Showing posts with label Ταξιδιωτική Λογοτεχνία. Show all posts
Showing posts with label Ταξιδιωτική Λογοτεχνία. Show all posts

Thursday, July 15, 2010

Η Ταξιδιωτική Λογοτεχνία στην Ελλάδα

  • Αφιέρωμα: Ταξιδιωτική Λογοτεχνία
Η ταξιδιωτική γραφή δεν συνιστά λογοτεχνικό πάρεργο, αλλά πεζογραφικό είδος ή υποείδος, ως αναπλάθουσα λιγότερο ή περισσότερο φαντασιακά έναν τόπο και μια εποχή. Η σύγκριση προς άλλα, λογοτεχνικά κείμενα, καταδεικνύει ότι δεν υπάρχουν στεγανά να την περιχαρακώνουν. Ταξιδιωτική λογοτεχνία έχουμε από τότε που άρχισαν να ασχολούνται συνειδητά με την ταξιδιωτική γραφή οι λογοτέχνες. Στη σύγχρονη ταξιδιωτική λογοτεχνία, η οποία μπορεί να μην είναι αμιγής ως προς το περιεχόμενό της, εμπεριέχονται το δοκίμιο, ο εσωτερικός μονόλογος, ακόμα και η αυτοβιογραφία. 

Η ταξιδιωτική γραφή εξελίχτηκε σε ταξιδιωτική λογοτεχνία στα μέσα του 19ου αιώνα. Μέχρι τότε η λειτουργικότητα της ταξιδιογραφίας -ο όρος εμφανίστηκε πρόσφατα, ενδεχομένως από το «travel writing»- υπαγορευόταν αποκλειστικά από τις ιστορικές αναγκαιότητες και τούτο προέκυπτε επειδή το ταξίδι κατά κύριο λόγο εξυπηρετούσε πρακτικούς σκοπούς. Ως λογοτεχνικό είδος η ταξιδιωτική εντύπωση αποκαταστάθηκε την τέταρτη δεκαετία του 20ού αιώνα. 

Ως αφετηρία της ελληνικής ταξιδιωτικής λογοτεχνίας έχει καθιερωθεί το έτος 1927, οπότε εγκαινιάστηκε η σειρά Ταξιδεύοντας του Νίκου Καζαντζάκη. Τα βιβλία υπό τον γενικό τίτλο Ταξιδεύοντας καθιερώθηκαν ως πρότυπο, καθιστώντας τον συγγραφέα τους το πρόσωπο εκείνο που συστηματοποίησε στην Ελλάδα το λογοτεχνικό είδος ή υποείδος της ταξιδιωτικής εντύπωσης. Τα ταξιδιωτικά κείμενα των πρώτων Ελλήνων ταξιδιογράφων παρουσιάζουν αποκλίσεις και διακυμάνσεις. Είναι πάντως γεγονός ότι, εκτός του Καζαντζάκη, εκείνοι που συνδέονται με τη συγκεκριμένη πεζογραφική ενασχόληση λόγω του πλούσιου έργου και της μακρόχρονης παρουσίας τους στον χώρο είναι οι Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Κώστας Ουράνης και Πέτρος Χάρης. Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο παρατηρείται μια έξαρση ταξιδιογραφικής παραγωγής με τις καταθέσεις καταξιωμένων συγγραφέων. Από τη δεκαετία του 1950 θα κάνουν την εμφάνισή τους στον χώρο και άλλοι συγγραφείς, ενίοτε με ιδιαίτερες αξιώσεις, αλλά δίχως ιδιαίτερη συνεισφορά, με αποτέλεσμα να «απολαμβάνουν» τον τίτλο του επιγόνου. 

Στη δεκαετία του 1970 η ταξιδιωτική γραφή δεν κινεί ιδιαίτερα το ενδιαφέρον. Τα περισσότερα των κειμένων που κυκλοφορούν δεν διαθέτουν τις αντοχές να λειτουργήσουν ούτε ως λογοτεχνήματα προς χρήσιν τουριστών. Την επόμενη δεκαετία, παρά την εμφάνιση αρκετών αξιόλογων έργων, το είδος ή υποείδος δεν θα έχει απήχηση στο αναγνωστικό κοινό. Παράλληλα, όμως, σε μια εποχή που γίνεται ολοένα ερμητικότερη, θα αρχίσει διστακτικά να εμφανίζεται μια αλλαγή στη μορφή, μια νέα αντίληψη η οποία επέτασσε όχι μια απλή παρουσίαση, αλλά μια ερμηνεία, που να εκφράζεται με τρόπο υπαινικτικό. Πρόκειται για μια νέα αντίληψη που ακολουθούσε τα desiderata της σύγχρονης πεζογραφίας.

Τα τελευταία χρόνια του 20ού αιώνα, και στα πρώτα του τρέχοντος, σημειώνεται μια ποικιλία τόσο στη θεματολογία όσο και στη μορφή. Οι ικανότεροι εκπρόσωποι του είδους αποκρυσταλλώνοντας τις σύγχρονες προκλήσεις-απαιτήσεις θα οδηγήσουν τη γραφή τους σε νέους δρόμους, προς αποκάλυψη της ψυχής του τόπου. Παράλληλα θα παρατηρηθεί ένας μεγάλος αριθμός καλογραμμένων βιβλίων και από μη «επαγγελματίες» συγγραφείς, με αποτέλεσμα, εκτός από την αναβάθμιση, και την εντυπωσιακή διεύρυνση της ταξιδιωτικής γραφής.

Ενα μάθημα στην Αγορά

Μπροστά στην είσοδο δεν υπάρχει κανείς, ούτε ένας επισκέπτης που να περιμένει να πάρει εισιτήριο. Δίπλα στην καγκελόπορτα ένα σκυλί ξαπλωμένο γυρίζει στο πλάι το κεφάλι του αδιαφορώντας για όλα.

Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι περνώντας την πόρτα θα με υποδεχτεί η κατακαθισμένη σιωπή του χώρου, η κούραση που δεν διαμαρτύρεται ποτέ, οι πέτρες του που διδάσκουν μια καρτερία που μας λείπει όλο και περισσότερο.

Αλλες φορές παλιότερα, αυτό ζητούσα στην αρχαία Αγορά κι αυτό έβρισκα. Γύρευα να απαλλάξω τ' αυτιά μου από τις φλυαρίες του έξω κόσμου και δεν υπήρχε ούτε μία φορά που ο χώρος να μη μου προσέφερε τα ηρεμιστικά του. Καταλάγιασμα, ησυχία που τη διακόπτουν μόνο μερικοί ακαθόριστοι ήχοι από την πλευρά της Αδριανού ή πότε πότε το σφύριγμα του τρένου που σβήνοντας σύντομα υπογραμμίζει ακόμα πιο πολύ ότι εδώ μέσα δεν ανυπομονεί και δεν μετακινείται τίποτε. Ομως σήμερα η ανάγκη μου ήταν ακριβώς το αντίθετο. Στους αντίποδες της σιωπής δεν βρίσκουμε τον θόρυβο, βρίσκουμε τη φωνή που αρθρώνει. Χρειαζόμουν αυτή την άρθρωση.

Αλλόκοτο βέβαια να έρχεται κάποιος σ' έναν χώρο ερειπίων για να βρει τη ζεστασιά που βγαίνει από ένα ανθρώπινο στόμα, από ένα μυαλό που δουλεύει, από ένα σώμα που συνοδεύει με κινήσεις τις λέξεις. Ηταν όμως γεγονός. Εψαχνα εδώ αυτό που μου έλειπε έξω, εκεί πέρα, στα σπίτια και στους δρόμους που είχα διασχίσει. Πίσω μου η πόλη βοούσε ή ωρυόταν, γκρίνιαζε ή κραύγαζε, μασούσε τα λόγια της ή τα εκσφενδόνιζε σαν διαφημιστικά μηνύματα ή σαν καταγγελίες εναντίον «παντός υπαιτίου» και μη βρίσκοντας άκρη ποτέ τα ξανακατάπινε για να τα φτύσει και πάλι σε λίγο μέσα από τα ραδιόφωνα και τις τηλεοπτικές οθόνες. Μιλάμε άραγε πάρα πολύ; Ή ελάχιστα; Ή μήπως είναι ο τρόπος που μιλάμε που μας κάνει να νιώθουμε πως ό,τι κι αν πούμε δεν έχει και τόση σημασία; Τίποτα δεν φαίνεται να έχει πολλή σημασία λοιπόν. Συχνά, ξεπροβάλλοντας οι λέξεις στην άκρη της γλώσσας έχουν κιόλας μαραθεί, βγαίνουν και είναι σαν αυτός που τις ξεστομίζει να λέει στον ακροατή του: «Μη με πολυπιστεύεις, έτσι τα λέω, για να λέω κάτι». Είναι, άραγε, υπερβολικά βαρύ να το χαρακτηρίσουμε αυτό ένα είδος θανάτου;

Εκείνη τη μέρα το είχα δεχτεί πως έτσι ήταν, πως η πόλη αυτοκτονούσε χωρίς δράματα και απελπισίες με το να τσαλακώνει τις λέξεις που έλεγε, με το να κουβεντιάζει για τα φορολογικά νομοσχέδια, για τα σκάνδαλα, για την ακρίβεια ή την ανεργία, με το ύφος ανθρώπων που ξέρουν ότι κοροϊδεύουν τον εαυτό τους. Αυτό σημαίνει απλά έλλειψη πίστης. Οταν ξεπερνάει ένα όριο αυτή η έλλειψη, τι άλλο μπορεί να φέρει από τη θέληση μιας πόλης ή μιας κοινωνίας να πεθάνει; Ομως βρισκόμουν στην Αγορά κι εδώ το τελευταίο που ξεψυχούσε κάποτε ήταν η πεποίθηση πως ό,τι λέγεται δημοσίως πιάνει τόπο - έχει βάρος, έκταση, είναι «υπαρκτό». Τίποτα το παράξενο, επομένως, στο ότι αυτή η σιωπή ολόγυρα δεν θυμίζει σιγαλιά νεκροταφείου. Το 'ξερα αυτό και από άλλες φορές, όμως τώρα, τώρα που το ζητούσα επειγόντως, ερχόταν σαν βεβαίωση από παντού: από τις σπασμένες πέτρες, από τις πινακίδες, από τους θάμνους, μέσα από τους κίονες της Στοάς και του ναού του Ηφαίστου. Περίμενα να δω τη ζωντανή απόδειξη αυτής της επιβίωσης που την έκρυβαν τα χόρτα και τα μάρμαρα. Κι ήρθε εντέλει από τη βορεινή πλευρά.

Η σκηνή ήταν δηλωτική, αποκαλυπτική, θα ήταν καλύτερα να πω. Καθισμένοι πάνω σε κάτι πεζούλια ένα σμάρι από μαθητές -της τελευταίας τάξης του Λυκείου πρέπει να 'ταν- άκουγαν τον καθηγητή τους που τους μιλούσε κουνώντας κάθε τόσο το χέρι. Ενα χέρι έδειχνε, ένα στόμα μιλούσε, κάποιοι νεότεροι άκουγαν και ύστερα θα μιλούσαν κι αυτοί. Τι άλλο χρειαζόμουν για να πιστέψω ότι αυτός ο χώρος προστάτευε ακόμη τους επίμονους και τους υπομονετικούς; Αν μισόκλεινα για λίγο τα μάτια -και το έκανα- η ομάδα με τους εφήβους θα ντυνόταν με εκείνους τους χιτώνες πίσω από τους οποίους έτρεχαν κάποτε οι παιδαγωγοί και οι γυμναστές και ακόμη πιο πολύ οι φιλόσοφοι. Να πιάσουν τη νιότη την ώρα που περνούσε από δίπλα τους! Να τη φέρουν κατόπιν κοντά τους, να την κοιτάξουν στα μάτια και ν' αρχίσουν να θέτουν ερωτήματα και αινίγματα με τα οποία παθιάζονται πάντα οι μικροί. Αρκεί να ξέρει ο δάσκαλος να τους τα παρουσιάζει κατάλληλα.

Εκείνος πάντως που μιλούσε τώρα πιο πέρα φαινόταν να κατέχει την τέχνη του. Ισως άρχιζε λοιπόν μια συζήτηση και μια αναζήτηση, ίσως οι Αθηναίοι εκείνοι έφηβοι να μυούνταν στο επιχείρημα και τον συλλογισμό και να μάθαιναν να βγάζουν συμπεράσματα που δεν θα ήταν καθόλου ξεκάρφωτα. Οταν θα είχε τελειώσει αυτό, μέσα από τις δυσκολίες της λογικής και της σκέψης, πιθανό να γεννιούνταν μερικοί πραγματικοί πολίτες. Τους έχει ανάγκη η χώρα όσο ποτέ, έτσι δεν λέμε συνεχώς; Ε, λοιπόν τότε, ας ευχηθούμε να πετύχει ο δάσκαλος στο έργο του, που είναι να τραβήξει την προσοχή των μαθητών από τα αγριολούλουδα γύρω, από εκείνη τη σαύρα που ελίσσεται διασκεδαστικά ανάμεσά τους, από το θέαμα μιας πανάρχαιης γάτας που γλείφεται καταμεσής της Θόλου, από τον κηπουρό πιο πέρα που βάζει μπρος τη μηχανή κοπής του χορταριού και κοπής κάθε ειρμού, κάθε συγκέντρωσης πάνω σε ερωτήματα όπως: τι είναι αληθινό; πώς το ανιχνεύουμε; τι είναι δυνατόν να υπάρχει πέρα από τι θα φάμε και τι θα πιούμε - και γιατί όταν έχουμε φάει και πιει κι όταν ακόμη η σάρκα έχει πάρει όλα τα χάδια που ποθούσε, η ρωγμή στο πιθάρι παραμένει και η πληρότητα αναβάλλεται διαρκώς;

Εχοντας φιλοξενήσει αμέτρητες φορές τέτοιες ανησυχίες, η Αγορά μπορεί να ενισχύσει σιωπηρά τον δάσκαλο στην προσπάθειά του. Πνεύματα του λόγου και του διαλόγου πιθανόν να του συμπαρασταθούν. Τον παρατηρώ που πασχίζει να κρατήσει το ενδιαφέρον των ακροατών του. Τον κοιτάνε, τα κεφάλια τους είναι όλα στραμμένα προς το μέρος του.

Αναπάντεχα, μπροστά στα μισόκλειστα μάτια μου σχηματίζονταν κι άλλες συνάξεις: ομάδες ανθρώπων που κουβεντιάζουν όρθιοι τα τελευταία νέα σε συνάρτηση με τα προηγούμενα, που αναλύουν, διαφωνούν και συμφωνούν και ποτέ δεν κόβουν με το μαχαίρι το νήμα της συζήτησης, όπως άλλωστε δεν το 'κοβαν και στα παλιά πηγαδάκια της Ομόνοιας και του Ζαππείου. Κι άλλες ακόμη συντροφιές καθισμένες κατάχαμα αυτές, αφοσιωμένες στα μικρά τους συμπόσια όπου αμιλλώνται στις αγορεύσεις άνδρες και γυναίκες, όλων των ηλικιών, νέοι, μεσόκοποι και γέροι ανακατωμένοι, όχι για να καταργηθούν οι διαφορές των γενεών αλλά για να συναντηθούν, επιτέλους, κάπου η πείρα και η τόλμη και να βγάλουν το κοινό τους πόρισμα. Αυτό που πρέπει να βγει για να συνεχίσει να υπάρχει η Αγορά και η Αθήνα και εγώ που πριν έλθω εδώ είχα αρχίσει να βουλιάζω σ' ένα τέλμα μουγκής ματαιότητας. Τώρα, για μερικές στιγμές όλα φαίνεται να ζωηρεύουν ξανά. Οι συντροφιές κρατάνε καλά, τα πηγαδάκια συντηρούνται, στα συμπόσια ακονίζονται καινούργια επιχειρήματα. Εχω πιστέψει στα πνεύματα και η Αγορά με αντάμειψε. Φύτεψε στο κεφάλι μου μια εικόνα που δείχνει τους Ελληνες να συζητάνε ως διά μαγείας και πάλι. Είναι μεσημέρι, το φως δυναμώνει ξαφνικά σαν από κάποιο σπασμό της ατμόσφαιρας. Εξέρχομαι.

* Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ποιος χρειάζεται την ταξιδιωτική λογοτεχνία σ' έναν τόσο μικρό κόσμο;

Με τη χαρακτηριστική ευχέρεια και εμμονή που διακρίνει τους κοινωνιολόγους να κατηγοριοποιούν τα αντικείμενα της μελέτης τους, ο Zygmunt Bauman ξεχωρίζει τους ανθρώπους της μετανεωτερικής εποχής μας σε δύο μεγάλες ομάδες: τους τουρίστες και τους πλάνητες· διευκρινίζοντας ότι «οι τουρίστες και οι πλάνητες είναι μεταφορές της σύγχρονης ζωής», γιατί «μπορεί να είναι κανείς (και συχνά όντως είναι) τουρίστας ή πλάνητας χωρίς καν να ταξιδεύει σωματικά».

Ως τουρίστες ορίζει ο Πολωνός κοινωνιολόγος τους ανθρώπους που ξεκινάνε τα ταξίδια τους με δική τους επιλογή και με τη δυνατότητα ανά πάσα στιγμή να επιστρέψουν στο σπίτι τους, ενώ οι πλάνητες είναι όσοι βρίσκονται σε κίνηση επειδή κάποια δύναμη τους ξερίζωσε απ' τον τόπο τους και τους έσπρωξε στην περιπλάνηση. Αξίζει, αν μη τι άλλο, να συγκρατήσουμε από τη διάκριση αυτή την κεντρική θέση που δίνει στην περιπλάνηση ο Bauman, θεωρώντας ότι το ταξίδι νοηματοδοτεί κάθε διάσταση της ανθρώπινης κατάστασης.

Πράγματι, αν εξαιρέσουμε τα μέλη κάποιων φυλών που ζουν στη ζούγκλα του Αμαζονίου ή στα βάθη της Αφρικής, δεν φαίνεται να έχει υπάρξει πολιτισμός στον πλανήτη από τον οποίο να απουσιάζει η περιπλάνηση. Εχει δίκιο λοιπόν ο Hans Magnus Enzensberger όταν σημειώνει ότι «το ταξίδι ανήκει στις αρχαιότερες και καθολικότερες μορφές ζωής· φτάνει ώς την πρώτη αυγή του κόσμου. Οι άνθρωποι ταξίδευαν ανέκαθεν». Αρκεί να θυμηθούμε, για να περιοριστούμε στο γνωστό μας κομμάτι του κόσμου, τα μακρινά ταξίδια των Μυκηναίων και των Φοινίκων και των Αθηναίων με σκοπό το εμπόριο· τους μεγάλους αποικισμούς του όγδοου και των επόμενων αιώνων· τα ταξίδια (του Σόλωνα, του Πυθαγόρα, του Δημόκριτου) στην Αίγυπτο ή αλλού σε αναζήτηση γνώσεων και σοφίας ή τις συχνές μετακινήσεις των σοφιστών, των ποιητών και των μεγάλων ιατρών για επαγγελματικούς λόγους· και βέβαια τους Ιωνες ταξιδευτές, τον Εκαταίο και τον Ηρόδοτο κυρίως (που διένυσε, με τα μέσα της εποχής του, γύρω στα 8.000 χιλιόμετρα), οι οποίοι μάλιστα αφηγήθηκαν γραπτώς τα ταξίδια τους προς τέρψη και ωφέλεια των συγχρόνων τους και των μεταγενεστέρων.

Γιατί είναι αλήθεια πως, με τον ίδιο τρόπο που ένα ταξίδι δεν ξεκινάει με την αναχώρηση, αλλά τη στιγμή που αποφασίζεται η πραγματοποίησή του, έτσι και κανένα ταξίδι δεν μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένο αν δεν συνοψισθεί προηγουμένως σε κάποια μορφή αφήγησης. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως είτε ήταν έμπορος είτε πολεμιστής είτε ήταν αγγελιαφόρος είτε φιλόσοφος, ο αρχαίος ταξιδιώτης θα εξιστορούσε, ξανά και ξανά, πίσω στον τόπο του όσα είδε και έμαθε στα μέρη που επισκέφθηκε. Σε αυτές ακριβώς τις αφηγήσεις βρίσκεται η αρχή και η μακρά συνέχεια της ταξιδιωτικής γραφής. Το ίδιο άλλωστε κάνει και ο σύγχρονος ταξιδιώτης, που σπεύδει μάλιστα να παρουσιάσει και αποδεικτικό υλικό των περιπλανήσεών του: φωτογραφίες και βίντεο, καρτ-ποστάλ και σουβενίρ. Είναι η γραπτή αφήγηση, ωστόσο, που για χιλιετίες έχει τον πρώτο λόγο: ημερολογιακές καταγραφές («ας γίνεται λοιπόν χρήση ημερολογίων», συμβουλεύει τους επίδοξους ταξιδιώτες ο Francis Bacon στις αρχές του 17ου αιώνα), μακροσκελείς ταξιδιωτικές επιστολές, οδοιπορικά, ηθογραφικές πραγματείες, γεωγραφικές παρατηρήσεις, απολογισμοί εξερευνητικών αποστολών, ναυτικές περιπέτειες.[...] * Ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος είναι συγγραφέας και διδάσκει στη Μέση Εκπαίδευση ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Η τέχνη της μετακίνησης

Ταξιδεύω, άρα γράφω. Λατρεύω το ταξίδι και το επιδιώκω συστηματικά. Μετακινούμαι στον χώρο και στον χρόνο, είμαι ένα σάρκινο πνεύμα που προχωρεί φορτωμένο τον εαυτό του, το ταμπεραμέντο του και όλη του την κουλτούρα. Σ' αυτή τη συνεχή μετακίνηση βρίσκω κάτι που μοιάζει με ευτυχία, την υποψία μιας ολοκλήρωσης.

Γιατί το ταξίδι είναι φυγή από τον εφιάλτη της επανάληψης, είναι σπονδή στην περιέργεια στην οποία οφείλω να προβώ για να παραμείνω ζωντανή. Να κρατηθώ ξύπνια από το σοκ που μου προκαλεί το καινούριο. Εφόσον όμως σοκ σημαίνει βία, το ταξίδι είναι ξεβίδωμα, ξεβόλεμα: πρέπει να αφήσω πίσω τις συνήθειές μου, τις ρουτινιέρικες απολαύσεις μου και να υποστώ τα πάνδεινα της αυτοεξορίας μου.
Το ταξίδι λοιπόν προϋποθέτει τόλμη, γιατί πρέπει, δυνατός, να αντιμετωπίσεις το «άλλο». Να τριφτείς μαζί του, να αναμετρηθείς, να το αντέξεις κι αν είναι δυνατόν να το εκτιμήσεις και να το γευτείς έτσι ώστε κάτι να σε διδάξει.

Αυτό που σου αποκαλύπτεται στο ταξίδι είναι θέατρο και η αυλαία που σηκώνεται κατά κάποιον τρόπο σε παραλύει. Γίνεσαι περισσότερο θεατής παρά δράστης. Θεάσαι στο περιθώριο της παράστασης που σου παραδίνεται μέσα από δυσανάγνωστες εικόνες, γλωσσικές δυσκολίες και κώδικες που δεν τους κατέχεις πλήρως. Στα ξένα, ακόμη κι όταν έχεις την εντύπωση πως μέσα από έκρηξη μιας περιπέτειας μεγαλουργείς, πως γίνεσαι ήρωας, αυτό ανήκει κυρίως στη φαντασία, η οποία δίνει στα γεγονότα μια διάσταση παραμυθένια- το πραγματικό διαμείβεται μόνο στον φυσικό σου χώρο, τον χώρο της εκκίνησης. Ωστόσο, το ταξίδι σε προτρέπει να γίνεις αλλιώτικος, να διευρυνθείς, να μετρήσεις τον σφυγμό των δυνατοτήτων σου, κι έτσι όπως είσαι απ' έξω να δεις μερικές αλήθειες σου, που μόλις υποπτεύεσαι, και να τις κρίνεις.

Ταξιδεύοντας δεν λείπουν οι κακουχίες, ωστόσο όταν πηγαίνω να συναντήσω το άγνωστο κατέχομαι από ένα είδος μέθης, νιώθω πολυδιάστατη, καθώς με συνοδεύουν οι αναμνήσεις, το παρελθόν, οι γνώσεις μου. Πάνω απ' όλα με συντροφεύουν οι συγγραφείς και γενικά οι δημιουργοί που αγαπώ και που αυτόματα αναπολώ και τους αφήνω να με παρασύρουν σε συνειρμούς και συσχετισμούς που οξύνουν τις αισθήσεις μου.

Η μοναξιά είναι προϋπόθεση, δεν διανοούμαι το ταξίδι με παρέα. Οταν βρίσκομαι με φίλους, όσο κι αν η σχέση μας είναι αρμονική, δεν πρόκειται για το ίδιο ταξίδι. Η παρουσία τους με κάνει αφηρημένη, οι αντέννες μου δεν είναι αρκετά τεντωμένες, δεν παρατηρώ τα ίδια πράγματα. Το ταξίδι γίνεται μια συνηθισμένη κοινή ευχαρίστηση. Στο μοναχικό παραμονεύει η μελαγχολία. Ομως, έστω και μελαγχολική, είμαι περισσότερο ο εαυτός μου και τα ερεθίσματα του κόσμου με συγκινούν πιο δυνατά.

Αυτού του είδους οι μοναχικές περιπλανήσεις ερεθίζουν ιδιαίτερα τη δημιουργική μου διάθεση. Οταν τις καταγράφω παραπαίω ανάμεσα στην αυταρέσκεια και την επιθυμητή και οδυνηρή ηδονή της έκπληξης, αυτής της πόρνης που από μια διεστραμμένη συνήθεια της γραφής θέλω να ζήσω έντονα και να μοιραστώ με τους άλλους κοσμώντας τη με τα καλύτερα ατού μου. Κι αυτό αρχίζει νωρίς, όταν το ταξίδι βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα, όταν μόλις αχνοφαίνεται σαν ένα αναμενόμενο αλλά μακρινό όραμα. Τότε λοιπόν κάθομαι σε ένα οποιοδήποτε τραπέζι, ανοίγω τον υπολογιστή μου και ήδη νιώθω πως μπαίνω σε κίνηση... Γράφω, άρα ταξιδεύω.
*Η Ευρυδίκη Τρισόν-Μιλσανή είναι δρ Ιστορίας της Τέχνης, συγγραφέας

Πέρα από τα όρια του λογοτεχνικού ορισμού

  • Αν και ξεκίνησαν από μια ποιητική εκδοχή (την ομηρική Οδύσσεια), στους πολλούς αιώνες που ακολούθησαν, τα ελληνικά κείμενα ταξιδιωτικού περιεχομένου ουσιαστικά δεν αποτέλεσαν παρά ένα χρηστικό εργαλείο, αρχικά για την ανάπτυξη της επιστήμης και ύστερα για τη διευκόλυνση όσων μετακινούνταν στην αχανή Βυζαντινή (και ακολούθως Οθωμανική) Αυτοκρατορία.
Στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα η καταγραφή της περιήγησης μέσα στα στενά σύνορα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους και, σπανιότερα, στο εξωτερικό εξυπηρέτησε, σε μεγάλο βαθμό, συγκεκριμένους σκοπούς: την αποκρυστάλλωση της εθνικής συνείδησης και τον εκσυγχρονισμό/εξευρωπαϊσμό τής άγουρης νεοελληνικής κοινωνίας. Παράλληλα, όμως, την ίδια εποχή, έγινε και αντικείμενο ενασχόλησης αρκετών λογοτεχνών της εποχής και εξελίχτηκε σταδιακά σε ένα γραμματολογικό είδος που στον Μεσοπόλεμο βαφτίστηκε ταξιδιωτική λογοτεχνία και που έμελλε, στη συνέχεια, να βασανίσει αρκούντως τους θεωρητικούς, ενδεχομένως τιμωρώντας τη μανία ή την ανάγκη τους να ομαδοποιούν και να περιχαρακώνουν τα γραπτά κείμενα στα αυστηρά όρια ενός σαφούς ορισμού.

Η ταξιδιωτική γραφή ξεγλιστράει (και) εκτός ορισμού, χωράει τα πάντα και τρυπώνει στα πάντα. Σαν πασπαρτού, ταιριάζει παντού -ακόμα και ως νύξη-, σε κάθε λογής κείμενο, από την ποίηση ώς τον στεγνό δημοσιογραφικό λόγο. Αφομοιώνει στοιχεία από άλλα είδη και, αντιστρόφως, με εντυπωσιακή συχνότητα, εμπεριέχεται σ' αυτά.

Κι αυτό, γιατί πραγματεύεται την αναμέτρηση του ανθρώπου με το τοπίο, τον τόπο, τον χώρο, δηλαδή μια αενάως εξελισσόμενη, διαφοροποιούμενη, παντοδύναμη σχέση.

Με τη δέουσα, λοιπόν, ευελιξία, η ταξιδιογραφία (βολικός καινοφανής όρος, που πρώτος εισήγαγε ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος αποφεύγοντας τις θεωρητικές κακοτοπιές και τους αμφιλεγόμενους ορισμούς) προσαρμόστηκε στις πραγματικότητες και στις ανάγκες των καιρών. Στα πρώτα της χρόνια και περίπου ώς τη δεκαετία του 1980, ονομαζόταν και ταξιδιωτική εντύπωση, γιατί κύριο μέλημά της ήταν η αναπαραγωγή της εικόνας του τόπου μέσα από εκτενείς και ακριβείς περιγραφές και με την παράθεση ποικίλων και αξιόπιστων πληροφοριών. Σε εποχές που το ταξίδι ήταν προνόμιο των λίγων, οι ταξιδιωτικοί συγγραφείς επιφορτίζονταν με την ευθύνη να βλέπουν για λογαριασμό των αναγνωστών τους.

Παρ' όλα αυτά (και με την εξαίρεση, φυσικά, των θεμελιωτών της ελληνικής ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, Καζαντζάκη, Παπατσώνη, Παναγιωτόπουλου, Κόντογλου, Ουράνη, Παπαντωνίου, των κορυφαίων της γενιάς του '30 και ορισμένων άλλων μεταγενέστερων μεμονωμένων περιπτώσεων, που με το συγγραφικό τους διαμέτρημα απέδωσαν χαρισματικά τον χαρακτήρα, το πνεύμα και την ατμόσφαιρα ενός τόπου σε πεζογραφήματα που έχουν καταστεί κλασικά), στις μέρες μας μια τέτοια ταξιδιογραφία δεν έχει κανένα λόγο ύπαρξης: αφ' ενός, διότι το ίδιο το ταξίδι είναι πια μια γενικευμένη καθημερινότητα και αφ' ετέρου, διότι υπάρχει η καταιγιστική εισβολή «ανταγωνιστικών» μορφών, όπως είναι οι σχετικές τηλεοπτικές εκπομπές και περιοδικά, τα εξαιρετικά ντοκιμαντέρ, που πλέον διανέμονται δωρεάν από τις εφημερίδες, και τα πολυπληθή αξιολογότατα λευκώματα.[...]
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Τα «Ταξίδια ψυχής» του Μανώλη Γιαλουράκη

Η ταξιδιωτική φιλολογία είναι, ως γνωστόν, είδος κειμένων πολύ παλαιό (ο J. Α. Cuddon στο Λεξικό λογοτεχνικών όρων και θεωρίας λογοτεχνίας, εκδόσεις Μεταίχμιο, ανατρέχει σε ταξιδιωτικά οδοιπορικά που προηγούνται και των Ιστοριών τού Ηροδότου) όσο και παραμελημένο, που, παράλληλα, παρουσιάζει εξαιρετική ποικιλία, καθώς περιλαμβάνει εργασίες και (περιπετειώδεις ή μη) αφηγήσεις εξερευνητών, διπλωματών, επιστημόνων, ιεραποστόλων, τυχοδιωκτών, γιατρών, ναυτικών, συγγραφέων μυθοπλασίας, αλλά και απλών (λόγιων ή μη) περιηγητών, εμπόρων, καλλιτεχνών, πολιτικών ή δημοσιογράφων - εντός αυτής της πολυτυπικής συγκέντρωσης κειμένων, βέβαια, είναι επόμενο να μην υπάρχει ούτε υφολογική ούτε ειδολογική ομοιομορφία, ούτε καν συνοχή. Από την άλλη πλευρά, η παράμετρος της λογοτεχνικότητας, η οποία πιθανότατα θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια εσωτερική κατηγοριοποίηση, φαίνεται, τελικά, να δημιουργεί καινούργια προβλήματα, καθώς ο «εξ ορισμού» πληροφοριακός χαρακτήρας των εν λόγω κειμένων δεν συνάδει αναγκαστικά προς την εσωτερικευμένη αναπαράσταση της πραγματικότητας και τη μορφική - αισθητική επεξεργασία του λόγου. Η προρρηθείσα αντινομία, ωστόσο, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αίρεται εν μέρει αν το βασικό αντικείμενο του ταξιδιωτικού κειμένου, δηλαδή, το ταξίδι, επιδεχθεί μία μετατροπή, αν, δηλαδή, δεχτούμε ότι η ματιά του περιηγητή μπορεί να στρέφεται εξίσου προς τα μέσα όσο και προς τα έξω.

Τα ταξιδιωτικά κείμενα του Μανώλη Γιαλουράκη (του οποίου το όνομα, και αυτό συνιστά παράλειψη, δεν αναφέρεται μαζί με τα ονόματα των υπόλοιπων εκπροσώπων του είδους στα εν χρήσει σήμερα Λεξικά της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και των Ορων της, παρότι το 1960 είχε τιμηθεί με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ταξιδιωτικής Πεζογραφίας για την Κρήτη) θα ήταν δυνατόν να ισχυριστεί κανείς ότι ανήκουν σε μια ιδιαίτερη υποκατηγορία ή, αλλιώς, ότι επινοούν στην κυριολεξία μια κατηγορία προκειμένου να υπάρξουν· το όνομά της το βρήκε μόνος του ο συγγραφέας και με αυτό τιτλοφόρησε έναν συγκεντρωτικό τόμο, όπου δημοσιεύονται αρκετά από τα ιδιότυπα ταξιδιωτικά του: Οδοιπορικά στοχασμού. Ο ίδιος ο Γιαλουράκης, στον «Πρόλογο» της εν λόγω έκδοσης (εκδόσεις «Κυκλαδίτισσα», 1980), αρκούνταν να διακρίνει μεταξύ «ταξιδιωτικής λογοτεχνίας» και «ταξιδιωτικών εντυπώσεων», εντάσσοντας τα δικά του κείμενα στην πρώτη και παραλληλίζοντας τις δεύτερες με τους ταξιδιωτικούς οδηγούς. Στη συνέχεια, όριζε και περιέγραφε τον χώρο της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας ως εξής: πρόκειται για «το ταξίδι μιας ψυχής, το ταξίδι που ξεκινά με μια απαραίτητη προετοιμασία, αναζητώντας να ερμηνέψει το Σήμερα μιας χώρας ή μιας περιοχής, με τη γνώση του Χτες και των διαδικασιών που συνθέτουν το Σήμερα. Από την άποψη αυτή, η ταξιδιωτική λογοτεχνία έχει οργανικά κοινά με το δοκίμιο και, κάποτε, με το λυρικό λόγο. Ακριβώς γι' αυτό, κείμενα γνήσιας ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, εμπνευσμένα από τον ίδιο, όλα, χώρο, είναι τελείως διαφορετικά ως αναγνώσματα. Κάθε γνήσιος συγγραφέας βλέπει από άλλη σκοπιά το αντικείμενο των εμπνεύσεών του, ακριβώς όπως κάθε γνήσιος ζωγράφος ζωγραφίζει το ίδιο τοπίο, τελείως διαφορετικά από τους συναδέλφους του. Η ταξιδιωτική λογοτεχνία είναι δημιουργία, δεν είναι περιγραφή. Και η λογοτεχνία υπακούει στους δικούς της κανόνες που δεν έχουν σχέση με πληροφοριακά κείμενα, αναφορές σε στατιστικές, αριθμούς και επιδείξεις πολυγνωσίας». Ωστόσο, ο Μ. Γιαλουράκης δεν εννοούσε τη δημιουργία που συνιστά η ταξιδιωτική λογοτεχνία με τον ίδιο τρόπο που την εννοούσε ο Νίκος Καζαντζάκης. Ο Γιαλουράκης έφερε τόσο βασανιστικά μέσα του τα προσωπικά (όσο και παγκόσμια) αδυσώπητα ερωτήματά του, ώστε η ματιά του προς τα έξω συχνά να χρωματίζεται και, ακόμα, να θολώνει από τα σκοτεινά χρώματα της ψυχής του.

Πράγματι, αν εξαιρέσει κανείς το κείμενο Οι δρόμοι του Νότου. Ταξιδιωτικό της Ανω Αιγύπτου (1950) και το οδοιπορικό Κύπρος η Ελληνίδα (δημοσιευμένο σε δύο μέρη στο περιοδικό Νέα Εστία, την άνοιξη του 1952), πεζογραφήματα όπου το πληροφοριακό υλικό περιορίζει αισθητά την εξομολογητική διάθεση, όλα σχεδόν τα υπόλοιπα ταξιδιωτικά πεζογραφήματα του Μανώλη Γιαλουράκη χαρακτηρίζονται από έναν ιδιότυπο υποκειμενικό λόγο. Ετσι, είτε ταξιδεύουμε μαζί με τον συγγραφέα στο Παρίσι (1956), στο Κάιρο (1957), στην Ιταλία του Βορρά (Πέτρες και Χρώματα, 1958) είτε τον συνοδεύουμε στο Σινά (1960), στην Κρήτη (1960), στον Μυστρά (1963) και στη Μονεμβασία (1973) ή στην Αλεξάνδρεια (1963) και στη «Μόσχα» (1976), πάντοτε σχηματίζουμε την ίδια εντύπωση: δεν πρόκειται εδώ για το σύνηθες και, έως έναν βαθμό, λογικά αναμενόμενο της γνωριμίας ενός τόπου μέσα από την οπτική και την ιδιοσυγκρασία του εκάστοτε περιηγητή, αλλά για το ιδιαίτερο της περίπτωσης του Μ. Γιαλουράκη, όπου η γνωριμία του γεωγραφικού και ιστορικού και ανθρωπολογικού τόπου συναγωνίζεται για την πρώτη θέση με τη γνωριμία του ψυχικού τοπίου του συγγραφέα, τόσο από τον ίδιο όσο και από τον αναγνώστη.

Ο Μανώλης Γιαλουράκης δεν ονόμασε, λοιπόν, τυχαία τα οδοιπορικά του Οδοιπορικά στοχασμού. «Αν πέθαιναν οι στοχασμοί θάταν καλλίτερα, στους τάφους τους, δε θα φύτρωναν λουλούδια. Κι οι άνθρωποι θάσανε αγέρωχοι, κι η μίζερη ζωή θα τους φάνταζε ψεύτικη πείρα», γράφει στο εισαγωγικό κομμάτι στο Παρίσι. Οποιο από τα κείμενα του Μ. Γιαλουράκη και να διαβάσουμε, είναι βέβαιο ότι θα συναντήσουμε την, εξοντωτική ενίοτε, απαισιοδοξία του συγγραφέα, εξαιτίας του φάσματος του θανάτου που καραδοκεί παντού, αλλά και την αγωνία του να αιχμαλωτίσει τη Στιγμή που κάνει τη ζωή αξιοβίωτη· και, βέβαια, τη σταθερή απέχθειά του στα καθημερινά δεσμά της εργασίας που πληρώνεται και του «καθήκοντος», τη βαθιά αγάπη του για τα βουνά και τη Φύση γενικότερα και το μίσος του για τον συνωστισμό των πόλεων, τις ζωντανές παραισθήσεις του με πρόσωπα της Ιστορίας, τον πόθο του για τα ταξίδια καθεαυτά ως παράταση αλλά και λήθη της καθημερινής ζωής και, τέλος, πάντα, τη φωνή της Μοναξιάς του, πιστή σύντροφο και δέκτη του εσωτερικού διαλόγου του. Διότι ο Μ. Γιαλουράκης διαλέγεται με τον εαυτό του με τέτοιον τρόπο ώστε, συχνά, να φαίνεται ότι απευθύνεται σε β' πρόσωπο στον αναγνώστη του. Ομως ο Γιαλουράκης, χωρίς καθόλου βέβαια να αποκλείει τη συμμετοχή του αναγνώστη (πώς θα γινόταν, άλλωστε;), απευθύνεται πράγματι στον εαυτό του, επιχειρώντας απελπισμένα να ζωντανέψει στο χαρτί τη Στιγμή, να τη ζήσει ξανά και ξανά, χωρίς τέλος· γράφει στο οδοιπορικό της Κύπρου: «Ξαπόστασες ένα μεσημέρι στο Σταυρό, εκεί που είνε το νερό παγωμένο και τα πλατάνια βαθήσκιωτα. Κάθησες κάτω από μια μουριά, άκουσες το μουρμουρητό του νερού που τρέχει στ' αυλάκι, το θρόισμα των δέντρων, το τραγούδι των πουλιών. Μεσημέρι στο Σταυρό της Ψώκας, αναλογίστηκες το μοναστήρι του Κύκκου, τους κέδρους και τ' αγρίμια του βουνού. Επειτα έσκυψες ήπιες νερό απ' την πηγή κι' είπες: "Καλή 'ναι τούτη η γη· καλή 'ναι κι' η ζωή μας κάποιες ώρες"».

Αν διαβάζοντας λογοτεχνία μαθαίνουμε τον εαυτό μας, τότε θα πρέπει ίσως να αναρωτηθούμε, στη μετανεωτερική πλέον συνθήκη, όπου τα ταξίδια τα ίδια έγιναν καθημερινότητα (στα βιβλία, στα επικοινωνιακά μέσα ή στους δρόμους του κόσμου), για την προτεραιότητα στις γνώσεις που μας παρέχει ένα ταξιδιωτικό κείμενο. Μήπως εκείνο που μένει να «δρομολογηθεί» είναι η αιώνια εκκρεμότητα: το ταξίδι στην Ερημο του εγώ;
* Η Σταυρούλα Γ. Τσούπρου είναι δρ Φιλολογίας

Ταξιδιωτικά κείμενα του Μ. Καραγάτση

  • Τριάντα ένα χρόνια μετά τον θάνατο του Μ. Καραγάτση κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Καστανιώτη τα ταξιδιωτικά του κείμενα. Ο τόμος (458 σελίδες), με πρόλογο του Θανάση Νιάρχου, είχε τον εύγλωττο τίτλο Από Ανατολή σε Δύση (1991).
Μία ακόμη πλευρά της πληθωρικής φυσιογνωμίας του συγγραφέα που, σύμφωνα με τον επιμελητή της έκδοσης, «σε εποχές βασανιστικές και αντίξοες για την Ελλάδα διοχέτευσε μέγα μέρος του χρόνου και των δυνάμεών του σε αναρίθμητα κείμενα που δεν υπάρχουν πια παρά μόνο στα σώματα των εφημερίδων» και λειτούργησε ως «κοινωνική συνείδηση ευρύτατης εμβέλειας και συμμετοχής». Τα κείμενα που δημοσιεύονται εδώ, είδαν πρώτη φορά το φως της δημοσιότητας από τις στήλες της Βραδυνής στο τέλος της δεκαετίας του '40 και στις αρχές του '50.

Ενας δεύτερος τόμος με ταξιδιωτικά κείμενα του Μ. Καραγάτση εκδόθηκε το 2002 από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας, με επιμέλεια και εισαγωγή της Αντειας Φραντζή. Στον τόμο αυτό προστίθενται μερικά ακόμη κείμενα κριτήριο επιλογής των οποίων υπήρξε η «ενότητα ύφους» που συνδέθηκε με θεματικά και χρονολογικά στοιχεία, ώστε να έχει ο αναγνώστης «πλάι στην τοπική και τη χρονική - υφολογική μετακίνηση του συγγραφέα».

Οσο και αν ανάλογα με τους συγγραφείς και τα κείμενα το αφετηριακό σημείο του κριτικού διαφοροποιείται, δεν είναι δύσκολο να συμπεράνει κανείς ότι τα ταξιδιωτικά του Καραγάτση συνδέονται γενικότερα με τον τρόπο που ατενίζει τον κόσμο. Εχουν να κάνουν αρχικά με τις πρώτες παιδικές του μνήμες από τη Θεσσαλία, τον κόσμο του κάμπου και την πόλη της Λάρισας. Υπάρχουν στη συνέχεια εντυπώσεις από την Αγγλία και μια ενότητα κειμένων γύρω από την Αμερική, επιλογή που δεν μπορεί να είναι τυχαία «όταν αντιστοιχεί με το πέρασμα από την αγγλική στην αμερικανική προστασία», όπως σημειώνεται στην εισαγωγή. Ακολουθούν ταξιδιωτικές εντυπώσεις από το Παρίσι της εποχής και τη νησιωτική Ελλάδα, την Ανδρο και τη Μύκονο, τόπους όπου συχνά παραθέριζε ο συγγραφέας.

Διαβάζοντας τις καραγατσικές σελίδες που περιγράφουν τον νέο αμερικανικό κόσμο, αισθάνεται κανείς την εντιμότητα της πληροφόρησης που δεν αρκείται στην περιγραφή. Ο συγγραφέας, περιγράφοντας, καταγράφει τον προσωπικό και αναπόδραστο προβληματισμό του. Κάθε κείμενό του πλαισιώνεται από έναν προσωπικό διαλογισμό που υπερβαίνει σαφώς την ταξιδιωτική εντύπωση.

Τα ταξιδιωτικά κείμενα του Καραγάτση είναι γραμμένα σαν επιβεβαίωση, σαν εμπειρία που επαληθεύει την ορθότητα μιας σκέψης, ενός λογισμού. Πάνω από την περιγραφή και πάνω από τον χρόνο, από ντεκόρ σε ντεκόρ, ο Καραγάτσης παραμένει ο αφηγητής της αναζήτησης, ο μυθιστοριογράφος που απλώς αλλάζει προοπτική. Γι' αυτό η θέση του στην ταξιδιωτική λογοτεχνία είναι, θα λέγαμε, ιδιότυπη. Ο αναγνώστης του θα πρέπει να θυμάται πως διαβάζει ταξιδιωτικά κείμενα ενός μυθιστοριογράφου.