Showing posts with label Μάτεσις Παύλος. Show all posts
Showing posts with label Μάτεσις Παύλος. Show all posts

Monday, March 29, 2010

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΑΣΧΑΛΙΝΕΣ ΗΜΕΡΕΣ

Αμήν

Εργο του Βελάσκεθ, 1632

Εργο του Βελάσκεθ, 1632

  • Παύλος Μάτεσις, Graffito, εκδ. Καστανιώτη, σ. 152, 12,54 ευρώ

Από τη λήξη του παρόντος μυθιστορήματος του Παύλου Μάτεσι, άγνωστο πότε ακριβώς συμβαίνει, η 18η Δεκεμβρίου θα τιμάται στη χώρα, προφανώς τη δική μας, ως εθνική εορτή, καθότι την ημέρα εκείνη κάποιου σωτήριου έτους η Βουλή, συνεπεία μιας ασθένειας αστικής, καταποντίστηκε σε ένα απύθμενο χάος, συμπαρασύροντας τους βδελυρούς ενοίκους της. Το βιβλίο μεταφέρει σε ζοφερούς αποκαλυψιακούς τόνους τον ανήκουστο αυτό όλεθρο, που σημαδεύει τη ζωή του έθνους, εγκαινιάζοντας μια παραδείσια εποχή, αποκαθαρμένη από παλιές αμαρτίες, όπως κυβέρνηση, σύνταγμα, νόμους, δοξολογίες, σημαίες, πρεσβείες και εκλογικά βιβλιάρια. Ο Μάτεσις σε ρόλο προφήτη καταγράφει, εκστατικός από θυμό και αγαλλίαση, την εξαγνιστική διάλυση του άστεως, του αθηναϊκού κατά πάσα πιθανότητα, ενώ οι σελίδες γίνονται εκατόμβη των κάθε λογής βδελυγμάτων που το λυμαίνονταν, αρχής γενομένης με τους βουλευτές, τους παρατρεχάμενούς τους, τους συμπαθούντες και τους θυρωρούς κυβερνητικών χρηματοκιβωτίων. Από την εναρκτήρια κιόλας σκηνή το μυθιστόρημα γεμίζει πτώματα που κατακρημνίζονται σε ένα αχανές μαγκανοπήγαδο, «μία ευρύχωρη σκοτεινή οπή με άδηλο βάθος», πάνω από την οποία ορθωνόταν κάποτε η Βουλή ενός ακατονόμαστου έθνους.

Παρά την τρομερή εσχατολογία που εξαγγέλλει ο αφηγητής, η φωνή του μοιάζει να τρέμει από ηδονή, ενώ συνάμα πνίγεται σε έναν χείμαρρο γέλιου. Τα θύματα του αστικού λοιμού ολοένα πληθαίνουν, διασκεδάζοντας αφάνταστα αυτόν τον ανόσιο ευαγγελιστή, που βλέπει την προσμονή του για έναν καλύτερο κόσμο να υλοποιείται ραγδαίως. Μαζί του αγάλλεται και η γλώσσα του, που παίζει με τις λέξεις, φορώντας τους εκκλησιαστικούς τονισμούς, ξεκαρδισμένη με τη βέβηλη επινοητικότητά της. Παραδείγματος χάριν, ένα χερουβείμ απορημένο με το ανθρώπινο έθιμο του θανάτου αποφαίνεται: «Αυτό το ρήμα κείται εκτός γνώσεών μας». Οι αμαρτωλοί του άστεως ωστόσο πεθαίνουν σωρηδόν, μετατρέποντας τον θάνατο, που παύει τις φαιδρές, ανάξιες υπάρξεις τους, σε φαρσοκωμωδία. Δικαίως λοιπόν ο συγγραφέας τούς ξαποστέλνει εις το πυρ το εξώτερον, με την πολύτιμη αρωγή βενζινοφόρων οχημάτων που συρρέουν στην πλατεία (του πρώην Συντάγματος μάλλον) για να κάνουν παρανάλωμα τους θεατές των κοινοβουλευτικών συντριμμιών. Ουδείς ωστόσο από τους φιλοθεάμονες διανοείται τον επερχόμενο χαμό του και όλοι «αποδέχτηκαν το ολοκαύτωμά τους με πατριωτισμό και αμεριμνησία». Μερικοί μάλιστα, φιλότεχνοι οπωσδήποτε, εξέλαβαν την καύση τους ως μέρος μιας πρωτοποριακής παράστασης γερμανών σκηνοθετών. Τουλάχιστον ο θεός που τους αναλογούσε, ήτοι ο Μάτεσις, τους ελέησε με τη χάρη του ακαταλόγιστου, ώστε να διαπλεύσουν την Αχερουσία έτσι ακριβώς όπως έζησαν, «εναλλακτικά και επικοινωνιακά».

Γενικότερα ο συγγραφέας επί περίπου 150 σελίδες επιτελεί έργο θεάρεστο, περνώντας την άνομη πόλη διά πυρός και σιδήρου. Διότι προφανώς κάτι δεν πάει καθόλου καλά με ένα έθνος που διαθέτει υπηρεσίες και θεσμούς αλλόκοτους έως ύποπτους, όπως υπουργείο Ασθενειών, υπουργείο Πυροσβέσεων, Εθνική Αυτοκρατορική Χωροφυλακή, αυτοκρατορικά ανάκτορα, Εθνικόφρονα Αριστερά, Εθνική Τουαλέτα, Αντρον της Θέμιδος και, εξυπακούεται, Εθνική Εκκλησιαστική Ομοσπονδία Θρησκεύματος. Στην τελευταία πρέπει να υπάγεται το υπουργείο Εκκλησιών, το οποίο αντιμέτωπο με έναν πρωτοφανή θρησκευτικό παροξυσμό, απόρροια του βαρύτατου πένθους, κινητοποιήθηκε εγκαίρως, προβαίνοντας στη δωρεάν παροχή «καλογήρων-ρομπότ», προς παραμυθία των τεθλιμμένων. «Τα ρομπότ αυτά φορτίζονται στους ώμους τους τα άλγη και τους πόνους του πιστού, απολυμαίνουν από πένθη και αμαρτίες, όχι μόνο του προσερχομένου χριστιανού, αλλά και του απερχομένου συγγενούς. Εξαλείφουν άγχη και πένθος με ανώδυνους ηλεκτρονικούς κραδασμούς και ταλαντώσεις, ένα πνευματικό μασάζ, δέχονται εξομολογήσεις, δεν τις βγάζουν βούκινο μετά, σερβίρουν θεία κοινωνία - το τελευταίο αντί σχετικής αμοιβής». Υπό τη σκέπη της τεχνολογικής προόδου, Εκκλησία και κοσμικός βίος ομονοούν και εναγκαλίζονται.

Ηλεκτρισμένη από αιφνίδια θεία φώτιση μια θεία Φωτούλα, αρχέτυπο της πολύτροπης Ελληνίδας νοικοκυράς, αναλαμβάνει να εξολοθρεύσει τα εναπομείναντα δαιμόνια, εκδράμοντας με βενζίνη και σπίρτα στα επαίσχυντα ορεινά προάστια. Το εμπρηστικό πρόγραμμα της γυναικείας σέχτας της θα μείνει αλησμόνητο και θα υμνείται από τους επιγόνους της, δεκαπεντάχρονοι και δεκαεξάχρονοι προς το παρόν, όταν πια εκείνοι θα έχουν προαχθεί σε «αναρχίδια». Βέβαια, το ιερό πυρ της Φωτούλας δεν πρέπει να συγχέεται με τα ατυχήματα από τις φρυκτωρίες μέσω των οποίων ασκούνταν πλέον η εξωτερική πολιτική. Επειδή οι πυρσοί είχαν να χρησιμοποιηθούν ως κώδικας επικοινωνίας εδώ και αιώνες, επόμενο ήταν να υπάρξουν αστοχίες, με αποτέλεσμα να καψαλιστούν λίγο τα σύνορα όμορης χώρας.

Τα ευτράπελα που ακολουθούν τον λοιμό καταδεικνύουν την εκφύλιση πολιτών και θεσμών, δικαιολογώντας απολύτως τη συγγραφική μήνιν και την καταδίκη δικαίων και απολωλότων στο αιώνιο πυρ. Σε αυτή την παρωδία Δευτέρας Παρουσίας το κακό ενσκήπτει σε αλλοπρόσαλλες εκφάνσεις, μία από τις οποίες είναι η επιδρομή αμέτρητων λιμασμένων καβουριών που λιανίζουν ό,τι πιαστεί στις δαγκάνες τους. Σε μια πόλη επάρατη λογικό είναι να εκκολάπτονται αναρίθμητα καρκινώματα. Από το άλλο μέρος, το προπύργιο της δημοκρατίας υποβιβάζεται σε κοτέτσι, όταν από το υπερώο της καθημαγμένης Βουλής αναδύονται φτεροκοπώντας κότες, πάσχουσες από «αριβισμό και μανία κοινωνικής ανόδου», που ανυψώνονται προς τις πύλες του ουρανού, νομίζοντας ότι προβιβάστηκαν σε οιωνούς. Ασφαλώς κανένας σοβαρός οιωνοσκόπος δεν θα τις καταδεχόταν προκειμένου να ατενίσει τα μελλούμενα. Οπως και να έχει, η μετεγκατάσταση των ορνίθων στη στρατόσφαιρα δεν έχει καμία επίπτωση στα ανθρώπινα. Μόνο η μουσική των σφαιρών των Πυθαγόρειων, η συμπαντική αρμονία, αμαυρώνεται από τα κακαρίσματά τους. Τα χερουβείμ επίσης, τα οποία εγκαταβιώνουν στη στρατόσφαιρα έχοντας για κάποιο λόγο κατέλθει στην ουράνια κλίμακα, θεωρούν ασεβή τη μετοίκηση των εν λόγω πτηνών στην επικράτειά τους. Ωστόσο τα αγγελικά πλάσματα έχουν να αντιμετωπίσουν πολύ σημαντικότερα προβλήματα, διότι οι «Ανω Υπηρεσίες Ασωμάτων» απεργάζονται τον αφορισμό τους εξαιτίας της διαπιστωμένης ευαισθησίας τους στην αστική ασθένεια· σαφής ένδειξη της ατελούς φύσης τους. Τελικά η 18η Δεκεμβρίου, ορισμένη από τον ΟΗΕ ως παγκόσμια ημέρα μετανάστη, αποδεικνύεται δυσοίωνη για τα χερουβείμ, τα οποία, αφορισμένα και στιγματισμένα, μεταναστεύουν στον γ' κατηγορίας πλανήτη Γη. Οι άνωθεν αρχές «τα καθαίρεσαν από το πόστο τους, τους έκοψαν μισθούς, δώρα Χριστουγέννων και έξοδα παραστάσεως, επίσης και οδοιπορικά, και με κλοτσιές και αγκωνιές τα ώθησαν έξω από την άκρη τού πατώματος της στρατόσφαιρας». Συνεπώς δεν εμφανίζονται στην επίγεια ζωή ως αγγελιαφόροι της θεϊκής βούλησης, αλλά σαν λαθρομετανάστες που τρυπώνουν σε εγκαταλελειμμένα κτήρια, παρενοχλώντας τα οικόσιτα φαντάσματα. Σαν να μην έφτανε όλος αυτός ο ξεπεσμός, κάθε φορά που ξεμυτίζουν από τις κρυψώνες τους, συναντούν τα περιφρονητικά βλέμματα αγαλμάτων (δραπέτες μουσείων), τα οποία λόγω της αρχαιοπρεπούς ξιπασιάς τους ούτε μια καλημέρα δεν ξεστομίζουν. Ενα θιγμένο χερουβείμ, σαφώς καλλιεργημένο, αναρωτιέται: «Μήπως είναι λαός άλλης θρησκείας;».

Το γκροτέσκο «χερουβικό» που ψάλλει στεντόρεια ο Παύλος Μάτεσις, αντηχεί σε έναν κόσμο γελοίο και χυδαίο, ο οποίος πορεύεται προς τον Γολγοθά της εξιλέωσης για να αναστηθεί. Και καθώς ο παλαιός κόσμος αναλιγώνει μέσα στις φλόγες μαζί με τα υπολείμματα του πολιτισμού, της ιστορίας και των μύθων του, γίνεται ένας τεφρός χυλός, ενόσω ένας ουρανόπεμπτος κεραυνός σημαδεύει με την αιχμή του το κέντρο της δίνης, κατευθύνοντάς την προς έναν άγνωστο πάτο. Τα μιαρά λείψανα της Βουλής «κατρακυλούσαν πρόσχαρα και διαρκώς, έτρεχαν σαν να παραβγαίνουν, κατρακυλούσαν όμως και έτρεχαν διαρκώς, επειδή αυτό το χάος δεν διαθέτει τέρμα». Και όσοι από τύχη ζούσαν ακόμη, «έσκυβαν επικοινωνιακά και εναλλακτικά γύρω από το χείλος του πηγαδιού και κοιτούσαν τη στάχτη της που είχε γίνει πολτός και κυλούσε εύτακτα, προωθούμενος από το ράμφος του κεραυνού».

Οταν ένα εαρινό πρωινό η τιμωρία ολοκληρώνεται και δίνεται άφεση στην πόλη, αυτή είναι πια μια «επίπεδη επιφάνεια», μια «απλοϊκή πεδιάδα», όπου οι 6.600 επιζώντες (αν είχαν γλιτώσει 60 παραπάνω θα ακυρωνόταν ο ευχετικός χαρακτήρας της προφητείας) ζούσαν «άνετα και απλόχωρα και χαμογελαστά», απολαμβάνοντας έναν αχείμαντο «ημιυπαίθριο βίο». Το αναγεννημένο χώμα ευλογεί τους λιγοστούς αυτούς μακάριους, ενταφιάζοντας τα αστικά ερείπια σε μια εδεμική ανθοφορία. Στο σωτηριολογικό όραμα του Παύλου Μάτεσι η Κόλαση τίκτει τη βασιλεία της ομορφιάς.

Γεννηθήτω το θέλημά του.

Wednesday, February 17, 2010

Μια Κυριακή με τον Παύλο Μάτεσι σ'ένα καφενείο όχι μακριά από'δώ

  • Σ' ένα άδειο καφενείο, ένα βράδυ Κυριακής συνάντησα τον Παύλο Μάτεσι.

Τα δύο βιβλία του, Graffito, εκδόσεις Καστανιώτη, μυθιστόρημα, και η μετάφραση του Ουίλιαμ Σέξπιρ: Η τραγική ιστορία του Αμλετ, πρίγκιπα της Δανιμαρκίας, εκδόσεις Τόπος , που έχουν κυκλοφορήσει, ήταν η αφορμή. Είχα να τον συναντήσω καιρό. Η φιγούρα του, στην πόλη, σηματοδοτούσε το ταξίδι του στην πραγματικότητα. Μαθητής της ζωής και της τέχνης, έμοιαζε με κάποιον ήρωα των μυθιστορημάτων του ή των θεατρικών του έργων. Σε κάθε ερώτησή μου, κάθε απορία μου, είχε έναν τρόπο, νέο, να με αλλάζει. Και όταν έφτασα στη Βιβλιοθήκη - Καταφύγιο θηραμάτων, άρχισα να σημειώνω αυτά που είχαμε πει για να μη σβήσουν.

Σ' έναν τοίχο, μια μέρα, πηγαίνοντας στην Εταιρεία Θεατρικών Συγγραφέων, είδα γραμμένο τον τίτλο του νέου βιβλίου μου. Δεν ήταν από γκράφιτι, αλλά μια γραφή με λατινικά στοιχεία. Είναι αυτό που κάνουν τα παιδιά στον τοίχο. Παράξενες ζωγραφιές. Μια μορφή που μας κοιτάζει. Ζήτησα να το φωτογραφίσουν και η Ελένη Παγκάλου, στις εκδόσεις Καστανιώτη, το διαμόρφωσε όπως το βλέπετε στο εξώφυλλο. Δεν έχει τίποτε από το Παραίτηση πολιτευομένου, του Ελιοτ, ή από το Κατά Σαδδουκαίων, του Μιχάλη Κατσαρού, ή την Αποκάλυψη του Ιωάννη. Ούτε ως προς το μάθημά μου των «θρησκευτικών», που αναφέρατε, με τις ιδέες του Ζοζέ Σαραμάγκου. Δεν ξέρω αν είναι ένα εσχατολογικό κείμενο. Πάντως αναρχικό είναι. Είναι πράγματι ένα περίεργο κείμενο. Εμενα μου θυμίζει ένα πουλί το οποίο έχει πολύχρωμα φτερά, μεγάλα πούπουλα και είναι και κραυγαλέο. Αλλά περισσότερο έχει συγγένεια με τη μουσική. Και επιπλέον μού συμβαίνει και το εξής: Επειδή έχω σπουδάσει και μουσική, μάλλον ξέρω τη μουσική των λέξεων. Βάζω μουσική όταν γράφω, αλλά ακούω και το Τρίτο Πρόγραμμα.

Ναι, το βιβλίο μου αυτό είναι γραμμένο με πολύ κέφι. Εχει πράγματι ένα δαιμονικό κέφι, σαν μια όπερα που από παλιά παίζουν μπροστά μας και τα δείχνουν όλα. Ναι, είναι αντίθετο με τα προηγούμενά μου, όλα. Και κατά τη γνώμη μου, που μπορεί να είναι εγωιστική, η δόμηση αυτού του έργου είναι το καλύτερο πράγμα που έχω γράψει. Είναι κομψό βιβλίο; Οι σελίδες του 151; Ναι, τόσο το ήθελα. Εμένα η φυσική μου τάση είναι να πλέω σε απαγορευμένα ύδατα. Ποια είναι τα απαγορευμένα ύδατα του συγκεκριμένου βιβλίου; Ολο το βιβλίο. Είναι κάτι που δεν περίμενε, νομίζω, αυτή τη στιγμή η αγορά. Νομίζω και προς τους συγγραφείς είναι ύβρις; Είναι προς όλους. Ναι, εφόσον συμμετέχουν στα δρώμενα ως «αστέρια».

Ναι, και ελπίζω να μην απορήσουν. Αν και δεν θα ήταν κακό. Ναι, ξεκινάω από μια ασθένεια, την οποία δεν την κατονομάζω, προφανώς είναι κάτι σαν εξέλιξη της ασθένειας των χοίρων, με όμικρον γιώτα. Και προσπαθώ να κάνω την κάθαρση. Παρακολουθώ τα φαινόμενα ένα προς ένα.

Εχει ένα υπόστρωμα πολιτικό, κάτω από το οποίο κρύβεται ένα άλλο υπόστρωμα οργής. Βεβαίως ξέρω καλά ότι εμένα με βοηθάνε οι μουσικοί αριθμοί, γιατί όταν γράφω όλη η φράση μου υπακούει στη μουσική. Επιπλέον, θέλω να πω ότι παρακολουθώ μία φράση του Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Τον κατηγόρησαν κάποτε ότι οι μορφές του δεν είναι ρεαλιστικές, ότι μπορεί να είναι στραβά τα χαρακτηριστικά. Και τους είπε, κοιτάξτε, ο δημιουργός έχει τη δύναμη να κατασκευάζει, να παράγει μορφές τις οποίες η φύση αδυνατεί να παραγάγει.

Ναι, μοιάζει με αρχαίο λόγο πάνω στον λοιμό. Υπάρχει μία βλάσφημη αντιγραφή του τρόπου των δημιουργικών που αρχίζουν με το - καίγεσαι.

Υπάρχει ένας θυμός κάτω από αυτό το έργο. Ο θυμός ξεκινάει περισσότερο από τον πολίτη. Βγαίνουν στη Βουλή. Οι άνθρωποι ψηφίζονται νόμιμα. Αρα το σύνολο της Βουλής, το επίπεδο, μάλλον, νοημοσύνης των αντιπροσώπων του λαού εκπροσωπεί ακριβώς το χαμηλό επίπεδο της νοημοσύνης των ψηφοφόρων. Κοιτάξτε, το επάγγελμα, δεν λέω λειτούργημα, του πολιτικού είναι απαιτητικό. Πρέπει τουλάχιστον ο άνθρωπος να ξέρει δύο γλώσσες άψογα. Πρέπει να έχει σπουδάσει Οικονομία, πρέπει να έχει σπουδάσει Ιστορία. Εδώ οι περισσότεροι μέσα στη Βουλή δεν ξέρουν να διαβάσουν τον προϋπολογισμό του κράτους. Δηλαδή το κακό με αυτούς είναι ότι δεν έχουν κύρος ως άτομα, επί τη εμφανίσει. Δεν λέω ότι είναι άσημοι, αλλά είναι ασήμαντοι.

Και ο κόσμος που πετάει τα ψυγεία του στις κοίτες των ποταμών; Που πετάει τα σκουπίδια του παντού; Ναι, είναι μία φθορά ηθικού στον Ελληνα πολίτη, στην ελληνική χώρα, στον ελληνικό χώρο. Αυτό βέβαια έχει αρχίσει από το 100 π.Χ. και προχώρησε μετά. Η βλάβη έγινε ανήκεστος με την τουρκική κατοχή. Εγώ φοβάμαι ότι η Ελλάδα ύστερα από 40, 50 χρόνια δεν θα υπάρχει. Οχι ως γεωγραφικός χώρος, αλλά επειδή ακριβώς ο πολίτης δρα ατομικά, αυτοκτονικά. Και είναι κρίμα, γιατί ξεκίνησε πολύ ωραία κάποτε. Δηλαδή, κοιτάξτε, η σπονδυλική στήλη, ας πούμε, του εβραϊκού ή του ισλαμικού πολιτισμού, είναι η θρησκεία, μάλλον, με διαταγές, απειλές, ποινές, εντολές, και είναι η σπονδυλική στήλη αυτό. Ενώ η σπονδυλική στήλη του ελληνικού πολιτισμού είναι, όχι ο θεός, αλλά η ποίηση. Ο Ομηρος. Η ποίηση δεν απειλεί. Ούτε και υπόσχεται. Εκεί στηρίχτηκε ο ελληνικός πολιτισμός και ξεκίνησε. Αλλά νομίζω ότι στραπατσαρίστηκε.

Αν υπάρχει ελπίδα; Δεν ξέρω, φοβάμαι πως όχι. Μακάρι να κάνω λάθος. Αλλά ποια στιγμή θα σταματήσει ο Ελληνας πολίτης, την ώρα που η χώρα στροβιλίζεται στον οικονομικό περίγυρο κι εκείνος πάει διακοπές Χριστουγέννων, που είναι ένα έθιμο, τίποτε παραπάνω. Ενα βλακώδες έθιμο. Γιατί να το κάνει όταν η χώρα του βασανίζεται; Ανεξάρτητα από τις κομματικές ή πολιτικές του πεποιθήσεις. Δηλαδή πηγαίνει στην αυτοκτονία, ενώ πρέπει να μείνει και να κάνει μία απλή, σεμνή ζωή και λιγότερα σφάγια ζώων. Και λιγότερο αίμα στην κεντρική αγορά κρέατος. Και λιγότερες χιονοδρομίες. Ολη η Ευρώπη έχει χιόνια. Τα χιονοδρομικά κέντρα δεν ξέρω πού βρίσκονται. Η τηλεόραση θα έπρεπε να περικοπεί κατ' αρχήν. Πρακτικά. Τα ελληνικά τοκ σόου. Δηλαδή να αρχίζει από τις 2 το μεσημέρι και μετά. Επειτα υπάρχει μία πολιτική των δημοσιογράφων στην τηλεόραση οι οποίοι δρουν λίγο δικτατορικά. Δηλαδή, ο δημοσιογράφος που παίρνει συνέντευξη, δρα ανταγωνιστικά. Προσπαθεί να βγει εξυπνότερος από τον συνεντευξιαζόμενο. Οι δημοσιογράφοι εμφανίζονται ως παντογνώστες. Ενώ ένας δημοσιογράφος ξεκίνησε ως ρεπόρτερ. Ηταν ένας που είχε την εντολή να πηγαίνει στο αεροδρόμιο να δει αν αφίχθη η Σιλβάνα Παμπανίνι... Αλλά αυτός έχει άποψη για την πορεία των οικονομικών, γιατί το είπε έτσι ο τάδε εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Εχουν άποψη για τα πάντα. Και έχουν χάσει και τα αβγά και τα καλάθια.

Ναι, πολλές φορές ο έπαινος της αγοράς δεν είναι ό,τι το καλύτερο. Δεν είναι δείγμα ποιότητας. Αυτή σε φέρνει σε αμηχανία, αρκετές φορές. Και ουσιαστικά πιστεύω ότι ο έπαινος ή η κρίση δεν είναι καλά για ένα έργο τέχνης. Πιστεύω ότι ο καταλληλότερος κριτικός για ένα έργο είναι αυτός που το έγραψε. Ανεξάρτητα τι λέει.

Ναι, μ' αρέσει πάντα το θέατρο. Πηγαίνω στο θέατρο, γιατί υπάρχει μια πνευματική άπνοια, θα την έλεγα, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις. Είναι αστείο να πας να βγάλεις μια παράσταση σαν πλαστικό έργο και να είναι τόσο απαράδεκτο που στο διάλειμμα έφυγα. Τύχαινε να με γνωρίζουν και μου είπαν: Γιατί φεύγετε; Και τους λέω με συγχωρείτε που ήρθα. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το θέατρο δεν υπάρχει. Στο θέατρο έχει προκληθεί μία έκρηξη τα τελευταία 50 χρόνια, από τον Καμπανέλλη και μετά. Η οποία τελευταίως έχει καταλαγιάσει. Υπάρχουν συγγραφείς, τώρα, πολύ καλοί, όπως ο Ακης Δήμου. Αλλά έχει κολλήσει στο θέατρο ένας θεσμός από ανθρώπους άσχετους. Θέλουν να μπουν στο θέατρο άνθρωποι οι οποίοι δεν πρέπει να μπουν. Δεν αναφέρομαι στα μεγάλα ονόματα, οι οποίοι έχουν αποσυρθεί ήδη. Αλλά υπάρχουν ηθοποιοί, αυτοί που λέμε όχι πολύ καινούριοι, που είναι καθ' οδόν, και δεν τους δίνεται η ευκαιρία. Μπορώ να αναφέρω δυο-τρία ονόματα. Ας πούμε ο ένας είναι ο Βαγγέλης Ρόκκος. Παίζει τώρα στο «Τραίνο στο Ρουφ». Θριαμβεύει ο άνθρωπος. Ενας άλλος ηθοποιός που έχει δοκιμαστεί και πρέπει να δοκιμαστεί σκληρότερα είναι ο Χρίστος Λύγκας, ο Δημήτρης Παπανικολάου, ο Δημήτρης Τσολάκης, επίσης. Αυτοί είναι ηθοποιοί όχι πολύ γνωστοί στο ευρύ κοινό, αλλά τους αξίζει να γίνουν. Μέσα από μια σκληρή δοκιμασία, βέβαια.

Δεν μου αρέσουν ο Αλμοδόβαρ, ο Φασμπίντερ. Είμαι αναιδής και θρασύς, αλλά μου αρέσει. Κοιτάξτε, δεν μου αρέσει η λεγόμενη πνευματική τρομοκρατία. Οταν κάποιος είναι μεγάλο όνομα και εμάς δεν μας αρέσει ή λέμε: Δεν το κατάλαβα. Θα σας πω ένα άλλο βιβλίο, του Γκαίτε, το Φάουστ, το βαριέμαι αφάνταστα. Είναι μεγάλος, όμως, λένε· φιλόσοφος, τα πάντα. Αλλά στο θέατρο, όχι. Οσες φορές τον έχω δει, έχω υποφέρει. Είμαι αναιδής και ασεβής, αλλά δεν είναι κακό. Εγώ πιστεύω ότι μία θεατρική πράξη συνιστά μία τελετουργία. Γενικώς όταν τελετουργείς δεν εξηγούνται λογικά, απλώς τελούνται. Και τι σχέση έχω εγώ με τους επαγγελματίες του θεάτρου, γιατί θεωρούμαι επαγγελματίας του θεάτρου, παρότι αυτή τη στιγμή αρνούμαι να προχωρήσω τα δύο έργα που έχω ημιτελή, λόγω της σύγχυσης αυτής. Εργο μας και χρέος μας είναι να οδηγούμε προς την έκσταση. Αυτό που έλεγε ο Λογγίνος. Ο οποίος παραγγέλνει ότι αυτό που ξεπερνάει τα συνήθη μέτρα δεν οδηγεί το κοινό προς την ευφροσύνη αλλά προς την έκσταση. Τα οποία δεν επιδέχονται και την καθημερινή λογική εξήγηση.

Μ' αρέσουν όσα τραγούδια έχουν έναν ψυχισμό μυστήριο. Κι εγώ πιστεύω ότι τον ψυχικό χώρο δεν μπορείς να τον εξερευνήσεις. Το λέει και ο Ηράκλειτος, ότι την ψυχή απ' όσους δρόμους και να την περιτριγυρίσεις δεν θα τη μάθεις ποτέ, διότι τόσο βαθύ λόγο έχει. Ο συγγραφέας που ασχολείται μαζί της, έχει υποψιαστεί την ηρακλείτεια σκέψη, γνωρίζει ότι η ψυχή συγγενεύει με το «άπειρο». Η έννοια άπειρο εδώ κι ως προς τον χώρο και ως προς τον χρόνο. Και ξέρει ο συγγραφέας, κι εκεί βρίσκεται σ' ένα αδιέξοδο, αυτό που λέει πάλι ο Ηράκλειτος, ότι η ψυχή είναι υλικά εν εξελίξει.

Μιλάω πολύ σοβαρά και πιστεύω ότι όλοι οι συνάδελφοί μου, συγγραφείς, είναι σαν κι εμένα κι έχουν αυτές τις σκέψεις. Δεν ξέρω τι να πω. Εγώ είμαι αιχμάλωτος του Ηράκλειτου και του Πρωταγόρα, και θα έλεγα συνεργάτης τους κατά έναν τρόπο. Ηταν βλακώδες να το πω αυτό, συνεργάτης. Αλλά είμαι αιχμάλωτος αυτών. Των μεγάλων πνευμάτων; Ναι, αυτό. Και τους πιστεύω ότι είναι πιο καίριοι από τον Πλάτωνα. Ο Πλάτωνος είναι ιλιγγιώδης. Ομως αυτοί οι άνθρωποι είναι πιο πάνω. Παρότι σώθηκαν ελάχιστα από αυτούς. Αυτό είναι ένα μεγάλο πλήγμα. Κι έτσι όλοι οι σοφοί, οι σημερινοί και των προηγούμενων αιώνων, σκοτώνονται από ψήγματα να βρούνε την έννοια του πλήρους.

Οταν φύγω θα προτιμούσα να έχουν καεί όλα τα βιβλία μου. Με ενδιαφέρουν τα έργα μου όσο ζω εδώ. Οταν δεν θα υπάρχω θα προτιμούσα να μην υπάρχουν, να καούν.

Ολο τον χρόνο, το 2009, δούλεψα πάρα πολύ. Εκανα τρεις μεταφράσεις σε τρεις νουβέλες του Τόμας Χάρντι. Στον Καστανιώτη θα βγούνε προσεχώς. Μετά, έκανα τον Αμλετ του Σαίξπηρ. Μου πήρε έξι μήνες. Και μετά ολοκλήρωσα και το Graffito. Κι έτσι νομίζω ότι δικαιούμαι να τεμπελιάσω λίγο. Τώρα που τεμπελιάζω, κατακεραυνώνω τον εαυτό μου. Μέσα μου λέω ότι «είσαι ένα άχρηστο κορμί». Αλλά το αναπληρώνω με διάβασμα. Εισορμούν μέσα μου σκέψεις, φράσεις, πράγματα για το καινούριο έργο που θα γράψω και ξέρω πώς λέγεται και ξέρω πώς θα είναι μυθιστόρημα, ξέρω πως θα αναβάλω, πάλι, τα δύο ημιτελή θεατρικά μου έργα, μέχρι να σουλουπωθεί, αν σουλουπωθεί, το ελληνικό θέατρο. Υπάρχουν εξαιρέσεις στο ελληνικό θέατρο.

Αν η πνευματική εργασία είναι θεραπεία; Θεραπεία όχι, αλλά τώρα που μεγάλωσα δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω.

Δεν οδηγώ. Οδηγούσα πρώτα, αλλά το παράτησα. Μια μέρα μου έκλεψαν την πόρτα του αμαξιού. Και την παράγγειλα στην Ιταλία να την αντικαταστήσουν, γιατί το είχαν κλέψει επιστημονικά. Δεν την είχαν χαλάσει την πόρτα. Και μετά το πούλησα το αμάξι. Είναι ενοχλητικό πράγμα το αμάξι. Μετακινούμαι με δημόσια μέσα, με τα πόδια μου.

Γράφω από το πρωί μέχρι το μεσημέρι και από το απογευματάκι μέχρι αργά το βράδυ. Παλαιότερα, έγραφα και τη νύχτα. Αλλά τότε κάπνιζα κιόλας. Το έχω κόψει τριάντα χρόνια. Κάπνιζα και το κάπνισμα ενοχλούσε τον σκύλο μου. Γι' αυτό το έκοψα.

Φτερνιζόταν και με κοίταζε αγριεμένα. Τώρα δεν υπάρχει πια. Εδώ και πολύ καιρό.

Λεγόταν Μάρτης. Του είχα αφιερώσει δυο-τρία βιβλία. Αναντικατάστατος; Βέβαια. Μου έλεγαν πάρε άλλον. Ελεγα ότι δεν είναι εύκολο να τον αντικαταστήσεις. Είναι ο καλύτερος μου φίλος. Συζείς μ' αυτόν. Αλλά λέω σε όλους να παίρνουν άλλα σκυλιά όταν πεθάνουν αυτά που είχαν. Εχω μια φίλη στο Ψυχικό, στον κήπο της έχει νεκροταφείο σκύλων. Εχει οχτώ θαμμένα σκυλιά.

Δεν ξέρω αν προτού πεθάνει ο σκύλος πάρω άλλον, για να γίνει φυσικώ δικαίω η διαδοχή. Με αυτόν συνέζησα. Τον είχε πάρει ένας φίλος. Μάλιστα, μου ζήτησε δανεικά για να τον αγοράσει, και μια μέρα μού λέει: Πάμε σπίτι. Ελειπε ένα εικοσιτετράωρο και είχε αφήσει το σκυλάκι μόνο του και ούρλιαζε με πόνο και αγρίεψα και του λέω φέρε το σκυλί εδώ. Κι έτσι πήρα το σκυλί.

Εφυγε σε μεγάλη ηλικία. Δεκατεσσάρων.

Δεν ξέρω, αλλά εγώ πιστεύω στην αναρχία. Εφόσον όμως η αναρχία αντρωθεί. Οχι όταν είναι φολκ ρολ ή παιδική. Η αναρχία για μένα προϋποθέτει προσωπικές συγκρούσεις. Προϋποθέτει καθαρότητα προθέσεων. Προϋποθέτει προσωπική άποψη. Και προϋποθέτει καθαρότητα προθέσεων και δράσεων. Δηλαδή να έχει ανδρωθεί, ξαναλέω. Τότε θυμίζει την Επανάσταση τη Γαλλική του 1789, η οποία έχει αλλάξει παγκοσμίως, ή στην Ευρώπη, τουλάχιστον, την έννοια «δημοκρατία». Είναι κάτι που η Γαλλία το είχε απόλυτη ανάγκη και μακάρι κάποτε να γίνει και στην Ελλάδα αυτού του είδους η επανάσταση, με λαιμητόμο, με τρομοκρατία και με όλα τα συμπράγκαλα.

Δεν φταίω αν δίνω την εντύπωση ενός ανθρώπου αυστηρού. Κάποτε, όταν το Εθνικό ανέβασε έργο μου, ζήτησα να κατεβεί. Ηταν χάλια η παράσταση. Είχα δημοσιεύσει στον Τύπο μια επιστολή όπου έλεγα τι συμβαίνει. Εστω και αν έπαιζε η Νέλλη Αγγελίδου. Κατέβηκε σε πέντε ημέρες.

Δεν εμπνέομαι μόνον από τον ήλιο, τον θάνατο, τις μηχανές, τον Κάφκα, τον Μότσαρτ, τον Επίκουρο, αλλά και από τους προσωκρατικούς. Ολες οι μηχανές μού προκαλούν μία αίσθηση αμηχανίας, ότι αυτές δεν έχουν θέση στη ζωή του ανθρώπου. Εχουν όμως. Δηλαδή είναι χρήσιμες, αλλά είναι έξω από τη φύση την ανθρώπινη. Εξω από τα όποια μέτρα. Εχω πάει σε όλα τα σπίτια τού Κάφκα στην Πράγα. Και στον τάφο του, στο νεκροταφείο της Πράγας. Σε όλα τα έργα του Μότσαρτ έχω αδυναμία. Επίσης, στην Πράγα πήγα στο θέατρο όπου έπαιζαν μια όπερα του Μότσαρτ και στο σπίτι όπου έμενε κι έκανε πρόβες -το έχουν σαν μουσείο-, και μάλιστα προσπάθησα να αγγίξω το πιάνο όπου έπαιζε, αλλά δεν με άφησαν. Απαγορευόταν.

Saturday, January 16, 2010

Η Βουλή πυρπολείται


ΝΑ ΑΦΑΝΙΣΤΟΥΝ ΟΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΑΡΧΙΣΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ, ΜΟΙΑΖΕΙ ΝΑ ΛΕΕΙ Ο ΠΑΥΛΟΣ ΜΑΤΕΣΙΣ ΣΤΟ «GRΑFFΙΤΟ», ΤΟ ΝΕΟ ΤΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΟΠΟΥ ΛΟΙΜΟΣ ΕΝΣΚΗΠΤΕΙ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Αγάλματα που βγαίνουν από τα μουσεία και περπατάνε στους δρόμους. Γερμανοί που ζητάνε πολεμικές αποζημιώσεις. Πεύκα που κάνουν ό,τι μπορούν για να καούν. Ένα νησί που μοιάζει με τη Μύκονο και αρχίζει να περιφέρεται στα πέλαγα, παίρνοντας τη θέση της αδελφής του Μεγαλέξανδρου, της γοργόνας. Κότες που εκτρέφονται στη Βουλή και εκτοξεύονται στη στρατόσφαιρα. Χερουβείμ που προσγειώνονται στη Γη και προσπαθούν να προσαρμοστούν. Η Εκκλησία που καταργεί τα Χριστούγεννα λόγω εκτάκτων συνθηκών. Μια θεία Φωτούλα που οργανώνει ομάδα πυρπόλησης προαστιακών επαύλεων, που έμειναν κενές.

Ρεύμα και τηλέφωνο κόβονται και οι επικοινωνίες γίνονται με φρυκτωρίεςμε πυρσούς, δηλαδή, όπως στην αρχαιότητα. Και το κυριότερο: η Βουλή στο Σύνταγμα αφανίζεται κυριολεκτικά. Μια σουρεαλιστική πραγματικότητα αποκαλύπτεται στο νέο μυθιστόρημα του Παύλου Μάτεσι, το Graffito, που εκφράζει με τον τρόπο του μια ευχή: να αφανιστούν όλα και να ξαναρχίσουν από την αρχή.

Η Αθήνα πέφτει θύμα λοιμού, που αυτή τη φορά δεν συμβάλλει στην ήττα της σε κάποιον Πελοποννησιακό Πόλεμο, αφού έχει προ πολλού χάσει τη μάχη. Είναι μια πόλη ανυπόφορη, ξεχειλωμένη από την πολυκοσμία και τη διαφθορά. Η μήνις του Θεού ή των θεών της πέφτει κατ΄ αρχήν στη Βουλή. Οι βουλευτές πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλον, σωστή εκατόμβη, η Χωροφυλακή αποφασίζει να τη σφραγίσει αλλά και να κάψει βουλευτές και συγγενείς τους, πεθαμένους και ζωντανούς, μες στην Πλατεία Συντάγματος. Όχι προς παραδειγματισμόν, αλλά για να μη μεταδοθεί η ασθένεια. Αργότερα, όταν ο λοιμός θα έχει αφανίσει ολόκληρη την πόλη, και θα έχουν μείνει έξι χιλιάδες κάτοικοι αντί για έξι εκατομμύρια, το σφραγισμένο κτίριο, για να μη μας μείνει καμία αμφιβολία για το ποιος φταίει, θα την πληρώσει δεύτερη φορά. Θα γίνει σεισμός μόνο στο Σύνταγμα, θα ανοίξει βάραθρο και θα καταπιεί το κτίριο των τριακοσίων εθνοπατέρων. Τέτοιος θυμός; Τέτοιος. Να γίνουν όλα ίσωμα. «Το κράτος με τη βουλιαγμένη βουλή τώρα δεν ήταν κράτος, ούτε έθνος- είχε προωθηθεί: ήταν μια επίπεδη επιφάνεια, μια ευτυχής πλέον χώρα».


Ο σαρκασμός

Όλα τούτα γραμμένα με αστείρευτο χιούμορ, συνεχή λογοπαίγνια, μετρημένη αθυροστομία, με έναν σαρκασμό που ορισμένες φορές σπάει κόκαλα: «Τους ξέρω καλά εγώ, είπε ο αρχηγός της Αυτοκρατορικής Χωροφυλακής για τους γείτονες, έχω πάει στις χώρες τους, διπλωματική αποστολήόλα πληρωμένα. Όπου να ταξιδέψω, η πατρίδα με πληρώνει!».

Στο μυθιστόρημα του Παύλου Μάτεσι την πληρώνουν οι πάντες: αριστεροί, δεξιοί (κυρίως τα άκρα), ντόπιοι, ξένοι, ορθολογιστές και προληπτικοί, με όπλο τον σαρκασμό και τον διαγκωνισμό όλο και πιο ακραίων περιστατικών που ζαλίζουν τον αναγνώστη και τον αποσταθεροποιούν. Αυτός που θα αντέξει να διαβάσει σαφείς αναφορές στο τσίρκο της ζωής μας, ο αναγνώστης που θα βγει αλώβητος από αυτό το «ταψί» του λούνα παρκ όπου κοπανιόμαστε όλοι, θα έχει διασκεδάσει. Το χιούμορ στο βιβλίο συνήθως είναι δεύτερου επιπέδου, πάντως ποτέ εύκολο και επιθεωρησιακό, ακόμη κι όταν κάνει καρικατούρα. Όλα μπορούν να συμβούν πια, είναι σαν να μας λέει, και ιδού το παράδειγμα.

  • Μανώλης Πιμπλής, TA NEA, Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

Sunday, January 10, 2010

Πολιτικοκοινωνική παρωδία

  • Ενας θανατηφόρος ιός πλήττει τη Βουλή, τα κόμματα και το σύνολο των κρατικών και εθνικών θεσμών σε ένα υπερρεαλιστικής έμπνευσης τοπίο. Παύλος Μάτεσις, «Graffito».

Αν ο Μένης Κουμανταρέας δοκίμασε πριν από λίγον καιρό τις δυνάμεις του σε ένα είδος δραματικής δυστοπίας, δημοσιεύοντας το αφήγημα «Σ' ένα στρατόπεδο άκρη στην ερημιά», ο Παύλος Μάτεσις επιστρέφει με το μυθιστόρημά του «Graffito» (εκδόσεις Καστανιώτη) στη δυστοπία, περνώντας μέσα από τη λογοτεχνική και την πολιτικοκοινωνική παρωδία.

Κι αν ο Κουμανταρέας κατάφερε να εξασφαλίσει την αποτελεσματικότητα της γραφής του φιλοτεχνώντας ένα κλίμα εντελώς ξένο προς το υπόλοιπο έργο του, ο Μάτεσις πετυχαίνει το δικό του εκρηκτικό αποτέλεσμα χάρη στη μακρά του θητεία σε ένα ύφος και σε μια ατμόσφαιρα που ξέρει απέξω κι ανακατωτά.

Οπως και σε παλαιότερες συνθέσεις του, ο Μάτεσις ενορχηστρώνει στο «Graffito» τις πιο άσχετες και αταίριαστες μεταξύ τους φιγούρες σ' ένα τοπίο όπου τα πάντα λειτουργούν παραμορφωτικά, απορυθμίζοντας τον οιονδήποτε συμφωνημένο κανόνα και καταργώντας κάθε εδραιωμένη παράσταση. Κι αν κατά το παρελθόν ο Μάτεσις δεν απέφυγε να υπονομεύσει (ενδεχομένως και να ακυρώσει) τις παραμορφώσεις του, παγιδευμένος στην καταχρηστική προβολή τους, σήμερα κατορθώνει να ισορροπήσει ενδεδειγμένα τις περισσότερες από τις δόσεις και τις αναλογίες του, οδηγώντας τις εικόνες του σε μιαν αληθινή κοσμογονία.

Στο «Graffito» δεν πρωταγωνιστούν πρόσωπα (όσα πρόσωπα κυκλοφορούν στις σελίδες του αποτελούν μέλη ενός εκ των προτέρων υπονομευμένου και εσκεμμένα προσχηματικού θιάσου) αλλά έννοιες, αξίες και συλλογικές υποστάσεις, που ανεβαίνουν επί σκηνής για να αμφισβητηθούν και να λοιδορηθούν εξαντλητικά -μέχρι τελικής πτώσεως.

Με κέντρο αναφοράς έναν θανατηφόρο ιό ο οποίος πλήττει όλους τους κρατικούς και εθνικούς θεσμούς (από τη Βουλή και τα κόμματα μέχρι την οργάνωση των υπουργείων, την αστυνομία, τις μυστικές υπηρεσίες, τη Δικαιοσύνη, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας και τις διπλωματικές αποστολές), ο Μάτεσις τινάζει στον αέρα πολιτικές πίστεις, ιδεολογικά οράματα, θρησκευτικές πεποιθήσεις και λαϊκές δοξασίες, φτιάχνοντας έναν ως εξ ορισμού παράλυτο, παραιτημένο και νικημένο κόσμο: τον κόσμο που διακρίνουμε κάθε τόσο τριγύρω μας χωρίς να τολμάμε να τον ομολογήσουμε ή να τον παραδεχτούμε.

Ξηλώνοντας με κέφι τη σοβαροφάνεια τόσο της πολιτικής εσχατολογίας (Οργουελ) όσο και της επιστημονικής φαντασίας (Φίλιπ Ντικ), ο Μάτεσις παραπέμπει σε ένα καθαρώς ανατρεπτικό πνεύμα: σ' ένα πνεύμα δημιουργικής αναίδειας τύπου Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, που σαρώνει αίφνης κάθε παγιωμένη οντότητα, για να μας βάλει με έναν τρελό ρυθμό στο λογοτεχνικό του παιχνίδι, το οποίο συνδυάζει δαιμόνια την υπερρεαλιστική έξαρση με μια πυκνή και αδιάπτωτη ειρωνεία. Αξιο, όπως κι αν το κρίνουμε, το έργο του.

Τελειώνουν τα έργα της θάλασσας

Χρειάζεται μέγας μαρξιστικός οίστρος για να πιστέψει κανείς πως ο Δημήτρης Χατζής ευαγγελίζεται στο πολυσυζητημένο «Διπλό βιβλίο» τον ερχομό μιας νέας εποχής, που θα απαλλάξει τους ανθρώπους από το αίσθημα της μοναξιάς και της αποξένωσης.

Αυτό, πάντως, κάνει, αναζητώντας σώνει και καλά ένα φίλτρο σωτηρίας, ο Παναγιώτης Νούτσος στη μελέτη του «Δημήτρης Χατζής. "Το διπλό βιβλίο"» («Ελληνικά Γράμματα»). Βεβαίως και ο Χατζής παραμένει μέχρι και την τελευταία στιγμή της ζωής του ένας πεζογράφος ο οποίος παρατηρεί ασμένως το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. Βεβαίως και το δοκιμιακό του όραμα για τη συγκρότηση μιας καινούριας νεοελληνικής ιδεολογίας επικοινωνεί χωρίς περιφράσεις με την πεζογραφία του. Βεβαίως, τέλος, και ο συγγραφέας βάζει τους ήρωές του ενόψει ενός ριζικά διαφορετικού μέλλοντος. Η απόσταση, όμως, ανάμεσα σε όλα αυτά και στο να δούμε στους απόκληρους του «Διπλού βιβλίου» την εγελιανή διαλεκτική της «άρνησης της άρνησης» (μια σχεδόν μεταφυσική υπέρβαση της αλλοτρίωσης) είναι η απόσταση που μας χωρίζει από τον Προκρούστη. Αλίμονο, εκείνο το οποίο θριαμβεύει στο «Διπλό βιβλίο» δεν είναι το σθένος της ιδεολογίας αλλά η κατά κράτος ήττα και υποχώρηση. Ο Χατζής θα το πει όσο πιο σκληρά μπορεί -κόντρα σε οποιαδήποτε σιδερένια αριστερή αισιοδοξία: Τελειώνουν τα έργα της θάλασσας. Ολα. Η ζωή μου.

Νέες εκδόσεις

  • «Πού 'ναι τα φτερά;» ΜΑΡΩ ΔΟΥΚΑ. Νουβέλα. Εκδόσεις Πατάκη.

Ενα παιδί ανακαλύπτει τον εαυτό του και τον κόσμο σε μιαν επαρχιακή πόλη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950. Το «Πού 'ναι τα φτερά» δημοσιεύθηκε πρώτη φορά το 1975 και η επανέκδοσή του τριάντα πέντε χρόνια μετά δείχνει πόσο φρέσκια διατηρείται η ματιά του.

  • «Συνάντησέ την, το βράδυ» ΝΑΤΑΣΑ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ. Σημειώσεις για ένα χαμένο μυθιστόρημα. Εκδόσεις «Πλέθρον».

Η Ελλάδα αντίκρυ στην Ευρώπη σε μια νουβέλα με έντονα ρευστό και αποσπασματικό χαρακτήρα, όπου τα πάντα παραμένουν από σκοπού σε διαρκή εκκρεμότητα και όπου τα κενά του νοήματος και της δράσης οφείλουν να συμπληρωθούν από τον αναγνώστη.

  • «Ο φόβος των βαρβάρων. Πέρα από τη σύγκρουση των πολιτισμών» TZVETAN TODOROV. Μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας. Εκδόσεις «Πόλις».

Αν θέλουμε να σεβαστούμε και να υπηρετήσουμε τη δημοκρατία, παρατηρεί ο Τσβετάν Τοντορόφ, τότε πρέπει να απαλλαγούμε από τη βαρβαρότητα της ιδέας για τη σύγκρουση των πολιτισμών: εκείνο στο οποίο καλεί η εποχή μας είναι ο διάλογος μεταξύ διαφορετικών αντιλήψεων.

  • «Μπαμ» ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΚΥΛΑΣ. Μυθιστόρημα. Εκδόσεις «Κέδρος».

Ο Νίκος συνειδητοποιεί ότι η ζωή του κύλησε για μεγάλο διάστημα με τρόπο ο οποίος δεν του έχει προσφέρει το παραμικρό και αποφασίζει να την αλλάξει. Για να γίνει, όμως, κάτι τέτοιο, πρέπει προηγουμένως να τη σκεφτεί και να την κατανοήσει σε όλες τις λεπτομέρειες.

  • «Σκεπτικοί. Η συνδιαλλαγή της άρνησης» ΕΛΕΝΗ ΜΕΡΚΕΝΙΔΟΥ. Εκδόσεις «University Studio Press».

Η δύναμη της σκεπτικιστικής φιλοσοφίας πηγάζει από τη φαντασία της, που της επιτρέπει να απορεί συνεχώς, θέτοντας σε αμφισβήτηση το αντικείμενό της αλλά και προχωρώντας σε μιαν άρνηση της άρνησης, η οποία τη βοηθάει να κατανοήσει το φαινόμενο της ζωής.

Wednesday, November 21, 2007

Παύλος Μάτεσις: Αλδεβαράν

Αλδεβαράν

ISBN: 978-960-03-4569-8


Aλδεβαράν ονόμασαν οι Άραβες τον πλέον λαμπερό αστέρα στον αστερισμό του Tαύρου. Kάποιος πίστεψε πως ο έρωτας θα τον ανεβάσει εκεί πάνω, όμως γκρεμίστηκε επειδή κάποιος άλλος δεν ακολούθησε και μένει στη γη φυλακισμένος (δεν γνωρίζει αν τον εκλείδωσαν μέσα ή τον άφησαν απ’ έξω) σε ενοχές και τύψεις· ερήμην του ένοχος. Όμως, μέσα από μία μαγική, πλήρη θαυμάτων ανάβαση, με χαλινούς την κατανόηση και την παραδοχή πως είναι υπαρκτό και εκείνο το είδος έρωτα που αυτός αγνοεί και όπου δεν μετέχει, θα αξιωθεί τον Aλδεβαράν, με συντρόφους του ισόβιους απλά και μεγαλειώδη πράγματα, όπως το χιούμορ, η αγάπη , η φιλία.

Ο συ
γγραφέας... Πρώτη παρουσία στά Γράμματα: 1967. Διακρίσεις: Kρατικό Bραβείο Θεάτρου, 1966 (Η τελετή). Έπαθλο Kαρόλου Kούν, 1989, για το καλύτερο θεατρικό έργο της χρονιάς (Περιποιητής φυτών). Bραβείο Έλληνοφώνων Kάτω Iταλίας, 1998, για το μυθιστόρημα H μητέρα του σκύλου. Mέγα Bραβείο Κριτικών 2000. Bραβείο ACERBI (Iταλία), 2002, για το μυθιστόρημα H μητέρα του σκύλου. Tα μυθιστορήματά του H μητέρα του σκύλου, 49η έκδοση, O Παλαιός των Hμερών, 13η έκδοση, και Πάντα καλά, 27η έκδοση, κυκλοφορουν σε δεκατέσσερις χώρες. Tόμος με 4 θεατρικά του κυκλοφορεί (2002) στό Λονδίνο, εκδ. Arcadia. Tο μυθιστόρημα Σκοτεινός Oδηγός, 8η έκδοση, κυκλοφορεί στην Iταλία. Tο μυθιστόρημα Mύρτος, 12η έκδοση, θα κυκλοφορήσει προσεχώς στη Γαλλία, τη Pουμανία, τη Φινλανδία και στο Iσραήλ. Θεατρικά έργα: 14. Tα 11 έχουν παρουσιαστεί από τους σημαντικότερους αθηναϊκούς θιάσους. Στο εξωτερικό: Προς Eλευσίνα (1995) στο Διεθνές Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Θεάτρου BITEF, Bελιγράδι. Eνοικιάζεται φύλακας άγγελος, 2003, στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου INTERCITY, Φλωρεντία. Mεταφράσεις: Aριστοφάνης (8 έργα, παραγγελίες για τα Eπιδαύρια), Σαίξπηρ, Mπέν Tζόνσον, Kρ. Mάρλοου, Φώκνερ, Πίντερ, Bιτράκ, Mολιέρος, Mπωμαρσαί, Σταντάλ, Iονέσκο, Aρτώ, Mρόζεκ, Όρτον, Aκρόυντ, Φρίελ κ.o. έχουν εκδοθεί και παρουσιαστεί από τους κυριότερους αθηναϊκούς θιάσους και εκδοτικούς οίκους.
Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν επίσης: