Showing posts with label Αργυρίου Αλέξανδρος. Show all posts
Showing posts with label Αργυρίου Αλέξανδρος. Show all posts

Sunday, May 31, 2009

Από τα στατικά στα αστάθμητα [Αποχαιρετισμός στον Αλ Αργυρίου]

  • Η ΑΥΓΗ: 31/05/2009
  • Του ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ

Σε τέτοιες στιγμές, όπως ετούτη η δύσκολη που μας κάλεσε για να αποχαιρετήσουμε δια παντός τον Αλέκο, όλοι μας, ασυναίσθητα ή συνειδητά, συγκεντρώνουμε στη σκέψη μας εικόνες, περιστατικά και λόγια που ζήσαμε μαζί του. Είναι εκπληκτικό ίσως, αλλά καμιά από αυτές τις εικόνες, κανένα από αυτά τα περιστατικά και τα ακούσματα της φωνής του, δεν μου τον ανακαλούν ως κάποιον που ήθελε να επιβάλλει αυτό που αναμφίβολα ήταν: ο πιο σημαντικός γραμματολόγος στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα!

Πόζα και έπαρση ήταν δυο χαρακτηριστικά που απουσίαζαν από το χάρτη των ιδιοτήτων του. Αντίθετα, ξεχείλιζε από την παρουσία του, όπου και να βρισκόταν, σε φιλικές συντροφιές και στις δημόσιες εμφανίσεις του, η ευγένεια και η μειλίχια διάθεση ενός ανθρώπου που αν τον ρωτούσες προτιμούσε να μένει αφανής.

Αν ήταν δυνατό να μη δείχνεται, να συμμετέχει στα όσα λέγονται, αλλά συγκρατημένα, πολλές φορές αμήχανα, λες και αμφέβαλε για τα ίδια τα λόγια του, δείχνοντας τον γνωστό αβέβαιο τρόπο του να εκφράζεται, που από μόνος του έδειχνε μια φυσική περιστολή, με τις παροιμιώδεις επαναλήψεις και τις φράσεις του που συχνά έμεναν ανολοκλήρωτες. Δεν ήταν καλός ομιλητής, από αυτούς που συναρπάζουν, το αναγνώριζε, γι' αυτό και δύσκολα έπαιρνε μέρος σε συζητήσεις όταν δεν του ήταν οικείο το περιβάλλον ή το θέμα.

Από αυτά και μόνο μπορεί να καταλάβει κάποιος ότι η ενασχόληση του Αλέκου με τη λογοτεχνία ήταν μια βιωματική καθαρά υπόθεση. Δηλαδή, εκτός από τη διανοητική είχε μια έντονη ψυχοσωματική σχέση, ιδίως όταν πραγματευόταν θέματα που τον απασχολούσαν δια βίου: η περιπέτεια της ελληνικής ποίησης από την παράδοση προς τον μοντερνισμό, η σχέση της πολιτικής ηθικής με την ηθική της λογοτεχνίας - να μην ξεχάσω την προσήλωσή του στη σημασία των αναλογιών, των συγκρίσεων και των μετρήσεων, εκεί όπου φαινόταν πιο καθαρά, όπως νομίζω, η διασταύρωση του στατικού μηχανικού με τον κριτικό και τον γραμματολόγο, τον παθιασμένο με τη μέθοδο και τον κανόνα.

Εξ ου και ο προσανατολισμός του εδώ και δεκαετίες προς την Ιστορία της λογοτεχνίας, το πέρασμά του με άλλα λόγια από τα ειδικά στα γενικά μεγέθη. Θυμάμαι πολύ συχνά τις μικρές διαφωνίες μας, το τι σημασία θεμελιώδη έδινε λόγου χάριν στην εμφάνιση του ελεύθερου στίχου, παρακάμπτοντας προς χάριν του κανόνα το πασίδηλο γεγονός ότι έτσι ρίχτηκε στην αφάνεια ένα σημαντικό μέρος της παλαιότερης ποίησής μας, καθώς στα χέρια πολλών ανευαίσθητων νεώτερων μελετητών η ανατροπή της προσωδίας μετατράπηκε σε ηθικό κριτήριο, αποδοχής και συλλήβδην απόρριψης σπουδαίων ποιητών του παρελθόντος.

Δεν είναι ψέμα πως πολλοί από εμάς, τους νεώτερους του Αλέκου, δεν είχαμε τη δική του ευαισθησία και το δικό του ένστικτο. Τη δική του πολυετή προσωπική τριβή με τα καλά και τα κακά της ποίησης, της πεζογραφίας και της κριτικής του 20ού αιώνα. Και τούτο γιατί η λογοτεχνία, ο κύκλος της, το περιβάλλον της, οι δημιουργοί της, τα έργα της, δεν αποτελούσε για εκείνον έναν κόσμο που μπορούσε να τον κλείσει στα συρτάρια του και να τον βγάλει πάλι έξω, ως αντικείμενο της δουλειάς του και μόνο! Ο Αλέκος ζούσε και ανέπνεε ως μέρος κι αυτός ενός γίγνεσθαι της λογοτεχνίας, των έργων και των ιδεών της.

Όσοι συγκεντρωθήκαμε αυτό το μεσημέρι εδώ, μπροστά στη σορό του, γνωρίζουμε, άλλωστε, ότι ήταν σχεδόν αδιάφορες για εκείνον οι συζητήσεις που είχαν άλλο θέμα εκτός του κύκλου των γραμμάτων. Μπορούσε να μένει σιωπηλός όσο κρατούσαν, προσπαθώντας που και που απεγνωσμένα να “μας επαναφέρει στην τάξη”, ότι, τέλος πάντων, άλλα πράγματα είχαν ουσιαστική σημασία και σ' αυτά έπρεπε να στραφούμε! Και γιατί να μην πω ότι κυριολεκτικά πρόσφερε τη ζωή του στα γράμματα;

Ότι “θυσίασε”, με την εφηβική γενναιότητα και την αυταπάρνηση που τον συντρόφεψαν ως το τέλος, τις περισσότερες από τις μικρές και τις μεγάλες χαρές του βίου. Ήταν ένας ταγμένος. Ένας μονήρης άνθρωπος, δοσμένος στο πάθος του. Αλλά ένα πάθος δωριζόμενο, θα έλεγα, παρά απόκρυφο. Ζούσε εντελώς ασκητικά και η μόνη αδηφαγία του τα τελευταία χρόνια εκδηλωνόταν στην ελπίδα να του δοθεί χρόνος, περισσότερος χρόνος. Κι άλλος χρόνος, για να ολοκληρώσει ακόμα κάτι, σε μια σειρά έργων που δεν είχε τέλος.

Μας συνέδεε από τα πρώτα χρόνια του '70 μια σχέση, ας πούμε πατρική-υϊκή, η οποία πέρασε αναγκαία και από τις φάσεις του απογαλακτισμού και της “πατροκτονίας”. Ήταν όμως πάντοτε με τους νεώτερους. Διατεθειμένος συνέχεια να μοιραστεί μαζί τους ακόμα και όσα συνάθροιζε από τις κοπιώδεις έρευνές του. Τον θυμάμαι σε πάμπολλες συζητήσεις να παίρνει το μέρος τους, πιστεύοντας ότι χρειάζεται να στήνουμε προσεκτικό αυτί στη σημασία των ρήξεων και των αλλαγών που εγκυμονούνται με τη ρητορική των επερχομένων.

Αλλά οι ρήξεις και οι αλλαγές, οι συνέχεις και οι ασυνέχειες, δεν ήταν για τον Αλέκο μονοδιάστατες. Δεν αφορούσαν μόνο τη λογοτεχνία, τη διαβασμένη σαν σε γυάλινο κώδωνα. Κοινωνική δράση και ατομική δημιουργία. Το πνεύμα αυτής της σύζευξης φαίνεται αμέσως στην οκτάτομη Ιστορία του, τουλάχιστον περισσότερο απ' όσο στις άλλες σύγχρονες γραμματολογίες που διασώζονται ως σήμερα. Και την ίδια στιγμή αυτή η ίδια Ιστορία του είναι το πιο ανοιχτό ιστοριογραφικό εγχείρημα, καθώς με την πολυμέρειά της κάνει τον αναγνώστη της συμμέτοχο και, ιδίως, ξορκίζει τον κριτικό δογματισμό, την “ορθότητα” που διέπει το μεγαλύτερο μέρος των σημερινών λογοτεχνικών σπουδών.

Εκείνος είχε πει σε μια ωραία συζήτησή του με τον Μισέλ Φάις, στη “Βιβλιοθήκη” της Ελευθεροτυπίας: “Προτίμησα [...] να μείνω στην εποχή μου [...] ώστε η Ιστορία μου να εκφράζει την τραυματική σχέση μου μαζί της”. Δηλαδή, το πολιτικό και το αισθητικό συμπλέκονται διαρκώς και, μάλιστα, αρχής γενομένης από τον υπότιτλο του κάθε τόμου, όπου δίνεται με ακρίβεια και χρονολογείται με σαφήνεια το στίγμα των καιρών.

Εκπροσωπώντας εδώ την Εταιρεία Συγγραφέων, της οποίας ο Αλέκος δεν ήταν μόνο ιδρυτικό μέλος, αλλά στην κυριολεξία συστασιώτης, καθώς στρατεύθηκε αμέσως, αρχές του '80, στην ιδέα της γέννησής της, θέλω με πόνο ψυχής να αποχαιρετίσω τον επί χρόνια δάσκαλο, τον σταθερό συνομιλητή μου στην κριτική, τον πολιτικά ομόδοξο, προπάντων όμως τον αδιάπτωτα φίλο.

Όλοι στην Εταιρεία του ευχόμαστε καλό ταξίδι.

* Από το κείμενο αυτό, ένα μέρος του διαβάστηκε ως επικήδειος χαιρετισμός στον Αλέξανδρο Αργυρίου.

Αλέξανδρος Αργυρίου (1921-2009)

Ο Αλέξανδρος Αργυρίου [Αλέξανδρος Κουμπής] γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1921. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο ΕΜΠ. Άρχισε να δημοσιεύει κριτικές το 1947 στα Ελεύθερα Γράμματα και στη συνέχεια στα περιοδικά Ποιητική Τέχνη, Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, Εποχές. Επίσης, στις εφημερίδες Δημοκρατική, Δημοκρατικός, Ημέρα, Το Βήμα, Τα Νέα, Η Καθημερινή. Μέλος της συντακτικής επιτροπής στις εκδόσεις Δεκαοχτώ κείμενα και Νέα Κείμενα, και των περιοδικών Συνέχεια και Κ.

Έχουν εκδοθεί, μεταξύ άλλων, τα βιβλία του: Διάγραμμα εισαγωγής στην ποίηση του Σεφέρη, Προτάσεις για την «Κίχλη»: Μια πρώτη προσέγγιση, Διαδοχικές αναγνώσεις Ελλήνων υπερρεαλιστών, Μανόλης Αναγνωστάκης: Νοούμενα και υπονοούμενα της ποίησής του, Τάκης Παπατσώνης, ενώ συμμετείχε με κείμενά του σε αρκετούς συλλογικούς τόμους.

Επιμελήθηκε τις ανθολογίες Νεωτερικοί ποιητές του Μεσοπολέμου και Ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, στη σειρά των εκδόσεων Σοκόλη, όπου, μαζί με τον Κώστα Στεργιόπουλο, έθεσαν το πλαίσιο για τον ισχύοντα ποιητικό κανόνα του νεοελληνικού 20ού αιώνα, και εισήγαγαν την κατάτμησή του σε ποιητικές γενιές ανά δεκαετία. Τέλος, η οκτάτομη Ιστορία του της νεοελληνικής λογοτεχνίας, με χρονικό άνυσμα από το 1918 έως το 1974, κατ' ουσίαν συνιστά την αποδελτίωση του αρχείου του, γιατί, εκτός από κριτικός, ο Αλέξανδρος Αργυρίου υπήρξε, πάνω απ' όλα, μανιώδης συλλέκτης περιοδικών και βιβλίων και ο συστηματικότερος γραμματολόγος αυτής της περιόδου.

Τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο λογοτεχνίας και ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτωρ του ΑΠΘ.

  • Κ.Β., Η ΑΥΓΗ: 31/05/2009

Tuesday, May 26, 2009

Αλέξανδρος Αργυρίου

  • Του Παντελη Mπουκαλα, Η Καθημερινή, 26/5/2009
  • Αν υπάρχει φυσική ευγένεια, και δεν είναι απόκτημα πολιτισμικό, ο Αλέξανδρος Αργυρίου θα πρέπει να ’ταν από τους γνησιότερους εκφραστές της. Και η ψυχική του απλοχεριά, φυσική ήταν κι αυτή. Εδειχνε κι έδινε, τρόπους, μεθόδους, υπομονή, όχι επειδή είχε την όρεξη να ταυτιστεί με ρόλο δασκάλου παρά επειδή όσα μάθαινε, όσα ανακάλυπτε στις φιλολογικές και ιστοριογραφικές του αναζητήσεις, δεν τα θεωρούσε ιδιωτική περιουσία, αλλά ευκαιρία δωρεάς. Με τους ηλικιακά λίγο ή και πολύ μικρότερούς του, ακόμα κι αν τον έκριναν «Αλεξανδρινό σχολαστικό», λόγω και της καταγωγής του από την Αλεξάνδρεια, δεν βάρυνε ποτέ, όσο μπορώ να ξέρω. Δεν βαρυνόταν επίσης να καταπιάνεται με πράγματα της φιλολογίας που οι εδρούχοι τα μετρούσαν ταπεινά και τα παρέκαμπταν. Για να συγγράψει την οκτάτομη Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας των ετών 1918-1974 και για να μην του ξεφύγει ούτε το παραμικρό τεκμήριο, αποδελτίωνε με τη σπάνια επιμονή λογίου άλλων εποχών – πώς συναντάς σε γραπτά του 19ου αιώνα συσχετισμούς, φιλολογικούς και γλωσσικούς, που υπέθετες ότι μόνο ένας παντεπόπτης ηλεκτρονικός υπολογιστής θα κατάφερνε να τους εντοπίσει;
  • Ο Αλέξανδρος Αργυρίου, που πέθανε προχθές, ετών 88, εργαζόμενος μέχρι τέλους, διάβασε φανατικά κι έγραψε στοχαστικά για τον Σεφέρη και τον Αναγνωστάκη, τον Ρίτσο και τον Λειβαδίτη, τον Καρυωτάκη, τον Ελύτη, τους υπερρεαλιστές. Περιοδολόγησε, γενεαλόγησε, ανέδειξε, φώτισε, παρέδωσε σκυτάλη καλή. Τον καιρό της δικτατορίας συμμετείχε στη συντακτική επιτροπή των «Δεκαοκτώ Κειμένων», των «Νέων Κειμένων» και του περιοδικού «Η συνέχεια», που ύψωσαν σαν ανάχωμα και παραμυθία τον λόγο απέναντι στον τυραννικό παραλογισμό των χουντικών.
  • Τον είπαν και «ερασιτέχνη» τον Αλέξανδρο Αργυρίου. Οι σπουδές του βλέπετε δεν ήταν της φιλολογίας. Τη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του Πολυτεχνείου τελείωσε, και ώσπου να αφιερωθεί στη μελέτη των γραμμάτων και να καταρτίσει έργο που θα το ζήλευαν και οι «επαγγελματίες», εκπόνησε μελέτες για το «οπλισμένο και προεντεταμένο σκυρόδεμα». Ποιος ξέρει, ίσως αναγνώριζε και τον ερασιτέχνη εαυτό του στα λόγια του Παλαμά, γι’ αυτό και τα παρέθετε στο «Βήμα», Νοέμβρη του 1972: «Καμιά φορά στοχάζομαι πως αν ξέρω τίποτα, το ’μαθα ελεύθερα, χωρίς σύστημα, από μόνος μου. Είμαι, καθώς λένε, αυτοδίδακτος. Κι έτσι μπορώ να ’χω τα χαρίσματα, μα και τις αμαρτίες των αυτοδίδακτων».
  • Ο θάνατος του Αλέξανδρου Αργυρίου δεν υπήρξε ειδησεογραφικό γεγονός, όπως δεν υπήρξε κι ο θάνατος πολλών από τους ποιητές που αγάπησε και υπηρέτησε. Κι αν άκουγε τώρα όσα εγκωμιαστικά τού λένε, ακόμα και άνθρωποι που μπορεί να μην είχαν καν ακουστά τ’ όνομά του, με άλλα απασχολημένοι, με τα «σπουδαία», ίσως να ’σκαγε ένα χαμόγελο. Αλλά όχι της ειρωνείας το χαμόγελο. Και πάλι, της ευγένειας θα ήταν.

Monday, May 25, 2009

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΡΓΥΡΙΟΥ: Η ελληνική λογοτεχνία έχασε τον ιστορικό της

Παρότι υπάρχουν αναστήματα που  αναδείχθηκαν στα χρόνια 1964-74 και παρότι  είναι υπερβολικό να υποκλινόμαστε «μόνο  στην παρέα του Σεφέρη», εξηγούσε  πρόσφατα ο Αλέξανδρος Αργυρίου, «η  χρυσή δεκαετία της ελληνικής λογοτεχνίας  δεν είναι άλλη από τη δεκαετία του ΄30.  Διότι από εκεί κατάγονται όλοι». Αυτές τις  ημέρες κυκλοφόρησε (Γαβριηλίδης) το  τελευταίο βιβλίο του, συλλογή κειμένων του  για τον Τάκη Παπατσώνη
  • Κορυφαίος μελετητής της ελληνικής λογοτεχνίας, ο ακαταπόνητος Αλέξανδρος Αργυρίου πέθανε στα 88 του χρόνια αφήνοντας πίσω του μοναδικό έργο

Η λογοτεχνία ήταν γι΄ αυτόν ιστορικό γεγονός. Πάνω της, έλεγε, εκφράζονται οι μεγάλες ρήξεις με την κρατούσα νοοτροπία, αλλά και ο αγώνας να διαμορφωθούν συνειδήσεις... Αυτήν του την άποψη, ο Αλέξανδρος Αργυρίου την αποτύπωσε ολοκληρωμένη στην οκτάτομη «Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας» (Καστανιώτης), έργο-σταθμό που ολοκλήρωσε πρόπερσι στα 86 του και είναι το «απόλυτο» εργαλείο για τη λογοτεχνία μας από την εμφάνιση του φαινομένου του δημοτικισμού μέχρι τις μέρες μας. Και πάλι όμως δεν έλεγε να ξεκουραστεί. Ετοίμαζε έναν κριτικό απολογισμό της νεοελληνικής λογοτεχνίας και παράλληλα τα Απομνημονεύματά του όταν μια πνευμονία τον έστειλε στο νοσοκομείο, όπου πέθανε το απόγευμα της Παρασκευής.

Αλεξανδρινός που εγκαταστάθηκε παιδάκι στην Ελλάδα, ο Αλέκος Κουμπής- όπως ήταν το πραγματικό όνομά του- σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Πολυτεχνείο της Αθήνας. Ειδικεύτηκε σε μελέτες για αντισεισμικές κατασκευές και πρωτοεμφανίστηκε ως λογοτεχνικός κριτικός στα 26 του (1947), περίπου όταν άρχιζε και την καριέρα του ως μηχανικός - καριέρα που διακόπηκε στον Εμφύλιο όταν οι αριστερές ιδέες του τον έστειλαν στη Μακρόνησο, για να συνεχιστεί μετά, έως το 1992. Δεν ήταν κομματικά ενταγμένος, αλλά οι πολιτικές επιλογές του ταυτίζονταν με τις ιδέες της δημοκρατικής ανανεωτικής Αριστεράς. Επί δικτατορίας έπαιξε κομβικό ρόλο στη συντακτική επιτροπή των αντιστασιακών τόμων «Δεκαοχτώ Κείμενα» (1970) και «Νέα Κείμενα», 1 και 2 (1971), ενώ- το κυριότερο- η πολιτική του τοποθέτηση δεν επηρέασε ποτέ την κριτική του οξυδέρκεια.

Ως κριτικός, εστίασε καινοτομώντας σε ζητήματα ποιητικής ή αφηγηματικής μορφολογίας, με έμφαση στην ποίηση του 20ού αιώνα και ειδικότερα στον υπερρεαλισμό. Είναι επίσης ο εισηγητής του όρου «νεωτερικότητα», που επιβλήθηκε για το ρεύμα του ελληνικού μοντερνισμού από το 1920 έως το 1960. Συνεργάστηκε με σπουδαία περιοδικά (όπως το «Ελεύθερα Γράμματα» και, ιδίως, το «Αντί») και εφημερίδες (τελευταία στα «ΝΕΑ»), ενώ δημοσίευε επιφυλλίδες στο «Βήμα» (1971-1973, 1979-1985). Από τα μέσα του ΄70, εγκατέλειψε σταδιακά το πεδίο της βιβλιοκριτικής και πέρασε σε εκείνο της ιστοριογραφικής και συγκριτικής μελέτης συγκεντρώνοντας ένα μοναδικό σε πλούτο αρχείο- το οποίο επεξεργάστηκε ηλεκτρονικά- και προχωρώντας στη σύνταξη «Ιστορίας» με όλους τους συγγραφείς και τα έργα που έχουν συζητηθεί κατά τον 20ό αιώνα.

Πράγματι, το ιδιαίτερο στίγμα αυτού του οκτάτομου έργου που αγκαλιάζει μια ευρύτερη περίοδο, από το 1830 μέχρι το 2006, είναι ότι συσχετίζει τα λογοτεχνικά γεγονότα και τις αισθητικές τάσεις με τα εθνικά και πολιτικά γεγονότα και με τα ιδεολογήματα της κάθε εποχής. Αντίθετα από ό,τι συμβαίνει με τις άλλες σημαντικές Ιστορίες της Λογοτεχνίας (λ.χ. του Μάριο Βίττι), η δική του δίνει λιγότερη έμφαση στην αφηγηματικότητα και περισσότερη στη βιβλιογραφική πληρότητα. Η πρωτοτυπία της έγκειται στο ότι καθρεφτίζει την εικόνα της ελληνικής λογοτεχνίας στα μάτια των συγχρόνων της μέσα από πλήθος παραθέματα, χωρίς άμεσες αξιολογήσεις. Είναι, με αυτήν την έννοια, πιο αντικειμενική χωρίς ωστόσο να είναι ουδέτερη .
  • Άργησε η αναγνώριση
Η προσφορά του Αργυρίου άργησε να αναγνωριστεί από το επίσημο κράτος. Το 1984 τού απονεμήθηκε το Α΄ Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου για τις «Διαδοχικές αναγνώσεις Ελλήνων υπερρεαλιστών» και το 1998 έλαβε το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο για το σύνολο του έργου του. Φέτος όμως η Ολομέλεια της Ακαδημίας Αθηνών δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τις αγκυλώσεις της και να του απονείμει το Αριστείο Γραμμάτων... Εκείνος πάντως ποτέ δεν κυνήγησε τιμές και δόξα... Γιατί είχε κατακτήσει την εκτίμηση και αναγνώριση όλου του φάσματος των δόκιμων λογοτεχνών και πανεπιστημιακών.
  • Μικέλα Χαρτουλάρη. TA NEA: Δευτέρα 25 Μαΐου 2009



"Εφυγε" ο κριτικός και ιστορικός της Ελληνικής Λογοτεχνίας Αλέξανδρος Αργυρίου

  • Ιστοριογράφησε τη λογοτεχνία μας
http://www.perizitito.gr/images/A/2408.jpg
  • Πλήρης ημερών, έχοντας ολοκληρώσει το οκτάτομο έργο του «Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας και η πρόσληψή της», που αφορά στη λογοτεχνία μας από το 1880 και για εκατό χρόνια, έφυγε (22/5), ο κριτικός και ιστορικός της Ελληνικής Λογοτεχνίας, Αλέξανδρος Αργυρίου. Η κηδεία του γίνεται σήμερα (3μμ) από το Α' Νεκροταφείο.
  • Ο Αλέξανδρος Αργυρίου, κατά κόσμον Αλέξανδρος Κουμπής, γεννήθηκε το 1921 στην Αλεξάνδρεια. Το 1930 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ. Στην Κατοχή εντάχθηκε στη Σπουδάζουσα της ΕΠΟΝ, στο ΕΜΠ. Ως πολιτικός μηχανικός εργάστηκε κάνοντας μελέτες για το οπλισμένο σκυρόδεμα. Στο χώρο της λογοτεχνικής κριτικής εμφανίστηκε το 1947. Το μελετητικό ενδιαφέρον του στράφηκε πρωτίστως στη σχέση των κρινόμενων και ιστορούμενων λογοτεχνικών έργων με τα εθνικά, κοινωνικά, ιδεολογικοπολιτικά και πολιτιστικά γεγονότα της εποχής τους.
  • Πολυγραφότατος κριτικός, δοκιμιογράφος, ιστοριογράφος της λογοτεχνίας μας ο Αλέξανδρος Αργυρίου, άφησε πλούσιο, πολύτιμο για τους επόμενους μελετητές συγγραφικό έργο. Μεταξύ των βιβλίων του για σπουδαίους ποιητές μας είναι και το «Διαδοχικές αναγνώσεις Ελλήνων υπερεαλιστών» (Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου, 1984). Ο Α. Αργυρίου δίδαξε ως επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Το 1999 αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας του ΑΠΘ και το 1998 έλαβε το μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας.

Saturday, March 8, 2008

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΡΓΥΡΙΟΥ: Πρύτανης της κριτικής

Την ερχόμενη Τρίτη, 11 Μαρτίου, στις 6 το απόγευμα, στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς (Πειραιώς 138) φιλοξενείται μια μεγάλη τιμητική εκδήλωση για τον Αλέξανδρο Αργυρίου, το έργο του, τη διαδρομή του, την επίδρασή του στη νεοελληνική λογοτεχνία και κριτική. Ο Π. Μουλλάς θα μιλήσει για τη «Λογοτεχνική ιστορία ως ποσότητα και ποιότητα», ο Δημήτρης Ραυτόπουλος για «Τον ιστορικό νεωτερισμό του Αλ. Αργυρίου», ο Ευριπίδης Γαραντούδης για «Ενα “διεξοδικό χρονικό” της λογοτεχνίας μας», η Ελισάβετ Κοτζιά θα αναρωτηθεί αν είναι «Κριτικός ή Γραμματολόγος», ο Αλέξης Πολίτης θα μιλήσει με θέμα «Κάτω απ’ τη στάθμη του νερού» και ο εκδότης του «Αντί», Χρήστος Παπουτσάκης, για τον «Εκτός φιλολογίας Αργυρίου».