Showing posts with label Βέης Γιώργος. Show all posts
Showing posts with label Βέης Γιώργος. Show all posts

Monday, June 15, 2015

ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΕ ΡΕΥΣΤΟΥΣ ΤΟΠΟΥΣ

bookpress.gr., Κυριακη, 14 Ιουνιου 2015
rainy-people
Για το βιβλίο του Γιώργου Βέη Παντού (εκδ. Κέδρος).

Της Κυριακής Αν. Λυμπέρη


Ο Γιώργος Βέης, με το καινούριο βιβλίο του και σε συνέχεια προηγούμενης ομοιότροπης αφηγηματικά και στοχαστικά δουλειάς του -και η οποία έχει ήδη βραβευθεί με δυο κρατικά βραβεία χρονικού μαρτυρίας παρελθόντων ετών- αποφασίζει να βρεθεί... παντού.
Οι κρεμαστές πισίνες ξενοδοχείων της Σιγκαπούρης, η πολεοδομική της καθ' ύψος υπερανέλιξη, τα παλιά της φρούρια, οι ιστορικές σε αυτήν αναφoρές, οι με περίσκεψη θεάσεις καλλιτεχνικών δρωμένων της, οι βουδιστικοί ναοί της, οι ηλεκτρονικοί της νεωτερισμοί, οι βιβλιοθήκες της, ο παλαιός σιδηροδρομικός σταθμός της, αποτελούν μερικά μόνο από τα θέματα του βιβλίου. Επί πλέον, μέρες στο Πεκίνο, ασιατικοί χαρακτήρες και οι πεποιθήσεις τους, περιγραφές καθημερινών στιγμιοτύπων αλλά και γενικοτήτων της ιαπωνικής πραγματικότητας, ιδιαιτερότητες τοπικών εδεσμάτων, η παλαιστική τέχνη του Σούμο, τα σπίτια φιλοξενίας των νεκρών, περιηγητικές όψεις του λιμανιού Ντουάλα στο Καμερoύν, ενθυμήσεις από τη γενέθλια Σάμο και άλλα πολλά, αποτελούν ένα μωσαϊκό πληροφοριών και εντυπώσεων του συγγραφέα.

Saturday, June 13, 2015

Γιώργος Βέης: «Παντού» - κριτική της Ανθούλας Δανιήλ


Δημοσιεύτηκε: diastixo Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

Ο Γιώργος Βέης προσθέτει και την έβδομη ψηφίδα στις άλλες έξι λαμπερές που συνθέτουν το ψηφιδωτό της πεζογραφίας του. Και μάλιστα το πιο παράξενο και φαντασμαγορικό. Αλλά πάλι, τι είναι παράξενο και φαντασμαγορικό στα τόσα και τόσα που έχει δει και έχει καταγράψει; Πάντως, πέρα από κάθε παραθετικό –περισσότερο, πολύ περισσότερο– η Σιγκαπούρη, η πόλη λέων ως λέων γιγαντώνεται, ζει και φέρεται.

Friday, June 24, 2011

Ο διπλωματικός ακόλουθος της ποίησης

  • Ο πρεσβευτής Γιώργος Βέης αξιοποιεί τις επαγγελματικές του εμπειρίες και γράφει ταξιδιωτικά αφηγήματα
Ο διπλωματικός ακόλουθος της ποίησης



Ένα μικρό παιδάκι απ’ την Ανατολή έχει αρπάξει έναν νεοϋορκέζικο ουρανοξύστη της δεκαετίας του ΄30 αλλά είναι διφορούμενο τί ακριβώς θέλει να κάνει: να κρυφτεί πίσω απ’ αυτόν ή να τον ταρακουνήσει; Αυτό είναι το εξώφυλλο του νέου βιβλίου του ποιητή Γιώργου Βέη με τον τίτλο «Μανχάταν-Μπανγκόκ», ένα ακόμα βιβλίο «μαρτυριών» και «μεταβάσεων» (Κέδρος, 2011). 

«Η δεύτερη υποσημείωση είναι χαρακτηριστική. Σ’ αυτό το βιβλίο η κινητικότητα είναι πιο έντονη σε σχέση με τα προηγούμενα» μας λέει ο ίδιος που εδώ και πολλά χρόνια συνδυάζει τις ταξιδιωτικές αφηγήσεις με την ποίηση και τον δοκιμιακό λόγο. Πριν ακόμα στεγνώσει το μελάνι αυτής της έκδοσης παρέλαβε, πριν λίγες ημέρες, το Κρατικό Βραβείο Χρονικού-Μαρτυρίας 2010 για το έργο του «Από το Τόκιο στο Χαρτούμ: μαρτυρίες, συνδηλώσεις».

Tuesday, March 22, 2011

Ολα στη φύση μοιάζουν σοφά

  • Τα ποιήματα του Γιώργου Βέη

  • Γιώργος Βέης
  • Μετάξι στον κήπο
  • εκδόσεις Υψιλον, σ. 60, ευρώ 10

Θεωρώντας το βιβλίο αυτό προέκταση αλλά και παγίωση τόσο του τρόπου της ποιητικής συναρμογής των προσωπικών του βιωμάτων όσο και της φιλοσοφικής θέασης του κόσμου, που, επιτυχώς, «κατέγραψε» ο Γιώργος Βέης στην προηγούμενη ποιητική συλλογή του (Ν, όπως νοσταλγία, 2008), αισθάνομαι την ανάγκη να επαναλάβω, εν συντομία, όσα σημείωνα αναφερόμενος σ' αυτήν: α) Η αποδημητική του φύση, η μακροχρόνια διαβίωσή του σε τόπους της Απω Ανατολής, η εξοικείωσή του με άλλους τρόπους σκέψης και ζωής και, παράλληλα, μια έντονη και με πολλούς τρόπους εκδηλωνόμενη νοσταλγική διάθεση τον ωθούν σε εικαστικές, περισσότερο πνευματικές και λιγότερο συναισθηματικές, αναπαραστάσεις πτυχών μιας άλλης πραγματικότητας. β) Ολα στη φύση μοιάζουν σοφά κατανεμημένα, σαν καθαγιασμένα από μία υπερκόσμια κι ωστόσο μετρήσιμη με τα ανθρώπινα μέτρα σοφία· λειτουργούν ως οιωνοί και ως εκφραστές των αέναων κρυφών και φανερών αλλαγών της, ως λαλίστατοι, παρά τη φαινομενική σιωπή τους, ερμηνευτές των προθέσεών της, τις περισσότερες φορές προτού αυτές καλά καλά εκδηλωθούν και γ) Ο ποιητής δείχνει απολύτως εξοικειωμένος με τη γλώσσα της σιωπής αυτών των στοιχείων, εφοδιασμένος με την κατακτημένη και καλλιεργημένη ικανότητα να διερμηνεύει τα πολλαπλώς διασταυρωνόμενα μηνύματά τους· έχοντας αφεθεί, χωρίς φοβίες και προκαταλήψεις, με εμπιστοσύνη, στη σαγηνευτική γοητεία του «διαφορετικού».
Και στην παρούσα συλλογή η φύση διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο· είναι συνώνυμη της φανερής και της κρυμμένης αλήθειας που, άλλοτε με προσήνεια και άλλοτε απειλητικά, διέπει τα ανθρώπινα. Πάνω απ' όλα διδάσκει την απλότητα, εκπέμποντας όμως διφορούμενα ή δυσερμήνευτα μηνύματα που διασκορπίζονται με τρόπους φθινοπωρινούς, σαν με φυλλορρόημα. Και εδώ, όλα στη φύση έχουν ως απώτερο στόχο να γαληνέψουν την ταραγμένη ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου και να τον διδάξουν, ακατάπαυστα αποκαλύπτοντάς του φευγαλέες εκδοχές της αιωνιότητας· αποκαλύπτοντάς του τη γαλήνη που μονίμως επωάζεται πίσω από την ταραγμένη επιφάνεια της καθημερινότητάς του και προτείνοντάς του τρόπους κατευναστικούς τής εγκόσμιας αγωνίας του. Μόνο που για να γίνουν όλα αυτά αντιληπτά προϋποθέτουν τη συγκατάβαση στο «διαφορετικό» και μια, στοιχειώδη έστω, πνευματική προδιάθεση, ώστε να μπορεί κανείς να διακρίνει και να ερμηνεύσει τη φωνή, τις χειρονομίες και τα αδιόρατα νεύματα των έμψυχων και των άψυχων όντων και πραγμάτων του κόσμου. Προδιάθεση που είχε και επισταμένως καλλιέργησε ο Γιώργος Βέης, όπως προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει και διερμηνεύει αυτά τα φαινόμενα.
Απόδειξη ο λόγος του, που «ακούγεται» περιβεβλημένος από την υφή μιας ιδιάζουσας μεταφυσικής: της μεταφυσικής που στοιχειώθηκε στους κόλπους της σιωπής ή, το πολύ, του ψιθύρου των προσώπων και των πραγμάτων. Εχει κανείς την αίσθηση ότι μέσα στους κόλπους της σιωπής και των ψιθύρων εκκολάφθηκαν οι λέξεις και οι φράσεις του, δημιουργώντας την προϋπόθεση των επί μέρους ποιημάτων της συλλογής, για τη σύνθεση των οποίων απαιτήθηκε η ενεργοποίηση της γνώσης αλλά και της διαισθητικά συλλαμβανόμενης μυστικής διαδικασίας μετάλλαξης των ποικίλων φυσικών φαινομένων σε εστίες άφατης ομορφιάς και σε φορείς διδακτικών μηνυμάτων ζωής. Η σιωπή, ωστόσο, και ό,τι συντελείται στους κόλπους της, δεν περισπά τον ποιητή· δεν τον απομακρύνει από τα εγκόσμια, τον συνδράμει απλώς στην προσπάθειά του να μετέλθει τρόπους συμβολικούς και αλληγορικούς, πρόσφορους για την κατάδειξη εκδοχών της σκληρής πραγματικότητας. Η κατακτημένη ποιητική του πείρα τον βεβαιώνει ότι στους κόλπους της σιωπής -η οποία, σημειωτέον, κυοφορείται στην καρδιά του σκοταδιού, στην επικράτεια του οποίου όλα είναι εφικτά, προεξάρχοντος του ονείρου- όλα τα πράγματα αποκτούν ένα ιδιαίτερο βάρος.
Ο κόσμος αλλοιώνεται και κάποτε γίνεται σύμβολο του ίδιου του εαυτού του, ενώ οι διάφορες εκδοχές της πραγματικότητας μετεωρίζονται ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι· άλλοτε γίνονται ορατές και άλλοτε μόνο να τις εικάσεις μπορείς, ακούγοντας το θρόισμά τους· μετεωρίζονται κι έτσι, μετεωριζόμενες, μεταμορφώνονται ή υπόκεινται στο ενδεχόμενο της μεταμόρφωσης, παίρνοντας διαστάσεις και μορφές ενδεικτικές της ασάφειας του κόσμου μπροστά στο βλέμμα το εξοικειωμένο με το όνειρο, αλλά το εν εγρηγόρσει όνειρο, αυτό που είναι πλασμένο από υλικά της πραγματικής ζωής. Στο ημίφως αυτού του πλασματικού κι ωστόσο αληθινού ονείρου ο ποιητής αποφαίνεται και εναποθέτει νηφάλιος τις αποφάνσεις του ή, καλύτερα, τα διδάγματα που αποκόμισε από την περιδιάβασή του στις εκτάσεις ενός κόσμου διαφορετικού απ' αυτόν του δυτικού ανθρώπου. Με κυρίαρχα δύο, κυρίως, διδάγματα: ότι στο κέντρο των συνεχών ανόδων και καθόδων της νομιζόμενης, κατά καιρούς, δύναμης· στο κέντρο των εγκόσμιων ερειπίων και της ιστορικά προσδιορισμένης ασυνεννοησίας των ανθρώπων, μόνον η φύση μπορεί και παραμένει εσαεί η ίδια, μέσα στη συνεχή, σχεδόν τελετουργική, εναλλαγή των στοιχείων της. Κι ακόμα, ότι το παρελθόν είναι το πολυτιμότερο τιμαλφές του ανθρώπου· αν θεωρήθηκε χαμένος χρόνος, είναι γιατί προσμετρήθηκε με το μέτρο του κέρδους, ενώ θα έπρεπε να προσμετρηθεί με το μέτρο της απώλειας. Μόνον έτσι θα μπορούσε το παρελθόν να αποκτήσει τη βαρύτητα και την πραγματική σημασία του, γιατί μόνο στην επικράτεια της απώλειας η σκέψη μπορεί και γίνεται στοργική τροφός ενός νέου ανθρώπου που συλλαβίζει την αγάπη. *

Sunday, January 23, 2011

Ο λόγος ανασταίνει

  • Η ΑΥΓΗ: 23/01/2011
  • ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΕΗ*
ΛΙΑΝΝΑ ΣΑΚΕΛΛΙΟΥ, Πορτρέτο πριν το σκοτάδι, εκδόσεις Τυπωθήτω, σελ. 55

Πρόκειται, σύμφωνα με την επιλογική διευκρίνηση, για έναν επινοημένο διάλογο ανάμεσα στον ποιητή και συλλέκτη Edward James και στην ιδιόρρυθμη Βιεννέζα χορεύτρια και σταρ της δεκαετίας του '20 Tilly Losch. Πάντως και χωρίς τη ρητή αυτή δήλωση, η ανάγνωση δεν προσκρούει σε εννοιολογικά εμπόδια ή δυσνόητα χωρία. Η γραφή, έμπειρη και μεθοδική, ξέρει ποιο ακριβώς κρίσιμο σημείο οφείλει να φωτίσει περισσότερο και πότε ακριβώς πρέπει να παραιτηθεί και να επιστρέψει στη γονιμοποιό αφετηρία της. Δεν εκβιάζεται τίποτε, δεν υπέρ-εξιστορείται κάτι. Τα πράγματα, ιδίως τα φυτά, τα μη κατονομαζόμενα επακριβώς δέντρα, ως επαρκείς βεβαίως εκπρόσωποι του αρχετυπικού είδους, διεκδικούν σε ισότιμη βάση με τα υποκείμενα την προσοχή μας, την αμέριστη συμπαράστασή μας στα δικά τους δεινά. Εσωτερικά και εξωτερικά τοπία συνδιαλέγονται αρμονικά. Η παρέμβαση του παρατηρητή νομιμοποιείται στο βαθμό που η ευφυής του συμπεριφορά δεν προδίδει τους κανόνες της σύνθεσης. Εξ ου και η ομολογία: «Εισβολέας οφθαλμός/ για να τα βλέπω όλα». Άλλωστε, η Λιάνα Σακελλίου, μετά από τόσα χρόνια σπουδών του αγγλοσαξονικού κανόνα, και του ιδιώματος που επικαλείται και υποστηρίζει, φαίνεται να έχει κατανοήσει πλήρως στη λεκτική πράξη την αποτίμηση του μεγάλου δασκάλου, του Χένρι Τζέιμς, ότι δηλαδή «the very obvious truth that the deepest quality of a work of art will be the quality of the mind of the producer». Η προσωποποίηση της φύσης δρα σαφώς συναινετικά, ως η μόνη εν τέλει πηγή παραμυθίας. Ο ποιητικός διάλογος μετεξελίσσεται σταδιακά, ανεπαίσθητα αλλά εξ ίσου συνειδητά, σε δοκίμιο οντολογικής κατεύθυνσης. Αν και η προοπτική διερμηνείας των ζεόντων προβλημάτων της ερωτικής ύπαρξης δεν φαίνεται να ολοκληρώνεται εντός του φαντασιακού, αφηγηματικά ορθού παρόντος, παρέχει εν τούτοις όλα τα ικανά και αναγκαία εκείνα εχέγγυα, τα οποία προαπαιτούνται για τη διατήρηση της απαραίτητης κειμενικής έντασης. Για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής έστωσαν αυτά: «Όπως όλα ήμουν κι εγώ παροδική./ Δεμένος σε δέντρο ανυπόμονο/ με κοίταξες./ Γρήγορο το γύρισμα του λαιμού σου./ Πολφώδης η σάρκα των καρπών./ Είναι το δάσος λησμονημένο/ ή μάταιο ποίημα;/ Πώς να μιλήσω για το δάσος;/ Αυτό μόνο∙/ Είχα επίγνωση της αναπνοής σου». Ο στίχος ομολογεί, με την παρρησία που διακρίνει τη δημιουργική γραφή, ότι υπάρχει πράγματι η προοπτική της αναστήλωσης του απολεσθέντος παραδείσου. Όντας η γέφυρα που ενώνει το επικοινωνιακό νυν με το ακαταμάχητο παρελθόν μιας ιδιαίτερης συναισθηματικής δράσης, ο λόγος ανασταίνει, με τον δικό του τιμαλφή τρόπο, τα ινδάλματα, τα οποία σάρκωναν κάποτε την αντικειμενική πραγματικότητα.

*Ο Γιώργος Βέης είναι ποιητής

Saturday, October 2, 2010

Η αειθαλής επικαιρότητα της Γνώσης

  • Micha Brumlik
  • Οι γνωστικοί. Το όνειρο της αυτολύτρωσης του ανθρώπου
  • μτφρ. Μαίρη Ευσταθίου, επιμέλεια: Θάνος Λίποβατς
  • εκδόσεις Νήσος, σ. 444, ευρώ 22 
Η Βίβλος, όπως άλλωστε όλα τα ιερά βιβλία, διαβάζεται πολλαπλώς και μάλιστα υπό το κράτος αναμενόμενων συγκινησιακών μεθόδων: η υποκειμενικότητα μπαινοβγαίνει με ιδιάζουσα ελευθεριότητα στις δήθεν κρυστάλλινες από πλευράς νοήματος σελίδες, αποκομίζοντας ό,τι εκείνη πίστεψε ότι διάβασε με σχολαστική εμβρίθεια ή διείδε αλληγορικά σε κάποιες αιφνίδιες στιγμές έκλαμψης. Το κίνημα των ριζικά ανατρεπτικών γνωστικών, το οποίο, ως γνωστόν, εμφανίστηκε περί τον 1ο αιώνα μ.Χ., θέλησε να ερμηνεύσει από διαφορετική εποπτική - αναγνωστική γωνία το απώτερο μήνυμα της Αγίας Γραφής. Το βιβλικό γράμμα αποκωδικοποιήθηκε ρηξικέλευθα, το θέσφατο αποδόθηκε παραλλαγμένο σφόδρα, σαν να επρόκειτο για μια πρόταση ανοικοδόμησης ενός άλλου, τελείως εναντιωματικού, ηθικού σύμπαντος.

Παραθέτω μια από τις καθ' ημάς εγκυρότερες των απόψεων, την οποία υπογράφει ο από το 1987 καθηγητής Πολιτικής Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο της Αθήνας κ. Θάνος Λίποβατς: «Για τους γνωστικούς της ύστερης αρχαιότητας, σε αντίθεση με τον κόσμο των πλατωνικών ιδεών ή με τον ιουδαϊκό Θεό, δημιουργό του κόσμου, η υπερβατικότητα του Θεού που γύρευαν σήμαινε την άρνηση και την περιφρόνηση του κόσμου, εφόσον ο "άγνωστος θεός" ήταν πιο πολύ κοντά στο μηδέν παρά στο είναι. Αυτό γιατί δεν είχε καμία δυνατότητα ν' απαιτήσει και να εγγυηθεί την πραγματοποίηση του δίκαιου Νόμου μέσα στον κόσμο» (βλ. εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 2 Φεβρουαρίου, ένθετο «Βιβλιοθήκη», σελ. 22).

Δεν θα παραλείψω βέβαια να αναφέρω και τη θέση του Χάρολντ Μπλουμ, όπως τεκμηριώνεται στη σελίδα 177 του περιώνυμου έργου του Omens of Millennium (εκδόσεις Fourth Estate, Λονδίνο, 1996) και η οποία, εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει προς το παρόν ανασκευασθεί: «Though pagan Platonists, the first Hermetists, were much affected by Hellenistic Judaism and its allegorizings of the Bible, and the Gnosis at the heart of the Hermetica reminds us again that Gnosticism was a Jewish heresy before it became a Christian one». Η εμπεριστατωμένη αυτή άποψη, η οποία διακρίνει εν γένει τον τρόπο που προσεγγίζουμε τη συγκεκριμένη «σχολή σκέψης», επιβεβαιώνει πανηγυρικά το ζωηρό ενδιαφέρον, το οποίο εξακολουθεί να προκαλεί ακόμη και σήμερα η Γνώση, ως μείζον πνευματικό, υποδόριο αλλά ασίγαστο φαινόμενο, στους κύκλους των εξειδικευμένων μελετητών των διαπολιτισμικών προσαρμογών και όχι μόνον.

Ο Micha Brumlik μάς καλεί από την πλευρά του και με βάση ιδίως τα πορίσματα που διατυπώνονται στο εμβληματικό έργο του προλαλήσαντος Hans Jonas για την αρχαία μυστική Γνώση, το οποίο κυκλοφόρησε πριν από 73 χρόνια, να αναδιατυπώσουμε χρηστικότερους ορισμούς, να υπομνηματίσουμε εκ νέου τα διάσημα χωρία των συναφών παρακαταθηκών ή παρεμφερών υποθηκών, όπως είναι φέρ' ειπείν η αποκαλυπτική, έντονα πολεμική, Α' προς Κορινθίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου, και να συνδέσουμε τις θεμελιώδεις αρχές της Γνώσης με τις καταστατικές ιδεολογίες των Σοπενχάουερ, Βάγκνερ, Φίχτε, Νίτσε, Μαρξ, Βίτγκενσταϊν, Γιουνγκ, Χάιντεγκερ, Σμιτ, Σαρτρ και άλλων. Πολυπρισματικό, εντυπωσιακά ενημερωμένο, διεξοδικό και κυρίως αποδεικτικό, Το όνειρο της αυτολύτρωσης του ανθρώπου ξαναφέρνει στο προσκήνιο το δράμα των αντιπροσωπευτικότερων φορέων της Γνώσης, αλλά και των επιφανών ή ανώνυμων μαρτύρων της, οι οποίοι αντέστρεψαν με γενναιότητα το κοσμοείδωλο της περιρρέουσας ατμόσφαιρας της εποχής τους, υποστηρίζοντας με σθένος την ακύρωση του θλιβερού, μονοσήμαντου παρόντος, στο οποίο εκόντες άκοντες κατοικούσαν. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην αναπόφευκτη σφαγή, κατά τον 9ο αιώνα, των εκατό χιλιάδων θιασωτών της παυλικιανής αίρεσης, η οποία συγκαταλέγεται στα διακεκριμένα παρακλάδια της εφαρμοσμένης Γνώσης, από τους εξημμένους φρουρούς της κατεστημένης βυζαντινής πίστης (βλ. σελ. 197).

Προκειμένου να βιωθεί νοερά, ήτοι ουσιαστικά, στα μύχια της ταλανιζόμενης ύπαρξης το όραμα μιας απόλυτης υπέρβασης, η ηδονή με άλλα λόγια μιας αναβαθμισμένης θέασης του άλλου, σαφώς ειλικρινέστερου, επαρκέστερου ουρανού, οι αδιάλλακτοι ηγέτες και οπαδοί της γνωστικής ρήξης προπαγάνδισαν την ανέκκλητη αθανασία του ατόμου διά μιας άλλης, περισσότερο «ρομαντικής» και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο καθαρά ουμανιστικής οδού. Τα δείγματα της ιδιότυπης αυτής προσφοράς ποικίλλουν. Η σφοδρότητα των συναφών επιχειρημάτων αμιλλάται την εννοιολογική συνέπεια των οραματικών θέσεων. Η δε βεβαιότητα των αφορισμών είναι παροιμιώδης. Εξ ου και η καθόλα υποδειγματική επαγωγή του Micha Brumlik: στη θέση του πανάγαθου-παντοδύναμου, θυσιαζόμενου και αναστημένου υιού-θεού, κάτι το οποίο απέρριπταν κατηγορηματικά ως τη μεγάλη βασίλισσα των αντιφάσεων, οι γνωστικοί καλλιέργησαν με πείσμα τη χειραφέτηση του θρησκευόμενου συμπολίτη τους από τα φαντάσματα της καλώς οργανωμένης Εκκλησίας. Οι grosso modo διάσημοι και μη απόγονοί τους διακρίνονται για μια λίγο-πολύ συνειδητή εμμονή στις ίδιες προαιρέσεις, στις ίδιες αποδομήσεις, παραλλάσσοντας ονόματα και συμφραζόμενα, αυξάνοντας έτσι με τον δικό τους τρόπο τη σημασιολογική αίγλη του λίαν παράδοξου, αλλά καταλυτικού ταυτόχρονα γνωστικού επιτεύγματος. Θα άξιζε να αφιερωθεί μια εξειδικευμένη μελέτη για να ανιχνευθεί ακόμη και στους νεότερους φέρ' ειπείν ποιητές μας η σχετική άμεση ή και έμμεση επίδραση που άσκησαν και ασκούν οι εν λόγω. Ενδεικτικά αναφέρω την περίπτωση του Γιάννη Βαρβέρη (1955-). Η πρόσφατη ποιητική συλλογή του, με τίτλο Ο άνθρωπος μόνος, που εξέδωσε ο «Κέδρος», συνιστά χαρακτηριστικότατο παράδειγμα. Αρκεί κανείς να αποτυπώσει, μεταξύ άλλων, τον ευρηματικό «διάλογο», ο οποίος αναπτύσσεται με ενάργεια αλλά και θυμόσοφη διάθεση, μεταξύ του συγκεκριμένου ποιητικού υποκειμένου και των κορυφαίων, βεβαίως σαφώς υπονοουμένων, μυστών της Γνώσης.

Η μεταφράστρια διεξήλθε πράγματι με επαγγελματική συνέπεια το εξ ορισμού λίαν απαιτητικό πρωτότυπο. Συγκρατώ ένα τυπογραφικό κρίμα στη σελίδα 192: «απωλεσθέντα»· ας διορθωθεί στον ορθό τύπο, χωρίς δηλαδή εσωτερική αύξηση, «απολεσθέντα», στην πιθανολογούμενη επανέκδοση. Θα πρότεινα, επίσης, να συνδυαστεί η μελέτη αυτού του έργου με το αξιολογότατο Δοκίμιο για τη γνώση και τον γνωστικισμό του Θάνου Λίποβατς, το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις, το 2006. Το κέρδος, εννοείται, είναι πολλαπλό. Η εν λόγω εργασία των περίπου εκατό σελίδων, όντας μια οξυδερκής εισαγωγή στο βιβλίο του Micha Brumlik, τονίζει τη διδακτική εμβέλεια των επιχειρημάτων του τελευταίου, επισημαίνει τη διαχρονικότητα των εναγώνιων προβληματισμών και επαναξιολογεί συνοπτικά τους εννοιολογικούς του ορίζοντες. Προβάλλοντας με υποδειγματικά πρόσφορο τρόπο στους πυλώνες των σχετικών αποτιμήσεων, χωρίς να διακινδυνεύει επιζήμιες υπεραπλουστεύσεις ή άκομψους δογματισμούς, συνιστά ένα ιδιαίτερα απολαυστικό, εν ολίγοις, αναγνωστικό δίδυμο.

Tuesday, September 7, 2010

Κάτοπτρα παθών μονοσήμαντων βίων

  • Δεκαπέντε διηγήματα όπου οι χαρακτήρες κινούνται ανάμεσα στο ανθρώπινο δράμα ή το πανηγυρικό θέαμα


  • Του Γιωργου Bεη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Tρίτη, 7 Σεπτεμβρίου 2010
  • Ανδρέας Μήτσου, «Η ελεημοσύνη των γυναικών», εκδόσεις Καστανιώτης, σ. 157.

Πρόκειται για το ένατο κατά σειράν έργο του Ανδρέα Μήτσου: δεκαπέντε διηγήματα εξόφθαλμα, ψαγμένης πραγματικότητας, όπου μεταξύ άλλων, το παράλογο στοιχείο αποτελεί οιονεί αναγκαστικό παραπλήρωμα δήθεν μονοσήμαντων βίων. Ο έμπειρος συγγραφέας βέβαια, ο οποίος, ως γνωστόν, συγκαταλέγεται στους χαρακτηριστικότερους εκπροσώπους της νεωτερικής γραφής στον χώρο της δημιουργικής μας πεζογραφίας, έχοντας τιμηθεί άλλωστε, μεταξύ άλλων, το 1966, με Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, δεν παραλείπει συχνά - πυκνά να διευκολύνει την αναγνωστική ροή με άμεσες ή και πλάγιες δηλώσεις περί της τηρουμένης αφηγηματικής πολιτικής ή της ειδικότερης θεματικής του απόκλισης. Η εν λόγω υπεράσπιση και δεοντολογικά ευσταθεί και κατά τρόπο «μουσικό» γίνεται. Οι χαρακτήρες κινούνται νομοτελειακά, υπακούοντας μαθηματικά στις καταστατικές αρχές της συγκεκριμένης γραφής. Χωρίς να μας ξενίζουν με τις εξάρσεις ή τις στιγμιαίες θυμοειδείς υπερβολές τους, τα πρόσωπα σηκώνουν τον σταυρό του ατομικού τους μαρτυρίου, βιώνοντας στο έπακρο την άκρα σχετικότητα των γνωστικών τους κεκτημένων.

Τα πράγματα διακρίνονται συνήθως από μια μυθική ή μαγική υπόσταση, η οποία τείνει να προκαθορίσει σε μεγάλο βαθμό τη λύση του δράματος. Η μεταφυσική διέξοδος δεν κραυγάζει για την ενδεχόμενη φερεγγυότητά της. Τα παρένθετα ζώα ανάγονται με τη σειρά τους σε γενικότερα σύμβολα ευρύτερου αναστοχασμού. Τη στιγμή δε που ο αφηγητής διερμηνεύει και διερευνά υπόγειες και υποσυνείδητες σημασίες των εμβίων και των σημάτων τους, σε συνάρτηση μάλιστα με τη συλλογική ψυχή, κλείνει το μάτι στον αρκούντως «ολιστικό», από ψυχολογική και ψυχιατρική άποψη, Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ. Τότε το κείμενο αυτομάτως αποκτά μιαν άλλη διάσταση, η οποία, κατά την πάγια τακτική του Ανδρέα Μήτσου, αποβλέπει στην περαιτέρω αφύπνιση του αναγνώστη. Αυτό, δηλαδή, που κατ’ εξοχήν συνέβαινε στο τρίτο βιβλίο του, τη συλλογή διηγημάτων «Σφήκες», που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις του Καστανιώτη, το 2001.
  • Οριακές επικοινωνίες
Απρόοπτοι ή συμβατικοί γείτονες, επιμελείς φιλόλογοι, οι οποίοι μάλλον συνιστούν πτυχές του συγγραφικού alter ego, συνειδητοί νεο-Ροβινσώνες, γραφικοί τερματοφύλακες, δολοφόνοι, απέλπιδες της διπλανής πόρτας, νοήμονα αγόρια, αλλά και άτομα με ειδικές ανάγκες, ευρηματικοί εφημέριοι, μαραθωνοδρόμοι του χωριού, σημασιολογικά ενδιαφέρουσες σουπιές, κάποιο πεκινουά, μια μεθυσμένη κατσίκα, η αρχετυπική γάτα των φιλοσόφων Παρμενίδη και Αρθούρου Σοπενχάουερ, η αναπόφευκτη UNRA, αλλά και αινιγματικά φιδάκια συναποτελούν αντιπροσωπευτικά σημεία αναφοράς των επί μέρους αποδόσεων στην «Ελεημοσύνη των γυναικών». Ο διάκοσμος θα παραπέμψει αρκετές φορές σε μια οριακή συνθήκη επικοινωνίας των μελών της αστικής κυψέλης: «Εδώ η απάτη, η κολακεία, το ψέμα και οι κάθε λογής κατεργαριές, η πισώπλατη κακογλωσσιά, η κοσμική κοινωνική επίδειξη, η ζωή με λάμψη δανεική, η ζωή με προσωπείο, η κοινωνική σύμβαση που συγκαλύπτει την πραγματικότητα, το σκηνικό, θεατρικό παιχνίδι ενώπιον των άλλων, αλλά και του εαυτού μας, κοντολογίς το αδιάκοπο φτεροκόπημα σε κύκλους γύρω από τη μοναδική φλόγα. Ματαιοδοξία, αποτελεί τόσο πολύ τον κανόνα και τον νόμο, ούτως ώστε δεν είναι σχεδόν τίποτε πιο ασύλληπτο από το πώς μπόρεσε να ξεπροβάλει από τους κόλπους των ανθρώπων μια τίμια και καθαρή ορμή προς την αλήθεια». (Ιδέτε Φρίντριχ Νίτσε «Περί αληθείας και ψεύδους υπό εξωηθική έννοια», μετάφραση: Πέτρος Γιατζάκης, επίμετρο: Αλέξανδρος Νεχαμάς, εκδόσεις Εκκρεμές, 2009).

Επισημαίνω επίσης ότι το δημιουργικό «πιστεύω», έτσι όπως είναι συγκροτημένο και δοκιμασμένο επί σειρά ετών στην απαιτητική πεζογραφική πράξη, ενσωματώνεται αβίαστα στην εξέλιξη της όλης αισθητικής πρότασης. Ο φυσιοδίφης των παθών, δικαιολογώντας με παρρησία και σθένος τον κόσμο (του), θέλει να παραμείνει συνειδητά στους αντίποδες της έπαρσης. Δεν είναι δηλαδή ένας ακόμη ισχυρογνώμων, αλλά ένας εμπειρικά ψύχραιμος παρατηρητής. Το αν τα θετικά και τα αρνητικά πρόσημα του ανθρώπινου βίου θα συγκληρωθούν τελικώς εν αγαθώ βεβαίως τον απασχολεί και πολύ μάλιστα, αλλά δεν τον δεσμεύει στις οριστικές αποτιμήσεις του. Η διαχείριση του υλικού αποδεικνύει τους προηγηθέντες ελέγχους επί των υφολογικών αποδόσεων: η κατάληξη του κειμένου δικαιώνει την αφορμή του. Και όλα αυτά με μέθοδο φειδούς. Ακόμη και όταν τεχνηέντως αντιστρέφονται ορισμένες φορές οι αναπόφευκτοι όροι της «αλήθειας» - «αληθοφάνειας» - «ψεύδους», οι ισορροπίες δεν αλλοιώνονται σφόδρα. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι στις επαρκέστερες των περιπτώσεων, το επιλογικό κατευόδιο αφήνει την πόρτα ανοιχτή για μια ή περισσότερες εκδοχές διαφορετικής κατάληξης. Και αυτό συμβαίνει είτε κατά ρητή σήμανση είτε τεκμαίρεται από τα συμφραζόμενα.
  • Ουτοπική γνώση
Κατά τα άλλα, το κείμενο προάγεται εδώ παράλληλα με την αποτίμηση φόρου τιμής σε συγκεκριμένα μυθοπλαστικά ινδάλματα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις οι εμφανώς δοκιμιακές αποτυπώσεις αναβαθμίζουν την τελική σύνθεση. Οι αφορισμοί διαφωτίζουν καταλλήλως τις εννοιολογικές ρήξεις. Το παιχνίδι της λογοτεχνίας αποκτά μια σοβαρότητα προθέσεων, η οποία διεγείρει αποτελεσματικά την ουσιαστική πρόσληψη και περαιτέρω επεξεργασία του μεταβιβαζομένου μηνύματος. Το εμπλουτισμένο με πληροφορίες τελικό αφηγηματικό προϊόν αποδεικνύεται πολλαπλώς χρήσιμο. Οχι μόνον ενοποιούνται αρμονικά οι αφηγηματικοί χρόνοι, αλλά παράγεται με επιτυχία μια σφαιρική εικόνα του εννοιολογικού γίγνεσθαι. Ο συγγραφέας πιστοποιεί με ιδιάζουσα ενάργεια τόσο την εγγενή πολυπλοκότητα της δίσημης ζωής – βασανιστικού εν πολλοίς μυστηρίου, όσο και τη δραστική επενέργεια μιας σαφώς ομολογούμενης πληθωρικής φαντασιακής ροπής, η οποία συνέχει σε βάθος το είναι, δρώντας συνήθως κατά αντίστροφη ή απλώς διορθωτική φορά. Βεβαίως, η απόλυτη γνώση θα παραμείνει προς το παρόν ουτοπική. Το ανθρώπινο δράμα ενίοτε εκφυλίζεται σε πανηγυρικό θέαμα. Η άλλη γνώση, η «περίπου» ας την πούμε έτσι, συνιστά το διαρκές αντικείμενο του συγγραφικού πόθου. Οι καταγραφές αποδίδουν αυτήν ακριβώς τη μελαγχολία των ατόμων που προκαλείται από την αδυναμία τους να υπερβούν το αίνιγμα που τους δόθηκε εκ γενετής, ακυρώνοντάς το. Αλλωστε, έχει προοικονομηθεί και το εξής θεώρημα: «Ο συγγραφέας είναι ένα είδος μάρτυρα, που βιώνει στο πραγματικό τους μέγεθος και στην απόλυτη εντελέχειά τους τα πράγματα και που με περισσεύματα δικά του πυροδοτεί τη ζωή των άλλων και με αυτό τον τρόπο μετέχει ο ίδιος στη ζωή». (Ιδέτε τη συλλογή διηγημάτων του Ανδρέα Μήτσου «Ο χαρτοπαίκτης έχει φοβηθεί», εκδόσεις Καστανιώτη, 2006). Το γεγονός ότι τηρείται σταθερά η ειδική αυτή γραμμή διηγητικής πλεύσης, αναδεικνύοντας ισομερώς τα δύο αυτά στοιχεία - ριζώματα των φαινομένων που μας περιβάλλουν από τις πρώτες κιόλας στιγμές του έλλογου σταδίου μας, σημαίνει πρωτίστως ότι στο κέντρο και στην περιφέρεια των κατά καιρούς εμπεδώσεων του κρινόμενου συγγραφέα επικυριαρχεί η συνέπεια και η αυστηρότητα των κειμενικών προαιρέσεων.

Thursday, April 8, 2010

Οι πληθωρικοί δαίμονες

  • Δημήτρης Μαμαλούκας, Η μοναξιά της ασφάλτου, εκδόσεις Λιβάνη, σ. 339, 17 ευρώ

«Ακούμπησε το κεφάλι του στο απαλό μαξιλάρι. Ολα είναι παρελθόν τώρα. Ο Πετράρχης, όπως το Κακό, αλλάζει χώρες, τόπους, στιγμές. Η βρόμικη Πόλη δεν τον προσέχει. Ανοιγοκλείνει τεμπέλικα τα μάτια σαρώνοντας ψυχές και όνειρα».

(Από το βιβλίο, σελ. 332 )

Οι κομψές αποδόσεις των κλιμακώσεων της συμπεριφοράς των χαρακτήρων, οι συχνές ανατροπές της δράσης μέσα σε ένα αρκούντως αληθοφανές αστικό περιβάλλον, οι έντονες εικονοφιλικές εμπεδώσεις αλλά και οι λεγόμενες τρίπλες της αφήγησης μού κράτησαν κι εδώ, όπως ακριβώς και στο αμέσως προηγούμενο, τέταρτο κατά σειρά, μυθιστόρημα του Δημήτρη Μαμαλούκα, εννοώ τη Χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα (Καστανιώτης, 2007), αδιάπτωτο το ενδιαφέρον. Η ειδικότερη τεχνική επεξεργασία σε όλο το πλάτος της Μοναξιάς της ασφάλτου επιβεβαιώνει άλλη μια φορά την ομολογούμενη ικανότητα του συγγραφέα να προικίζει τους ήρωες και αντι-ήρωές του με πειστική σωματική υπόσταση και ψυχική κατά περίπτωση επάρκεια.

Το οικογενειακό ρομάντζο τού σαφώς μη υποδειγματικού υπαστυνόμου Τσίκη και της συζύγου του, της ηθικά κατά πολύ υγιέστερης Στέλλας, μετατρέπεται σε μία ακόμη τραγωδία, από αυτές που οιονεί αυτομάτως προκαλεί και αναπόφευκτα συντηρεί το μεγάλο χωνευτήρι των υπάρξεων, η νοσηρή Μητρόπολη, η οποία εδώ όλως τυχαίως καλείται Αθήνα. Η νεαρή Δέσποινα συνιστά αρχετυπικό μέλος της αστικής κυψέλης, το οποίο υπακούοντας στην εσωτερική της πετροκαλαμήθρα, για να θυμηθούμε τον Γιώργο Σεφέρη, αντιστέκεται όσο μπορεί στην καθημερινή σήψη. Ο μετανάστης από το μαρτυρικό Αφγανιστάν, ονόματι Αμίρ, ο οποίος δεν έχει κανένα λόγο να μας κρύψει ότι διψάει κυριολεκτικά για εκδίκηση στον βωμό του κατ' αυτόν πατρικού χρέους, συμβολοποιεί με τη σειρά του τον απανταχού φυγάδα-ξένο, τον εκασταχού εκάστοτε αποφασισμένο για όλα, πεφωτισμένο ή αδαή έπηλυ, ο οποίος θέλει να υποκαταστήσει επί ματαίω τη μητρική γη με την πολλά υποσχόμενη Χαναάν, δηλαδή τους φασματικούς ή πληθωρικά βασανιστικούς, πάντα μακρινούς, σχεδόν απάνθρωπους τόπους των Λύκων- Αλλων. Ο Αμίρ ανήκει εν ολίγοις στα άχθη αρούρης, τα οποία, παρά τις πράγματι φιλότιμες προσπάθειες που καταβάλλουν, δεν μπορούν να αποσείσουν τα μαρτύρια ενός παρόντος, το οποίο κατ' ουσίαν δεν θέλει με κανέναν τρόπο να τους περιέχει. Ο Ξένος του Καμύ συνιστά το εξόφθαλμο αειθαλές πρότυπο, το οποίο όμως δεν καταδυναστεύει τις επιμέρους κειμενικές εφαρμογές. Κοντολογίς, φρονώ ότι ο Δημήτρης Μαμαλούκας σκιαγραφεί εδώ έναν από τους αρτιότερους πρωταγωνιστές της προσωπικής του σκηνής, χωρίς να παρωδεί τα ινδάλματά του.

Οσον αφορά το έτερο ζεύγος, το οποίο υποστασιοποιεί ο ημιπαράφρων, αρκούντως διαστροφικός, δίβουλος και αυτοκτονικός Πετράρχης και η αναλόγως μοιραία Μιράντα (= η καταραμένη «Θαυμαστή»), θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι με την εξωστρέφειά του συμπυκνώνει ό,τι συνήθως οι δαίμονες της λόγιας ή της δημώδους λογοτεχνικής παράδοσης ή ακόμη ενίοτε και οι εφιάλτες των ονείρων μας δεν διστάζουν να μας διδάσκουν. Ο συγγραφέας διά των ορθών επαναλήψεων επιτυγχάνει να προσδώσει ικανό βάθος στην όλη ανάλυση των δύο αυτών προσώπων, τα οποία αν και δεν θα λέγαμε ότι είναι συνήθη ή τυποποιημένα, καταφέρνουν να μας πείσουν, και μάλιστα σχετικά γρήγορα, ότι δεν αποκλείεται να ζούνε κάπου εδώ κοντά μας. Η εμβέλεια της παραστατικής ικανότητας του Δημήτρη Μαμαλούκα πιστοποιείται κι εδώ: οι όποιες αξίες της ζωής προσανατολίζουν ακόμη τις συνειδήσεις των μικροαστών, οι οποίοι αντιστέκονται στον βαθμό που το Κακό υποχωρεί κατά τι (και μάλιστα για άγνωστους λόγους). Ισως, θα μπορούσε να διαπιστώσει ένας αρκετά ψύχραιμος μελετητής της μυθιστορηματικής οικονομίας, για να επιτρέψει στον καταπονημένο αντίπαλό του, με άλλα λόγια στο διαλεκτικά αναγκαίο Αγαθό, να υπάρχει ακόμη, να υφίσταται παρά τις όποιες αντιξοότητες, προκειμένου να συνεχιστεί αενάως το γελοίο, σύμφωνα με ορισμένους φιλοσόφους, παιχνίδι του κόσμου. Σ' αυτή την καθόλα μανιχαϊκή αντιπαράθεση, η στοργική μητέρα Στέλλα, η καθωσπρέπει, εργατική Δήμητρα και εν μέρει η αινιγματική, κάποτε αμφίθυμη Μιράντα αναλαμβάνουν προφανώς τους ρόλους των από μηχανής Αγγέλων Προστατών ή Τιμωρών, οι οποίοι εκόντες άκοντες προσγειώθηκαν στον πλανήτη μας για να κερδίσουν το προ πολλού χαμένο έδαφος, το οποίο τώρα κατέχουν οι σκοτεινές δυνάμεις του Εωσφόρου. Περιττό να τονίσω ότι στην προκειμένη περίπτωση ο τελευταίος ενσαρκώνεται πλήρως στη μορφή του απρόβλεπτου και επαΐοντος περί τον τρόμο προαναφερθέντος Πετράρχη.

Τα εν λόγω υποκείμενα εννοείται ότι αποτελούν αυτοτελείς μυθιστορηματικές μονάδες, οι οποίες κεχωρισμένως θα μπορούσαν να μας αφηγηθούν άνετα, σε ξεχωριστό βιβλίο, το ατομικό τους πάθος. Και θα είχαν ομολογουμένως πολλά να εξομολογηθούν. Η πληρότητά τους άλλωστε, από μυθοπλαστικής σκοπιάς, είναι εγνωσμένη, οι συγκρουσιακές συνθήκες πείθουν, οι δε εναλλαγές της δράσης θα μπορούσαν να διαμοιραστούν ισομερώς, προκειμένου να παραχθούν καταλλήλως τα τελικά, καθόλα ανεξάρτητα κείμενα. Ενσωματώνοντας όμως εντέχνως όλες αυτές τις ιστορίες σε μία και μόνον, ο επαρκής συγγραφέας δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να υποστηρίζει εμπράκτως την υπόθεση της μεικτής ή παράλληλης μυθιστορίας προς όφελος της κειμενικής εμπειρίας. Η συνάντηση των ηρώων στο δίχτυ του πεπρωμένου, προς τη μέση του παρόντος έργου, αν και αναμενόμενη, προκαλεί εντούτοις τον απαραίτητο αναγνωστικό σπινθήρα. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα θα έλεγα ότι, εν συνόλω, παραπέμπει συχνά-πυκνά στο ειδικότερο εκείνο κλίμα, όπου τα διαρκή εγκλήματα και η αναλγησία των «συντρόφων» του βίου διαμορφώνουν το καθημερινό γίγνεσθαι. Ας παραθέσω πρόχειρα τα εξής συναφή για τις ανάγκες των εποπτικών συγκρίσεων: «Κύριε επιθεωρητά, θα σας το πω ως εξής: Αν έχεις υπηρετήσει εδώ τόσον καιρό όσο εγώ, ανακαλύπτεις ότι κανένας δεν σου φαίνεται για το ένα ή το άλλο. Ή, με άλλα λόγια, οποιοσδήποτε μπορεί να σου φαίνεται γι' αντεροβγάλτης. Με παρακολουθείτε;» (ιδέτε Τζούλιαν Μπαρνς, Αρθουρ και Τζορτζ, μετάφραση: Αλεξάνδρα Κονταξάκη, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2000).[...] ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Tuesday, March 2, 2010

Τα σύννεφα της Ιστορίας

  • Του Γιωργου Βεη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 02/03/2010
  • Κώστα Χατζηαντωνίου: «Αγκριτζέντο». Εκδόσεις «Ιδεόγραμμα», σελ. 293

Ο συγγραφέας είναι έμπειρος. Οσα αφορούν την ικανή και αναγκαία κειμενική οικονομία του είναι ήδη γνωστά. Γι’ αυτό και η οριστική μορφή του παρόντος μυθιστορήματος παρακολουθεί, αφομοιώνει, προεκτείνει εν τέλει, σε καλώς συγκερασμένη εκδοχή, όσα το πρωτογενές σχέδιο διάρθρωσε, χωρίς αντιπαραγωγικές παλινδρομήσεις, υφολογικές αναταράξεις ή άλλες διηγητικές αβαρίες. Συγκρατώ επίσης ότι η πλοκή διακρίνεται για την αβίαστη εξέλιξή της. Κατά τα άλλα η συγγραφική πείρα επινοεί συν τοις άλλοις μνήμες και βιώματα, ενώ φυλετικές - εθνικές πεποιθήσεις και πιστεύω συνάπτονται ευεργετικά στον κύριο μυθιστορηματικό ιστό. Το ιστορικό παρελθόν, εφιαλτικό και μη, και η σύγχρονη ιλαροτραγωδία του ανθρώπου συναποτελούν τους δύο κύριους πόλους των σημάνσεων του «Αγκριτζέντο», που ανακαλεί βεβαίως τον πατρώο - μητρώο Ακράγαντα κατά τρόπο ευθύ και εμπεριστατωμένο.

Παρόν και παρελθόν, οίκοθεν νοείται, ενοποιούνται σε πολλά σημεία του έργου. Η διεύρυνση αυτή εισπράττεται φυσιολογικά: ο χωρόχρονος μοιάζει αίφνης οικείος. Αποσχηματισμένοι ιερείς, φλογεροί εραστές, αυτοτιμωρούμενοι, παράδοξοι κακοποιοί και αινιγματικοί ιατροφιλόσοφοι αναδεικνύονται προοδευτικά σε περσόνες ευρύτερου ψυχικού εκτοπίσματος, που αναζητούν διακαώς την πολυπόθητη κάθαρση της ανώτερης βαθμίδας. Η παρένθετη, αλλά εμβληματική μορφή, του διασημότερου τέκνου του Αγκριτζέντο, δηλαδή του Εμπεδοκλή, υποδηλώνει στο μεταξύ τη σαφή συσχέτιση της μοίρας του ανθρώπου εν γένει με όσα η ρηξικέλευθη σκέψη του φιλοσόφου διείδε. Τον βίο και την πολιτεία του Ακραγαντίνου σοφού αναλαμβάνει να αποτυπώσει ένας αεικίνητος λόγιος, ο Παυσανίας. Εχω την εντύπωση ότι ο Κώστας Χατζηαντωνίου γνωρίζει ότι «αν ψάχνεις να βρεις ένα νόημα στην Ιστορία, είναι σαν να κοιτάς τα σύννεφα. Στα σύννεφα βλέπεις σχήματα που μοιάζουν με λιοντάρια, με βουνά, με λίμνες, με θάλασσες. Είναι σχήματα αυθαίρετα, κατά τον ίδιο τρόπο που είναι αυθαίρετη και η Ιστορία. Βλέπω την Ιστορία σαν ένα μεγάλο όνειρο, που όμως δεν το ονειρεύεται κανείς. Είναι σαν όνειρο που ονειρεύεται τον εαυτό του. Ισως όμως δεν έχει προορισμό...», όπως μας έδειξε ο μείζων φιλόσοφος και αμετακίνητος φιλέλληνας Αρθούρος Σοπενχάουερ. Το πολιτισμικό κληροδότημα του Αγκριτζέντο – Ακράγαντα αναπλάθεται μέσα σε ένα ιδεαλιστικό, πλην όμως πειστικό σκηνικό. Οι πνευματικές αξίες της Μεγάλης Ελλάδας, τα διδάγματα από την εκεί δράση του Ελληνισμού και όσα άλλα παρεμφερή προέκυψαν διιστορικά, ενοφθαλμίζονται κατά συνέπεια στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα των σημερινών δεδομένων.

Monday, April 13, 2009

Οι τελευταίες συλλογές του Γιάννη Βαρβέρη, του Γιώργου Βέη και του Αναστάση Βιστωνίτη

  • Κλειδιά ποιητικής ωριμότητας
  • Γιάννης Βαρβέρης: Ο άνθρωπος μόνος, εκδ. Κέδρος

  • Γιώργος Βέης: Ν, όπως Νοσταλγία, εκδ. Ύψιλον

  • Αναστάσης Βιστωνίτης: Τα ρόδα της Αχερουσίας, εκδ. Ροές

Ο Γιάννης Βαρβέρης ξεκινά τη νέα του συλλογή με Μπακούνιν – διά στόματος Λεό Φερρέ: αν ο Θεός υπήρχε, θα έπρεπε να τον ξεφορτωθούμε. Διαβάζοντας τη συλλογή του, καταλήγει ωστόσο κανείς στον Στεντάλ: μία μόνο δικαιολογία έχει ο Θεός, ότι δεν υπάρχει. Διαπλέκοντας τα επεισόδια της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης με τα μυστήρια και τις γιορτές που ρυθμίζουν τη ζωή των θνητών, ο Βαρβέρης σκηνοθετεί ένα χρονικό προαναγγελθέντος θανάτου του Θεού, χωρίς να υπερθεματίζει όσον αφορά το μεγαλείο του ανθρώπου, χωρίς να υμνεί τη μεγαλοσύνη του. Ψύχραιμα και συγκροτημένα, επανερμηνεύει τη σχέση Θεού και ανθρώπου και υπονομεύει την εξουσία του Θεού χωρίς να διεκδικεί για τον άνθρωπο καμία άλλη θέση από αυτή που επί γης κατέχει: τη θέση μιας ύπαρξης ευεπίφορης στην αμαρτία και το σφάλμα, όσο και στην αγάπη και στο μίσος· μιας ύπαρξης που ασμένως δέχεται τη συνύπαρξη και εξίσου ασμένως την αρνείται, ακόμα και στις πιο στενές και αγαπητικές σχέσεις, όπως η σχέση γονιού – παιδιού που διαρκώς επανέρχεται στη συλλογή.

Ο Θεός του Βαρβέρη πάσχει επειδή του λείπει η ανθρώπινη ματιά, το γέλιο, η συμπόνια, η ανοχή. Οι υπηρέτες του στην Ιστορία ιδιοτελείς ή απελπισμένοι, δέσμιοι. Ο Θεός του Βαρβέρη καταργείται με τον απλό ευκλείδειο τρόπο: «ό,τι αναπόδεικτα δηλώνεται, εξίσου αναπόδεικτα καταρρίπτεται». Ο ατελής ανθρώπινος βίος αποτελεί τη μόνη βεβαιότητα και το εύθραυστο ανθρώπινο σώμα μοναδική πηγή χαράς και ευφορίας, το σύντομο πέρασμα του ανθρώπου από τον κόσμο, τη μοναδική δυνατή διαδρομή. Το κερί που το ποιητικό υποκείμενο ανάβει δεν αναπέμπει ύμνο στον Θεό, αλλά εκφράζει την ανακούφιση του ανθρώπου: «Πως ευτυχώς / στέκομαι εδώ αβοήθητος / και πως ακόμα / όσο μπορώ / θα λάμπω».

Μέσα από έναν αθεϊσμό φιλοσοφικό, ο Βαρβέρης συνομιλεί για άλλη μια φορά με το θάνατο, καταφάσκοντας ρητά στη ζωή. Η διαύγεια της ματιάς του υποστηρίζει μια διαρκή, ειρωνική ανατροπή, που δεν στερείται σπαρακτικότητας· ενώ παράλληλα σηματοδοτεί μια κορύφωση στην έως σήμερα ποιητική του πορεία, εγκαινιάζοντας με τον καλύτερο τρόπο μια νέα φάση στην ωριμότητά του.

«Λιγόλογη είναι η φύση στην ομιλία της», λέει το Τάο τε Τσινγκ. Λιγόλογα και τα ποιήματα στην τελευταία συλλογή του Γιώργου Βέη, που χρόνια τώρα συναιρεί στα κείμενά του –ποιήματα και πεζά– τη Δύση με την Ανατολή, το λαϊκό με το λόγιο, το λυρικό με το στοχαστικό, τους διαφορετικούς κόσμους στις λεπτομέρειές τους. Ποιήματα που απεικονίζουν τη φύση στη διαρκή της μεταμόρφωση, στη δυναμική, συνεχώς μεταβαλλόμενη ισορροπία της· μια φύση που απορροφά το ποιητικό υποκείμενο και γίνεται ένα με τη διαρκή ροή, εις αναζήτησιν του Νόμου –αν ίσως είναι και αυτή μια σημασία του Ν– του καθολικού, της αλλαγής που ενώνει τους αντίθετους πόλους σε ισορροπία και δικαιοσύνη, στην υπερίσχυση του απαλού και του ευλύγιστου. Η λιτότητα της έκφρασης, η μεταφυσική οπτική που ανοίγει τα ποιήματα με τη σοφή χλωρίδα και πανίδα τους σε νέες διαστάσεις, η εστίαση στο εκτός εαυτού που συνδέεται ωστόσο με ό,τι πιο βαθύ στον μέσα κόσμο, ορίζουν τη θέση της συλλογής στη γόνιμη ποιητική διαδρομή του Βέη. Εικόνες γεμάτες ευωδιές και κίνηση απαλή, όπου η επιθυμία δεν απαλείφει ωστόσο την απώλεια, ούτε το μεταφυσικό το φυσικό και τον κόσμο. Συνομιλίες ποικίλες, νοσταλγία κι ο «ασημένιος καθρέφτης–ποτάμι» του Ταρκόφσκι, το «Forever – is composed of nows» της Ντίκινσον, η αθανασία και τα πουλιά – ο Κάλβος και ο αρχαιοελληνικός πτηνός, το φιλοσοφικό αίτημα για απλότητα και αρμονία και η διαρκής μεταστοιχείωση του παντός, μαζί και του ποιητικού υποκειμένου και του αγαπημένου προσώπου. Συλλογή ενιαία, χωρίς ενότητες όπως οι προηγούμενες, με τις οποίες συνομιλεί με εικόνες, μοτίβα και στίχους ολόκληρους, και από τις οποίες διαφοροποιείται, το «Ν, όπως Νοσταλγία», συνιστά μια κατακλείδα ωριμότητας στην έως σήμερα πορεία του Βέη – «θητεία που έληξε σε γνώση μυστική».

Το ένατο κύμα, ο μύθος. Το παλιό ορυχείο, η Ιστορία. Τα μεγάλα ψέματα, το παρόν και το μέλλον, ζοφερό και δυσοίωνο: οι τρεις ενότητες της νέας συλλογής του Αναστάση Βιστωνίτη, τις οποίες ανοίγει ένας εύρυθμος και ελεγειακός δεκαπεντασύλλαβος. Καταργώντας τα όρια του χώρου και του χρόνου, συνενώνοντας το αφηρημένο και το συγκεκριμένο, το φυσικό και το υπερφυσικό μέσα σε ένα σκηνικό ερειπίων, μοναξιάς και αιωνιότητας, σε έναν κόσμο που ξεκινά να βυθίζεται από τους πρώτους κιόλας στίχους της πρώτης ενότητας, ο Βιστωνίτης, ρομαντικός μοντερνιστής, παρατηρεί τον αναδιπλασιασμό του εαυτού και τον κατακερματισμό των πραγμάτων και καλεί τους θεούς μιας νέας θρησκείας που ενώνει με στίχους που παραπέμπουν σε ύμνους ορφικούς και μπαλάντες. Στο γοτθικό, μελωδικό τοπίο του, όπου ο Κητς συναντά τον Τέννυσον και τον Σέλεϋ, τον Μπωντλαίρ, τον Ελιοτ και τον Σεφέρη, η τρέλα συναγωνίζεται την ερημιά αλλά και τη δύναμη της προφητείας, με φόρμες ποικίλες και ρυθμούς εναλλασσόμενους, με ρίμες άλλοτε υποτακτικές και άλλοτε εξεγερμένες.

Επεται η Ιστορία, η εξουσία και η κατάχρησή της, οι πένθιμες πομπές των αδικοσκοτωμένων, τα ματωμένα ίχνη μιας παρακμής γνωστής εκ των προτέρων, το Κακό στην ίδια την καρδιά της πολιτικής και του ιδεώδους, στην καρδιά της πολιτείας, στον μεταβιομηχανικό, καφκικό κόσμο που περισφίγγει μέχρι θανάτου τον άνθρωπο. Σε ένα κλίμα μεταμοντέρνου fin de siecle, με πόλεις–βάλτους και μαυσωλεία και ανθρώπους ζωντανούς νεκρούς, σε έναν κόσμο «που δεν διορθώνεται ούτε στα όνειρα πια» και το μέλλον του δεν μπορεί παρά να είναι «ένα μέλλον αλγεβρικό / γεμάτο ρουνικά σύμβολα, / λουτρά αίματος / κι ορφανές ιδέες», ο Βιστωνίτης διακηρύσσει ως ποιητής, ως «ο πιο μόνος άνθρωπος», μια παράφορη πολλαπλότητα. Εναγκαλίζεται το θάνατο για τα ολάνθιστα και ευωδιαστά του ρόδα και τα προσφέρει με τέχνη εξαιρετική στον αναγνώστη.

  • Της Τιτικας Δημητρουλια, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 12/04/2009

Tuesday, September 2, 2008

Ο Ρεμπό στην Αιθιοπία

Οι περιπέτειες του Γάλλου ποιητή μέσα από την επιστολογραφία του


Του Γιώργου Βέη, Η Καθημερινή, Tρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2008

Click to see an enlarged picture

Arthur Rimbaud: «Γράμματα από το Χαράρ». Μετάφραση: Απόστολος Καρούλιας. Εκδόσεις «Αγρα», 2007, σελ. 141.

Είναι ομολογουμένως ένα ουσιαστικό βοήθημα για την απώτερη κατανόηση του ψυχισμού του δημιουργού των «Εκλάμψεων», (ιδέτε την πρόσφατη, υποδειγματική μετάφρασή τους από τον Στρατή Πασχάλη, στις εκδόσεις «Γαβριηλίδη»), εμπλουτισμένο από τη λειτουργική εισαγωγή των Dominique και Nadine Petitfaux και το κατατοπιστικότατο επίμετρο του Jérôme Vérain. Οι επιστολές αυτές, στην πλειονότητά τους απεγνωσμένες, μεταφρασμένες στη γλώσσα μας με επαγγελματική συνέπεια, αποδίδουν περιληπτικά το υλικό ενός μείζονος βιβλίου παθών, το οποίο δεν γράφτηκε ποτέ. Η κόλαση σε μια νέα, προσωποπαγή εκδοχή: το πολύγλωσσο, ενίοτε εφιαλτικό αιθιοπικό τοπίο ως αναγκαστική λύση βίου, οι αμφιλεγόμενες οικονομικές συναλλαγές του Arthur Rimbaud είτε με Μουσουλμάνους είτε με Κόπτες αρχηγούς κρατών, η προϊούσα σύφιλη, οι περιπετειώδεις πωλήσεις όπλων σε φανατικούς πολεμάρχους των ερήμων, η οριστική αντικατάσταση της λογοτεχνίας από ετερόκλητες εμπορικές πράξεις, η διαπίστωση ότι το Παρίσι και όχι μόνον ήταν η μοιραία ουτοπία, η θλιβερή αναπηρία από τις επιπλοκές που προκάλεσε ένας όγκος στο δεξιό γόνατο, η οριακή δυσκολία της ύπαρξης να αντιληφθεί σε βάθος τόσο τον κόσμο, όσο και την ίδια την υπόστασή της – όλα καταγράφονται εδώ με ιδιάζουσα ειλικρίνεια.

Οιονεί επιτύμβια, πάντως καίρια και βασανιστικά τεκμήρια βίου, τα γράμματα αυτά πιστοποιούν από μια άλλη οπτική γωνία το ακατάβλητο σθένος ενός ανθρώπου, ο οποίος έσπευσε από τα πρώτα κιόλας χρόνια της εφηβείας του να αμφισβητήσει τα θέσφατα της γενέθλιας, ασφυκτικής Σαρλεβίλ των Αρδεννών, για να δοκιμάσει να ακυρώσει στη συνέχεια τα συμβατικά όρια του μέγα - κόσμου. Η διπλή ύβρις τιμωρήθηκε δεόντως: ο τολμητίας σύρθηκε στη Σαρλεβίλ για να ενταφιαστεί εκεί. Η πόλις που τόσο τον απωθούσε, κλήθηκε τον Νοέμβριο του 1891 να τον στεγάσει ανεκκλήτως. Ο κύκλος κλείνει μέσα σε οιμωγές και παρακρούσεις.
Δίπλα στις απεγνωσμένες παραγγελίες του απρόβλεπτου ποιητή για την άμεση αποστολή από τη Γαλλία στο Χαράρ της Αιθιοπίας διαφόρων αντικειμένων, στα οποία συμπεριελάμβανε, μεταξύ άλλων, γραφόμενα, βαρόμετρα, εξάντες, πυξίδες, λεξικά αραβικών, αλλά και της διαλέκτου αμπάρα, τηλεσκόπια, συνοπτικές μεθόδους μεταλλουργίας, εγχειρίδια υδραυλικής και αντίτυπα του Κορανίου στα γαλλικά, παρατίθενται η μια μετά την άλλη οι σπουδαιότερες φάσεις της πεισματικής παραμονής του Rimbaud στο διακεκαυμένο Κέρας της Αφρικής.
Πρόκειται για τον ύστατο προορισμό του, εκεί ακριβώς όπου φαντασιώθηκε τη γέννηση του γιου του, μετά τις άγονες, διαδοχικές προσπάθειές του να ενσωματωθεί δημιουργικά στη ζωή της Αγγλίας, της Γερμανίας, της Ινδονησίας, της Σουηδίας, της Νορβηγίας και της Κύπρου. Προφανώς, η απόκτηση κέρδους στο Χαράρ ήταν η πλέον πρόσφορη. Γι’ αυτό και ήταν προς τα εκεί διαρκώς στραμμένο το ενδιαφέρον του ποιητή τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του. Βεβαίως, οι κύκλοι των φιλολογικών εχθρών του τον κατηγόρησαν ότι προωθούσε με τον τρόπο του το οργανωμένο λαθρεμπόριο της περιοχής, σε μακροχρόνια μάλιστα βάση, σε καθεστώς πλήρους ατιμωρησίας, έχοντας ήδη υπερκεράσει προ πολλού κάθε ηθικό φραγμό. Ούτε από τα προαναφερόμενα γράμματα, ούτε από άλλες αντικειμενικότερες πηγές μπόρεσε έως σήμερα να στηριχτεί βασίμως η αήθης αυτή κατηγορία.
Κατά τα άλλα, γνωρίζουμε ότι οι δυσκολίες προσαρμογής των επήλυδων, οι παραγωγικές ή απέλπιδες περιηγήσεις τους ανά τον κόσμο, οι αναπόφευκτες μακροχρόνιες ή περιορισμένης διάρκειας εγκαταστάσεις τους σε καταναγκαστικά πάντως τοπία, τα σύνδρομα της προσωρινής ή τελεσίδικης απόρριψης και οι μικρές ή μεγάλες νίκες στο κύριο σώμα ή στο περιθώριο της επιθετικής συνήθως καθημερινότητας, τις οποίες βιώνουν οι φερτοί σε διαχρονική κλίμακα, συναποτελούν πρωτογενή υλικά της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Σε τέσσερις λέξεις φρονώ ότι αποτυπώνεται επαρκώς το συναφές άγος: «Denn Bleiden ist nirgends» Ο εν λόγω αφορισμός απαντά στο «Πρώτο Ελεγείο του Ντουίνο» του γεννημένου στην Πράγα, ακαταπόνητου νομάδα Reiner Maria Rilke (1875 - 1926) και πρόχειρα πάει να πει «δεν υπάρχει τόπος για να ζεις». Σε μία από τις πρώτες θέσεις των μαρτυριών αυτού του είδους κατατάσσονται ασφαλώς και τα όσα αποτυπώνονται στις αιμάσσουσες επιστολές του αμετανόητου πολυ-μέτοικου Arthur Rimbaud.