Showing posts with label Χρυσόπουλος Χρήστος. Show all posts
Showing posts with label Χρυσόπουλος Χρήστος. Show all posts

Monday, March 5, 2012

«Η Αθήνα έχει γυρίσει το μέσα έξω»

Ο Χρήστος Χρυσόπουλος φωτογραφημένος στην οδό Σταδίου, ακριβώς απέναντι από το κατεστραμμένο κτίριο όπου στεγαζόταν ο κινηματογράφος Αττικόν

[Γρηγόρης Μπέκος, ΤΟ ΒΗΜΑ: 04/03/2012]. Μια βόλτα με τον συγγραφέα Χρήστο Χρυσόπουλο στους δρόμους της βίαια μεταλλασσόμενης πρωτεύουσας, παρέα με αστέγους και αποκαΐδια... Από μια παράξενη ρωγμή στον συννεφιασμένο ουρανό, καθώς έστριβα στην οδό Σταδίου, έπεσε το ασθενικό φως του ήλιου και αντιφέγγισε περίεργα πάνω στο πληγιασμένο πόδι ενός ζητιάνου. Το πρόσεξα προφανώς επηρεασμένος από την ανάγνωση του νέου βιβλίου του Χρήστου Χρυσόπουλου Φακός στο στόμα, που αποτελεί ένα χρονικό εκτάκτου ανάγκης (γραμμένο τον Δεκέμβριο του 2011) για τη σημερινή Αθήνα που μεταλλάσσεται βίαια και «θυμίζει τα αποκαΐδια μιας βραδινής δασικής πυρκαγιάς».
Η βόλτα μου με τον 43χρονο συγγραφέα ξεκίνησε έξω από το μερικώς κατεστραμμένο νεοκλασικό όπου συστεγάζονταν μέχρι πρότινος οι κινηματογράφοι Αττικόν και Απόλλων. Το κτίριο είναι ακόμη καλυμμένο από τις λαμαρίνες της αποκατάστασης, ενώ τα πυρπολημένα παράθυρά του θυμίζουν αδειασμένες κόγχες κατάπληκτων ματιών. «Ακόμη μυρίζει καμένο» σχολίασε ο Χρυσόπουλος. Συνεχίσαμε τριγυρίζοντας στο πολύπαθο κέντρο της πρωτεύουσας, μιας πόλης στην οποία, όπως υπογραμμίζει ο ίδιος, κάτι τρομακτικό έχει συμβεί, «κάτι έχει αλλάξει ανεπιστρεπτί». Αν ο ψηφιακός βηματομετρητής του δεν καταγράψει 10 χιλιόμετρα την ημέρα «δεν επιστρέφω σπίτι μου» - στην περιοχή του Αγίου Σώστη στον Νέο Κόσμο. Ο συγγραφέας περιπλανιέται «σαν άρπαγας»παρατηρητής στην Αθήνα και χαράσσει πάνω στη συλλογική εμπειρία και στις αντιφατικές εικόνες του αστικού τοπίου τη δική του ιδιαίτερη διαδρομή, που «είναι συνώνυμη της επινόησης».
Η ίδια η πραγματικότητα έρχεται ως επιτακτικό κάλεσμα, αλλά ο συγγραφέας την ανασυνθέτει μέσα από μια «μυθοπλαστική ερμηνευτική για τα πράγματα, ένα νέο κριτικό πεδίο ανάλυσης (fictocriticism)». Από τη μία, ένα πραγματικό περιστατικό στη γωνία των οδών Νίκης και Μητροπόλεως, ένας ρακοσυλλέκτης που έψαχνε πεινασμένος έναν κάδο απορριμμάτων δαγκώνοντας έναν φακό με το στόμα, και από την άλλη το αφήγημα του Ρόμπερτ Βάλζερ Ο περίπατος (Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011), ειδικά η αρχή του, την οποία παρέφρασε ο συγγραφέας επειδή «ήταν ό,τι ακριβώς χρειαζόμουν», πυροδότησαν το όλο εγχείρημα.
«Εκεί που η πρόταση του Βάλζερ οδηγεί στον αισθητισμό ενός flâneur, στην αθηναϊκή περίπτωση λειτουργεί σαν μια αναγνώριση της καταστροφής» μου εξήγησε ο Χρυσόπουλος. Αλλωστε «γράφω με έναν τρόπο προγραμματικό, που όμως δεν απεμπολεί τη συγκίνηση»συνέχισε, προσθέτοντας ότι τον «στοιχειώνουν τα κείμενα» και τον γοητεύει πολύ η στοχαστική αυτοαναφορικότητα της λογοτεχνίας.

«Εμψυχα απορρίμματα»
Από τον Δεκέμβριο του 2008 ωστόσο ο χρόνος έχει πυκνώσει επικίνδυνα στην Αθήνα, η ατμόσφαιρα έχει γίνει βαριά και απειλητική. Ο ίδιος, αποφεύγοντας τις απλουστεύσεις και τους συναισθηματισμούς, γράφει για μια πόλη που «έχει σιωπήσει τον τελευταίο καιρό»,για μια πόλη που «μοιάζει να έχει γυρίσει το μέσα έξω», που έχει γεμίσει «έμψυχα απορρίμματα» και με έναν τρόπο αναδεικνύει σε τρομακτικό σύμβολο της νέας υπαρξιακής συνθήκης σε αυτήν «το πεσμένο απροστάτευτο σώμα που υπενθυμίζει ότι η αγριότητα βρίσκεται ακόμη ανάμεσά μας».
Ο Χρυσόπουλος υποστηρίζει ότι η πόλη είναι οι διαθέσεις των ανθρώπων της, ότι τα«γεγονότα» που λαμβάνουν χώρα στην Αθήνα «είναι η αιτία και το απείκασμα των ίδιων των αντιθέσεών μας, είναι η ίδια η σχιζοφρενική σχέση της πόλης με τους κατοίκους/δημιουργούς της» οι οποίοι βρίσκονται σε ένα καθεστώς φρικώδους σύγχυσης.
«Το παρατηρούμε και στον δημόσιο διάλογο, που τον χαρακτηρίζουν καθαρά τρία πράγματα. Πρώτον, η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε έννοιας συλλογικότητας, δεύτερον, ο απίστευτος ανορθολογισμός και, τρίτον, η βία, όχι απαραιτήτως αυτή που εκφράζεται μέσω της καταστροφής» είπε και πρόσθεσε ότι «αυτό το μανιχαϊστικό πλαίσιο που έχει οξυνθεί με αφορμή την κρίση αφήνει μετέωρους όσους θέλουν να υπερασπιστούν στο ελάχιστο μια ιδέα ανθρωπισμού». Σε μια παρέκβαση που κάναμε στη συνομιλία μας για τα δεινά της πολιτικολογίας, μου εξομολογήθηκε ότι, αν ήταν εικαστικός καλλιτέχνης, θα γέμιζε τον τόπο με κόκκινα κορδόνια για να φτιάξει έναν «ιστό αδιεξόδου από κόκκινες γραμμές».
Στο εξωστρεφές αυτό βιβλίο του Χρυσόπουλου, που ουσιαστικά είναι μια προσπάθεια να καταλάβει και ο ίδιος τι ακριβώς συμβαίνει, η πραγματικότητα συμπαρασύρει τις επινοήσεις της μυθοπλασίας και τα τεχνάσματα της γραφής. Οι ήπιες, ανεπιτήδευτες συνομιλίες του με τον άστεγο Α., έναν 53χρονο πρώην υδραυλικό με χρόνιο εμφύσημα που παλεύει να επιβιώσει με επίδομα 280 ευρώ και τον οποίο ο συγγραφέας συνάντησε δύο φορές στο αμαξοστάσιο των λεωφορείων, είναι ενδεικτικές. Οι μονίμως καταφατικές αποκρίσεις του Χρυσόπουλου στο δράμα του είναι η ουσία αυτής της ιστορίας, που μας αφήνει μεν μετέωρους, αλλά πιο κοντά στη σκληρή αποδοχή του προβλήματος.

Wednesday, May 12, 2010

«Δεν γράφεις για να διατηρήσεις κεκτημένα»

  • Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 12 Μαΐου 2010


Δύο συγγραφείς δεν συνυπογράφουν συχνά ένα βιβλίο. Πόσω μάλλον στην Ελλάδα, που οι λογοτέχνες μοιάζουν να ακολουθούν μοναχικές πορείες. Ο ποιητής Χάρης Βλαβιανός και ο πεζογράφος Χρήστος Χρυσόπουλος συνυπογράφουν, πάντως, «σαν ένας άνθρωπος», το βιβλίο «Το διπλό όνειρο της γραφής» (εκδ. Πατάκη).

«...υπογράφουμε από κοινού ένα κείμενο που υποδέχεται τις διαφωνίες  μας και συνεπώς είναι ανεκτικό απέναντι στις αντιφάσεις του», λένε ο  Χάρης Βλαβιανός και ο Χρήστος Χρυσόπουλος (κάτω)

«...υπογράφουμε από κοινού ένα κείμενο που υποδέχεται τις διαφωνίες μας και συνεπώς είναι ανεκτικό απέναντι στις αντιφάσεις του», λένε ο Χάρης Βλαβιανός και ο Χρήστος Χρυσόπουλος (κάτω) Η συνομιλία τους για τη λογοτεχνία, το έργο τέχνης, την κριτική διατηρεί, χωρίς να χάνει το βάθος της, την αμεσότητα των e-mails που άρχισαν να ανταλλάσσουν, αρχικά, οι δυο τους. Το «διπλό όνειρο» δεν προκύπτει, όπως εξηγούν, από την ταύτιση και την απόλυτη συμφωνία τους, αλλά από μια διαφορά, εφόσον πρόκειται για τη σχέση καθενός εξ αυτών με τη γλώσσα.

  • Πώς γεννήθηκε η ιδέα του βιβλίου;

«Η αρχική πρόθεση δεν ήταν να γράψουμε από κοινού ένα βιβλίο. Ξεκινήσαμε μια συνομιλία μέσω e-mail, με αφορμή τα δύο τελευταία μας βιβλία και κάποια δοκίμια που είχαμε δημοσιεύσει στο παρελθόν. Το μυθιστόρημα "Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον" αλλά και η ποιητική συλλογή "Διακοπές στην πραγματικότητα" είναι δύο έργα που υπερβαίνουν, το καθένα με τον τρόπο του, το είδος στο οποίο ανήκουν (πεζογραφία/ποίηση) και επιχειρούν ένα άνοιγμα προς μία λογοτεχνία που υπονομεύει τις αυστηρές ταξινομήσεις και οροθετήσεις. Καθένα από τα δύο αυτά βιβλία διεκδικεί την ελευθερία να σχολιάζει τη γραφή αλλά και τις σχέσεις του λόγου με τις άλλες τέχνες. Αρα εδώ υπάρχει μια κοινή προβληματική και μια κοινή (αλλά όχι ταυτόσημη) μέθοδος. Η κουβέντα μας, ακριβώς λόγω αυτής της "εκλεκτικής συγγένειας", απέκτησε μεγάλο ενδιαφέρον και μες στον χρόνο βάθυνε και επεκτάθηκε σε θέματα που δεν αφορούσαν μόνο τα συγκεκριμένα βιβλία. Καθώς προχωρούσε, διαπιστώσαμε ότι είχε λάβει τέτοια έκταση, ώστε πλέον έπρεπε να τη διαχειριστούμε ως αυτονομημένο κείμενο. Δηλαδή το ίδιο το θέμα μας (η γραφή) απέκτησε υπόσταση (έγινε κείμενο). Από εκεί και πέρα είχαμε να επεξεργαστούμε ένα βιβλίο εν προόδω».

  • Τι σημαίνει για έναν πεζογράφο κι έναν ποιητή: γράφουμε «σαν ένας άνθρωπος»;

«Η έμφαση εδώ πρέπει να δοθεί στην παρομοίωση. Στο σημείο αυτό εδράζεται και η καινοτομία του βιβλίου. Γράφουμε "σαν" ένας άνθρωπος, δηλαδή υπογράφουμε από κοινού ένα κείμενο που υποδέχεται τις διαφωνίες μας και συνεπώς είναι ανεκτικό απέναντι στις αντιφάσεις του. Ως δύο διαφορετικής καταγωγής και προσανατολισμού συγγραφείς διεκδικούμε και περιφρουρούμε την αυτονομία και τις ιδιαιτερότητές μας».

  • Λέτε ότι το βιβλίο είναι προϊόν μιας ουσιαστικής φιλίας σ' έναν περίγυρο που συνήθως αποφεύγει να υπερασπιστεί ιδέες, θέσεις και πρόσωπα. Υπάρχει κάποια ερμηνεία γι' αυτή τη στάση του λογοτεχνικού κόσμου;

«Η διαπίστωση αφορά την επιθυμία μας να διευρυνθεί στον τόπο μας ο δημόσιος διάλογος για τα ουσιαστικά ζητήματα της λογοτεχνίας. Το επιδιωκόμενο είναι να μπορούμε να συζητούμε ξεπερνώντας τις προσωπικές μας βλέψεις, αλλά διατηρώντας την αυτονομία μας και ταυτόχρονα αναλαμβάνοντας, ο καθένας μας, την ευθύνη των πράξεων και των λόγων του. Στον δικό μας μικρό περίγυρο δεν έχει νόημα να υποκρινόμαστε ότι δεν γνωρίζουμε πρόσωπα και πράγματα. Είναι εντιμότερο να διακηρύξουμε τις φιλίες μας και να ξεδιπλώσουμε με γενναιοδωρία και ειλικρίνεια τα επιχειρήματα και τις πεποιθήσεις μας».

  • Γράφετε: «μην εμπιστεύεσαι άκριτα ό,τι νομίζεις πως βλέπεις με τα δικά σου μάτια -ειδικά αν γράφεις κρατώντας στα χέρια χαρτομάντιλα». Ποιο στερεότυπο θεωρεί τον άκρατο συναισθηματισμό λογοτεχνική αρετή;

«Πρόκειται για μια διάχυτη αντίληψη που θέλει τον "γνήσιο" συγγραφέα να παραδίδεται στο συναίσθημα, να γράφει με την καρδιά... κ.λπ. Το ζήτημα ωστόσο δεν είναι ότι το συναίσθημα δεν υφίσταται ή ότι πρέπει να εξοβελίζεται από τη γραφή. Απλώς, όπως υπάρχει ένας νους που αισθάνεται, άλλο τόσο πρέπει να υπάρχει μια καρδιά που σκέφτεται. Το ποίημα ή το πεζό κείμενο είναι πρωτίστως ένα λεκτικό αρχιτεκτόνημα και ο συγγραφέας του δεν μπορεί να υποδύεται ότι δεν έχει συνείδηση του τι ακριβώς οικοδομεί. Η αισθηματολογία (στην οποία πολλοί συγγραφείς ρέπουν) δεν είναι παρά η αποτυχία του αισθήματος. Ας μη συγχέουμε πάντως αυτή την απαίτηση με μια αισθητική. Εδώ μιλάμε για μια συνθήκη του μυαλού: Ο Βιτγκενστάιν συνέλαβε το "Tractatus" στα χαρακώματα. Οι οβίδες που έπεφταν γύρω του δεν κατάφεραν να θολώσουν τη σκέψη του ούτε τη διαύγεια της γλώσσας του».

  • Αν «η γραφή είναι πάντοτε μια διακινδύνευση», τι διακινδυνεύει ο συγγραφέας;

«Το πρόταγμα εδώ έχει τη μορφή μιας προϋπόθεσης. Η γραφή οφείλει να είναι διακινδύνευση. Η ενασχόληση με τη γραφή, για να είναι ουσιαστική (όπως κι αν το ορίσει αυτό κανείς) δεν μπορεί να καταλήγει σε διαρκή επιβεβαίωση των κεκτημένων. Ο συγγραφέας πρέπει να πειραματίζεται διαρκώς και να θέτει την ίδια του τη γραφή και επομένως και την ίδια την εικόνα του υπό αμφισβήτηση».

  • Θεωρείτε ότι η σχέση της γραφής με την απάτη ή την πλαστοπροσωπία έχει άλλες διαστάσεις στην ψηφιακή συνθήκη και στον κόσμο των δικτύων;

«Το ζήτημα εδώ είναι πολλαπλό. Από τη μια μεριά, και μιλώντας για την ευκολία του μέσου: ναι. Αρκεί -για να το απλουστεύσουμε- "το πάτημα ενός κουμπιού". Από την άλλη: όχι. Με την ίδια ευκολία μπορούν να διαπιστωθούν τα λογής δάνεια και οι οικειοποιήσεις. Μια τρίτη διάσταση αφορά τη συγγενή έννοια της πρωτοτυπίας, το "originality": η ευκολία του μέσου έχει αλλάξει την ίδια τη φύση της διακειμενικότητας, γεννώντας νέες τεχνικές και αναζωογονώντας άλλες, γνωστές από τις απαρχές της λογοτεχνίας. Εδώ δεν αναφερόμαστε στους τρόπους με τους οποίους καταλήγει να διευθετείται η γραφή με μη-γραμμικό τρόπο (μοντάζ, παστίς, κολάζ, κ.λπ.) αλλά στις αρχικές "μεθόδους εξόρυξης των λογοτεχνικών υλικών", που προηγούνται της γραφής: λογοκλοπή, δειγματοληψία, αρπαγή, παρέμβαση, καταστροφή, εκτροπή, πλαστογραφία, διαστρέβλωση, εξαπάτηση, φάρσα, ετερωνυμία, μίμηση, κρυπτομνησία, υπερδιακειμενικόητα, δανεισμός, παρανάγνωση, απόδοση κ.λπ.».

  • Γράφετε ότι «η λογοτεχνία που αντέχει στον χρόνο μετατρέπει την Ιστορία σε κάτι ανοίκειο. Στέκεται μακριά από κομματικές γραμμές». Αναφέρεστε στον στενό ορίζοντα της «στρατευμένης» τέχνης;

«Οι επαναστάσεις της ευαισθησίας δεν κερδίζονται στα χαρακώματα της πολιτικής. Το καλύτερο που μπορεί να ελπίζει ένας συγγραφέας (για να θυμηθούμε τον Κάμινγκς ή και τη Λόρα Ράιντινγκ Τζάκσον) είναι να κατακτήσει ένα μέρος του εαυτού του, κι αυτό να το εγγράψει όσο πιο δραστικά μπορεί στο έργο του. Τα ποιήματα που αντέχουν στον χρόνο δεν είναι βέβαια αυτά που ο Αραγκόν, για παράδειγμα, αφιέρωσε στον σύντροφο Στάλιν, αλλά του Μαντελστάμ, που είχαν την τόλμη να αποκηρύξουν την "επίσημη αφήγηση" του καθεστώτος. Και ξέρουμε με τι τίμημα πλήρωσε ο Ρώσος ποιητής αυτή του τη στάση».

* Το βραβευμένο («Διαβάζω») βιβλίο «Διακοπές στην πραγματικότητα» (Πατάκης) του Χάρη Βλαβιανού κυκλοφορεί ήδη και στα σουηδικά σε μετάφραση του κορυφαίου μεταφραστή Ινγκεμαρ Ρεντίν. *

Friday, January 16, 2009

Χρήστος Χρυσόπουλος: «Το γράψιμο είναι ένας αγώνας αντοχής»

Ο συγγραφέας Χρήστος Χρυσόπουλος μιλάει στην «Κ» για το νέο του μυθιστόρημα

Του Ηλια Μαγκλινη, Η Καθημερινή, 17/01/2009. Ας το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή: ο 40χρονος Χρήστος Χρυσόπουλος είναι από τους σημαντικότερους Ελληνες συγγραφείς. Ηδη από την εποχή της «Σουνυάτα» και του «Μανικιουρίστα», η κριτική είχε ξεχωρίσει τον Χρυσόπουλο ως «στυλίστα», ωστόσο, ο Χρυσόπουλος συνέχισε να εξελίσσει αυτό το δικό του, προσωπικό στυλ, το πέρασε στο δοκίμιο, ενώ συνεχίζει έναν γόνιμο πειραματισμό πέρα από ειδολογικές διαφοροποιήσεις. Το τελευταίο του μυθιστόρημα, «Η λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον» είναι μια ανάλογη απόπειρα να μιλήσει για μια ποιήτρια και συγγραφέα που τελικά απαρνήθηκε τη λογοτεχνία. Η μυθοπλασία ερωτοτροπεί με το δοκίμιο και η πεζογραφία με την ποίηση - χωρίς όμως ποτέ να γίνεται ποιητική πρόζα. Γιατί όμως η Λώρα Τζάκσον; Γιατί μια ποιήτρια - που μάλιστα απαρνήθηκε τη γραφή; «Η Τζάκσον», λέει ο Χρυσόπουλος στην «Κ», «έγραψε ποίηση, πεζογραφία και δοκίμιο. Προσωποποιεί με παραδειγματικό τρόπο τις “φυγόκεντρες” δυνάμεις που απασχολούν και τη δική μου γραφή. Και κάτι ακόμα: στην περίπτωσή της η διαπλοκή τέχνης και βίου ήταν αξεδιάλυτη, αποτελεί υπόδειγμα “μονομανούς συγγραφέα”, δηλαδή ενός προσώπου που βιώνει την ύπαρξή του και τον κόσμο μέσα από μια ιδεοληψία για τη γραφή, η οποία ορίζει καθ’ ολοκληρίαν (θα έλεγα ότι δυναστεύει) κάθε έκφανση της πραγματικότητας. Η αποκήρυξη της Τζάκσον ήταν μια απέλπιδα –χιμαιρική– αντίδραση σε αυτήν ακριβώς την καταδυνάστευση».

Η «Λώρα Τζάκσον» μοιάζει να συνδυάζει αρμονικά δύο προηγούμενα βιβλία του Χρυσόπουλου: το πεζογράφημα «Φανταστικό μουσείο», εμπνευσμένο και αυτό από έργα και βίους συγγραφέων, και το «Γλωσσικό κουτί», συνάθροιση δοκιμίων πάνω στη θεωρία και την πράξη της γραφής. Οπως τονίζει ο συγγραφέας: «Αυτό που με ενδιαφέρει, είναι μια έκφανση της πραγματικότητας που ξεπερνά το βίωμα: το γεγονός ότι ένα πρόσωπο έζησε μια μυθιστορηματική πραγματικότητα, λειτούργησε σαν μυθοπλαστικός ήρωας, θέλησε να γίνει το ίδιο λογοτέχνημα. Αυτές είναι διαστάσεις της ζωής που στιγμιαία ή περιστασιακά αποκαλύπτονται σε όλους μας –όλοι κάποιες στιγμές νιώθουμε “σαν να ζούμε μέσα σε ένα φιλμ”– εντούτοις, στην περίπτωση των συγγραφέων αυτές οι στιγμές πολλαπλασιάζονται, παίρνουν τη μορφή έξης, εμμονής, επαγγελματικής διαστροφής. Αυτή η επίμονη, σχεδόν καταναγκαστική, συνθήκη με απασχολεί γιατί “ακουμπάει” και τη δική μου ζωή».

Κριτικοί όπως ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου και ο Δημοσθένης Κούρτοβικ έχουν μιλήσει εγκωμιαστικά για το έργο του Χρυσόπουλου - ο τελευταίος ωστόσο είχε σημειώσει ότι τα βιβλία του πάσχουν από ένα είδος «λογοτεχνικής κλεισούρας». Τον ρωτήσαμε αν πρέπει ένας συγγραφέας να δίνει απαντήσεις σε σχόλια κριτικών. «Πιστεύω ότι ο συγγραφέας οφείλει να αντιμετωπίζει τα ζητήματα της λογοτεχνίας και όχι να διαπληκτίζεται με πρόσωπα. Σε αυτό το πλαίσιο είναι σκόπιμο να αποδέχεται με κριτικό πνεύμα τις όποιες επιφυλάξεις, να τις στοχάζεται και, με το πέρας του χρόνου, να επιλέγει μια καθαρή θέση απέναντί τους. Οσο για το ζήτημα της “κλεισούρας”, είναι μια μεταφορά της οποίας κατανοώ (και εν μέρει αποδέχομαι) την αφετηρία. Ως αξιολογική θέση μπορεί να συσχετιστεί είτε με επίκριση είτε με επιδοκιμασία - εξαρτάται από το αναγνωστικό παράδειγμα με το οποίο θα επιλέξουμε να τη συσχετίσουμε. Αφορά –τρόπον τινά– και τον καταναγκασμό για τον οποίο μίλησα παραπάνω».

Ο Χρυσόπουλος έχει μιλήσει με έμφαση για την ανάγκη της θεωρίας στο έργο ενός συγγραφέα, σαν δεξαμενή του πεζογραφικού έργου. Αυτό είναι κάτι αυστηρά δικό του ή κάτι που όλοι οι συγγραφείς θα έπρεπε να λαμβάνουν υπόψη; «Σίγουρα δεν είναι “κάτι δικό μου” ούτε –κατ’ ανάγκην– κάτι “δύσκολο”, “στρυφνό” ή για τους λίγους. Εχω υποστηρίξει ότι η θεωρία είναι μια επωφελής, εξωστρεφής οδός για τη σκέψη, η οποία τοποθετεί τη λογοτεχνία σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πεδίο, ζωογονεί τη συγγραφική εργασία, διευρύνει τη γκάμα των εμπλεκομένων με τα κείμενα, και μας προφυλάσσει απέναντι σε στερεότυπα, πρόδηλες “αλήθειες” και εύκολες γενικεύσεις. Δεν είμαι εγώ αυτός που θα πει ότι όλοι οι συγγραφείς πρέπει να ασχολούνται με τη θεωρία, αλλά μπορώ να αναγνωρίσω ότι σίγουρα δεν είναι πολλοί εκείνοι που καλλιεργούν επισταμένως το δοκίμιο ως τρόπο γραφής».

Ο Χρυσόπουλος δεν είναι μόνον συγγραφέας αλλά και ερασιτέχνης δρομέας μεγάλων αποστάσεων - δραστηριότητα στην οποία επιδίδεται με επαγγελματική συνείδηση. Ποια η σχέση ανάμεσα στο τρέξιμο και το γράψιμο; «Σε μια παλαιότερη συνομιλία μας στο περιοδικό “Διαβάζω”, είχα παρομοιάσει τη συγγραφή με αγώνα αντοχής. Θα απαντήσω παραλλάσσοντας μιαν αποστροφή του Χαρούκι Μουρακάμι (εξίσου αφοσιωμένου μαραθωνοδρόμου) από το βιβλίο του What I talk about when I talk about running: “Οταν προσπερνάμε ο ένας τον άλλον στο δρόμο, ακούμε τον ρυθμό της ανάσας και αντιλαμβανόμαστε πώς ο καθένας μας μετράει το χρόνο - όπως κι ένας συγγραφέας μετράει αργά τη μακρά διαδρομή που χαράσσουν οι λέξεις”».