Showing posts with label Μπαλούρδος Γιώργος. Show all posts
Showing posts with label Μπαλούρδος Γιώργος. Show all posts

Wednesday, April 7, 2010

Για τον Γιάννη Ρίτσο

  • ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΥ*Η ΑΥΓΗ: 04/04/2010

«η θυσιαστική συνέπεια που επέδειξε έναντι των ιδεολογικών του θέσεων και η αταλάντευτη αγόγγυστη αγωνιστική του πορεία που ακολούθησε, καθ' όλη τη διάρκεια του πολύπαθου βίου του, υπήρξε «σκάνδαλο» για τους μη ομοφρονούντας της γενιάς του»


Ένας ποιητής που, από τη συναισθηματική πυρά της μόνωσής του και της ατομικής του μοίρας, παράγει ένα λαμπροφόρο ιστορικό παρόν

Σπάνια μάλλον στη διαχρονική πορεία της ελληνικής γραμματείας, πνευματικός δημιουργός -ιδιαίτερα ποιητής- έγινε, με το απροσδόκητου όγκου και ποιότητας έργο του, από πολύ νωρίς σημείον αντιλεγόμενον. Και σίγουρα, η θυσιαστική συνέπεια που επέδειξε έναντι των ιδεολογικών του θέσεων και η αταλάντευτη αγόγγυστη αγωνιστική του πορεία που ακολούθησε, καθ' όλη τη διάρκεια του πολύπαθου βίου του, υπήρξε «σκάνδαλο» για τους μη ομοφρονούντας της γενιάς του. Τους μη ενστερνιζόμενους τους πολιτικούς του οραματισμούς. Και, τις κομματικά στιγματισμένες κοινωνικές του πεποιθήσεις, από τους εκάστοτε κριτικούς και σχολιαστές της εποχής των πρώτων ποιητικών του καταθέσεων. Δημιουργήθηκε γύρω από την παρουσία του μια αμφιλογική κριτική ανάλυση και ερμηνεία, που συνεχίζεται μέχρι τις ημέρες μας. Ο Ρίτσος είναι από τους ελάχιστους δημιουργούς που κατόρθωσε να πετύχει την πραγμάτωση της ιδεολογίας του στο δημιουργικό του έργο αλλά και στον προσωπικό του βίο. Αλλά υπήρξε και «μωρία» για ορισμένους λόγιους ιδεολογικούς του συντρόφους, ομοϊδεάτες συναγωνιστές του, που ενώ εκείνος στάθηκε σταθερά σιμά τους, από τα πρώτα, διαμορφωτικά του χαρακτήρα του χρόνια που ασπάσθηκε την κομμουνιστική θεώρηση της κοινωνίας και του κόσμου, ενώ αυτοί, μη κατανοώντας το «μαρτύριο της συνειδήσεως του» -σε προσωπικό επίπεδο- αλλά και το μεγαλείο της καλλιτεχνικής του ευφυΐας, ήθελαν να τον μικρύνουν και να τον περιορίσουν στα δικά τους κομματικά και καλλιτεχνικά μέτρα. Εδώ, αξίζει να τεθεί το ερευνητικό ερώτημα, πώς και τι κατανόησαν από τη μαρξιστική ιδεολογία οι λόγιοι καλλιτέχνες της αριστεράς, πέρα από τα κλασικά λογοτεχνικά έντυπα, και ασφαλώς την προσωπική αγωνιστική τους πορεία ατομικό επίπεδο ξεχωριστά. Είναι ένα ερώτημα μάλλον ανοιχτό ακόμα.

Ένα όχι και τόσο μικρό κομμάτι της αριστερής διανόησης της γενιάς του δεν κατόρθωσε μάλλον να ερμηνεύσει αυτή την προσωπική ευμένεια του Γιάννη Ρίτσου απέναντι στην κοινωνία και τον κόσμο γενικότερα, έτσι όπως εκείνος τη σκιαγραφούσε μέσα στο έργο του. Αυτή την ποιητική αγαθότητα του κόσμου, που αναδύεται ακόμα και μέσα από τα χαλάσματά του. Και κυρίως μέσα από αυτά, θα σημειώναμε. Ένας αισθητικός τρόπος, που τον συναντάμε ιδιαίτερα στον προσφυγικό κόσμο του Γιώργου Σεφέρη, κάτω από άλλες ασφαλώς ερμηνευτικές. Αυτήν την τόσο έντονα τονισμένη ανθρωπιστικά αγωνιστική αγαθότητα που εκφράζει, με τον πολύτροπο γλωσσικό του πλούτο, εύληπτο ύφος και την τεράστια ποιητική του δυναμική, που ξορκίζει κάθε παρυπόστατη ενέργεια. Που υμνεί με πάθος, με τις χιλιάδες, εκτυφλωτικής διαφάνειας εικόνες του, τις πολύσπαρτες κάθε είδους παρομοιώσεις του, τις καντιλένιες φωνητικές γραφές του, τις εκλεπτυσμένες και μελαγχολικές ονειρικές του παιδικές και εφηβικές περιπλανήσεις, την ιδιοτυπία του αγωνιστικού του φρονήματος, έτσι όπως αυτό προβάλει μέσα από τις κάθε είδους συνθέσεις του. Επίσης, μέσα από τις δεκάδες οσμώσεις του καθημερινού μας θανάτου αλλά και του ιστορικού της χώρας του. Τις θυμιαματικές οσμές που αναδύονται με μαγευτικό τρόπο από το φυσικό περιβάλλον. Τις ονειρικές, χιλιάδες μικρολεπτομέρειες της ζωής των απλών ανθρώπων -και ιδιαίτερα των γυναικών- που σπονδυλώνουν με μανία τον άχαρο και ταλαίπωρο βίο μας. Αυτή η ζωγραφική απεικόνιση της καταβύθισης της μνήμης μέσα στους προικισμένους αναβαθμούς των αισθήσεων των ματαιωμένων πραγμάτων, που κατανοούνται πλέον μόνο ως λεκτικό σήμα και στίγμα ανεξίτηλο της ψυχής, είναι που συνδέει με τον αγωνιστικό λόγο τον ποιητικό όρο της δημιουργίας του Ρίτσου. Και ασφαλώς η απροσδόκητη και κατ' εξακολούθηση δοξαστική οικειότητα, που με τόση ευχέρεια αναφέρεται σε καταστάσεις, συμβάντα, περιπέτειες, όνειρα, έρωτες, εκπλήξεις, διαψεύσεις ζωής, ψηλαφήσεις σωμάτων, αφές αγαλμάτων, ρίγη βλεμμάτων, δάκρυα ελπίδων, που οργανώνουν και οργώνουν το σύνολο ποιητικό γίγνεσθαι του έργου του, μαζί με την τεράστια σιωπηλή του ευγλωττία, αλλά και την καθημερινή επισφαλή ζωή του. Είναι αυτά που θαυμάζουμε με δέος στον ποιητή Γιάννη Ρίτσο. Στεκόμαστε με προσοχή, αν αναλογιστούμε την βεβαρυμμένη και κλονισμένη υγεία του, τις τόσο συχνές κακουχίες του, τις εξακολουθητικές φυλακίσεις του, τις μακρές εξορίες του, και τις κάθε είδους πολιτικές ταλαιπωρίες που υπέστη και, παρ' όλα αυτά, στάθηκε ορθός και θαρραλέος. Στυλίτης των προσωπικών του αγώνων αλλά και εκείνων της γενιάς του. Στάθηκε αγέρωχος και καρτερικός, σαν φαροφύλακας των ιδεών και του έργου του. Γνωρίζοντας ότι το μόνο που έχει να αντιτάξει στα απανωτά χτυπήματα της ζοφερής μοίρας είναι, εκτός από την ίδια τη ζωή του, το τεράστιο έργο του. Την ποιητική του αγαθότητα.

Η οποία είναι το μόνο κινούν αίτιο ελπίδας αυτής της σκοτεινής και ανερμήνευτης συνήθως φυσικής νομοτέλειας. Αντιτάσσει το ήθος των αισθήσεών του, των λέξεών του, το ακτινοβόλο εσωτερικό του πάθος για ζωή, για περιπλανήσεις σε ανέκφραστες αισθήσεις. Προτείνει τη φλογώδη αλήθεια των ανανεούμενων συναισθημάτων του. Το βαθύ σπαραγμό του για την χαμένη του/μας αθωότητα. Μας αποκαλύπτει τη σημασία της εκκλησιαστικοποίησης των μικρών καθημερινών λεπτομερειών και πραγμάτων. Το ατελές του κόσμου αγωνίζεται να τελειοποιηθεί μέσα στο ποιητικό Είναι της καθόλου δημιουργικής μαρτυρίας που μας προσφέρει ο Ρίτσος. Το ατελεύτητο του φυσικού κάλλους εξαγιάζεται από την αγαθή πρόθεση του περιπορευόμενου μέσα στο κοινωνικό χάος ποιητή. Η φωνή του είναι η συλλογική παραμυθία της γενιάς του.

Η οντολογική αυτή ματιά του Ρίτσου καλλιεργείται και προτείνεται σταθερά σε όλη τη μακρά και επίπονη διαδρομή του. Ο Ρίτσος δεν υπήρξε ένα «σοκολατόπαιδο» της ποίησης, που στα διαλείμματα της ραστώνης του βίου του έγραφε στίχους, συνέθετε θεατρικά έργα, ζωγράφιζε πέτρες, μετέφραζε ποιητές, ονειρευόταν βελούδινες επαναστάσεις. Ούτε κυκλοφορούσε σαν ξεπεσμένος αριστοκράτης, πλούσιος γόνος φημισμένης οικογένειας, που μέσα από το αστικό μονόκλ του ερμήνευε τη ζωή και τα πάθη της. Και ούτε κατέφυγε σε «κλειστές αυτοκτονίες», στάσεις ζωής ποιητών με μεγάλο καλλιτεχνικό εύρος. Και ασφαλώς, δεν υιοθέτησε τη γέρικη αναμνησιολογία του Αλεξανδρινού, αυτού του παμπόνηρου λάγνου αισθητή. Από πολύ νωρίς συνέδεσε φόρμες της λαϊκής παράδοσης, της δημοτικής ποίησης, των βυζαντινών τροπαρίων μέσα στο έργο του. Καθώς και τη μορφή των χορικών της αρχαίας τραγωδίας. Όμως ο Ρίτσος δεν έμεινε ένας παραδοσιακός ποιητής. Συνεχώς επεξεργαζόταν την ποιητική του φόρμα και ήταν από τους πρώτους που υιοθέτησε το μοντέρνο τρόπο γραφής στην ποίησή του. Δηλαδή, το σπάσιμο της φόρμας. Κάτι που είχε κάνει νωρίτερα, πριν την εκδοτική φανέρωση του, ο Κώστας Βάρναλης. Είναι, επίσης, εύστοχη η παρατήρηση του Νάσου Βαγενά, ο οποίος γράφει ότι: «τα ποιήματά του που πέφτουν κάτω από ένα ανεκτό αισθητικό επίπεδο είναι πολύ λιγότερα από όσα θα περίμενε κανείς από έναν τόσο πολυγράφο ποιητή». Μια ορθή αντιμετώπιση για έναν δημιουργό, που τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του σημαδεύτηκε σκληρά από τη μοίρα. Έτσι όπως βλέπουμε να παγιδεύονται από την Ειμαρμένη οι ήρωες της αρχαίας τραγωδίας. «Απ' την πληγή μου, κοιτάξτε του κόσμου την πληγή», γράφει από την εισόδια ακόμα συλλογή του Τρακτέρ και αυτόν τον βιωματικό λόγο δεν μπορεί να τον αμφισβητήσει κανείς.

Ο Ρίτσος δεν είναι μόνο ο στρατευμένος ποιητής της αριστεράς όπως αρέσκονται συνήθως να τον αποκαλούν αυτοί που δεν έχουν μελετήσει το σύνολο έργο του. Ούτε ένα αξιοποιήσιμο χρηστικό μέγεθος για να προβληθεί και προπαγανδιστεί η όποια κοινωνική ιδεολογία. Ο Ρίτσος, ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο ποιητή της αριστεράς, είναι ένας λαϊκός τροβαδούρος, μια λυρική γλαύκα που μέσα από τα χαλάσματα της ζωής και της ιστορίας, παρατηρεί, θαυμάζει, υμνεί, ευλογεί, την ομορφιά του κόσμου. «Πάμπτωχος. Μ' ένα κρινάκι του αγρού τις πιο άγριες νύχτες φώτισα», γράφει στα Αρνητικά της σιωπής. Δοξολογεί αυτή την ανεπίγνωτη διαρκή ξενητεία του ανθρώπινου όντος. «Ω αυτή η ξενητειά μας μέσα στα ίδια μας τα ρούχα που παλιώνουν, μες στο ίδιο μας το δέρμα που ζαρώνει», λέει στην Ελένη.

Από τις πολύστιχες συνθέσεις του, έως τις μικρές ποιητικές του βινιέτες. Από τους θρηνητικούς του ύμνους για τη δολοφονία αθώων ιδεολόγων νέων, έως τις αμιγώς θεατρικές του συνθέσεις. Από τους δοξαστικούς παιάνες της Ρωμιοσύνης, έως τους θούριους για διάφορα εθνικά και πατριωτικά σύμβολα της χώρας. Και από τους υπαρξιακούς θεατρόμορφους μονολόγους του, έως τους κατά καιρούς συντροφικούς του χαιρετισμούς, ο ποιητικός του στόχος, ή ευρύτερα ο δημιουργικός του, είναι ξεκάθαρος και σταθερός. Ο ρόλος και η λειτουργία της Τέχνης είναι ένας. Ερχόμενη κοντά στον άνθρωπο, να βοηθήσει στον εξανθρωπισμό της κοινωνίας, μέσω της αγιοποιητικής και εξαγνιστικής λειτουργίας της. Ο κοινωνικός λειτουργισμός της ποίησης για τον Ρίτσο είναι η μόνη διέξοδος στο σκοτεινό παρόν. Η ποιητική δημιουργία συντελείται με τη συμμετοχή του ποιηθέντος αποτελέσματος στο γενεσιουργό ποιούν. Αλλά και το αντίστροφο. Το ποιητικό υποκείμενο αυτοτροφοδοτείται εν-εαυτώ, από τις επιμέρους εμπειρίες της ποιητικής κατάθεσης. Και ταυτόχρονα αποδεσμεύεται από το μερικό, τη διάσπαση, και γίνεται οικουμενικό, σύνθεση, χωρίς να ξεστρατίσει του αρχικού του σκοπού. Η ζωή αενάως μετέχει του εκάστοτε ποιητικού γίγνεσθαι και ο ποιητικός λόγος συνεχώς διαθλάται κατά τον οικείο δυνάμενο λόγο των ανεξάντλητων εμπειριών αυτής.

Αυτό το διαρκές παιχνίδι της γονιμοποιού ανταλλαξιμότητας μεταξύ ζωής και τέχνης μας μαγεύει στο έργο του Γιάννη Ρίτσου. Διάσπαρτα μέσα στο έργο του κυριαρχεί αυτή η διαρκής ενδοσυνομιλία. Του ποιητή για το ρόλο και τη λειτουργία της τέχνης του και του ποιητικού του αποτελέσματος. Αναζητά διαρκώς νέους τρόπους να μας μιλήσει για το άρρητο της ομορφιάς του κόσμου. Να μας καταστήσει κοινωνούς των δικών του θαυμάτων. Η αθώα του συνήθως ματιά, ο παραμυθιακός του λόγος και η τεράστια φυσική πανδαισία της εικονοποιίας του, φέρνουν στο νου έντονα τον λόγο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Και τον τρόπο με τον οποίο κι εκείνος ξόρκιζε το φυσικό κακό. Η ατιθάσευτη πίστη στον ποιητικό σκοπό του ανθρώπου είναι η ίδια. Πέρα από θρησκευτικούς ή ιδεολογικούς συμβολισμούς.

Ο Ρίτσος, κατά την προσωπική μου αναγνωστική κρίση, είναι περισσότερο ένας σπουδαίος οντολογικός, παρά πολιτικός ποιητής. Αν στέκει η θέση, ένας νηπτικός της πολιτικής ποίησης. Ένας ποιητής που, από τη συναισθηματική πυρά της μόνωσής του και της ατομικής του μοίρας, παράγει ένα λαμπροφόρο ιστορικό παρόν.

Δυστυχώς, η πολυπλευρικότητά του και το τεράστιο σε όγκο έργο του λειτουργούν απωθητικά στην ανάγνωσή του. Οι αναγνώστες της ποίησης στέκονται αμήχανα και κάπως έντρομοι μπρος σε αυτόν το μόχθο. Όπως στέκονται το ίδιο, μπροστά στο έργο του Κωστή Παλαμά ή την Οδύσσεια του Νίκου Καζαντζάκη.

Και αν θλιμμένα και μελαγχολικά ο ίδιος αναρωτιέται: «Είναι αργά. Μήτε ο θάνατος με δέχεται μήτε η ζωή. Πού θα πάω;» (Το Τραγούδι της αδελφής μου), φρονώ αβίαστα ότι μπορούμε να του αποκριθούμε. Στις καρδιές μας σύντροφε Γιάννη Ρίτσο. Στις καρδιές μας δάσκαλε.

*Ο Γιώργος Μπαλούρδος είναι φιλόλογος και συγγραφέας.

Friday, December 25, 2009

Γυναίκες συγγραφείς για τον Ρίτσο


  • ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΥ* Η ΑΥΓΗ: 27/12/2009

(Θέλοντας να απεγκλωβιστώ από την τετριμμένη αναφορά ενός επετειακού αφιερώματος για τον εορτασμό του έτους Γιάννη Ρίτσου, αποπειράθηκα ένα στιγμιοτυπικό σεργιάνι, στη γυναικεία δοκιμιακή, κριτική και ποιητική εκδοτική ματιά. Έτσι όπως αυτή αποτυπώνεται στα διάφορα κατά καιρούς βιβλία που κυκλοφόρησαν, τόσο για το ογκώδες -αδιάβαστο στο σύνολό του- και πολύπλευρο έργο του, όσο και τον αναμφισβήτητα μαρτυρικό και πολύπαθο βίο του.)

Αναγνωστικά, αν δεν λαθεύω, το σύνολο έργο του Ρίτσου απαντάται με αμφίσημες κριτικές συνδηλώσεις και αναλύσεις, καθ’ όλη την έκταση των διαφόρων ερμηνειών του. Ίσως με μοναδική εξαίρεση τους 17 θεατρόμορφους δραματικούς μονολόγους που συναπαρτίζουν την μεγαλόπνοη σύνθεση της Τέταρτης Διάστασης. Όπως καθοριστικός και βεβαίως σημασιολογικός είναι ο διαδραματικός ρόλος της αριστερής ιδεολογίας μέσα στην καθόλα πολυσχιδή δημιουργία του, και ο προσωπικός του, ιδιαίτερος τρόπος πρόσληψης και διάδοσης των αξιών, των αρχών και των θεσφάτων της κομμουνιστικής ιδεολογίας. Αν και εξακολουθεί να προκαλεί αναγνωστική και κριτική αμηχανία, η οικειοθελής του παραίτηση από τις καθημερινές μικροχαρές της ζωής και τις μικροελπίδες της, στο όνομα του κομμουνιστικού χρέους και κομματικού καθήκοντος, για μεγάλο χρονικό διάστημα του βίου του, ζώντας μάλιστα με επισφαλή υγεία. Στο όνομα του κοινωνικού αγώνα και της αγωνιστικής κομματικής προβολής, ο Ρίτσος θυσίασε εκούσια τη ζωή του, και αυτοπεριόρισε το καλλιτεχνικό του εύρος. Δεν αυτομόλησε ποτέ από τις αρχές που έθεσε ο ίδιος στον εαυτό του. Όπως μας αφήνει μια αφυγάδευτη πικρή γεύση -εκ των ιστορικών και πολιτικών υστέρων-το γεγονός, ότι αυτός, ο σπουδαίος λαϊκός βάρδος της κοινωνικής αλλαγής και δικαιοσύνης, εγκλώβισε ένα μεγάλο μέρος της ποιητικής του πνοής μέσα στο υμνητικό προπαγανδιστικό πλαίσιο μιας ορισμένης ιστορικής περιόδου. Σίγουρα, ιστορικά και πολιτικά, της πιο καταστροφικής για το αριστερό κίνημα, φιλοδοξώντας, με το ταλέντο του έργου του, να εξωραΐσει την πολιτική και ιδεολογική ασχήμια της σταλινικής περιόδου.

Το θέμα όμως της αποδοχής και πρόσληψης αυτής της περιόδου από τους αριστερούς καλλιτέχνες είναι ένα ακόμα ανοιχτό ερώτημα. Και είναι αναμφισβήτητο γεγονός, ότι, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον αριστερό διανοητή, η ελληνική εκδοχή του κομμουνιστικού κόμματος προσπορίστηκε, μέχρι ποιητικής αφυδάτωσης, το κατατεθέν κεφάλαιο της δημιουργίας του και αξιοποίησε, μέχρι ιδιοτελών εσχάτων, τους τόκους της ατομικής του ένταξης και δραστηριότητας. Ο Ρίτσος είναι ο προεξάρχων ιδεολογικός προπαγανδιστής, από όλη τη μεγάλη ομάδα των αριστερών διανοουμένων της γενιάς του, την περίοδο πριν και μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ενώ άλλοι τόλμησαν και διαφοροποιήθηκαν επί τα βελτίω, και για το έργο τους και για το βίο τους, εκείνος έμεινε αταλάντευτος, μη εξαργυρώνοντας τους οραματικούς του σκοπούς. Και μόνο δραματικά και με αρκετή δόση νοσταλγίας στη μεταθανάτια συλλογή Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα βλέπουμε να ατενίζει τον κόσμο με κάποια θλίψη και ίσως μια κάποια ματαιότητα του εγχειρήματος, της πολύχρονης στράτευσής του. Αλλά ίσως αξίζει να πούμε, ότι ένα ποιητικό σύμπαν σαν και αυτό του Γιάννη Ρίτσου, χωρίς το ανεξέλεγκτο ιδεολογικό και πολιτικό του στίγμα, μπορεί να ήταν ένα Αμλετικό σύμπαν χωρίς το φάντασμά του.

Οι σύντομες αυτές σκέψεις ήρθαν στον νου μου καθώς ξαναδιάβασα το ευρείας δοκιμιακής τεχνογνωσίας και άκρως κατατοπιστικό σύγγραμμα της Αγγελικής Κώττη, Γιάννης Ρίτσος ένα σχεδίασμα βιογραφίας, από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, σε δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση. Ένα εύληπτο και καλογραμμένο βιβλίο, που μαζί με εκείνα των άλλων θηλυκών ερμηνευτικών θεάσεων που αναφέρω παρακάτω, αποτελεί το ζωτικό μας σύνδεσμο στην κατανόηση του έργου του ποιητή και μας βοηθά να αντιληφθούμε τις εσωτερικές του ορισμένες φορές ανακολουθίες, τις πάμπολλες τεχνικές και υφολογικές επιχωματώσεις του, τις φοβερά κουραστικές επαναλήψεις του, να αναγνωρίσουμε καθαρότερα τόσο τα εξωτερικά όσο και εσωτερικά του κριτήρια, αλλά και να ιχνομυθίσουμε το αναμφισβήτητο ανθρωποκεντρικό κοσμοείδωλό του και τον αδιαφιλονίκητο πατριωτικό εθνοκεντρισμό του.

Η γυναικεία θεώρηση και ερμηνευτική του ποιητικού φαινομένου του Μονεμβασιώτη ποιητή έχει μακρά προϊστορία. Αρχίζει από την Αλεξάνδρα Αλαφούζου, η οποία στο αριστερών αντιλήψεων περιοδικό Νέοι Πρωτοπόροι τχ. 10/1934, μιλώντας για την έκδοση της συλλογής Τρακτέρ, με μια μηχανιστική αντίληψη για το τι είναι προλεταριακή λογοτεχνία και προβάλλοντας τις προσωπικές της θέσεις, σχολιάζει αρνητικά την παρουσία του, κάνοντάς του αφελείς υποδείξεις, μέσα από σκυθρωπά διανοητικά μοντέλα, ενός αριστερού προσκοπικού πατριωτισμού. Σίγουρα η πρώτη αυτή συντροφική ερασιτεχνική κριτική δεν είναι η μόνη αρνητική θέση για το έργο του, που δέχτηκε εντός και εκτός των τειχών του ιδεολογικού του περιβάλλοντος. Έκτοτε, αρκετές γυναικείες φωνές, παράλληλα με εκείνες των αντρών ομοτέχνων τους, ερασιτεχνικά ή επαγγελματικά σε διάφορα έντυπα, αφιερωματικούς τόμους, βιβλία, μίλησαν για τη δημιουργία του, ανέλυσαν την ποιητική του τεχνοτροπία, διαμερισματοποίησαν την άπλετη θεματολογία του, σχολίασαν τις πολιτικές του θέσεις, ακολούθησαν τον βηματισμό της ατομικής του πορείας, μελετώντας τις αυτοβιογραφικές του μαρτυρίες. Από τη Χρύσα Λαμπρινού-Προκοπάκη, που πρωτοασχολήθηκε σοβαρά και με ευσυνειδησία με το έργο του στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης τχ. 10/1964, με το αξιοπρόσεκτο κείμενο «Για την Τριλογία του Γιάννη Ρίτσου», εξετάζοντας και χωρίζοντας το έργο του σε περιόδους, ακολουθώντας μια ερευνητική σαφή μεθοδολογία την οποία ακολούθησε και στις επόμενες μελέτες της, έως την Γεωργία Λαδογιάννη και το κατατοπιστικό κείμενό της «Οι γειτονιές του κόσμου-η ποιητική του κοινωνικού οράματος» στο περιοδικό Θέματα Παιδείας τχ. 37-38/2009, που μιλά για την σύμπλευση της ποιητικής και της κοινωνικής συνείδησης. Από την οπτική της Έλλης Παππά, που γράφει για «Τα Συντροφικά τραγούδια, στις ρίζες του ποιητικού λόγου» στο περιοδικό Κομμουνιστική Επιθεώρηση τχ. 2/1982 και αλλού, έως τα διάφορα κείμενα της ποιήτριας και δοκιμιογράφου Έλενας Χουζούρη, στο περιοδικό Πάνθεον τχ. 674/1979, η λέξη τχ. 47/1985 και αλλού. Από την ακριβομίλητη και ακριβοθώρητη κριτικό και δοκιμιογράφο Νόρα Αναγνωστάκη, που σε σύντομη αναφορά της για τη συλλογή Χειρονομίες στο Χρονικό 1973, σημειώνει εύστοχα: «Χρόνια ροκανίζουν αρκετές γενιές την ποίηση του Ρίτσου και τρέφονται όσο δεν το φαντάζονται καλά...», έως την μάλλον λησμονημένη και χειραφετημένη Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ, η οποία έχει γράψει αρκετά αξιόλογα κείμενα για τον ποιητή (δες ενδεικτικά περ. Τομές τχ. 4/1975. Από τις προσωπικές οφειλές της πεζογράφου Μάρως Δούκα σε κείμενά της (περιοδικό Αντί τχ. 23/1975, έως την δοκιμιακά λειτουργική φωνή της Σόνιας Ιλνίσκαγια, που του αφιερώνει αρκετές σελίδες στο γνωστό μελέτημά της Η μοίρα μιας γενιάς (Κέδρος 1976) αλλά και σε πολλά άλλα σκόρπια κείμενά της (δες αρκετά τεύχη του περιοδικού Θέματα λογοτεχνίας τχ. 3,10,22 και αλλού). Από την συγγραφέα Αγγελική Βόρνινγκ και τις κριτικές της στο περιοδικό Διαβάζω τχ. 48/1981, στο Αντί τχ. 280/1985, έως την ποιήτρια Αθηνά Παπαδάκη, που στην Αυγή, 27/10/1981, μιλά για το Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού και τις αναφορές στο έργο της Μέλπω Αξιώτη (Ποιήματα τόμος Στ') ως τις αναφορές της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου για τον ελληνικό υπερρεαλισμό στο περιοδικό Ηριδανός τχ. 4/1976, και άλλων γυναικείων φωνών, η πορεία της θηλυκής ερευνητικής και αναλυτικής ματιάς για το έργο και την διαδρομή του ποιητή είναι μακρά, σταθερή, και εξακολουθητική και μετά το βιολογικό του τέλος.

Κρατώντας τις ισορροπίες του φύλου, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι από το 1957 στον τόμο τον καλοκαιρινό του περιοδικού Καινούργια Εποχή υπάρχει το υποδειγματικό και ενδιαφέρον κείμενο του Αλέξανδρου Αργυρίου, το οποίο κατά κάποιον τρόπο προσδιορίζει και το μελλοντικό ερευνητικό στίγμα των επόμενων μελετητών. Αρκετά αργότερα οι αυτοτελείς μελέτες των: Παντελή Πρεβελάκη 1981, Γιώργου Βελουδή 1984, Κώστα Τοπούζη 1979, Δημήτρη Κόκορη 2003, και άλλων. Και θα πρέπει να προσμετρηθούν και τα διάφορα αφιερώματα των περιοδικών, εφημερίδων, καθώς και εκείνα των εκδόσεων Διογένης 1975, Κέδρος 1984, του διεθνούς συνεδρίου Μουσείο Μπενάκη-Κέδρος 2008, και των Πρακτικών του 14ου Συμποσίου Ποίησης 1996, όπου οι γυναικείες θεωρήσεις έρχονται να συνοδοιπορήσουν με εκείνες των αντρών στην έρευνα και κατανόηση της Ρίτσιας δημιουργίας.

Το βιβλίο σταθμός και υποδειγματικής πληροφοριακής υποδομής, όσον αφορά την σύναξη κειμένων για τον ποιητή, είναι αυτό της Αικατερίνης Μακρυνικόλα, Βιβλιογραφία Γιάννη Ρίτσου 1924-1989 (έκδ. Σχολή Μωραΐτη 1993), που έρχεται να συμπληρώσει την προηγούμενη συνεργασία της ερευνήτριας με τον Γιώργο Π. Σαββίδη, Εργογραφία και Χρονολόγιο Εργογραφίας Γιάννη Ρίτσου, Κέδρος 1981. Ένα επαγγελματικής ευσυνειδησίας πόνημα με αναμφισβήτητο, αποτελεσματικό, κατορθωτό μεγαλόπνοο σχεδιασμό. Επιστεγαστικό, με ακρίβεια του πληθωρικού δημιουργικού όγκου του δημιουργού. Το οποίο με την ορθή συμμετρία των αναφορών του, την τεράστια λημματογραφική καταγραφή του, τον πολύπλευρο πλούτο των πηγών του, βοηθά να αναδυθεί ο ανεξερεύνητος και ανεξάντλητος θησαυρός των κειμένων για τον ποιητή, έως τον θάνατό του περίπου. Η ορθά οργανωμένη μεθοδολογία του, η άψογη πληρότητά του, η επιστημονική του εγκυρότητα, η φιλολογική του επάρκεια, η λημματική του σαφήνεια, το εύρος των πηγών του, η αναγνωρίσιμη οργάνωση του υλικού, όλα αυτά παράγουν έναν θαυμαστό μόχθο και ένα εργαλειακό μοντέλο για κάθε ερευνητή ή μελετητή του έργου του Ρίτσου.

Το δεύτερο βιβλίο το οποίο αποτελεί σημαντική βιωματική πηγή για τον βίο του ποιητή είναι αυτό της αδελφής του Λούλας Ρίτσου-Γλέζου, Τα παιδικά χρόνια του αδελφού μου, Κέδρος 1981, σε καταγραφή της αφήγησης και επιμέλεια Μιχάλη Δημητρίου. Το 133 σελίδων βιβλίο είχε πρωτοπαρουσιαστεί σε συνέχειες στην εφημερίδα Το Βήμα της Κυριακής το 1978. Τρία χρόνια μετά την απόπειρα βιογραφίας από τον Ζεραρ Πιερά, στις 4/3/1975 στην ίδια εφημερίδα. Το βιβλίο της αδελφής του μας είναι πολλαπλά πολύτιμο, γιατί φωτίζει εκ των έσω, με τον άδολο και συγκινησιακό τρόπο μιας γυναικείας απλής φύσης, τα κυριότερα και σημαντικότερα συμβάντα που σημάδεψαν τα δυο αδέλφια και την οικογένειά τους. Σκαλί σκαλί ανηφορίζουμε μαζί τους τον ηρωικό τους Γολγοθά, και με το λαγαρό ύφος της συγγραφέως και την οικεία σε εμάς καθημερινή της γλώσσα λειτουργούμε μαζί τους στις διάφορες στιγμές της ζωής τους. Διακρίνουμε τις αντίξοες ξόβεργες της Μοίρας και πώς αυτές μετατρέπονταν σε ποιητικό αποτέλεσμα. Στεκόμαστε αλληλέγγυοι απέναντι στην κομματική του στράτευση, που ίσως να επέχει ασύνειδα τον ρόλο της διαλυμένης οικογένειας και την χαμένη ασφάλειά της για την παιδική και εφηβική ψυχή του. Ο κομματικός συντροφικός ηρωισμός με λανθάνοντα τρόπο έχει αντικαταστήσει την χαμένη παιδική και εφηβική αθωότητα και τις δεκάδες επακόλουθες ψυχικές στερήσεις της. Και μπορεί να είναι δόκιμη η θέση ότι στην κατεστραμμένη αυτή ελληνική οικογένεια των αρχών του προηγούμενου αιώνα έχουμε μια ανάλογη περίπτωση της οικογένειας Καραμάζωφ, τηρουμένων των σχετικών αναλογιών φυσικά. Από το βιβλίο αυτό αντλούν όλοι οι μεταγενέστεροι μελετητές του ποιητή.

Είναι ακόμα αναγκαία η αναφορά σε δύο ακόμα βιβλία, που συμπληρώνουν την προσωπική εικόνα του ποιητή και ξεκαθαρίζουν τα κενά της προσωπικής του πορείας. Αυτό του ίδιου του ποιητή Γλυκειά μου Λούλα σε επιμέλεια Δέσποινας Γλέζου (Νέα Σύνορα 1997), όπου έχουμε την επιστολική γραφή του της περιόδου 1949-1952 και όπου ξεπροβάλει ο αδελφικός λυρισμός και η αισθησιακή φλόγα των συναισθημάτων των. Καθώς και του ίδιου πάλι, Τροχιές σε διασταύρωση, επιστολικά δελτάρια της εξορίας και γράμματα στην Καίτη Δρόσου και του Άρη Αλεξάνδρου (Άγρα 2008), σε επιμέλεια-εισαγωγή-σημειώσεις Λίζυς Τσιριμώκου. Όπου ο καλαίσθητος αυτός τόμος περιέχει ενσωματώνει τους τόπους εξορίας του ποιητή, τις συντροφικές στωικές συμβουλές του, τον παραινετικό του λόγο προς τους αγαπημένους φίλους, την ακοίμητη καρτερικότητά του, και διακρίνουμε για άλλη μια φορά την άοκνη εργατικότητά του. Το τρίτο βιβλίο, που με σοβαρή, σταθερή και διεισδυτική ματιά εξετάζει προβλήματα ερευνητικής προσέγγισης του έργου του, είναι αυτό της Χρύσας Προκοπάκη, Η πορεία προς τη Γκραγκάντα ή οι περιπέτειες του οράματος, Κέδρος 1981. Η ανιχνευτική αυτή μελέτη θα πρέπει να συνεξεταστεί με τις άλλες χρήσιμες και καίριες μελέτες της δοκιμιογράφου, τις οποίες έχει δημοσιεύσει κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα (δες Θεατρικά Τετράδια, τχ. 2/1980, περιοδικό Συνέχεια τχ. 1/1973 και αλλού). Θα πρέπει ακόμα να επισημανθεί και η άρτια ποιητική της ανθολόγηση και επιμέλεια στην Ανθολογία Γιάννη Ρίτσου, Κέδρος 2000. Ένα τιτάνιο έργο υψηλής καθαρότητας ποιητικής επιλογής, όπου με περισσή φροντίδα και αγάπη η Προκοπάκη κορφολογεί τους πιο εύχυμους ανθούς της ποιητικής αλτάνας του Ρίτσου.

Και είναι εύστοχη η παρατήρησή της όταν αναφέρει ότι «Αν κάποιος θα 'θελε να διαβάσει την Ιστορία του αιώνα, θα την έβρισκε ακέραια στην ποίηση του Ρίτσου». Τα μελετήματα της Προκοπάκη τα διακρίνει πάντα όχι μόνο το στοχαστικό βάθος της σκέψης της αλλά και ο απέραντος σεβασμός που τρέφει για τον ποιητή. Η συγγραφέας προσηλωμένη με πάθος στο στόχο της μας μιλά για τις σημαντικές ταλαντώσεις που βλέπουμε στο έργο του Ρίτσου. Ο λόγος της φωτίζει τους σε τακτά και συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα της ιστορίας κεντρικούς σημειακούς πυρήνες της ποιητικής του αναφοράς. Μας υποδείχνει τους νοηματικούς του κροσσούς συμβολής της εικονογραφικής του περιγραφής. Μας προσφέρει, με τον πυκνό αλλά όχι δυσνόητο στοχασμό της, ό,τι πιο ουσιαστικό και καίριο υπάρχει μέσα στο έργο που εξετάζει. Μας δίνει το καθρέφτισμα της ψυχής του ποιητή μέσα από τις διαδοχικές του ποιητικές αναβασίες. Ορισμένες φορές, ο δικός της λόγος γίνεται η συνείδηση της φωνής του ίδιου του ποιητή και της ποιότητάς του. Οτιδήποτε ίσως λιγοστεύει η ποιητική του απεραντολογία έρχεται να το καλύψει ο ερμηνευτικός της λόγος.

Το τέταρτο βιβλίο που κυκλοφορεί είναι αυτό της Σοφίας Μπαρδάνη-Σημαντή, Δοκιμές στην Τέταρτη Διάσταση, Γρηγόρης 2004. Η εκπαιδευτικός ασχολείται με τρία από τα δεκαεπτά έργα της σύνθεσης. Και σίγουρα δεν ακολουθεί τις εύστοχες και νοηματικά προϋποθετικές ράγες του Βαγγέλη Κάσσου, στη δική του μελέτη, Η Τέταρτη Διάσταση (μια ανάγνωση), Σμίλη 1991. Το πέμπτο βιβλίο είναι αυτό της συντρόφου του Βασίλη Ρώτα και συγγραφέως Βούλας Δαμιανάκου, Τιμιότατο να 'σαι έλληνας, νάσαι Γιάννης Ρίτσος, (Επικαιρότητα 1991). Επικαιρικά αδιάφορα κειμενάκια με αφορμή το θάνατό του από την προσωπική της σκοπιά. Η ποιήτρια Φαίδρα Ζαμπαθά Παγουλάτου, το 1992, μας προσφέρει το έκτο βιβλίο. Είναι μια μακρόσυρτη ποιητική σύνθεση 38 σελίδων, με τον τίτλο Εις μνήμη Γιάννη Ρίτσου. Ο προσωπικός και νοσταλγικός τόνος της ποιήτριας κυριαρχεί στη σύνθεση. Με τον ιδιαίτερο συναισθηματικό της λόγο εκφράζει τις ατομικές της σκέψεις για την γνωριμία της μαζί του και με το έργο του. Η ιδεολογική συντροφική της ζεστασιά καλύπτει την ποιητική κατάθεση. Είναι νομίζω η πρώτη ποιητική εκδοτική κατάθεση για τον ποιητή.

Το 2002 κυκλοφορεί το έβδομο αυτόνομο γυναικείο μελέτημα για τον ποιητή. Η δίγλωσση εργασία της Άμυ Μιμς, Ο Ρίτσος του Εικονοστασίου, όπου μέσα από τα 27 ψηφιδωτά κεφάλαιά της ψηφίδα την ψηφίδα παρουσιάζεται πίσω από κάθε προσωπείο και εικόνα του έργου του Ρίτσου το καθαρό πολιτικό στίγμα του λόγου του, σε όλο το τεχνοτροπικό του εύρος. Μια μελέτη που απευθύνεται και σε αγγλόφωνο αναγνωστικό κοινό, με φροντίδα και επιμέλεια και στις δυο προσφερόμενες σε εμάς γλωσσικές εκδοχές της. Το όγδοο βιβλίο που εξετάζουμε ανήκει στη γνωστή ποιήτρια, δοκιμιογράφο και πολιτικό Ρούλα Κακλαμανάκη, η οποία ασχολείται συχνά και συστηματικά με το έργο του ποιητή. Και κατά καιρούς μας έχει προσφέρει αξιόλογες εργασίες, που φωτίζουν θεματικές του ενότητες. Το 1999 από τις εκδόσεις Πατάκη μας δίνει το Γιάννης Ρίτσος η ζωή και το έργο του. Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα μέρη, που σπονδυλώνουν την συνολική εικόνα του ποιητικού του κάδρου. Η Πειραιώτισσα μελετήτρια συνδέει τις διάφορες φάσεις του βίου του με εκείνες του έργου του. Και στέκεται σε σημαντικούς σταθμούς της ιδιαίτερης πορείας του. Το ιδεολογικό υπόβαθρο του ποιητικού του λόγου δίνεται μέσα από την καθαρή γυναικεία γραφή και το χαμηλό ύφος της γυναικείας φωνής της. Παρατηρεί τον κοινωνικό ψυχισμό του και τις αλλαγές του στην προσπάθειά του να μετατρέψει το ατομικό Είναι σε συλλογικό. Με τον τρόπο αυτό εκφράζει και την δική της συγγραφική συναντίληψη του κόσμου και της εποχής μας. Η επικαιρική πολιτική χροιά της γραφής της προς το τέλος της μελέτης ίσως υπερτερεί της γενικότερης ερευνητικής της κατάθεσης.

Τέλος, κυκλικά και συσσωρευτικά λειτουργώντας, επαναμνημονεύω το αφετηριακό βιβλίο αυτής της μελέτης που στάθηκε η εργασία της Αγγελικής Κώττη, Γιάννης Ρίτσος - ένα σχεδίασμα βιογραφίας, Ελληνικά Γράμματα 2009. Ένα πραγματικά εξαίρετο και σοφά οργανωμένο, άρτιο και κατατοπιστικότατο σχεδίασμα βιογραφίας, χωρισμένο σε έντεκα κεφάλαια, σταθμούς της προσωπικής πορείας του ποιητή, τα οποία φέρουν τον τίτλο τους από στίχους γνωστών ποιητικών του συνθέσεων. Η Κώττη επιστρατεύει όλες τις δυνάμεις της, με μεράκι και σεμνό πάθος, για να αναδείξει την ίδια την φωνή και παρουσία του ποιητή και όχι να την παρουσιάσει μέσα από την δική της. Στέκεται με σεμνότητα απέναντι στα γεγονότα που τον σημάδεψαν. Κρατά διακριτική στάση σε στιγμές που έπρεπε να πάρει ο ποιητής κρίσιμες αποφάσεις. Η ιδεολογική της συγγένεια δεν υπερκαλύπτει τον μεθοδολογικό της συγγραφικό οραματισμό. Η ταυτότητα του Ρίτσου ξεχωρίζει σε όλες τις κρίσιμες φάσεις της ζωής του, και η συγγένεια με το έργο του μας αποκαλύπτεται αβίαστα. Το άφθονο υλικό που εξετάζει η συγγραφέας πλημμυρίζει τους ζωικούς χυμούς του δικού της λόγου.

Η Κώττη, και πολύ σωστά, ούτε αγιοποιεί ούτε απομυθοποιεί τον Γιάννη Ρίτσο και το έργο του. Συνβηματίζει μαζί του με σεμνότητα και διακριτική παρατηρητικότητα. Ο φωτισμός της ζωής του δεν είναι μια προβολή των ατομικών της επιθυμιών για τη ζωή και το έργο του, αλλά η αλήθεια της ιστορικής πορείας ενός πραγματικά ηρωικού ανθρώπου. Οργανώνοντας το κυρίαρχο ερμηνευτικό μοντέλο με το οποίο η Κώττη σκιαγραφεί το βίο του Ρίτσου, συνειδητοποιούμε τον ορθό τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να προβάλουμε τις ιδιαίτερες στιγμές ενός δημιουργού. Μας φανερώνει μια αλήθεια τόσο σημαντική όσο η ίδια η ανάγνωση του έργου, που είναι η προσαρμογή του δικού μας βλέμματος στην θέληση του ίδιου του ποιητή και όχι η εκβιαστική του αναθεώρηση. Μια προϋπόθεση και αναγκαία και ικανή. Κάτι που με τη μελέτη της μας το διδάσκει η Αγγελική Κώττη.

*Ο Γιώργος Μπαλούρδος είναι συγγραφέας