Showing posts with label Κάλβος Ανδρέας. Show all posts
Showing posts with label Κάλβος Ανδρέας. Show all posts

Saturday, November 13, 2010

«Εποχές και συγγραφείς»: Ανδρέας Κάλβος

[Ας πούμε ότι αυτός μπορεί να ήταν ο Κάλβος...]

Αφιερωμένη στον Ανδρέα Κάλβο είναι η εκπομπή «Εποχές και συγγραφείς». Ο Ανδρέας Κάλβος γεννήθηκε το Μάρτιο του 1792 στη Ζάκυνθο, όταν τα Επτάνησα ήταν ακόμη υπό την κυριαρχία των Ενετών. Το 1811 ο Κάλβος γράφει στα ιταλικά ύμνο για τον Ναπολέοντα, τον οποίο θα αποκηρύξει το 1814. Το φθινόπωρο του 1812, ο Κάλβος βρίσκεται στη Φλωρεντία και εκεί γνωρίζεται με το συμπατριώτη του, Ούγο Φώσκολο, έναν από τους σημαντικότερους ιταλόφωνους ποιητές. Κοντά του ο Κάλβος βελτίωσε την παιδεία του. Με τον Φώσκολο θα βρεθεί διαδοχικά στη Ζυρίχη και στο Λονδίνο, όπου θα έρθει σε επαφή με τους Iταλούς επαναστάτες καρμπονάρους, για να επιστρέψει μόνος στη Φλωρεντία. Εδώ, αναπτύσσει επαναστατική δράση και αναγκάζεται από τις αρχές να φύγει. Επόμενος προορισμός του η Γενεύη. Θα μεταδοθεί το πρώτο μέρος του αφιερώματος. Σενάριο - σκηνοθεσία: Τάσος Ψαρράς (Τετάρτη, 17/11, ΕΤ-1, 22.00).

Tuesday, March 23, 2010

Δύο ξένοι σε ξένο αχυρώνα

  • Tου Δημητρη Δημηρουλη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23/03/2010

ΑΠΑΝΤΗΣΗ. Με την έκδοση των Ωδών του Κάλβου που επιμελήθηκα (Μεταίχμιο, 2009) είχα κατά νου πρωτίστως το ευρύ κοινό. Θεώρησα ωστόσο αναγκαίο να συνοδεύσω τις Ωδές με εκτενή εισαγωγή όπου προσπαθώ να συγκεράσω το βιογραφικό μέρος με τη συστηματική μελέτη της γλώσσας, του ύφους, της μετρικής και της ποιητικής του Κάλβου. Εκρινα σκόπιμο κάτι τέτοιο, γιατί πιστεύω σε εκδόσεις οι οποίες συνδυάζουν τη φιλολογική επάρκεια με την ερμηνευτική ανάλυση. Είναι προφανές ότι κάτι τέτοιο απαιτεί πολύχρονη και πολύμοχθη ενασχόληση, η οποία, όταν ολοκληρωθεί, δεν επιζητεί κάποια εύκολη δικαίωση, δεν ανέχεται όμως το ιταμό ύφος και τη λοιδωρούσα απόρριψη, όπως συνέβη με τις περιπτώσεις δύο «καλβολόγων», του Μ. Πασχάλη και του Ν. Βαγενά.

Το μάτι τους, πάντα στραμμένο στα λάθη των άλλων (ποτέ στα δικά τους), χάνει το δάσος για να περιαυτολογήσει κατάφωρα μπροστά στο δασκαλίστικο δέντρο. Ομως, όποιος δουλεύει με τα κείμενα, ξέρει πολύ καλά πως, μόλις πάρει στα χέρια του το τυπωμένο βιβλίο, θα διαπιστώσει ότι τα λάθη είναι πολύ περισσότερα από όσα περίμενε. Το γνωρίζουν αυτό όλοι οι ευσυνείδητοι επιμελητές κειμένων και, γενικά, οι συγγραφείς. Για να το γνωρίσουν και οι δύο δημοσιογραφούντες φιλόλογοι τους παραπέμπω στον Γ. Π. Σαββίδη: «Τέλειες, οριστικές εκδόσεις δεν υπήρξαν, ούτε καν στην κλασική φιλολογία… παρά στη φαντασία των αδαών και των νωθρών». Θα συμπλήρωνα: αυτός που βγαίνει στη βροχή βρέχεται, δεν ψάχνει χαιρεκάκως μπας και βρει λάθη στα κείμενα των άλλων, τα οποία εξαρχής έχει αποφασίσει να μην «διαβάσει».

«Ματαιοσχολία»

Είναι γνωστό ότι, όταν οι γραμματοδιδάσκαλοι συζητούν για την τέχνη ή την επιστήμη, διαπρέπουν στη ματαιοσχολία. Απειρα τα παραδείγματα στη νεοελληνική λογοτεχνία και φιλολογία. Θεωρούν ότι αποκτούν κάποιο μέγεθος, αν κατεβάσουν τη συζήτηση στο ύψος τους, δηλαδή αν τη μετατοπίσουν από τα «ουσιαστικά» στα «επιμέρους». Δεν είναι επομένως περίεργο που ο Μ. Πασχάλης επανήλθε στην «Καθημερινή» (12/1/2010) για να κάνει τη φοβερή ανακοίνωση ότι ο Κάλβος δεν πήγε κυνηγημένος το 1816 στη Γενεύη, αλλά στη Ζυρίχη! Το πανελλήνιο συγκλονίστηκε από την αποκάλυψη και ακόμη προσπαθεί να συνέλθει. Το περίεργο όμως είναι που ο εν λόγω επιστήμων δημοσίευσε ολόκληρο το πόνημά του στο περιοδικό Νέα Εστία, απ’ όπου αποσπά αυτούσια κομμάτια και τα διοχετεύει στην εφημερίδα. Η μέθοδος είναι πρωτότυπη και άκρως «επιστημονική». Δεν μπορεί παρά να του ευχηθεί κανείς καλή συνέχεια. Εφ’ όλης της ύλης θα του απαντήσω (αν έως τότε δεν με καταβάλει η πλήξη) στον οικείο χώρο και όχι δημοσιογραφώντας ασύστολα.

Εντούτοις! Πώς θα μπορούσε να λείπει από το προσκήνιο ο Ν. Βαγενάς, αυτόκλητος πάντα προστάτης των γραμμάτων και των τεχνών, εμμανής τηρητής της πολιτικής ορθότητας στην ελληνική επικράτεια, μέγας επιφυλλιδογράφος ο οποίος εξαπολύει φύρδην-μίγδην τους μύδρους του με ασυγκράτητη έξαψη και με το ακαταμάχητο επιχείρημα ότι όλοι κάνουν λάθος και κανείς δεν τον καταλαβαίνει. Εμφανίστηκε και αυτός στην «Καθημερινή» (26/1/2010) για να γίνει λέει πιο «αναλυτικός». Φοβερές οι καταγγελίες του. Φανταστείτε: επειδή θεωρώ πως δεν έχει γραφεί μια βιογραφία ή ένα μυθιστόρημα για τον Κάλβο αντάξια του βίου και της εποχής του, συμπεραίνει ότι αγνοώ όσα υπάρχουν. Συντριπτική λογική. Φανταστείτε επίσης ότι όταν, ακολουθώντας παμπάλαια αφηγηματική συνήθεια, γράφω πως ο Κάλβος το 1816 αφήνει πίσω του τα ιταλικά για να αναμετρηθεί με τα αγγλικά, ο Βαγενάς συμπεραίνει ότι κάτι τέτοιο θέλει να πει πως ο Κάλβος εγκαταλείπει τα ιταλικά. Σε τέτοια κριτική οξύνοια ομολογώ ότι παραμερίζω.

Αλλά έπονται χειρότερα. Η αστυνομία που απελαύνει τον Κάλβο δεν είναι ιταλική, ισχυρίζεται, αφού Ιταλία δεν υπάρχει ακόμη και ο ποιητής είναι υπήκοος του Δουκάτου της Τοσκάνης. Αυτό είναι τρομερό. Εφόσον ακόμη δεν υπάρχει Ιταλία ως κράτος θα έπρεπε οι ιστορικοί να μην αποκαλούν το Δουκάτο ιταλικό κρατίδιο, οι τεχνοκρίτες να μην μιλούν, αν πάμε πιο πίσω, για ιταλική Αναγέννηση και ο ίδιος ο Βαγενάς να μην διακινεί τον ιταλό Κάλβο, ή τα ιταλικά έργα του Κάλβου ή τον Κάλβο στην Ιταλία. Οπως και αν έχει το πράγμα όμως η αλήθεια είναι ότι η αστυνομία παραμένει πάντα αστυνομία (παρεμπιπτόντως: οι αστυνομικοί της ήσαν Ιταλοί). Επίσης, το 1816 ο Κάλβος δεν εγκαταστάθηκε, λέει ο Βαγενάς, «αναγκαστικά» στη Ζυρίχη, αφού μπορούσε να πάει όπου ήθελε. Δηλαδή, αν γράψω ότι κάποιος, διωκόμενος από τη Χούντα «εγκαταστάθηκε αναγκαστικά στο Παρίσι», είναι σαν να λέω ότι του απαγορευόταν να εγκατασταθεί κάπου αλλού!

Αυτά τα ασυγχώρητα λάθη (του χαρίζω κάτι μπερδέματα με τους μήνες) επικαλείται ο Βαγενάς για να κρίνει την καινούργια έκδοση του Κάλβου. Λέει και κάτι ψιλά πομφολυγώδη στο «Βήμα» (25/10/2009) αλλά τα αφήνω για άλλη ώρα και, βέβαια, όχι πετροβολώντας στις εφημερίδες. Πρέπει να πω ωστόσο ότι χάρηκα που αναγνώρισε τον εαυτό του στους «μουλωχτούς και κρυφοδάγκωτους», αν μη τι άλλο δείχνει κάποια πρόοδο στον τομέα της αυτογνωσίας. Δυστυχώς, η τακτική να ενδύεται η προσωπική επίθεση τη λεοντή της επιστημονικής σοβαροφάνειας και η αναγωγή του «λάθους» σε απόλυτο «κριτικό» εργαλείο φανερώνουν όχι μόνο την παθογένεια της ελληνικής «πνευματικής» ζωής, αλλά αποδεικνύουν ότι η χρεοκοπία της χώρας δεν είναι μόνο οικονομική. Στη μιζέρια που σκορπάει η νοοτροπία του μικρού χωριού και το σαράκι της λοιμώδους εσωστρέφειας πρέπει να αναζητήσουμε την αιτία του κακού και όχι λεηλατώντας το κενό.

Επαγγελματική δικαίωση

Τελειώνοντας θα ήθελα να δηλώσω ότι το να σε αποκαλέσει «ανεπαρκή» ο Μ. Πασχάλης και «ερασιτέχνη» ο Ν. Βαγενάς είναι η μεγαλύτερη επαγγελματική δικαίωση. Στα θετικά θα έβαζα το γεγονός ότι και οι δύο εντρύφησαν τόσο πολύ στην «ξενότητα», ώστε είναι εύλογο να αναμένουμε στο μέλλον βελτίωση του λεξιλογίου τους. Εξακολουθώ να υποστηρίζω το guarda e passa. Τα ρήματα όμως που ενέχονται στο παρόν σχόλιο είναι άλλα, και τους καλώ να τα αναζητήσουν ως συμπληρωματικά. Εως τότε καλό θα ήταν να έχουν κατά νου ότι τα έργα των ποιητών δεν είναι ιδιόκτητες παράγκες, καθώς επίσης και ότι όσοι δουλεύουμε τόσο χρόνια με αυτά, και γι’ αυτά, δεν κολλάμε μπρίκια.

Δύο ξένοι σε ξένο αχυρώνα

  • Tου Δημητρη Δημηρουλη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23/03/2010

ΑΠΑΝΤΗΣΗ. Με την έκδοση των Ωδών του Κάλβου που επιμελήθηκα (Μεταίχμιο, 2009) είχα κατά νου πρωτίστως το ευρύ κοινό. Θεώρησα ωστόσο αναγκαίο να συνοδεύσω τις Ωδές με εκτενή εισαγωγή όπου προσπαθώ να συγκεράσω το βιογραφικό μέρος με τη συστηματική μελέτη της γλώσσας, του ύφους, της μετρικής και της ποιητικής του Κάλβου. Εκρινα σκόπιμο κάτι τέτοιο, γιατί πιστεύω σε εκδόσεις οι οποίες συνδυάζουν τη φιλολογική επάρκεια με την ερμηνευτική ανάλυση. Είναι προφανές ότι κάτι τέτοιο απαιτεί πολύχρονη και πολύμοχθη ενασχόληση, η οποία, όταν ολοκληρωθεί, δεν επιζητεί κάποια εύκολη δικαίωση, δεν ανέχεται όμως το ιταμό ύφος και τη λοιδωρούσα απόρριψη, όπως συνέβη με τις περιπτώσεις δύο «καλβολόγων», του Μ. Πασχάλη και του Ν. Βαγενά.

Το μάτι τους, πάντα στραμμένο στα λάθη των άλλων (ποτέ στα δικά τους), χάνει το δάσος για να περιαυτολογήσει κατάφωρα μπροστά στο δασκαλίστικο δέντρο. Ομως, όποιος δουλεύει με τα κείμενα, ξέρει πολύ καλά πως, μόλις πάρει στα χέρια του το τυπωμένο βιβλίο, θα διαπιστώσει ότι τα λάθη είναι πολύ περισσότερα από όσα περίμενε. Το γνωρίζουν αυτό όλοι οι ευσυνείδητοι επιμελητές κειμένων και, γενικά, οι συγγραφείς. Για να το γνωρίσουν και οι δύο δημοσιογραφούντες φιλόλογοι τους παραπέμπω στον Γ. Π. Σαββίδη: «Τέλειες, οριστικές εκδόσεις δεν υπήρξαν, ούτε καν στην κλασική φιλολογία… παρά στη φαντασία των αδαών και των νωθρών». Θα συμπλήρωνα: αυτός που βγαίνει στη βροχή βρέχεται, δεν ψάχνει χαιρεκάκως μπας και βρει λάθη στα κείμενα των άλλων, τα οποία εξαρχής έχει αποφασίσει να μην «διαβάσει».

«Ματαιοσχολία»

Είναι γνωστό ότι, όταν οι γραμματοδιδάσκαλοι συζητούν για την τέχνη ή την επιστήμη, διαπρέπουν στη ματαιοσχολία. Απειρα τα παραδείγματα στη νεοελληνική λογοτεχνία και φιλολογία. Θεωρούν ότι αποκτούν κάποιο μέγεθος, αν κατεβάσουν τη συζήτηση στο ύψος τους, δηλαδή αν τη μετατοπίσουν από τα «ουσιαστικά» στα «επιμέρους». Δεν είναι επομένως περίεργο που ο Μ. Πασχάλης επανήλθε στην «Καθημερινή» (12/1/2010) για να κάνει τη φοβερή ανακοίνωση ότι ο Κάλβος δεν πήγε κυνηγημένος το 1816 στη Γενεύη, αλλά στη Ζυρίχη! Το πανελλήνιο συγκλονίστηκε από την αποκάλυψη και ακόμη προσπαθεί να συνέλθει. Το περίεργο όμως είναι που ο εν λόγω επιστήμων δημοσίευσε ολόκληρο το πόνημά του στο περιοδικό Νέα Εστία, απ’ όπου αποσπά αυτούσια κομμάτια και τα διοχετεύει στην εφημερίδα. Η μέθοδος είναι πρωτότυπη και άκρως «επιστημονική». Δεν μπορεί παρά να του ευχηθεί κανείς καλή συνέχεια. Εφ’ όλης της ύλης θα του απαντήσω (αν έως τότε δεν με καταβάλει η πλήξη) στον οικείο χώρο και όχι δημοσιογραφώντας ασύστολα.

Εντούτοις! Πώς θα μπορούσε να λείπει από το προσκήνιο ο Ν. Βαγενάς, αυτόκλητος πάντα προστάτης των γραμμάτων και των τεχνών, εμμανής τηρητής της πολιτικής ορθότητας στην ελληνική επικράτεια, μέγας επιφυλλιδογράφος ο οποίος εξαπολύει φύρδην-μίγδην τους μύδρους του με ασυγκράτητη έξαψη και με το ακαταμάχητο επιχείρημα ότι όλοι κάνουν λάθος και κανείς δεν τον καταλαβαίνει. Εμφανίστηκε και αυτός στην «Καθημερινή» (26/1/2010) για να γίνει λέει πιο «αναλυτικός». Φοβερές οι καταγγελίες του. Φανταστείτε: επειδή θεωρώ πως δεν έχει γραφεί μια βιογραφία ή ένα μυθιστόρημα για τον Κάλβο αντάξια του βίου και της εποχής του, συμπεραίνει ότι αγνοώ όσα υπάρχουν. Συντριπτική λογική. Φανταστείτε επίσης ότι όταν, ακολουθώντας παμπάλαια αφηγηματική συνήθεια, γράφω πως ο Κάλβος το 1816 αφήνει πίσω του τα ιταλικά για να αναμετρηθεί με τα αγγλικά, ο Βαγενάς συμπεραίνει ότι κάτι τέτοιο θέλει να πει πως ο Κάλβος εγκαταλείπει τα ιταλικά. Σε τέτοια κριτική οξύνοια ομολογώ ότι παραμερίζω.

Αλλά έπονται χειρότερα. Η αστυνομία που απελαύνει τον Κάλβο δεν είναι ιταλική, ισχυρίζεται, αφού Ιταλία δεν υπάρχει ακόμη και ο ποιητής είναι υπήκοος του Δουκάτου της Τοσκάνης. Αυτό είναι τρομερό. Εφόσον ακόμη δεν υπάρχει Ιταλία ως κράτος θα έπρεπε οι ιστορικοί να μην αποκαλούν το Δουκάτο ιταλικό κρατίδιο, οι τεχνοκρίτες να μην μιλούν, αν πάμε πιο πίσω, για ιταλική Αναγέννηση και ο ίδιος ο Βαγενάς να μην διακινεί τον ιταλό Κάλβο, ή τα ιταλικά έργα του Κάλβου ή τον Κάλβο στην Ιταλία. Οπως και αν έχει το πράγμα όμως η αλήθεια είναι ότι η αστυνομία παραμένει πάντα αστυνομία (παρεμπιπτόντως: οι αστυνομικοί της ήσαν Ιταλοί). Επίσης, το 1816 ο Κάλβος δεν εγκαταστάθηκε, λέει ο Βαγενάς, «αναγκαστικά» στη Ζυρίχη, αφού μπορούσε να πάει όπου ήθελε. Δηλαδή, αν γράψω ότι κάποιος, διωκόμενος από τη Χούντα «εγκαταστάθηκε αναγκαστικά στο Παρίσι», είναι σαν να λέω ότι του απαγορευόταν να εγκατασταθεί κάπου αλλού!

Αυτά τα ασυγχώρητα λάθη (του χαρίζω κάτι μπερδέματα με τους μήνες) επικαλείται ο Βαγενάς για να κρίνει την καινούργια έκδοση του Κάλβου. Λέει και κάτι ψιλά πομφολυγώδη στο «Βήμα» (25/10/2009) αλλά τα αφήνω για άλλη ώρα και, βέβαια, όχι πετροβολώντας στις εφημερίδες. Πρέπει να πω ωστόσο ότι χάρηκα που αναγνώρισε τον εαυτό του στους «μουλωχτούς και κρυφοδάγκωτους», αν μη τι άλλο δείχνει κάποια πρόοδο στον τομέα της αυτογνωσίας. Δυστυχώς, η τακτική να ενδύεται η προσωπική επίθεση τη λεοντή της επιστημονικής σοβαροφάνειας και η αναγωγή του «λάθους» σε απόλυτο «κριτικό» εργαλείο φανερώνουν όχι μόνο την παθογένεια της ελληνικής «πνευματικής» ζωής, αλλά αποδεικνύουν ότι η χρεοκοπία της χώρας δεν είναι μόνο οικονομική. Στη μιζέρια που σκορπάει η νοοτροπία του μικρού χωριού και το σαράκι της λοιμώδους εσωστρέφειας πρέπει να αναζητήσουμε την αιτία του κακού και όχι λεηλατώντας το κενό.

Επαγγελματική δικαίωση

Τελειώνοντας θα ήθελα να δηλώσω ότι το να σε αποκαλέσει «ανεπαρκή» ο Μ. Πασχάλης και «ερασιτέχνη» ο Ν. Βαγενάς είναι η μεγαλύτερη επαγγελματική δικαίωση. Στα θετικά θα έβαζα το γεγονός ότι και οι δύο εντρύφησαν τόσο πολύ στην «ξενότητα», ώστε είναι εύλογο να αναμένουμε στο μέλλον βελτίωση του λεξιλογίου τους. Εξακολουθώ να υποστηρίζω το guarda e passa. Τα ρήματα όμως που ενέχονται στο παρόν σχόλιο είναι άλλα, και τους καλώ να τα αναζητήσουν ως συμπληρωματικά. Εως τότε καλό θα ήταν να έχουν κατά νου ότι τα έργα των ποιητών δεν είναι ιδιόκτητες παράγκες, καθώς επίσης και ότι όσοι δουλεύουμε τόσο χρόνια με αυτά, και γι’ αυτά, δεν κολλάμε μπρίκια.

Tuesday, January 12, 2010

Η ξενότητα του Κάλβου και η αποξένωση του εκδότη

  • Του Μιχαηλ Πασχαλη* Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Tρίτη, 12 Iανoυαρίου 2010

ΑΠΑΝΤΗΣΗ. Τα πραγματολογικά, ερμηνευτικά, εκδοτικά και γλωσσικά λάθη της έκδοσης των Ωδών του Κάλβου που επιμελήθηκε ο Δημήτρης Δημηρούλης είναι πολλά και σοβαρά. Επισήμανα ορισμένα στην «Καθημερινή» (24-11-09) και πολύ περισσότερα στη Νέα Εστία του Νοεμβρίου (τχ. 1827, 901-907). O Δ. Δ. αλλοιώνει ή επινοεί ακόμη και στοιχεία της βιογραφίας του Κάλβου: όχι μία αλλά τρεις φορές (σ. 20, 29) τον τοποθετεί το 1816 στη Γενεύη, αντί για τη Ζυρίχη. Το 1822-1823 στη Γενεύη ο Κάλβος προσπαθούσε να πάρει στα χέρια του για έκδοση ένα ομηρικό χειρόγραφο, αλλά κατά τον Δ. Δ. «σχεδίαζε μετάφραση της Ιλιάδας του Ομήρου» (σ. 29). Ο κατάλογος είναι μακρύς και ο χώρος περιορισμένος.

Οι απαντήσεις που έδωσε ο Δ. Δ. για τις οφθαλμοφανείς αστοχίες της έκδοσης («Καθημερινή» 8-12-09) αποκαλύπτουν ότι το πρόβλημα της φιλολογικής επάρκειας είναι σοβαρότερο από όσο πίστευα. Ειδικότερα, για το περιβόητο επίθετο «μάκαρος» ο Δ. Δ. απάντησε με ένα σενάριο σατανικών συμπτώσεων: ότι σκόπευε να γράψει «μάκαρ(-ος)», αλλά εξέπεσαν οι παρενθέσεις και το ενωτικό, και η ονομαστική ενοποιήθηκε με τη γενική· και γιατί εδώ πρόσθεσε τη γενική όταν συνήθως δίνει έναν ξερό τύπο επιθέτου;

Οι στίχοι «επί το ξύλον / μελίφρονον, υακίνθινον / βάλετε στέμμα» σημαίνουν φυσικά «στεφανώστε με υάκινθους την τερπνή μου λύρα». Ομως ο Δ. Δ. μας καλεί να μεταφράσουμε «στεφανώστε τη λύρα μου με κληματσίδες, τσαμπιά και υάκινθους»! Προφανώς δεν αναγνώρισε την επίταξη του επιθέτου «μελίφρονον», αλλά από πού ξεφύτρωσαν οι κληματσίδες και τα τσαμπιά; Η παραπομπή στον Γιάννη Δάλλα υποκαθιστά την κρίση του και δικαιολογεί το λάθος του;

Η τελευταία περίπτωση είναι τερατώδης: στους στίχους «γερόντων κόμαι εις τ’ αίμα / αθλίως βρεγμέναι» ο Δ. Δ. υποδεικνύει στον αναγνώστη να μεταφράσει «ξεδιάντροπα αιματοβαμμένες κόμες γερόντων»! Στην απάντησή του ισχυρίστηκε ότι η απόδοση του «αθλίως» ως «ξεδιάντροπα» παραπέμπει στους σφαγείς και όχι στα θύματα. Δεν όφειλε να γνωρίζει το στοιχειώδες, ότι η συντακτική λειτουργία του επιρρήματος καθιστά υποχρεωτική τη σύνδεση του «αθλίως» με τη μετοχή «βρεγμέναι» και τη συνακόλουθη σημασία «οικτρά»;

Ο υπομνηματισμός ενός κειμένου δεν είναι κάτι ουδέτερο, όπως υποστηρίζει ο Δ. Δ. Το τι επιλέγει ένας μελετητής να σχολιάσει και πώς το σχολιάζει αντανακλούν τη γνώση, τη μέθοδο, την ωριμότητα και την ευαισθησία του αναφορικά με το λογοτεχνικό έργο που εξετάζει. Στην εκτενή εισαγωγή ο Δ. Δ. γυρίζει γύρω από το κείμενο των Ωδών, χωρίς να καταπιάνεται με τη γλωσσική ύλη, με τη γένεση και τη συγκρότηση του κειμένου, με τις διακειμενικές σχέσεις με την ιταλική ποίηση. Η έλλειψη επαφής με το κείμενο είναι ένας από τους λόγους που δεν αντιλαμβάνεται τα ερμηνευτικά σφάλματα. Και για τον ίδιο λόγο αντιμετώπισε το ποιητικό ιδίωμα του Κάλβου με τα κριτήρια που χειρίζεται κανείς τα λήμματα ενός κοινού λεξικού της ελληνικής γλώσσας. Συγκρότησε ένα γενικό λεξιλόγιο και σχολίασε τυχαία λέξεις και φράσεις, χωρίς αίσθηση του ποιητικού λόγου και των συμφραζομένων. Εν ολίγοις, τα περί της «ξενότητας» του Κάλβου είναι κούφια λόγια, ενώ αντίθετα η «αποξένωση» του εκδότη-μελετητή από το κείμενο είναι ζήτημα θεμελιώδους σημασίας.

*Καθηγητής στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης

Tuesday, December 8, 2009

Λόγος και αντίλογος για τις «Ωδές» του Κάλβου

Ο καθηγητής Δημήτρης Δημηρούλης απαντά στο κριτικό κείμενο που δημοσιεύθηκε στην «Κ» πριν από λίγες ημέρες

Του Δημητρη Δημηρουλη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 08/12/2009

ΑΠΑΝΤΗΣΗ. Διάβασα το κείμενο του Μ. Πασχάλη στην «Καθημερινή» της Τρίτης (24/11/2009) και σκέφτηκα ότι η απάντηση είναι αυτόχρημα περιττή, γιατί πρέπει κανείς να φροντίζει να μη νομιμοποιεί κενές ασκήσεις λογιοσύνης· θεώρησα όμως ότι ο τόνος της πρόκλησης ήταν τόσο χονδροειδώς προσβλητικός που επιβάλλει την απάντηση. Το φαινόμενο είναι γνωστό. Περισπούδαστοι τιμητές αρθρογραφούν για σημαντικά ζητήματα με εκκωφαντικές δηλώσεις, εφαρμόζοντας τη μέθοδο της σαρωτικής γενίκευσης. Ετσι, για παράδειγμα, η δική μου έκδοση των «Ωδών» του Κάλβου (Μεταίχμιο, 2009), που πήρε πολύ χρόνο και μόχθο για να ολοκληρωθεί, αντί να κριθεί υπεύθυνα, έγινε πρώτα αφορμή να εκσφενδονίσει πομπώδεις ανοησίες γνωστός «βηματογράφος», μετά ενόχλησε κριτικό παντός καιρού της εταιρείας συγγραφέων, και τώρα έθιξε την επιστημονική «ευαισθησία» του Μ. Π.

Ελλειψη απόψεων

Το ήθος της αντίδρασης συνοψίζεται ήδη στον τίτλο: η συγκεκριμένη έκδοση του Κάλβου είναι πλήρης αποτυχία. Βέβαια, κάθε νοήμων άνθρωπος θα περίμενε να ακούσει συγκεκριμένες απόψεις για τα ίδια τα κείμενα και για την εκδοτική φροντίδα του επιμελητή, θα ήθελε να μάθει για το πόσο καλά γνωρίζει και αξιοποιεί τη συναφή παράδοση, τι προσφέρει η εκτενής (135 σελ.) εισαγωγή, τι άλλο παρέχει η έκδοση για την καλύτερη κατανόηση του Κάλβου και πώς συγκρίνεται με παλαιότερες εκδόσεις ή με όσες κυκλοφορούν κ.λπ. κλπ. Ολα τέλος πάντων εκείνα (ιδέες, ερμηνείες, προτάσεις) που έχουν να κάνουν με την ουσία του εγχειρήματος και δεν αντιμετωπίζονται με υστερικές δηλώσεις, αλλά με στοχαστική κρίση και με σεβασμό στον κόπο του άλλου.

Ο Μ. Π. δεν πολυσκοτίζεται με κάτι τέτοια. Θεωρεί ότι αρκούν λίγες παρατηρήσεις που αναφέρονται στον υποσέλιδο σχολιασμό των «Ωδών» για να καβαλήσει το καλάμι της οίησης. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μ. Π. δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι τα γλωσσικά υπομνήματα είναι μικρά δεκανίκια για να διευκολυνθεί, εφόσον το θέλει, ο αναγνώστης· δεν είναι ερμηνευτικές σινδονιάδες που του παρέχουν αλεσμένες παραφράσεις του νοήματος.

Ας δούμε όμως επιτροχάδην τη μικροβοτανική του Μ. Π. για να φανεί ότι δεν έχει την έγνοια της ποίησης, αλλά επιδίδεται σε αγωνιώδη αναζήτηση «λαθών» για να τονιστεί η «αλάνθαστη» επιστημοσύνη του. Ομως, το «σφάλμα», το «λάθος», το «ολίσθημα», η «αβλεψία» είναι αναπόφευκτοι σύντροφοι της ζωντανής σκέψης, της ατέρμονης αναμέτρησης με το «ορθό», την «αλήθεια», το «πραγματικό».

Απορεί, λοιπόν, ο Μ. Π. γιατί δίνεται ο ανύπαρκτος τύπος «μάκαρος», αντί του σωστού «μάκαρ(-ος)». Δεν πρέπει να απορεί και μάλιστα τόσο θαυμαστικά. Είναι μάλλον εύκολο να δει ότι από αβλεψία δεν μπήκαν οι παρενθέσεις στο (-ος). Τέτοια θριαμβολογία είναι οφθαλμοφανώς δυσανάλογη με το εύρημα. Για το «μελίφρονον στέμμα» του Κάλβου δεν δέχομαι την εκδοχή κάποιας άγνωστης «άλλης έκδοσης», όπως πονηρά γράφει ο Μ. Π., αλλά τη συνεπαγωγική ερμηνεία του Γιάννη Δάλλα, γνωστού μελετητή και εκδότη του Κάλβου και από τους σημαντικότερους νεοελληνιστές. Οσο για το επίθετο «μελίφρων» αποκρύπτει ο Μ. Π. ότι απαντάται και σε άλλον στίχο του Κάλβου («μελίφρονα αμφορέα», «Εις Ψαρά», 18) όπου επεξηγείται ως «ευχάριστος, τερπνός, γλυκύς σαν μέλι». Δεν πρόκειται συνεπώς για άγνοια του νοήματος της λέξης αλλά για διαφορετική σημασιολόγησή της σε άλλα συμφραζόμενα. Προσέξτε όμως το συμπέρασμα - καταπέλτη: αυτό και μόνο αποδεικνύει «την προχειρότητα με την οποία συντάχθηκε το υπόμνημα

Η συλλογιστική αυτή αφήνει να εννοηθεί ότι το ζητούμενο δεν είναι η διαφωνία, αλλά η εκτόνωση μιας μάλλον βασανιστικής εμπάθειας. Επονται όμως και άλλα. Πώς είναι δυνατόν αναρωτιέται ο Μ. Π. να αποδίδεται το «αθλίως» ως «ξεδιάντροπα» στους στίχους «γερόντων κόμαι εις τ’ αίμα / αθλίως βρεγμέναι», όταν δηλώνει οίκτο και συμπάθεια στον ύψιστο βαθμό; Στο υπόμνημα όμως το δυσερμήνευτο επίθετο «άθλιος» αποδίδεται και ως «δυστυχισμένος» (π.χ. «αθλίαν Ελλάδα», «αθλίων θνητών») και ως «φοβερός» (π.χ. «αθλίας νυκτός»). Θα ήταν πανεύκολο συνεπώς να επαναληφθεί μία από τις δύο (ή και οι δύο) αποδόσεις. Αντ’ αυτών, κρίθηκε προτιμότερο το «ξεδιάντροπα» (=αναίσχυντα) γιατί αναφέρεται σε σφαγή γερόντων από τους Τούρκους, οι οποίοι είναι οι αίτιοι της δυστυχίας και η πράξη τους θεωρείται «ξεδιάντροπη» (=αναίσχυντη). Επίσης ο Κάλβος γράφει αλλού «Κριταί ως θεοί! και πότε / την αρετήν αθλίως, / πότε δεν εκατάτρεξαν;» («Εις Αγαρηνούς», 46-48). Εδώ πώς άραγε θα αποδώσει το «αθλίως» ο επηρμένος νους του Μ. Π.; Και τι αποδεικνύει η κορδωμένη αυταρέσκεια της γραφής του;

Οσο για τους στίχους «δια τους κροτούντας / ποιητάς το μονόχορδον της κολακείας». Η δική μου ερμηνεία στηριγμένη στη μεταφορική σημασία της λέξης «μονόχορδος» (=μονότονος) εννοεί τους ποιητές που μονότονα κολακεύουν την εξουσία. Ο Μ. Π. έχει άλλη γνώμη και δεν πρέπει να του τη στερήσουμε.

Ας κάνουμε τώρα τον λογαριασμό. Με τέσσερις παρατηρήσεις, οι οποίες εν πολλοίς είναι άστοχες προσωπικές εκδοχές ο Μ. Π., χρησιμοποιώντας με επιπολαιότητα οξύτατους χαρακτηρισμούς, καταλήγει σε «συγκλονιστικές» διαπιστώσεις για την ανεπάρκεια του επιμελητή. Συμβουλεύει μάλιστα τους αναγνώστες «να βγάλουν τα συμπεράσματά τους» και προειδοποιεί τους φιλολόγους να «προσέξουν». Τι να απαντήσει κανείς; Τον διαψεύδουν οι εξαιρετικές πωλήσεις του βιβλίου (ξεπέρασαν και εκείνες της έκδοσης του Σολωμού), η γενναιόδωρη υποδοχή από το ευρύ κοινό και η καλόπιστη κριτική από τους πραγματικούς εραστές της ποίησης.

Tuesday, November 24, 2009

Πώς «εκσυγχρονίστηκε» ο Κάλβος

  • Ο Δημ. Δημηρούλης στις νέες «Ωδές» δεν πέτυχε «χρηστικότητα με φιλολογική επάρκεια»

Του Μιχαηλ Πασχαλη*, Η Καθημερινή, 24/11/2009

ΜΕΛΕΤΗ. Στις αρχές του καλοκαιριού οι εκδόσεις «Μεταίχμιο» κυκλοφόρησαν μια νέα έκδοση των «Ωδών» του Κάλβου με εισαγωγή, επιμέλεια και σχόλια του Δημήτρη Δημηρούλη. Ο επιμελητής είχε την πρόθεση, όπως δηλώνει, να συνδυάσει «τη χρηστικότητα με τη φιλολογική επάρκεια». Δυστυχώς δεν κατάφερε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Το διαπιστώνει εύκολα όχι μόνον ο ειδικός μελετητής, αλλά και ο καλλιεργημένος αναγνώστης και απλός εραστής της ποίησης του Κάλβου. Αρκεί να ρίξει μια πρόχειρη ματιά στις υποσελίδιες σημειώσεις στο κείμενο των Ωδών. Το βιβλίο υπόσχεται έναν «εκτενή γλωσσικό και ερμηνευτικό σχολιασμό», αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα σύντομο, αμέθοδο και κακογραμμένο γλωσσάρι με αρκετές αστοχίες και πρόχειρες ερμηνείες.

Μια έκδοση που φιλοδοξεί να συνδυάσει «τη χρηστικότητα με τη φιλολογική επάρκεια» θα έπρεπε να επιδιώξει να μυήσει τον αναγνώστη με εύληπτο τρόπο στο καλβικό λεξιλόγιο, στις μεταφορές και τις εικόνες των Ωδών. Αντί να προϋποθέτει την εποπτεία του συνόλου, ο σχολιασμός είναι αποσπασματικός και τυχαίος. Γενικά ο επιμελητής βλέπει το ιδίωμα και την ποίηση του Κάλβου ως υποψήφια λήμματα ενός λεξικού. Ενδεικτικό αυτής της τάσης είναι και το γεγονός ότι ερμηνεύονται ακόμη και κοινές λέξεις, όπως «τα νερά της θαλάσσης», «στάμνα» και «πηδάλιον». Εστω και έτσι, όμως, θα έπρεπε λογικά να είχαν επισημανθεί οι άφθονοι ιταλισμοί των Ωδών, αλλά εδώ φαίνεται ότι πρυτάνευσε μια ιδιότυπη αντίληψη περί «χρηστικότητας».

Εξίσου σημαντικό πρόβλημα συνιστούν οι αστοχίες των υποσημειώσεων. Σταχυολογώ ελάχιστες περιπτώσεις. Στον τρίτο κιόλας στίχο της επίκλησης στις Μούσες, η υποσημείωση στη φράση «των μακάρων Ολυμπίων» σχολιάζει ως εξής το επίθετο «μακάρων»: «μάκαρος, μακάριος, ευδαίμων». Αντί του ορθού τύπου «μάκαρ» επινοήθηκε μια ονομαστική ενικού «μάκαρος»(!), προφανώς κατ' αναλογίαν του νεοελληνικού «μακάριος». Στην Ωδή V 8-10 ο Κάλβος αποκαλεί τη λύρα του «ξύλον μελίφρονον» («επί το ξύλον / μελίφρονον, υακίνθινον / βάλετε στέμμα»), ως ένα όργανο που «γλυκαίνει» (ευφραίνει) τον νου και την καρδιά των ανθρώπων με τον ήχο του. Το αρχαιοελληνικό επίθετο «μελίφρων» προσδιόριζε τον ύπνο, το κρασί, το γεύμα, τους καρπούς, τα λόγια κ.ά. Το καλβικό «μελίφρονον ξύλον» υπενθυμίζει τη μνεία στην «μελίφρονα βάρβιτον» της Μελπομένης στην Παλατινή Ανθολογία. Ομως ο επιμελητής αποδίδει το επίθετο «μελίφρον[ον]» όχι στο μουσικό όργανο αλλά στο στεφάνι και του προσδίδει μια ανύπαρκτη σημασία: «μελίφρονον [αντί: μελίφρον] στέμμα, στεφάνι από κληματσίδες και τσαμπιά». Η μετάθεση του επιθέτου και η ανύπαρκτη έννοια αναπαράγουν το προφανές σφάλμα μιας άλλης έκδοσης, στοιχείο ενδεικτικό της προχειρότητας με την οποία συντάχτηκε το υπόμνημα. Επόμενο παράδειγμα: στην Ωδή VI 84-85 ο ποιητής εικονογραφεί τις σφαγές της Χίου, μιλώντας ειδικότερα για τις καθημαγμένες κόμες των γερόντων («γερόντων κόμαι εις τ' αίμα / αθλίως βρεγμέναι»). Το επίρρημα «αθλίως» δηλώνει θέαμα που προκαλεί οίκτο και συμπάθεια στον ύψιστο βαθμό, ειδικά γιατί αφορά σε πρόσωπα που είναι εξ ορισμού σεβάσμια. Κατά παράδοξο τρόπο, όμως, το γλωσσάρι πληροφορεί τον αναγνώστη ότι, όταν ο Κάλβος έγραφε «αθλίως», εννοούσε «ξεδιάντροπα»! Θα κλείσω με το χωρίο ΧΙ 83-85 «δια τους κροτούντας / ποιητάς το μονόχορδον / της κολακείας». Το επίθετο «μονόχορδος» και το ουσιαστικό «μονόχορδον» ανάγονται στην αρχαιότητα, αλλά εδώ πρόκειται ολοφάνερα για ιταλισμό: η φράση σημαίνει «παίζω τον ίδιο μονότονο σκοπό» (toccare, suonare un monocordo). Το ρήμα «κροτώ» είναι λογικά αδύνατο να σημαίνει «χειροκροτώ», όπως δηλώνεται στην αντίστοιχη υποσημείωση, γιατί ο εν λόγω ποιητής-κόλακας της εξουσίας θα χρειαζόταν συνολικά τέσσερα χέρια, δύο για να «κροτεί το μονόχορδον» και άλλα δύο για να «χειροκροτεί». Η μεταφορική έννοια του «χειροκροτώ» δεν δικαιολογεί σε καμιά περίπτωση το ερμήνευμα «κροτώ, χειροκροτώ».

Στάθηκα ειδικά στον υποσελίδιο σχολιασμό των Ωδών όχι μόνο γιατί διαψεύδει τη διακηρυγμένη πρόθεση του βιβλίου, αλλά και για δύο ακόμη λόγους: ο επιμελητής τον προβάλλει ως στοιχείο «εκσυγχρονισμού» της έκδοσης (μαζί με την εισαγωγή του μονοτονικού και τη διόρθωση «προφανών γλωσσικών σφαλμάτων») και τον προορίζει «για να υπηρετήσει τις ανάγκες στη διδασκαλία των ωδών». Οι αναγνώστες ας βγάλουν τα συμπεράσματά τους και οι φιλόλογοι ας προσέξουν.

* Ο Μιχαήλ Πασχάλης είναι καθηγητής στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Sunday, October 25, 2009

Δεινοπαθήματα του Κάλβου

Νάσος Βαγενάς | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009
Η πρόσφατη έκδοση των Ωδών από τον εκδοτικό οίκο Μεταίχμιο έδειξε πόσο επιτακτική είναι η επίσπευση της έκδοσης των Απάντων του Κάλβου, την οποία έχει αναλάβει το Μουσείο Μπενάκη. Διότι μια σοβαρή έκδοση του συνόλου του έργου του Κάλβου θα μπορούσε να αποτρέψει ερασιτέχνες καλβιστές, όπως ο επιμελητής της έκδοσης του Μεταίχμιου, να ασχοληθούν με ένα έργο το οποίο δεν γνωρίζουν επαρκώς. Οταν μάλιστα η ανεπάρκεια αυτή συνδυάζεται με κριτική μεγαλομανία, από την οποία διακατέχεται ο εν λόγω επιμελητής (βλ. την «Εισαγωγή» του, που περιέχει και σαράντα, τουλάχιστον, πραγματικά λάθη), τότε το αποτέλεσμα καταλήγει αναπόφευκτα σε κριτικό παραλήρημα (όταν δεν έχεις διαβάσει τα ιταλικά έργα του Κάλβου, δεν έχεις ούτε μία παραπομπή στα ιταλόγλωσσα επί του θέματος κείμενα του Βίτι, και προσπαθείς να μιλήσεις για την ιδιοτυπία της γλώσσας των Ωδών επικαλούμενος τον Ντε Μαν και τον Ντεριντά, είναι φυσικό στο παραλήρημα αυτό να αφθονούν και οι θεωρητικές σαπουνόφουσκες).

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που ο Κάλβος υφίσταται μιαν ανάλογη κριτική κακοποίηση. Αρκεί να σημειώσουμε την έκδοση των υποτιθέμενων Απάντων του, το 1979, από τον (δημόσιο) Οργανισμό Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων (100.000 αντίτυπα που διανεμήθηκαν στις σχολικές βιβλιοθήκες), η οποία περιείχε μόνο τις Ωδές και την οποία ανατύπωσε πανομοιότυπη το 1992 το Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Σύμφωνα με την έκδοση αυτή, ο Κάλβος έγραψε μόνο «είκοσι ωδές» (στα ελληνικά). Σύμφωνα με την έκδοση του Μεταίχμιου, που επίσης αποβλέπει και στο «να υπηρετήσει τις ανάγκες της διδασκαλίας των ωδών», τα ιταλικά ποιητικά έργα του Κάλβου είναι «όλα πρωτόλεια».

Είναι φανερό ότι η συλλογική μας συνείδηση δεν μπορεί να δεχθεί (έχει απωθήσει ή προσπαθεί να υποβαθμίσει το γεγονός) ότι ο εθνικός μας ποιητής υπήρξε κατά το μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής του ζωής ιταλός ποιητής, και ότι έγραψε ελληνικά ποιήματα μόνο κατά την τελευταία, και πιο σύντομη, περίοδο του ποιητικού του βίου. Διότι από το 1811 που δημοσίευσε το πρώτο του ποίημα (μια canzone στον Ναπολέοντα) ως το τέλος του Φεβρουαρίου του 1822, όταν, από τη Γενεύη, ζητούσε για δεύτερη φορά να ανακληθεί η απέλασή του από το Μεγάλο Δουκάτο της Τοσκάνης για να επιστρέψει, όπως δήλωνε ο ίδιος, στην «πατρίδα του την Τοσκάνη [...] και να ξαναβρεί το ρεύμα της λογοτεχνικής του ζωής» (μεταξύ άλλων, να ολοκληρώσει και την τραγωδία Ιppia, την οποία, πιστεύοντας ότι σύντομα θα επιστρέψει, είχε κατά την απέλασή τουΑπρίλιος 1821- αφήσει στη Φλωρεντία ημιτελή), η φιλοδοξία του Κάλβου ήταν να αναδειχθεί στον ιταλικό Παρνασσό, κατά το παράδειγμα του Φόσκολο (το πρώτο ποίημα που έγραψε ο Κάλβος στα ελληνικά- «Ελπίς πατρίδος», 1819- ήταν ένα ποίημα ευκαιριακό: η εξύμνηση του Γκίλφορντ σε αυτό είναι φανερό ότι απέβλεπε στην εξασφάλιση μιας θέσης καθηγητή στο «εν Κερκύρα Ελληνικόν Παμμουσείον»).

Με το σημείωμά μου αυτό διατυπώνω μια πρόταση ως προς το θέμα των κειμένων του πρώτου τόμου μιας έκδοσης των Απάντων του Κάλβουθέμα που το καθιστά ιδιαίτερα ενδιαφέρον η ιδιοτυπία της ποιητικής ιστορίας του Κάλβου, που είναι ιστορία διαφορετική από εκείνη του, επίσης ποιητικά δίγλωσσου, Σολωμού.

Η ταυτότητα του Κάλβου ως συγγραφέα είναι, βέβαια, ταυτότητα ποιητική. Ο,τι άλλο έγραψε ο Κάλβος πέρα από το ποιητικό του έργο μάς ενδιαφέρει μόνο, ή κυρίως, στον βαθμό που θα μπορούσε να φωτίσει την ποιητική του δραστηριότητα. Εννοώ το συνολικό ποιητικό του έργο, του οποίου Η λύρα και τα Λυρικά αποτελούν το κορυφαίο μέρος- ωδές που για τη διαμόρφωσή τους η ιταλική ποιητική εμπειρία του Κάλβου υπήρξε αποφασιστική. Καθώς τα Απαντα ενός λογοτέχνη πρέπει να παρουσιάζουν με πιστότητα το λογοτεχνικό του πρόσωπο, το οποίο συνθέτουν τα λογοτεχνικά του έργα που εκφράζουν τη συγγραφική του βούληση (η οποία δηλώνεται με τη δημοσίευσή τους ή την επιθυμία δημοσίευσής τους), ο πρώτος τόμος των Απάντων του Κάλβου θα πρέπει να περιέχει ενιαίως (ανεξαρτήτως γλώσσας) και σε χρονολογική τάξη τα ποιητικά έργα που δημοσίευσε ο ίδιος ο Κάλβος· κατά σειράν: την τραγωδία Le Danaidi (1818· την οποία ξανατύπωσε το 1820), την ωδή «Ελπίς πατρίδος», τη Λύρα (1824) και τα Λυρικά (1826). Στον τόμο θα πρέπει να περιληφθούν, αν βρεθούν κάποτε, ο ιταλικός ύμνος (Ιnno) που δημοσίευσε ο Κάλβος το 1817 και η canzone (άσμα) του 1811 (το δεύτερο σε παράρτημα, γιατί ο Κάλβος το είχε αποκηρύξει).

Η πρότασή μου είναι, βέβαια, ανορθόδοξη για όσους πιστεύουν ότι, επειδή η Λύρα και τα Λυρικά είναι έργα ασυγκρίτως ανώτερα από τα ιταλικά ποιητικά έργα του Κάλβου, θα πρέπει να θεωρούμε τα ιταλικά του έργα πάρεργα ή πρωτόλεια. Είναι όμως πρόταση την οποία υπαγορεύει η φύση του συνολικού ποιητικού έργου του Κάλβου. Μιλώ για μια πραγματική έκδοση των Απάντων του Κάλβου, όχι για μια έκδοση που θα κολακεύει την εθνική μας φιλαρέσκεια.

Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Tuesday, March 24, 2009

Νέα βιβλιογραφικά και βιογραφικά στοιχεία για τον Ανδρέα Κάλβο

  • Νέα βιβλιογραφικά και βιογραφικά στοιχεία για τον μεγάλο Έλληνα ποιητή Ανδρέα Κάλβο φέρνει στο φως με νέα μελέτη του ο Κύπριος συγγραφέας Λεύκιος Ζαφειρίου. Η μελέτη του κ. Ζαφειρίου είναι μέρος ευρύτερης έρευνας για το Μουσείο Μπενάκη, το οποίο έχει αναλάβει την έκδοση του συνολικού έργου του Ανδρέα Κάλβου. Τα νέα στοιχεία,που καλύπτουν την περίοδο 1818-1830, είναι, όπως δήλωσε στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων ο κ. Λεύκιος Ζαφειρίου, τα εξής:
  • 1)Σε βιογραφικό λεξικό για σημαντικούς ανθρώπους όλων των εθνών του τέλους του 18ου αιώνα και των αρχών του 19 ου αιώνα, περιλαμβάνεται λήμμα για τον Κάλβο (δεν υπάρχει λήμμα για άλλον Έλληνα). Το λεξικό τυπώθηκε στα γαλλικά στην πόλη Mons (Βέλγιο). Ο συντάκτης του λήμματος, που υπογράφει με τα αρχικά D.M, είναι αταύτιστος, σημειώνει ο κ. Ζαφειρίου και προσθέτει ότι διατυπώνει τα εξής κριτικά σχόλια:
  • α) «Η ποίηση του Κάλβου συγκρίνεται αναπόφευκτα με την αρχαία ελληνική ποίηση, για να φανεί ότι ο νεότερος ποιητής υστερεί σε σχέση με τους αρχαίους».
  • β) Ο ποιητής καλείται να υιοθετήσει την αρχαία γλώσσα και ρητορική των προγόνων του, εξοβελίζοντας «το πλήθος των βάρβαρων λέξεων που δανείστηκε από το ιδίωμα των τυράννων του».
  • Όπως είναι γνωστό, η ένσταση για την ιδιόμορφη γλώσσα του Κάλβου παρατηρεί ο Λεύκιος Ζαφειρίου, διαιωνίστηκε και σε αρκετά μεταγενέστερες εποχές και εξακολούθησε να διχάζει πολλούς κριτικούς και αναγνώστες του, από τον Παλαμά έως τον Σεφέρη και άλλους νεότερους.
  • 2)Στο περιοδικό The Asiatic Journal..., που έβγαινε στο Λονδίνο, στο τεύχος Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 1827, δημοσιεύεται στα αγγλικά άρθρο του για την εκπαίδευση στα Επτάνησα . Αποσπάσματα από τη μετάφραση στα αγγλικά αναδημοσιεύονται σε δύο περιοδικά στις ΗΠΑ το 1828(American Journal of Education The Christian Journal and LiRegister) Επίσης στο περιοδικό The United States Review and Literary Gazette το1827 αναγγέλλονται Λυρικά του Κάλβου. Αποτελούν τις πρώτες γνωστές αναφορές στις ΗΠΑ.
  • 3)Έχουν εντοπιστεί και άλλα 20 νέα βιβλιογραφικά λήμματα. Τέσσερα από τα συνολικά είκοσι νέα λήμματα που έχουν εντοπιστεί προέρχονται από έντυπα των ΗΠΑ.
  • Επίσης, σύμφωνα με τον Λεύκιο Ζαφειρίου σε σχέδιο επιστολής (Αίγινα 22 Νοεμβρίου / 4 Δεκεμβρίου 1829) του Ανδρέα Μουστοξύδη προς τον Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο, που έχει εντοπίσει η Κωνσταντίνα Ζάνου, υπάρχει πληροφορία ότι ο Κάλβος, αν και μισθοδοτείται από την κυβέρνηση του Ιον
  • Η έρευνα του Λ. Ζαφειρίου εντόπισε τις ημερομηνίες γέννησης, βάφτισης και θανάτου της Susan Fortune Ridout, μαθήτριας στα ιταλικά του Κάλβου στο Λονδίνο την περίοδο 1817 -1819. Η Susan Fortune Ribot γεννήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 1793 στο Bristol και βαφτίστηκε στις 2 Οκτωβρίου 1795 στην εκκλησία St Mary le Port στην ίδια πόλη. Γονείς της: ο Charles και η Jane Ridout, οι οποίοι είχαν αποκτήσει οκτώ παιδιά, που γεννήθηκαν ή βαφτίστηκαν κατά την περίοδο 1786-1806. Το 1819(τέλη), Κάλβος και S.F.Ridout ερωτεύονται, όπως φαίνεται στις επιστολές της Susan προς τον Κάλβο, τις οποίες ανακάλυψε ο καθηγητής Mario Vitti στη Βιβλιοθήκη του Βατικανού και τις δημοσίευσε το 1963.

Sunday, October 12, 2008

Οι Ωδές του Ανδρέα Κάλβου


ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ. Απόδοση στην κοινή ελληνική - πραγματολογικές σημειώσεις ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ 2008 (ISBN 978-960-02-2210-4)


Ανδρέας Κάλβος

Απόδοση Στην Κοινή Ελληνική

(βοήθημα σύναψης εγκάρδιας σχέσης

με τον ποιητή των Ωδών)


Με την απόδοση από τον Δημήτρη Κονιδάρη, σε πεζό, των ωδών του Ανδρέα Κάλβου (Η Λύρα, 1824, και Λυρικά, 1826) και σε επίμετρο την απόδοση της πρόδρομης ωδής «Ελπίς πατρίδος» του κατοπινού υμνητή του αγώνα της εθνικής εξέγερσης και ανεξαρτησίας ποιητή Ανδρέα Κάλβου, που έφερε στο φως το 2003, από τη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης, η ερευνητική επιμονή του Λεύκιου Ζαφειρίου (αντικριστά τα πρωτότυπα κείμενα και η απόδοσή τους), δεν επιδιώχτηκε, προδήλως, η λογοτεχνική ανάπλαση-ανασύστασή τους, όπως παρατηρείται στο προλογικό σημείωμα του βιβλίου.

Πρόκειται για μια χρηστική, διδακτική προσέγγιση του αναγνώστη στο πρωτότυπο κείμενο (δεύτερη ανάγνωση), με πιστή ενδογλωσσική μεταφορά. Η μεταφορά αυτή θέλει να φωτίσει πλευρές του μοναχικού, απρόσιτου, αινιγματικού ποιητή Ανδρέα Κάλβου μ’ ένα τρόπο ανάλογο με τον τρόπο που κάποιος αποδίδει νοερά ένα «λόγιο» κείμενο την ώρα που το διαβάζει. Επιπροσθέτως, η εργασία αυτή, στην οποία πρυτανεύει η επιδίωξη να διασωθούν στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό οι εκφραστικές όψεις του ποιητή, με απλή μετακίνηση προς πιο προσιτές διατυπώσεις (: κατ’ αντιστοιχία με την τυπική ή μορφολογική ισοδυναμία στη θεωρία της μετάφρασης, η οποία επιδιώκει ν’ αναπαραστήσει, κατά μία έννοια, τη γοητεία του πρωτοτύπου, έστω κι αν μεριές-μεριές δεν αναδεικνύεται απολύτως φυσικά το περιεχόμενο), θέλει κατά το δυνατόν ν’ απολήξει (: για τον καλλιεργημένο και φιλέρευνο αλλά όχι και ειδικό ή έμπειρο αναγνώστη του Ανδρέα Κάλβου) σ’ ένα βοήθημα σύναψης μιας κατ’ αρχήν εγκάρδιας σχέσης με τον ποιητή.
Από τον πρόλογο του βιβλίου:

«Οι μεταφορές-αποδόσεις «λογίων» (: νεοελληνικών) κειμένων σε νεότερο γλωσσικό ιδίωμα (: πιστές ή αναδημιουργικές-λογοτεχνικές), πολύ περισσότερο εκείνων των κειμένων που, εκτός από τη γλωσσική δυσκολία, διαθέτουν και κρίσιμες, αποφασιστικές προϋποθέσεις ενδογλωσσικής μεταφοράς (σημασίες, έννοιες κ.λπ.), είναι τουλάχιστον ενδιαφέρουσες, θαρρώ, για την ουσιαστικότερη επικοινωνία του σύγχρονου αναγνώστη με τα κείμενα αυτά.

»… Χωρίς να παραβλέπει κανείς τα τιμήματα της ενδογλωσσικής μεταφοράς, όπως άλλωστε και κάθε μετάφρασης ξένων κειμένων, εκ των οποίων το κυριότερο είναι, με δύο λόγια, η μικρότερη ή μεγαλύτερη απώλεια εκφραστικών μέσων, τρόπων και επιτηδειότητας της έκφρασης –ιδίως σ’ ένα ποιητικό κείμενο– υπέρ της «πληροφορίας» και των ιδεών. […]

»Αν όμως είναι εκτός αμφισβήτησης ότι οι «πληροφορίες», το περιεχόμενο των κειμένων, επιβάλλεται να προτάσσονται των τρόπων και των μέσων όταν το ζητούν οι περιστάσεις, υπογραμμίζεται με επίταση και το αυτονόητο, ότι δηλαδή οι ενδογλωσσικές αποδόσεις τουλάχιστον των «λογίων» κειμένων επιβάλλεται να διαβάζονται παράλληλα (πλεχτά) με τα πρωτότυπα κείμενα, που δεν είναι κείμενα ξενόγλωσσα, που δεν είναι επί του παρόντος απολύτως ακατανόητα και που η λογοτεχνική-φιλολογική αξία τους –όπως και κάθε πρωτότυπου κειμένου– είναι εκ προοιμίου υπέρτερη κάθε απόδοσης και κάθε μετάφρασης».

Σημειώνεται ότι το πρωτότυπο κείμενο του τόμου στηρίχτηκε στην κριτική έκδοση του Filippo Maria Pontani, Ανδρέα Κάλβου: ΩΔΑΙ, εκδ. Ίκαρος, ανατύπωση 1988, κι ότι ο τόμος περιλαμβάνει επίσης πραγματολογικές σημειώσεις και πίνακα επιλογής πηγών-βοηθημάτων, ενώ το εξώφυλλο κοσμεί το φανταστικό πορτρέτο του Ανδρέα Κάλβου, φιλοτεχνημένο από τον ζωγράφο-χαράκτη Παναγιώτη Γράββαλο.

Η εργασία, όπως επίσης παρατηρείται στον πρόλογο, έχει παραδοθεί με σεβασμό στους ποικίλους όρους και στα όρια που θέτουν οι ωδές, και ασφαλώς με σεβασμό στην πολλαπλότητα των αντιλήψεων, των κριτηρίων και των ερμηνειών.


Ο Δημήτρης Κονιδάρης γεννήθηκε στην Κέρκυρα, όπου ζει και εργάζεται. Εξέδωσε: Οι συζητητέςΟικείος (ποιήματα, 1984, εκδ. Οδυσσέας), Ο ήλιος χαμηλώνει (ποιήματα, 1987, Υάκινθος), Οι συζητητές (ποιήματα, συγκεντρωτική έκδοση, 1995, Έψιλον), Τρεις βραχείες μονογραφίες / Γιώργος Αγιοβλασίτης – Ιωάννης Σαρακηνός – Νίκος Μώρος (ποιήματα, 1981, εκδ. σειρά του περιοδικού «Πόρφυρας»), (1998, Έψιλον). Συνεκδίδει και συνδιευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό «Πόρφυρας».

Μένει πλέον σε μας, τους αναγνώστες και εραστές της ποίησης και του Ανδρέα Κάλβου, να νιώσουμε την αποτελεσματικότητα του εγχειρήματος του Δημήτρη Κονιδάρη.

Wednesday, August 27, 2008

Ο άγνωστος Κάλβος

Ηταν ο ζακύνθιος ποιητής Ανδρέας Κάλβος μελισσοκόμος; Μπορούν να βρεθούν τα ίχνη από το πέρασμά του στο Λίνκολνσαϊρ της Αγγλίας όπου επέλεξε να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του; Αυτά τα ερωτήματα μοιάζουν να απασχολούν τη φυσικό και εκπαιδευτικό Πόλυ Χατζημανωλάκη, στο πρώτο της μυθιστόρημα, με τίτλο «Οι μέλισσες του Κάλβου τριγυρίζουν στα λιβάδια του Λίνκολνσαϊρ» («Ταξιδευτής»).

Η υπόθεση εκυλίσσεται στο σήμερα με άξονα τον 17χρονο Πέτρο, ένα παιδί με σοβαρό ορθοπεδικό πρόβλημα στα γόνατα, και το ταξίδι του στο Λάουθ του Λίνκολνσαϊρ. Εκεί τον φιλοξενεί ένας ιδιόρρυθμος μαθηματικός με πρώην αντιδικτατορική δράση, που έχασε πρόωρα την αγγλίδα φωτογράφο σύζυγό του. Κάποιες σωζώμενες σημειώσεις της, ωστόσο, που μπαίνουν εμβόλιμες στην αφήγηση, ξετυλίγουν άγνωστες πτυχές από τη ζωή του Κάλβου, ο οποίος, στα 60 του, απογοητευμένος από την πατρίδα του, και με σύντροφο, κι αυτός, μια Αγγλίδα (τη 40χρονη Σαρλότα-Αυγούστα Γουάνταμς - δεύτερη σύζυγό του) εγκαθίσταται οριστικά στο Λάουθ. Εκεί πέθανε, με το πιστοποιητικό θανάτου του να γράφει «καθηγητής γλωσσών και μαθηματικών». Οι μέλισσες φαίνεται πως ήταν το τελευταίο καταφύγιό του...


Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία / 7 - 10/08/2008