Showing posts with label Καραγάτση Μαρίνα. Show all posts
Showing posts with label Καραγάτση Μαρίνα. Show all posts

Tuesday, May 5, 2009

Με όνομα βαρύ

Με όνομα βαρύ
  • Με αρκετές εκπλήξεις και προβάδισμα στα «αουτσάιντερ» πραγματοποιήθηκε χθες το βράδυ η 12η απονομή των Λογοτεχνικών Βραβείων του περιοδικού «Διαβάζω» στο Νέο Μουσείο Μπενάκη. Το Βραβείο Μυθιστορήματος, που θεωρείται σε κάθε περίπτωση ο «βασιλιάς» των βραβείων, απονεμήθηκε σε μία πρωτοεμφανιζόμενη αλλά όχι και αδέξια, όπως αποδείχτηκε, συγγραφέα, που κληρονόμησε, ως φαίνεται, το χάρισμα της γραφής μαζί με το βαρύ της επώνυμο. Ο λόγος για τη Μαρίνα Καραγάτση, μοναχοκόρη του πληθωρικού Μ. Καραγάτση, για το, κατά κοινή παραδοχή, εξαιρετικό, βιβλίο της «Το ευχαριστημένο ή Οι δικοί μου άνθρωποι» (Εκδ. Αγρα) στο οποίο αφηγείται ιστορίες από τα παιδικά της χρόνια, με κεντρικό πρωταγωνιστή –ποιον άλλον;– τον συγγραφέα του «Γιούγκερμαν» και πατέρα της. Η επιλογή της κυρίας Καραγάτση άφησε εκτός βράβευσης καταξιωμένους συγγραφείς, όπως ο Μάνος Ελευθερίου, ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, ο Νίκος Θέμελης κ.ά. Αρκετά συγκινημένη στην πρώτη προσωπική λογοτεχνική της διάκριση η κυρία Καραγάτση δήλωσε πως είναι «ευχαριστημένη» όπως και «Tο Ευχαριστημένο» και εξέφρασε την ελπίδα πως οι αναγνώστες του βιβλίου «γέλασαν αναγνωρίζοντας το παράλογο της ζωής». Το βραβείο απένειμε ο ακαδημαϊκός και συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης.
  • Εκπληξη όμως επεφύλασσε και η απονομή του Βραβείου Διηγήματος, το οποίο δόθηκε στη Μαρία Κουγιουμτζή για το βιβλίο «Αγριο βελούδο» (Εκδ. Καστανιώτη) αφήνοντας «εκτός» τον Μένη Κουμανταρέα που βρισκόταν στη shortlist με το πολυσυζητημένο του βιβλίο «Το Show είναι των Ελλήνων» (Εκδ. Κέδρος).
  • Το βραβείο απένειμε ο πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας Κώστας Μουρσελάς. Σύμφωνα πάντως με το σκεπτικό της Κριτικής Επιτροπής των Βραβείων «Η φετινή παραγωγή διηγήματος ήταν κάπως πιο υποτονική σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια».
  • Στον ποιητή Στρατή Πασχάλη και σε μία δύσκολη σαφώς επιλογή απονεμήθηκε το Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή «Εποχή Παραδείσου» (Εκδ. Γαβριηλίδης) αφήνοντας εκτός, μεταξύ των άλλων, τον καταξιωμένο ποιητή Γιάννη Κοντό για τη συλλογή του «Ηλεκτρισμένη Πόλη» (Εκδ. Κέδρος). Το βραβείο απένειμε ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος, που, εμμέσως πλην σαφώς, δήλωσε ότι θα ήθελε να έχει απονείμει βραβεία και σε άλλους από τους ποιητές της shortlist.
  • Το Βραβείο Δοκιμίου απονεμήθηκε στον Μίλτο Πεχλιβάνο για το βιβλίο «Από τη “Λέσχη” στις “Ακυβέρνητες Πολιτείες”; Η στίξη της ανάγνωσης» (εκδόσεις Πόλις).
  • Το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα προς τιμήν Ηρακλή Παπαλέξη απονεμήθηκε στη Σταυρούλα Σκαλίδη για το βιβλίο της «Προδοσία και εγκατάλειψη» (Εκδ. Πόλις). Το βραβείο απένειμε εκπρόσωπος του Οργανισμού Συλλογικής διαχείρισης έργων του Λόγου. Το Βραβείο Εικονογραφημένου Παιδικού Βιβλίου απονεμήθηκε στη Φωτεινή Φραγκούλη (κείμενο) και στη Φωτεινή Στεφανίδη (εικονογράφηση) για το βιβλίο «Εφτά ορφανά μολύβια... εφτά ιστορίες» (Εκδ. Ελληνικά Γράμματα).
  • Τέλος, το Βραβείο Λογοτεχνικού Βιβλίου για μεγάλα παιδιά απονεμήθηκε στην Ελένη Πριοβόλου για το βιβλίο «Το σύνθημα» (Εκδ. Ελληνικά Γράμματα). Το βραβείο απένειμε η διευθύντρια του ΕΚΕΒΙ κυρία Κατρίν Βελισσάρη. Το βραβείο προσφοράς στο βιβλίο προς τιμήν του Περικλή Αθανασόπουλου, ιδρυτή του περιοδικού «Διαβάζω», απονεμήθηκε στον διευθυντή των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης Στέφανο Τραχανά. Την τελετή απονομής παρουσίασε η ηθοποιός Τατιάνα Λύγαρη.
  • ΠΑΣΑΜΙΧΑΛΗ ΕΛΠΙΔΑ, Ελεύθερος Τύπος, Τρίτη, 05.05.09

Saturday, October 4, 2008

«Μακριά με την πρώτη ριξιά»!

Της Ολγας Σελλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Σάββατο, 4 Oκτωβρίου 2008

«Το βιβλίο είναι μυθιστόρημα κι όποιος το πλησιάσει ως κλειδαρότρυπα αδικεί το βιβλίο», είπε ο διευθυντής της «Νέας Εστίας», Σταύρος Ζουμπουλάκης. Ηταν μία από τις πρώτες κατηγορηματικές δηλώσεις ενός από τους τέσσερις παρουσιαστές της εκδήλωσης για το πρώτο βιβλίο μιας πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως: της Μαρίνας Καραγάτση. «Το ευχαριστημένο ή Οι δικοί μου άνθρωποι» (εκδ. Αγρα) κυκλοφόρησε στις 20 Ιουλίου και ήδη κοντεύει να τελειώσει την τρίτη έκδοση. Κι όπως εύστοχα συμπλήρωσε ο Στ. Ζουμπουλάκης, «η πρώτη ριξιά να πάει τόσο μακριά είναι σπάνιο».

Η Μαρίνα Καραγάτση ήθελε από χρόνια να γράψει. Αλλά δεν τολμούσε. Την αφορμή και την έμπνευση την είχε μέσα στο σπίτι της, στο πρόσωπο της ψυχοκόρης της οικογένειας Καραγάτση, της Λασκαρώς. Το αποκάλυψε άλλωστε, στην ίδια εκδήλωση, στην ανακαινισμένη μεταπολεμική αυλή του κτιρίου που στεγάζει τις εκδόσεις Αγρα και ο Λεωνίδας Εμπειρίκος. Ανακάλυψε -είπε- ένα ηχογραφημένο ντοκουμέντο, εν έτει 1955, όπου μιλούν ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Μ. Καραγάτσης, η Νίκη Καραγάτση, η Βιβίκα Εμπειρίκου, ο Οδυσσέας Ελύτης και η Μαρίνα Καραγάτση. Εκεί ακούγεται ότι η Μαρίνα είχε ξεκινήσει να γράφει ένα διήγημα για τη Λασκαρώ. Από το 1955 την τριβέλιζε η ιδέα, το 2007 το ολοκλήρωσε.
Το τόλμησε, όχι χωρίς να παιδευτεί, αφού όπως είπε η ίδια στην παρουσίαση γράφει στο χέρι, κόβει και κολλάει χαρτάκια, σβήνει, ξαναγράφει, ξανακολλάει. Πάντως, σίγουρα δεν έγινε λάθος στο κόλλημα. Το αποτέλεσμα ήταν, σύμφωνα με τον Στ. Ζουμπουλάκη, η καταγραφή «των δύο όψεων της ανδριώτικης και όχι μόνο κοινωνίας. Ενας σκληρά ταξικός κόσμος περιγράφεται αδρά σε όλες τις ενότητες του βιβλίου. Μια οικογενειακή ιστορία που δεν μένει ασφυκτικά στους τέσσερις τοίχους».
Η καθηγήτρια Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο ΑΠΘ, Λίζυ Τσιριμώκου, έκανε την αισθητική ανατομία του βιβλίου: «Είναι ένα βιογραφικό είδος, μια πολυφωνική βιογραφία, με εντυπωσιακή σκηνοθεσία. Μια αντίστροφη νέκυια, όπου οι νεκροί καλούν τους ζωντανούς. Σ’ αυτό το βιβλίο οι μεγάλοι μένουν πάντα μεγάλοι, ενώ η Μαρίνα μένει πάντα παιδί. Το ευχαριστημένο, το Μανιώ». Και κατά την άποψή της, «η μαγεία του μυθιστορήματος βρίσκεται στο ότι δεν διακρίνουμε τα facta από τα ficta, τα γεγονότα από το επινόημα».
Και σίγουρα αυτή η άποψη δεν είναι μόνο της Λίζυς Τσιριμώκου, αφού στο αυλιδάκι της «Αγρας» στριμώχτηκαν την περασμένη Παρασκευή δεκάδες άνθρωποι, και έμειναν εκεί για πολλή ώρα, υπό βροχήν, για να τιμήσουν τη Μαρίνα Καραγάτση και το βιβλίο της. Ενα βιβλίο που γοητεύει επειδή «καταλύει ισχυρά πρότυπα και σκιαγραφεί μια κοινωνία από την καλή και την κακή της όψη». Αλλά όχι μόνο γι’ αυτό. Η Μαρίνα Καραγάτση με το βιβλίο της έκανε και μια άλλη ανατροπή. Διέψευσε πανηγυρικά τις όποιες ηδονοβλεπτικές... προσδοκίες μας και αγαπήσαμε το βιβλίο για τη λογοτεχνικότητά του και την τρυφερότητά του. Λίγο πριν κυκλοφορήσει περιμέναμε όλοι να δούμε αποκαλύψεις οικογενειακών στιγμών, ξεγύμνωμα χαρακτήρων και κρυμμένων μυστικών, αδημονούσαμε να διαβάσουμε το πώς παρουσιάζει η Μαρίνα Καραγάτση τον, κατά δήλωσή της, ιδιόρρυθμο πατέρα της. Πολύ γρήγορα οι αναγνώστες, που διαρκώς αυξάνονται, όπως και οι κριτικές στον Τύπο, διέκριναν άλλα σημαντικότερα στοιχεία σε τούτο το βιβλίο: τη διεισδυτική του ματιά σε όψεις της μεταπολεμικής κοινωνίας, την ανάγλυφη παρουσίαση της διαφορετικής πολιτισμικής συμπεριφοράς των κοινωνικών τάξεων, τη σκληρή αποτύπωση των στερεοτύπων και των καταπιεστικών πράξεων κυρίως εις βάρος των γυναικών αλλά και όσων δεν ανήκαν στο γένος των αρχόντων.
Παρ’ όλα αυτά το βιβλίο της Μαρίνας Καραγάτση δεν είναι μανιφέστο. Κάθε άλλο. Τα καταγράφει όλα τούτα, και όσα προσωπικά βίωσε μέσα στην οικογένεια των ιδιαίτερων και χαρισματικών ανθρώπων όπου μεγάλωσε, και η έκπληξη είναι ότι δεν υπερισχύει ούτε το παράπονο ούτε η μεμψιμοιρία. Αντιθέτως. Αυτό που γοητεύει στο βιβλίο είναι η διάθεση τρυφερής κατανόησης των συγκρούσεων και των ανθρώπινων παθών, η επιθυμία για κλείσιμο των πληγών και των συναισθηματικών εκκρεμοτήτων και η ανάδειξη, τέλος, της πιο σημαντικής διαπίστωσης: της γαλήνιας αποδοχής. Των ανθρώπων και των καταστάσεων. Των αδυναμιών τους και των συγκρούσεων που προκάλεσαν. Του θυμού και των νυχτών αϋπνίας που προκαλεί η πεποίθηση ότι δεν μας καταλαβαίνουν οι δικοί μας άνθρωποι. Η Μαρίνα Καραγάτση είδε με τρυφερότητα και κυρίως με αγάπη όλα αυτά τα πάθη, τις μικρές και τις μεγάλες συγκρούσεις εντός της οικογένειας και των μελών της, τα αφουγκράστηκε, τα χώρεσε μέσα της, τα συγχώρησε πρώτα η ίδια, τα μετέτρεψε σε μυθοπλασία και βοήθησε και όλους εμάς, τους αναγνώστες, να δούμε με άλλη ματιά τις δικές μας οικογένειες, τις δικές μας συγκρούσεις, τα δικά μας πάθη και παράπονα.
Η Μαρίνα Καραγάτση έδωσε φωνή «στις απόμακρες φωνές, εκείνες που ακούγονται σ’ όλο το βιβλίο και επιθυμούν διακαώς να ακουστούν», όπως είπε φωτίζοντας ιδιαίτερα την ανδριώτικη κοινωνία ο καθηγητής Δημήτρης Κυρτάτας.

Saturday, September 27, 2008

Από το σόι στους ανθρώπους

Πόσες παγίδες, με τη μορφή πειρασμών, δεν έκρυβε για τη Μαρίνα Καραγάτση το υλικό αυτού του βιβλίου! Να επενδύσει στη μεγάλη φήμη του πατέρα της, για να τον αγιογραφήσει ή, αντίθετα, για να τον απομυθοποιήσει, εκφράζοντας την πικρία της και εκτονώνοντας τα απωθημένα της. Να εστιάσει σε «προσωπικές μαρτυρίες», που θα τροφοδοτούσαν το λογοτεχνικό κουτσομπολιό, ίσως και να παρήγαν κάποιες υποσημειώσεις σε συγγράμματα ιστορικών της ελληνικής λογοτεχνίας, αλλά ελάχιστο ενδιαφέρον θα είχαν έξω από τους λόγιους κύκλους.
΄Η πάλι- κάτι που θα ήταν ακόμα χειρότερο από όλα αυτά- να στήσει ένα οικογενειακό γαϊτανάκι, από εκείνα που μας σερβίρει σωρηδόν η πεζογραφία μας με τη μορφή κοινωνικών ή αισθηματικών «δραμάτων», αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι παρά τετριμμένες, ανούσιες ιστορίες, που τις κάνει να φαίνονται σημαντικές μόνον η ελληνική εμμονή με το σόι, αυτή την πηγή ατέλειωτων παραπόνων, ταυτόχρονα όμως ταμείο συναισθηματικής ασφάλισης και τελικός προορισμός των όποιων υπαρξιακών αναζητήσεων.
Δεν μπορώ να μην εκφράσω τον θαυμασμό μου για την επιδεξιότητα και τη λεπταισθησία με τις οποίες η Μαρίνα Καραγάτση απέφυγε τέτοιες λούμπες. ΄Ισως ο μεγαλύτερος έπαινος για το βιβλίο της είναι ότι μας κάνει να ξεχάσουμε γρήγορα τον πραγματικό Καραγάτση και μας παρασύρει στη γοητεία μιας αφήγησης που στέκει θαυμάσια από μόνη της, ανεξάρτητα από την ιστορικότητα των χαρακτήρων της. Και ωστόσο, σε σχέση ακριβώς με αυτή την ιστορικότητα, η συγγραφέας είναι ειλικρινής, τολμηρή και δίκαιη, με μια μορφή δικαιοσύνης που πηγάζει από συναισθηματική ωριμότητα και αισθαντική κατανόηση, όχι από μια σπασμωδική προσπάθεια δικαίωσης, με την υποβάθμιση των προσωπικών ελαττωμάτων και τον υπερτονισμό των αρετών, όπως συμβαίνει τόσο συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις.
Για να εξηγήσω τι ακριβώς πέτυχε και πώς το πέτυχε η Μαρίνα Κ., πρέπει να μιλήσω κάπως διεξοδικά για τη δομή του βιβλίου της. Αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο και κατά πολύ μεγαλύτερο τοποθετείται σε «μια ανοιξιάτικη μέρα του 1950» (αυτός είναι και ο τίτλος του) και περιλαμβάνει τρεις αφηγηματικούς μονολόγους: του Καραγάτση, της Λασκαρώς, που είναι η Ανδριώτισσα υπηρέτρια της οικογένειας και παρουσιάζεται να διηγείται τη ζωή της σύμφωνα με μια εν μέρει φανταστική ανάπλασή της από τη 14χρονη τότε Μαρίνα, και τέλος της Ανδριώτισσας γιαγιάς της Μαρίνας, της Μίνας, η οποία ξετυλίγει την ιστορία του αρχοντικού σογιού της σε διάστημα πέντε γενεών. Και στις τρεις αφηγήσεις η παρουσία της ίδιας της Μαρίνας είναι αθόρυβη, περιθωριακή, και τα δικά της συναισθήματα δεν γίνονται ποτέ το επίκεντρο του κειμένου ούτε περιγράφονται, αν και δίνεται διακριτικά στον αναγνώστη η δυνατότητα να τα εικάσει.
Στο δεύτερο μέρος, με έκταση μόλις 27 σελίδων και μορφή θεατρικού μονόπρακτου, τα περισσότερα κύρια πρόσωπα της ιστορίας κάθονται «μια ανοιξιάτικη μέρα του 2006», πεθαμένα πια, στο νησιώτικο «αυλιδάκι» της οικογένειας στον ουρανό και κουβεντιάζουν για τα περασμένα με χαλαρή διάθεση και αμοιβαία πειράγματα. Πότε πότε αναρωτιούνται τι κάθεται και γράφει όλη την ώρα έξω από την αυλίτσα η Μαρίνα, η οποία κάποια στιγμή, ενώ πέφτει το σούρουπο στον ουρανό, τους φωνάζει ότι τέλειωσε το βιβλίο της και δεν θα αργήσει να βρεθεί κοντά τους (σκηνή, βέβαια, πολύ συγκινητική, μέσα σε μια ατμόσφαιρα γαλήνης και αποδοχής). Το κλειδί της επιτυχίας του εγχειρήματος είναι ο χαρακτήρας των τριών μονολόγων. Δεν πρόκειται για τις γνωστές παρλάτες της ελληνικής πεζογραφίας, όπου ένα πρόσωπο διεκτραγωδεί τα βάσανά του προ σπαθώντας να εκβιάσει τη συμπάθεια ενός αόρατου ακροατή και παρουσιάζοντας τον εαυτό του σαν θύμα, που έχει κάθε δίκιο με το μέρος του.
Εδώ τα πρόσωπα, παρόλο που εκθέτουν γεγονότα και καταστάσεις από τη δική τους σκοπιά το καθένα, στέκονται ένα βηματάκι δίπλα από τον εαυτό τους, δείχνουν συχνά σαν να βάζουν ένα ερωτηματικό πίσω από τις απόψεις και την αυτοεικόνα τους, δεν επιχειρούν να κρύψουν τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις τους, ούτε όμως και να τις εκλογικεύσουν ή να τις δραματοποιήσουν. Είναι τρεις ολότελα διαφορετικοί άνθρωποι, που σκέφτονται «φωναχτά» κατά μόνας, με φυσικό τρόπο ομιλίας, σύμφωνο δηλαδή με τον χαρακτήρα, την καταγωγή, την τάξη και την εποχή τους (η νευρώδης καθομιλουμένη του Καραγάτση, η ανδριώτικη διάλεκτος της Λασκαρώς, το παράξενο μείγμα διαλέκτου και καθαρεύουσας της γιαγιάς Μίνας), χωρίς όμως την υστεροβουλία και τις σκοπιμότητες της προφορικής επικοινωνίας, όπου προσπαθούμε πάντα να πετύχουμε ένα ορισμένο αποτέλεσμα στον ακροατή μας. Αυτό, καθώς και η συνειρμική δομή της κάθε ομιλίας, παράγουν μια κάποια ομοιότητα με τον εσωτερικό μονόλογο. Εδώ όμως μιλάει το συνειδητό, που παρουσιάζει τον δικό του τρόπο θέασης και νοηματοδότησης των γεγονότων, και οι τρεις αφηγήσεις συμπληρώνουν η μια την άλλη ή τη φωτίζουν διαφορετικά.
Με αυτή τη μέθοδο, και με οικονομία έκφρασης που δεν συναντάμε συχνά ούτε σε δόκιμους συγγραφείς, η Μαρίνα Κ. ξεδιπλώνει το πανόραμα ενός πολύχρωμου, κυματιστού κόσμου, προϊόντος της διασταύρωσης πολύ ανόμοιων σογιών από γενιά σε γενιά. Από τη μια το σόι του Καραγάτση, που προέκυψε από την ένωση μιας φαμίλιας Πελοποννήσιων πολιτευτών με μια φαμίλια Θεσσαλών μεγαλεμπόρων. Από την άλλη το ανδριώτικο σόι της γυναίκας του Νίκης, οι διάφοροι κλάδοι του οποίου περιλαμβάνουν ξεπεσμένους (όσο και ξιπασμένους) άρχοντες, που είναι περήφανοι για την προτεραιότητα που δίνουν στη μόρφωση, αλλά ημιμαθείς οι ίδιοι, αμόρφωτους αλλά δραστήριους και ικανούς καπετάνιους που γίνονται εφοπλιστές, γιατρούς, δικηγόρους κ.λπ. Η καλλιτεχνική ιδιότητα του Μ. Καραγάτση και της Νίκης Καραγάτση, των γόνων που έκαναν τα δύο σόγια να συμπεθεριάσουν, συμπληρώνει αυτή τη σύνθετη εικόνα της ελληνικής αστικής τάξης στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Σαν αντίστιξη, το πληβειακό πεπρωμένο της Λασκαρώς με όλα τα θλιβερά συνακόλουθά του υπενθυμίζει ζωηρά, όχι όμως μελοδραματικά, την άλλη όψη της ελληνικής πραγματικότητας εκείνων των χρόνων.

Αλλά η Μαρίνα Κ. δεν κάνει κοινωνική ανατομία ούτε επιδίδεται σε ψυχογραφήσεις. Η δύναμη και η ουσία του βιβλίου της βρίσκονται στα ολοζώντανα, ζεστά, πλούσια σε αποχρώσεις και γεμάτα ανθρώπινες αντιφάσεις πορτρέτα των «δικών της ανθρώπων». Ο Καραγάτσης, πληθωρικός, εγωπαθής, βίαιος, γυναικάς, αλλά και συναισθηματικά ευάλωτος, γενναιόδωρος και ευθύς· η Νίκη Καραγάτση, με την έμφυτη σεμνότητα και την ήρεμη σταθερότητά της· η γιαγιά Μίνα, νησιώτισσα αστή παλαιών αρχών, αλλά και με συχνά αφοπλιστικό κοινό νου· η προγιαγιά Μόσχα, μητέρα της Μίνας, περήφανη αρχόντισσα, ματαιόδοξη, δυναμική και αυταρχική· ο γαμπρός της Λεωνίδας, πετυχημένος επιχειρηματίας και πολιτευτής, ερωτόληπτος και συνέχεια άπιστος στη γυναίκα του, αλλά πάντα λόγω ειλικρινούς αισθήματος (με την εκάστοτε υπηρέτρια της οικογένειας)· η γυναίκα του Μαρία, ψυχρή καλλονή με πληγωμένη περηφάνια· ο άλλος Λεωνίδας, ο άνδρας της Μίνας, ανοιχτόκαρδος και αχαΐρευτος· ο αδελφός της Νίκης Αντώνης, με τον αδύναμο χαρακτήρα, τον καταπιεσμένο ψυχισμό και την όψιμη επανάστασή του· η Λασκαρώ, με τη συναισθηματική δοτικότητα και αφοσίωση μιας λαϊκής γυναίκας, αλλά και την ικανότητά της να επιβιώνει, άλλοτε με το πείσμα, άλλοτε με την υποχωρητικότητα, ποτέ όμως με την πολυτέλεια να επιμένει στην «αρετή» της.
Όλα αυτά τα πρόσωπα, και πολλά άλλα, η Μαρίνα Κ. τα σκιαγραφεί με κατανόηση, διακριτική τρυφερότητα και, προπαντός, με αίσθηση της ατομικότητάς τους- κάτι σπάνιο στις ελληνικές οικογενειοκεντρικές αφηγήσεις, όπου οι ατομικοί χαρακτήρες χωνεύονται συνήθως μέσα στην άμορφη μάζα του σογιού. Δεν παραιτείται από την κριτική. Η κριτική στάση της εκφράζεται με μια λεπτή ειρωνεία, που αναδύεται από τις αντιφάσεις ανάμεσα στα λόγια και τη συμπεριφορά των ηρώων της, ή πάλι με την εντυπωσιακή απολογία του ερωτύλου Λεωνίδα μπροστά στο οικογενειακό δικαστήριο, η οποία γρήγορα μετατρέπεται σε κατηγορητήριο. Αλλά η συγγραφέας δεν θέλει να βγάλει καμιά τελική ετυμηγορία, με την οποία θα επιχειρούσε να λύσει προσωπικούς λογαριασμούς της. Είναι η ίδια δημιούργημα του κόσμου που μας περιγράφει, είναι όμως και κάτι περισσότερο, όπως και τα άλλα πρόσωπα του βιβλίου της. Αυτό ακριβώς υποδηλώνει το δεύτερο μέρος, με την επουράνια συνάντηση στο «αυλιδάκι». Παρόλο που λέγεται ότι οι πεθαμένοι δεν έχουν μνήμη, εδώ όλοι θυμούνται πολύ καλά τα πάθη τους, τα παράπονά τους, τους καβγάδες τους, τις αποτυχίες τους, τα μεράκια τους, τις αντιθέσεις τους, έχουν μάλιστα ακόμα τον χαρακτήρα που τα προκάλεσε όλα αυτά. Αλλά τα έχουν ξεπεράσει, τα αναπολούν με χαμόγελο, με θυμοσοφία, με αυτοειρωνεία, πότε πότε με απορία. Και, προπαντός, είναι πάντα μαζί, μονοιασμένοι, και μπορούν να τα κουβεντιάζουν όλα αυτά «εν ειρήνη».
Ένα αιθέριο άρωμα αγάπης μάς μένει, όταν κλείνουμε το βιβλίο. Και μαζί η αίσθηση της μέθεξης σε μια από τις καλύτερες στιγμές της ελληνικής λογοτεχνίας τα τελευταία χρόνια.

Μαρίνα Καραγάτση
ΤΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΜΕΝΟ Ή
ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
ΑΓΡΑ, ΑΘΗΝΑ 2008. ΣΕΛΙΔΕΣ

Sunday, July 6, 2008

ΜΑΡΙΝΑ ΚΑΡΑΓΑΤΣΗ: ΤΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΜΕΝΟ Ή ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

ΧΡΟΝΙΚΟ

Στη σκιά του πατέρα

Η Μαρίνα Καραγάτση αναπλάθει τη ζωή της οικογένειάς της και του συγγραφέα τού «Γιούγκερμαν» ξαναζωντανεύοντας μια ολόκληρη εποχή

[ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΒΙΣΤΩΝΙΤΗΣ, Το ΒΗΜΑ, 06/07/2008]

«Θα προσπαθήσω να κοιμηθώ καμιά ωρίτσα, αλλά κι αν δεν κοιμηθώ, δε χάλασε κι ο κόσμος. Με τη θανατερή τοξικότητα της φαντασίας μου, θ' αρχίσω να ονειρεύομαι ξύπνιος, τα όνειρα που θέλω. Αραγε πέρασε ποτέ απ' το μυαλό της αγαπητής μου θυγατέρας πως ο πατέρας της δεν είναι παρά ένας δειλός φυγάς της δυσάρεστης πραγματικότητας που αυτοχασισώνεται σα δερβίσης τις ώρες που γράφει κι όχι μόνο τότε».

Τα παραπάνω θα μπορούσε να τα έχει πει ο Μ. Καραγάτσης είτε σε ευθεία εξομολόγηση είτε μέσω κάποιου ήρωά του. Τα λέει ωστόσο η κόρη του Μαρίνα, πενήντα χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα της στο βιβλίο της Το Ευχαριστημένο, όπου έχουμε το πορτρέτο του συγγραφέα, της οικογένειας Καραγάτση και κατ' επέκταση την αίσθηση και το άρωμα του χρόνου όπου έζησαν οι πρωταγωνιστές της συγγραφέως, πραγματικά πρόσωπα αλλά και μυθοποιημένες φιγούρες.

Επιστροφή στην παιδική ηλικία



Ο Μ. Καραγάτσης (δεξιά), η Νίκη Καραγάτση και ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Στην ένθετη φωτογραφία, η Μαρίνα Καραγάτση στο σπίτι της, σήμερα


Ας το πούμε λοιπόν εξαρχής: πρόκειται για ωραίο και πρωτότυπο βιβλίο, για νοσταλγική και πικρή αναδρομή στο παρελθόν που αναπλάθει την ιστορία μιας από τις γνωστότερες αστικές οικογένειες της εποχής. Είναι ένα χρονικό, θα λέγαμε, του συναισθήματος το οποίο εκτυλίσσεται μέσω της ανάκλησης της παιδικής ηλικίας και ταυτοχρόνως μια κατάθεση ψυχής.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη και τέσσερα κεφάλαια. Στο πρώτο και εκτενέστερο μέρος που φέρει τον τίτλο Μια ανοιξιάτικη μέρα του 1950 μεταφερόμαστε στην εποχή και τους πρωταγωνιστές της: στον ίδιο τον Καραγάτση που μιλάει σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση στο πρώτο κεφάλαιο με τίτλο Ο Καραγάτσης, τη Μαρίνα, έφηβη στα 13 της χρόνια, και την υπηρέτρια του σπιτιού Λασκαρώ, αυτή που έδωσε το όνομα Ευχαριστημένο στη συγγραφέα στο δεύτερο κεφάλαιο που έχει τίτλο Η Μαρίνα και η Λασκαρώ, ενώ στο τρίτο (Η γιαγιά Μίνα) μιλάει η πεθερά του Καραγάτση, αρχόντισσα από την Ανδρο που μέσα από την αφήγησή της μας προσφέρει μια εικόνα της μεγαλοαστικής Ελλάδας του 19oυ και του πρώτου μισού του 20ού αιώνα. Τρία κεφάλαια, τρία αφηγηματικά επίπεδα που σοφά διαπλέκονται καθώς η διαφορά της οπτικής γωνίας κάθε φορά που αλλάζει ο αφηγητής δεν επηρεάζει ούτε την αφηγηματική ροή ούτε τη σύνθεση του υλικού το οποίο αποτελεί τη διήγηση της Μαρίνας Καραγάτση. Είναι ασφαλώς σημαντικό το επίτευγμα, αν σκεφθεί κανείς ότι οι συνειρμικές αφηγήσεις πολύ συχνά δεν έχουν συνοχή.
Ο Καραγάτσης μιλάει σαν Καραγάτσης. Η Λασκαρώ η υπηρέτρια μιλάει σαν Λασκαρώ, η γιαγιά Μίνα σαν γιαγιά Μίνα και η Μαρίνα σαν Μαρίνα αλλά πουθενά δεν έχεις την αίσθηση ότι η διαφορά της ομιλίας συνεπάγεται και αλλαγή στο ύφος - στην ουσία πρόκειται για διαφορά απόχρωσης γιατί το βιβλίο έχει αφηγηματική ταυτότητα πέραν των πρωταγωνιστών-αφηγητών: αυτή της Μαρίνας Καραγάτση.

Ολα τα πρόσωπα επί σκηνής

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου έχουμε καθώς λέμε όλα τα πρόσωπα επί σκηνής. Βρισκόμαστε σε Μια ανοιξιάτικη μέρα του 2006. Οι νεκροί επιστρέφουν - ή, καλύτερα, είναι σαν να μην έχουν πεθάνει αφού εξακολουθούν να κατοικούν στην περιοχή της μνήμης. Η μνήμη είναι αγαθή, απαλύνει το αδέκαστο του χρόνου και μας βοηθά να βλέπουμε με επιείκεια, κάποτε και με ελαφρά ειρωνεία τη ματαιότητα και τη σκληρότητα του παρόντος. Οι πρωταγωνιστές λοιπόν διασχίζουν μισόν αιώνα απουσίας και επιστρέφουν στην ίδια παλιά αυλή, που παραμένει ανάλλαχτη, ή σχεδόν ανάλλαχτη, γιατί τώρα είναι κι αυτή μια εικόνα της μνήμης, μια μισοβυθισμένη εικόνα φυσικά που αναδύεται από το βάθος του χρόνου όπως συμβαίνει με όλα τα σημαντικά που σφραγίζουν τη ζωή μας και γεννούν μέσα μας την ανάγκη να τα φέρουμε στο φως.

Το μέρος αυτό έχει θεατρική μορφή. Είναι ένα μονόπρακτο όπου δεν συμβαίνει τίποτε αλλά λέγονται σχεδόν τα πάντα. Θα μπορούσε κανείς να το εισπράξει και ως σχόλιο ή προβολή τού πώς οι παλιοί πρωταγωνιστές θα έβλεπαν σήμερα τα όσα έζησαν στον καιρό τους. Η έφηβη Μαρίνα που τους βάζει να μιλούν είναι πλέον μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας. Δανείζεται άραγε τη φωνή τους ή τους δίνει τη δική της φωνή; Νομίζω ότι συμβαίνουν και τα δύο. Η σκηνή είναι το αυλιδάκι, η παλιά μικρή αυλή του σπιτιού των Καραγάτσηδων, αλλά στο προσκήνιο έχουμε βεβαίως τη μνήμη. Αν όπως λέμε η μνήμη είναι αγαθή δεν παύει να είναι και άλλο τόσο πικρή. Κι όταν πηγαίνει σε βάθος πενήντα και πλέον χρόνων γίνεται ακόμη πιο πικρή για το μάταιο των ανθρωπίνων, για το αίσθημα που προκαλεί η απώλεια και η απουσία, για το μεγάλο κενό του χρόνου, το αδυσώπητο του θανάτου - δηλαδή το απότομο σταμάτημα του χρόνου - που ο καθένας τον μάχεται καταθέτοντας ένα ουσιώδες κομμάτι του εαυτού του, με άλλα λόγια τη ζωή που έζησε και που τον σφράγισε. Είναι ακόμη ο τρόπος να βλέπει κανείς αυτά που έβλεπε όταν τα ζούσε, όμως αυτή τη φορά μέσα από την ακατανίκητη έλξη του κενού, από την παντοδύναμη και στις πιο προσωπικές στιγμές ανυπόφορη επιβολή της απουσίας. Οι δικοί μας άνθρωποι είναι οι ψηφίδες του εαυτού μας, αυτοί που συνθέτουν μεγάλο μέρος της εσωτερικής μας ζωής. Πρέπει να τους βλέπουμε με καθαρό μάτι - όπως και τον εαυτό μας - αλλά και με την αγάπη που μας χάρισαν και την τρυφερότητα που νιώσαμε δίπλα τους.

Το γέλιο των νεκρών

Τα πρόσωπα επί σκηνής σχολιάζουν το παρελθόν και αρκετά συχνά γελούν - με τον εαυτό τους και με τους άλλους. Αλλά πώς ή ποιο μπορεί να είναι το γέλιο των νεκρών; Και αν υπάρχει, πώς μπορούμε να το φανταστούμε οι ζωντανοί; Η Μαρίνα Καραγάτση το αντιμετωπίζει με συγκινητική απλότητα γιατί οι νεκροί δεν είναι νεκροί. Είναι οι δικοί της άνθρωποι, όπως λέει και ο υπότιτλος του βιβλίου της. Την «ανοιξιάτικη μέρα του 2006» η ίδια στη σύναξη των νεκρών είναι το κοριτσάκι των 13 ετών, το «Ευχαριστημένο», η φωνή που έρχεται από το παρελθόν αλλά και ο εαυτός που κρατά μέσα της, αυτός που τη βοηθά να μεταφέρει πενήντα χρόνια μετά τον σταματημένο χρόνο. Είναι αυτό το δεύτερο μέρος του βιβλίου η πίσω πλευρά του πρώτου. Και η ίδια είναι η Φωνή, δηλαδή ακούγεται από το παρασκήνιο, από εκεί όπου κρύβεται και βλέπει και ακούει τα πρόσωπά της να μιλούν.

Το βιβλίο κλείνει με τη φωνή της συγγραφέως που με διακριτικότητα αλλά πολύ καθαρά λέει «καλή αντάμωση» στους νεκρούς της:

«ΦΩΝΗ: Μαμά, μπαμπά, Λασκαρώ, θείε Αντώνη, γιαγιά Μίνα, παππού Λεωνίδα. Τώρα που τελείωσα το γράψιμο θα πάω μια στιγμή να πλύνω τα χέρια μου κι έπειτα έρχομαι αμέσως. Να με περιμένετε. Δεν θα αργήσω».