Showing posts with label Παπαδάκη Κάλλια. Show all posts
Showing posts with label Παπαδάκη Κάλλια. Show all posts

Saturday, December 3, 2011

Κ. Παπαδάκη: «Στα φεστιβάλ επικοινωνούμε τη δουλειά μας σε άλλες γλώσσες»


  • Η νεαρή συγγραφέας μιλάει στο «Βήμα» με αφορμή το 1ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών
[Λαμπρινή Κουζέλη, Το Βήμα, 2/12/2011]. «Τα φεστιβάλ σου δίνουν τη δυνατότητα να επικοινωνήσεις αυτό που γράφεις σε άλλες γλώσσες», λέει η 33χρονη συγγραφέας Κάλλια Παπαδάκη, η οποία με τα διηγήματά της «O ήχος του ακάλυπτου» (Πόλις, 2009) έλαβε το Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα 2010 του περιοδικού «Διαβάζω», ενώ εκπροσώπησε την Ελλάδα σε τρία φεστιβάλ νέων λογοτεχνών που συμμετέχουν στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα «Scritture Giovani». 

Ενόψει του 1ου Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών που θα διεξαχθεί στην Αθήνα, στις 9 και 10 Δεκεμβρίου, στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, της ζητήσαμε να μας μεταφέρει την εμπειρία της από τα φεστιβάλ στα οποία συμμετείχε. 
«Τα φεστιβάλ δίνουν βήμα σε ανθρώπους που ο λόγος τους δεν θα μπορούσε να ακουστεί αλλιώς. Ειδικά για εμάς τους Έλληνες αποτελούν ένα τρομερό μέσο επικοινωνίας. Δεν έχουμε όλοι τη δυνατότητα να μεταφραστεί το έργο μας σε ξένες γλώσσες, αυτές είναι αποφάσεις που παίρνουν οι εκδότες, στα φεστιβάλ όμως μπορείς να δεις πόσο περνάει αυτό που γράφεις σε κοινωνίες και γλώσσες πέρα από τον δικό σου χώρο και χρόνο. Έχεις την εμπειρία της άμεσης ανταπόκρισης από το κοινό και παίρνεις μια ιδέα τι από τα κείμενά σου μπορεί να μεταφραστεί και τι όχι και ποιες είναι οι δυσκολίες», λέει στο «Βήμα».

Η ίδια και το διήγημά της «Άγης και Μαίρη» βρέθηκαν την άνοιξη στο Φεστιβάλ Hay στη Βρετανία και το φθινόπωρο στη Μάντοβα και στο Βερολίνο, τρία φεστιβάλ νέων στα οποία η Ελλάδα ήταν τιμώμενη χώρα. 

Wednesday, June 23, 2010

ΚΑΛΛΙΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ: Η συγγραφέας που γίνεται... ντετέκτιβ


  • Εκανε διδακτορικό στα οικονοµικά, αλλά τα άφησε για τη λογοτεχνία. «Πήρα µεγάλο ρίσκο», λέει. Τη δικαίωσε όµως το Βραβείο Πρωτοεµφανιζόµενου Συγγραφέα του περιοδικού «Διαβάζω»...

    • Της Εύης Ελευθεριάδου, ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 23 Ιουνίου 2010

    «Φοράει» τον ρόλο των χαρακτήρων της, τριγυρνά στο κέντρο της Αθήνας, παρατηρεί λεπτοµέρειες «σαν ένας ντετέκτιβ» και τις µετατρέπει σε ανθρώπινες ιστορίες. Στα 32 της, η Κάλλια Παπαδάκη εντυπωσίασε τους κριτικούς µε το πρώτο της βιβλίο, που της χάρισε πριν από λίγες ηµέρες το βραβείο πρωτοεµφανιζόµενου συγγραφέα του περιοδικού «Διαβάζω». Στο βιβλίο «Ο ήχος του ακάλυπτου» ήρωες είναι οι ένοικοι µιας τυπικής αθηναϊκής πολυκατοικίας. Η Παπαδάκη µεταφέρει τον αναγνώστη από το ένα διαµέρισµα στο άλλο µε την ίδια ευκολία που αφήνει πίσω της σπουδές στα οικονοµικά και µια σταθερή δουλειά σε χρηµατιστηριακή εταιρεία για να σπουδάσει σκηνοθεσία, µετά να γίνει συγγραφέας και, τελευταία, να γράψει σενάρια για τον κινηµατογράφο.

    «Τα οικονοµικά δεν είναι απλά νούµερα ούτε θετική επιστήµη. Με επηρέασαν πολύ στη συγκρότηση της σκέψης µου. Μπορεί να µοιάζουν άσχετα µε τη γραφή, αλλά έχουν κοινά στοιχεία την αβεβαιότητα και τον ανθρώπινο παράγοντα. Το χρηµατιστήριο βασίζεται πολύ στην ψυχολογία, τις προσδοκίες και τον χειρισµό των καταστάσεων».

    Οι χαρακτήρες του βιβλίου της, πάντως, µάλλον δεν θα τα έβγαζαν πέρα µε τις απαιτήσεις του επαγγέλµατος. «Αυτοί ανήκουν στην κατηγορία των ανθρώπων που, λίγο - πολύ, αφήνουν τα πράγµατα ως έχουν και λένε “ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει’” Οι περισσότεροι δεν µπορούν να ξεφύγουν από τις καταστάσεις στις οποίες έχουν µπλέξει».

    Αντίθετα, εκείνη δηλώνει «αγύριστο κεφάλι» και κάνει τα αδύνατα δυνατά για να πετύχει τον στόχο της: «Αν θέλω να κάνω κάτι θα χαλάσω τον κόσµο και θα βρω τον τρόπο».

    Ετσι, άλλωστε, άφησε µέσα σε 15 µέρες δουλειά και διδακτορικό στα οικονοµικά και γράφτηκε στη Σχολή Σταυράκου για σκηνοθεσία. Λίγο µετά ακολούθησε το γράψιµο, στο οποίο είχε κλίση από µικρή. «Οταν γύρισα από τις σπουδές µου στην Αµερική, δούλεψα 1-2 χρόνια στις ισοτιµίες νοµισµάτων, όπου ζεις παρέα µε την αδρεναλίνη επί 24 ώρες. Η δουλειά σου γίνεται η ζωή σου. Δεν ήθελα όµως να αποκτήσω έλκος και τα παράτησα. Πήρα µεγάλο ρίσκο, αλλά προφανώς είχα βάλει τις βάσεις γι’ αυτά που θα ακολουθούσαν. Τελικά, κάνω αυτό που πραγµατικά αγαπώ. Γράφω γιατί περνάω καλά γράφοντας».

    Θεωρεί τον εαυτό της τυχερό καθώς το βιβλίο προέκυψε «εύκολα» χωρίς να το κυνηγήσει. «Είχα γράψει τρεις ιστορίες γιατί δεν είχα κάτι άλλο να κάνω, τις διάβασε ο εκδότης µου και µου ζήτησε να υπογράψω. Χαίροµαι γιατί οι ιστορίες κατάφεραν να βρουν το κοινό τους και να επικοινωνήσουν. Ενα βιβλίο άλλωστε είναι ένα παιχνίδι ερωταπαντήσεων. Δεν περίµενα το Βραβείο Πρωτοεµφανιζόµενου Συγγραφέα, είναι µεγάλη τιµή».

    Ωστόσο, σε συνδυασµό µε τις θετικές κριτικές, τη φορτώνει µε άγχος για το επόµενο βήµα. «Οταν γράφονται τόσα πολλά καλά για την πρώτη σου προσπάθεια, θα πας µε το δεύτερο βιβλίο και όλοι θα σε περιµένουν στη γωνία. Λογικό, βέβαια. Κι εγώ το ίδιο θα έκανα».

    Γι’ αυτό και λέει να το καθυστερήσει όσο µπορεί, «µέχρι να ξεχαστεί όλο αυτό». Βοηθά κιόλας το γεγονός ότι αυτή την εποχή γράφει δύο σενάρια ταυτόχρονα για τις καινούργιες ταινίες της Πένης Παναγιωτοπούλου και της Κατερίνας Ευαγγελάκου (µαζί µε τον Νίκο Παναγιωτόπουλο). «Διάβασαν το βιβλίο µου, είδαν ότι είναι γεµάτο εικόνες και µου ζήτησαν να συνεργαστούµε. Είναι υπέροχη διαδικασία το σενάριο. Μαθαίνεις να σκέπτεσαι µε εικόνες, να λες πράγµατα χωρίς να τα πεις, υπάρχει µια οκονοµία σκέψης πολύ γοητευτική. Μπορεί να φάω τα µούτρα µου, αλλά ελπίζω πως η γραφή µου θα ωριµάσει και µετά θα µπορώ να γράψω κάτι εντελώς διαφορετικό από το πρώτο µου βιβλίο. Αυτή είναι η πρόκληση».
    • «Σε περίοδο κρίσης µπορείς να πας µπροστά»
    Οικονοµική κρίση, ΔΝΤ, διαδηλώσεις, τράπεζα Μαρφίν, δεκεµβριανά: η Κάλλια Παπαδάκη παρατηρεί τα δρώµενα της εποχής και µε τις δύο ιδιότητές της, της συγγραφέως και της οικονοµολόγου, και ψάχνει τρόπους να τα µεταφέρει µε λέξεις χωρίς να τις «φωνάζει».

    «Υπάρχουν συγγραφείς που θα µιλήσουν ξεκάθαρα για την κοινωνική και οικονοµική κρίση µε πολιτική γραφή. Εγώ θέλω να γράψω µια ιστορία στην οποία οι χαρακτήρες βλέπουν και νιώθουν τις αλλαγές στο φόντο της καθηµερινότητάς τους».

    Η ίδια πάντως δηλώνει αισιόδοξη για την έκβαση της ιστορίας και τη θεωρεί ιδανική ευκαιρία για τη µεγάλη ανατροπή.

    «Αυτή η εποχή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όλους. Με ό,τι κι αν ασχολείσαι, θα πρέπει να προσαρµοστείς και να κάνεις εσύ το διαφορετικό. Είναι κατάλληλη για όσους έχουν φρέσκες ιδέες και θέλουν να κάνουν πράγµατα, ευνοεί αυτούς που δεν θα µείνουν στη µιζέρια, που θα κάνουν την τοµή. Χρειάζεται αισιοδοξία για να καταφέρουµε κάτι καινούργιο. Σε περίοδο κρίσης µπορείς να πας µπροστά».

    Tuesday, May 11, 2010

    Από τα χρηματιστήρια στη λογοτεχνία

    • Η 32χρονη συγγραφέας Κάλλια Παπαδάκη μίλησε στο «Βήμα» λίγες ώρες μετά τη βράβευσή της από το περιοδικό «Διαβάζω»

    • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΚΟΥΖΕΛΗ | Τετάρτη 12 Μαΐου 2010

    Χαμηλών τόνων, συμπαθής, φωτογενής. Η 32χρονη Κάλλια Παπαδάκη ήταν το νέο πρόσωπο που κέρδισε με την πένα του την εύνοια των κριτικών αλλά και η μόνη γυναίκα συγγραφέας που τιμήθηκε εφέτος με λογοτεχνικό βραβείο από το περιοδικό «Διαβάζω».

    Γεννημένη στο Διδυμότειχο και μεγαλωμένη στη Θεσσαλονίκη, σπούδασε χρηματοοικονομικά στη Νέα Υόρκη και στη Βοστώνη και επιστρέφοντας στην Ελλάδα εργάστηκε σε χρηματιστηριακές εταιρείες. Παρακολούθησε μαθήματα σκηνοθεσίας στη Σχολή Σταυράκου, ενώ της αρέσει να διαβάζει αστυνομικά μυθιστορήματα σκανδιναβών συγγραφέων επειδή έχουν πολύ χιούμορ και συνεργάζεται στη συγγραφή σεναρίων.

    Το πρώτο βιβλίο της με τίτλο «Ο ήχος του ακάλυπτου» (εκδόσεις Πόλις) κυκλοφόρησε στις αρχές του 2009 και πήρε θετικές κριτικές. Πρόκειται για μια συλλογή έξι διηγημάτων που αφηγούνται ιστορίες καθημερινής τρέλας με πρωταγωνιστές τους ενοίκους μιας πολυκατοικίας στη σύγχρονη Αθήνα. Με αφορμή το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του «Διαβάζω» που έλαβε προχθές, επικοινωνήσαμε με την Κάλλια Παπαδάκη για να γνωρίσουμε καλύτερα μια συγγραφέα που έχει ήδη δημιουργήσει προσδοκίες για το λογοτεχνικό της μέλλον.

    - Πότε ξεκινήσατε να γράφετε;

    «Από παιδί το γράψιμο ήταν για μένα ένας διασκεδαστικός τρόπος έκφρασης, ένας τρόπος να περνάω τον χρόνο μου στο σχολείο. Πάντοτε είχα μια έφεση στα μαθήματα της γλώσσας. Δεν ξέρω πώς κατέληξα να σπουδάζω οικονομικά, πάντως δεν το μετάνιωσα, γιατί οι σπουδές μου μού δίδαξαν πώς να συγκροτώ τη σκέψη μου».

    - Οι περισσότεροι δοκιμάζουν τις συγγραφικές τους ικανότητες αρχικά στην ποίηση. Εσείς;

    «Και εγώ ξεκίνησα γράφοντας ποιήματα και μικρά πεζά».


    -Παρακολουθήσατε κάποιο σεμινάριο δημιουργικής γραφής;

    «Οχι, ποτέ. Σίγουρα βοηθούν όμως, με την έννοια ότι όσο περισσότερο εκτίθεται κανείς, όσο πιο πολύ γράφει, τόσο περισσότερα πράγματα του αποκαλύπτονται μέσα από τη γραφή. Και τα σεμινάρια αυτά δίνουν την αφορμή να ξεκινήσει κανείς να γράφει, που είναι και το πιο δύσκολο. Η συγγραφή εί ναι όμως πρώτα απ΄ όλα μεράκι, πρέπει να το έχεις μέσα σου. Μετά μαθαίνεις γράφοντας».

    - Αγαπημένοι σας συγγραφείς;

    «Ετσι πρόχειρα, Στρατής Τσίρκας, Ιταλο Καλβίνο, Πατρίκ Μοντιανό, Ιαν Μακ Γιούαν, Χένινγκ Μανκέλ... ποιον να πρωτοθυμηθώ. Διαβάζω και πεζογραφία και ποίηση, δεν έχω ιδιαίτερες προτιμήσεις σε είδη και συγγραφείς, αρκεί να με κερδίσει η γλώσσα».

    - Το διήγημα είναι δύσκολο είδος προς έκδοση. Ταλαιπωρηθήκατε να βρείτε εκδότη;

    «Οχι, στάθη κα τυχερή. Πήγα στις εκδόσεις Πόλις με τρία διηγήματα στο χέρι και τα άφησα να τα διαβάσουν χωρίς να περιμένω να εκδοθούν. Δύο εβδομάδες αργότερα μου τηλεφώνησε ο εκδότης. Του άρεσαν, συναντηθήκαμε, συμφωνήσαμε για την έκδοσή τους και στην πορεία γράφτηκαν και τα υπόλοιπα τρία».

    - Τυχερή και στην κριτική, που σας υποδέχτηκε με θετικά σχόλια. Σας επηρεάζουν όσα γράφονται;

    «Το πιο σημαντικό για μένα ήταν το βιβλίο. Το κρατούσα στα χέρια μου όταν εκδόθηκε και δεν το πίστευα. Οι κριτικές έρχονται μετά. Τις διαβάζω και τις λαμβάνω όλες υπόψη. Είτε συμφωνώ είτε διαφωνώ, σε κάθε περίπτωση είναι μάθημα, με βοηθούν να γίνω καλύτερη».

    - Τι σημαίνει ένα τέτοιο βραβείο για μια συγγραφέα που μόλις εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο;

    «Με τιμά, είναι η επιβράβευση μιας προσπάθειας. Με κάνει όμως και πιο προσεκτική για το επόμενο βιβλίο. Πρέπει να το δουλέψω πολύ και να έχω κάτι να πω».

    Tuesday, July 7, 2009

    Κάλλια Παπαδάκη: Να σου πω μια ιστορία;

    • Ξεκίνησε να γράφει από πλήξη. Με τα αντίθετα ακριβώς συναισθήματα υποδέχτηκε η κριτική το πρώτο της βιβλίο. Τώρα ψάχνει, χωρίς λογοτεχνικούς συναισθηματισμούς, την επόμενη υπόθεση που η πόλη της θα της αποκαλύψει

    Καιρό είχαμε να διαβάσουμε τόσα καλά λόγια για την πρώτη δουλειά ελληνίδας συγγραφέως, και το χαρήκαμε δεόντως. Και επειδή το βιβλίο της, μια συλλογή αλληλένδετων διηγημάτων που έχει το καθένα το δικό του ύφος, αξίζει τους επαίνους, αλλά και διότι, όταν τελικά τη γνωρίσαμε, η Κάλλια Παπαδάκη μάς φάνηκε απροσποίητα cool – όχι με την έννοια της χαλαρότητας (και ας είναι Θεσσαλονικιά), αλλά με εκείνη της αυθεντικότητας. Φαίνεται ότι η 30χρονη πρώην χρηματίστρια ήρθε από το πουθενά για να φρεσκάρει την κουρασμένη ατμόσφαιρα της ελληνικής λογοτεχνίας.

    -Εγραφες μικρή, κρατούσες ημερολόγιο;

    Ημερολόγιο δεν είχα, αλλά πάντα έγραφα. Οχι τόσο στο δημοτικό, περισσότερο στο γυμνάσιο. Στο δημοτικό διάβαζα. Εχω διαβάσει πάρα πολύ ως παιδί. Τρία πράγματα θυμάμαι πιο πολύ να κάνω: αθλητισμό, παιχνίδι έξω και εξωσχολικό διάβασμα. Ποτέ δεν παρακολούθησα μάθημα, εκτός από τα κείμενα λογοτεχνίας που λάτρευα· ίσως λίγο και τα μαθηματικά. Τα υπόλοιπα έκανα πως τα παρακολουθούσα και έγραφα ό,τι μου ερχόταν στο μυαλό σε ένα τετράδιο. Ώσπου να φύγω στο εξωτερικό. Μετά ξεκίνησε το πανεπιστημιακό διάβασμα, συγγράμματα και κείμενα δοκιμιακού χαρακτήρα, επί ενάμιση χρόνο δεν διάβασα τίποτε άλλο. Επειτα άρχισα να διαβάζω και να γράφω στα αγγλικά.

    -Πώς αποφάσισες να σπουδάσεις εξ ολοκλήρου στην Αμερική;

    Δεν το συνειδητοποίησα. Εδωσα κάποιες εξετάσεις, πήρα πλήρη υποτροφία για να πάω στην Αμερική να σπουδάσω οικονομικά, και έτσι έφυγα.

    -Πώς σου φάνηκε η ζωή εκεί;

    Ονειρική. Μου έκανε αρχικά εντύπωση το μέγεθος των πραγμάτων. Φαντάσου, είσαι στα 17, κατεβαίνεις από το αεροπλάνο στη Νέα Υόρκη, δεν μπορείς να αναπνεύσεις από την πολλή υγρασία, διότι ο αέρας είναι τόσο ζεστός που κολλάει πάνω σου, και βλέπεις τα τεράστια κτίρια. Νιώθεις σαν να παίζεις και εσύ σε μια ταινία, είσαι ένας ήρωας κατά κάποιον τρόπο. Η Αμερική δεν θύμιζε σε τίποτε την Ευρώπη. Επίσης μου έκανε εντύπωση στο πανεπιστήμιο η ελευθερία· κάναμε μάθημα στην εξοχή, στο χορτάρι.

    -Εχεις πει ότι το γράψιμο στην αγγλική σε απελευθέρωσε, βοηθώντας σε να αποκτήσεις μια αποστασιοποίηση από τον συναισθηματισμό σου. Εννοείς ότι οι λέξεις χάνουν το ειδικό βάρος που έχουν όταν είναι στη μητρική σου γλώσσα;

    Σίγουρα και αυτό, αλλά και ότι η αγγλική γραφή έχει την ειρωνεία μέσα της. Εξ ου και το φλεγματώδες χιούμορ. Ετσι η ίδια η γλώσσα γίνεται το όχημα που σε κάνει να παίρνεις αυτή την απόσταση.

    -Το ένιωθες και στη ζωή σου αυτό;

    Ναι, βιώνεις την πραγματικότητα διαφορετικά. Το να χρησιμοποιείς καθημερινά μια ξένη γλώσσα σού δίνει μια άλλη θεώρηση των πραγμάτων.

    -Ποια φράση χρησιμοποιούσες περισσότερο στα αγγλικά;

    Θα πρέπει να πάρω τους φίλους που είναι στην Αμερική να τους ρωτήσω, αφού πάντα με κορόιδευαν για κάτι που έλεγα συνέχεια. Νομίζω ότι χρησιμοποιούσα πολύ συχνά τη λέξη «whatever» (oτιδήποτε), με την έννοια ότι δεν σε νοιάζει τίποτε και προσπαθείς πάντα να είσαι ψύχραιμος. Ομοίως και το «don’ worry, it’ s cool», που υποδηλώνει ότι τα πράγματα τα έχω υπό έλεγχο. Το οποίο είναι ένα ψέμα βεβαίως, μια βιτρίνα. Αλλά λειτουργεί.

    -Πώς αποφάσισες να γυρίσεις στην Ελλάδα;

    Χωρίς καμία λογική σκέψη, παρασυρμένη από τον ενθουσιασμό και την ευφορία της ολυμπιακής Αθήνας, αλλά και το γεγονός ότι η Αμερική, μετά το 2001, είχε ήδη αρχίσει να παρουσιάζει σημάδια ύφεσης. Στην ουσία επέστρεψα για να κάνω διακοπές και δεν ξαναέφυγα ποτέ.

    -Το βιβλίο πώς προέκυψε;

    Από το πουθενά, ένα απαίσιο απόγευμα που έβρεχε πάρα πολύ – με τη βροχή δεν τα πάω και τόσο καλά. Ημουν σε μια φίλη, εκείνη μετάφραζε σκανδιναβική λογοτεχνία και εγώ καθόμουν άπραγη. Βαριόμουν, δεν ήξερα τι να κάνω. Πήρα το λάπτοπ και είπα να γράψω μια ιστορία. Είχα νουάρ διάθεση και έτσι προέκυψε η πρώτη ιστορία του βιβλίου, αυτή με τον τυφλό. Εγραψα δυο-τρεις σελίδες, μου άρεσαν και αποφάσισα να συνεχίσω.

    -Την άμεση αποδοχή των κριτικών την περίμενες;

    Δεν ξέρω. Εχω έναν εκδότη που δεν του αρέσουν οι συναισθηματισμοί, έχουμε ταιριάξει ως προς αυτό. Και εγώ δεν ενθουσιάζομαι εύκολα, είμαι πολύ δύσκολος άνθρωπος όσον αφορά αυτές τις αντιδράσεις, πράγμα που εκνευρίζει πάρα πολύ κόσμο. Γιατί σου λένε: «Δεν εκτιμάς αυτό που σου συμβαίνει». Προτιμώ να κρατάω το μέτρο, να έχω ισορροπία, διότι δεν μου αρέσει να απογοητεύομαι. Αν μπορείς να χειριστείς με μέτρο τη χαρά σου, μπορείς επίσης να διαχειριστείς τη θλίψη ή κάτι που σε στενοχωρεί με τον ίδιο τρόπο. Δεν με αφήνουν βέβαια τα καλά λόγια αδιάφορη. Αλλωστε η κριτική, θετική ή αρνητική, είναι αναγκαία για να κάνουμε ένα βήμα παραπέρα.

    -Σε μια πόλη χαοτική σαν την Αθήνα, πού βρίσκεις την ισορροπία που έχεις ανάγκη;

    Στη ρουτίνα. Διότι καλώς ή κακώς είμαι ένας άνθρωπος της ρουτίνας, μου αρέσει πολύ. Θέλω ένα σχετικό πρόγραμμα όσον αφορά τη δουλειά και να έχω το στέκι μου. Οταν όμως ταξιδεύω, θέλω να χάνομαι και να ανακαλύπτω μόνη μου πράγματα.

    -Σου αρέσει και ο ακάλυπτος; «Συνήθως κοιτάζουμε κάτω, με λίγο σφίξιμο στην καρδιά, από ένα πίσω μπαλκόνι» έχει γράψει η Λίνα Νικολακοπούλου.

    Αλήθεια είναι. Εχεις την αίσθηση ότι ο ακάλυπτος σε προστατεύει από τα βλέμματα των άλλων, αλλά είναι τελικά ένας χώρος που τα βλέμματα στέκονται στο γύρω γύρω. Οπότε στην ουσία είσαι απροστάτευτος, ακάλυπτος και εσύ. Αυτό είναι το ωραίο παιχνίδι, ότι έχει διττή σημασία. Γι’ αυτό και μου άρεσε ο τίτλος, «Ο ήχος του ακάλυπτου» (εκδόσεις Πόλις). Εκεί οι ήχοι συγκεντρώνονται, μασκαρεύονται ή συγχρωτίζονται, γίνονται κάτι άλλο και δραπετεύουν στην πόλη. Είναι ένας μικρόκοσμος, μια χοάνη, όπου το διαφορετικό γίνεται ένα.

    • Συνέντευξη: Γιώργος Νάστος - Φωτογραφία: Τάκης Σπυρόπουλος | Τρίτη 7 Ιουλίου 2009 [ 09:17 ]
    • Δημοσιεύθηκε στο BHMdonna, τεύχος 88, σελ. 84-87, Ιούλιος 2009.