και σπανιότερα έχουμε τη χαρά να διαπιστώσουμε στις μέρες μας.
Τα διηγήματα του τελευταίου βιβλίου του συστήνονται από τον ίδιο ως «δεκαεφτά επεισόδια από τη ζωή ενός νέου». Αλλά η περιγραφή αυτή είναι μάλλον παραπλανητική, αφού ο εν λόγω νέος, ο Ανδρέας από το Γλυφονέρι Βόλου (λογοτεχνική παραλλαγή της γενέτειρας του συγγραφέα), δεν πρωταγωνιστεί σε όλα τα διηγήματα. Σε αρκετά έχει επουσιώδη, αν όχι εκβιαστική παρουσία, σε μερικά δεν εμφανίζεται καθόλου, και όσο για τη «ζωή» του, στην πραγματικότητα πρόκειται για τη ζωή του σογιού του, που περιλαμβάνει, σε ρόλο πρωταγωνιστή, ακόμα και σχετικά μακρινούς προγόνους.
Δεν χρειαζόταν ωστόσο η επινόηση ενός κοινού χαρακτήρα για να έχουν θεματική συνοχή τα διηγήματα της συλλογής. Διότι τα περισσότερα δικαιολογούν έτσι κι αλλιώς τον γενικό τίτλο: περιστρέφονται γύρω από «τελετές ενηλικίωσης» με την έννοια που προαναφέραμε, όπου ενηλικίωση δεν είναι απλώς η είσοδος του έφηβου στην ανδρική ηλικία, αλλά η καταλυτική εισβολή μιας φάσης της ανθρώπινης ζωής σε μια προηγούμενη ή μια επόμενη. Σε μερικές από τις ιστορίες η ενηλικίωση γίνεται για τον έφηβο μια πικρή πρόγευση των γερατειών. Σε άλλες, τα ακυρωμένα όνειρα της νεότητας αναδύονται και βρίσκουν ένα είδος εκπλήρωσης στο γέρμα της ζωής. ΄Αλλοτε, πάλι, νιάτα και γερατειά συμμαχούν και αλληλοβοηθούνται για την πραγμάτωση εμποδισμένων επιθυμιών, νικώντας τη σκληρότητα που δίνουν στις ενδιάμεσες ηλικίες ο αγώνας για επιβίωση και οι ματαιώσεις της ζωής. Ενώ σ΄ ένα διήγημα η πρώιμη εφηβεία εκβάλλει στην ενόραση της απόλυτης ωριμότητας μέσα από τον θάνατο. Το τελευταίο αυτό κείμενο, που τιτλοφορείται «Ο Σάσα των νερών», είναι εμπνευσμένο από την υπόθεση του μικρού Άλεξ και σώζεται από την επικαιρογραφική ρηχότητα χάρη στην εύστοχα ποιητική πραγμάτευση του θέματος, με την περιγραφή ενός ονειρικού νεκρικού ανάπλου, που υποβάλλει τον παραλληλισμό με το ταξίδι της Αργούς.
Ο Ακρίβος έδειχνε ανέκαθεν ιδιαίτερη ευαισθησία για το ζήτημα της θέσης των ξένων μεταναστών στην Ελλάδα ή, γενικότερα, για τη συνάντησή μας με τον Άλλο. Μάλιστα, η πρώτη συλλογή διηγημάτων του, με τίτλο Αλλοδαπή (1995), περιείχε μερικά από τα πιο πρώιμα δείγματα αυτής της θεματικής στην ελληνική πεζογραφία. Στις Τελετές ενηλικίωσης υπάρχουν, εκτός από το «Ο Σάσα των νερών», και άλλα διηγήματα όπου ο ξένος μετανάστης παίζει κεντρικό ρόλο.
Ένα από αυτά, το «Γιασμπαντίν», μιλάει με συγκλονιστικά υπαινικτικό τρόπο για τον βιασμό ενός αλλοδαπού αγοριού (άλλη μια τραυματική «τελετή ενηλικίωσης») από έναν παιδεραστή σε μια πλαζ της δυτικής Πελοποννήσου, αντιπαραθέτοντας τηναλλόφρονη αναζήτηση του παιδιού από τη μητέρα του στην ένοχη σιωπή των ντόπιων και την απάθεια των παραθεριστών. Ένα άλλο, το «Νέες αφίξεις», περιγράφει με λεπτή ειρωνεία τα αντιφατικά συναισθήματα που προκαλεί σ΄ ένα νεαρό ζευγάρι Ελλήνων αστών, στην πτήση από το Λονδίνο προς την Αθήνα, το παράξενο ενδιαφέρον ενός Λατινοαμερικάνου έφηβου (υποψήφιου λαντζιέρη ή κάτι τέτοιο στην Ελλάδα) για τη γυναίκα και η εξήγηση που τους δίνει ο ίδιος στο τέλος.
Κατά τη γνώμη μου, πάντως, το πιο πρωτότυπο, το πιο τολμηρό και διεισδυτικό διήγημα του βιβλίου είναι το πρώτο, με τίτλο «Το λουλουδάκι του μπαξέ». Μιλάει για ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, γειτονόπουλα, που αγαπιόντουσαν από παιδιά κι επρόκειτο να παντρευτούν, αλλά ο αρραβώνας τους διαλύθηκε, για λόγους που δεν μαθεύτηκαν ποτέ. Τα χρόνια πέρασαν, ο άνδρας έκανε οικογένεια με άλλη γυναίκα, η αλλοτινή αρραβωνιαστικιάτου γέρασε μόνη και κάποια στιγμή έπαθε ένα βαρύ εγκεφαλικό. Ο άνδρας, ηλικιωμένος πια, έχει αποκτήσει τη συνήθεια να σταματάει τη νύχτα, γυρίζοντας από το καφενείο, μπροστά στο περιβόλι της παλιάς αγάπης του για να κάνει την ανάγκη του, χωρίς οι συνειρμοί του να τον οδηγούν στο τότε. ΄Ωσπου μια νύχτα βλέπει ξαφνιασμένος το παραμορφωμένο πρόσωπό της να τον παρακολουθεί από το παράθυρό της. Και στο εξής οι νυχτερινές στάσεις του μπροστά στον μπαξέ άρχισαν να συνοδεύονται, χωρίς οι κινήσεις του ν΄ αλλάξουν σχεδόν καθόλου, από μια διαφορετική χρήση του μορίου του... Με τον πιο αντιρομαντικό τρόπο που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, ο συγγραφέας περιγράφει εδώ μια συγκινητικότατη κατάσταση, μια καθυστερημένη έκρηξη αγάπης, ένα εξ αποστάσεως, ανάπηρο, αλλά τόσο πιο βαθύ ερωτικό σμίξιμο, μια έξαρση της ψυχής με αφετηρία την πιο ευτελή λειτουργία του ανθρώπινου σώματος.
Παρά τη μελαγχολική υπόκρουση των ιστοριών, η δεσπόζουσα διάθεση στις Τελετές ενηλικίωσης δεν είναι καταθλιπτική. Απεναντίας, το βιβλίο διαπνέεται από πηγαία αγάπη για τους ανθρώπους και τη ζωή (χωρίς εξωραϊσμούς και γλυκεράδες), πίστη στη δυνατότητα επικοινωνίας ακόμα και στις πιο αντίξοες συνθήκες, θαυμασμό για το σθένος των λιγότερο ευνοημένων από τη μοίρα να στέκονται όρθιοι και ν΄ αναζητούν, αν όχι την ευτυχία, τουλάχιστον τη γεύση της χαράς στις πιο απλές στιγμές της καθημερινότητας.
Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, ΤΑ ΝΕΑ, 21/11/2009
Subscribe to:
Comments (Atom)

