Showing posts with label Γκανάς Μιχάλης. Show all posts
Showing posts with label Γκανάς Μιχάλης. Show all posts

Tuesday, September 21, 2010

Η πράξη αφήγησης στα πεζά του Μιχάλη Γκανά

  • Τα έργα του Μιχάλη Γκανά Γυναικών και Μητριά πατρίδα (εκδόσεις Μελάνι) αποτελούν τη δεύτερη γραφή του. Λέω δεύτερη, γιατί τον Μ. Γκανά τον γνωρίζουμε ως ποιητή. 
Από την πρώτη ανάγνωση του πληροφορημένου αναγνώστη ώς την πρόσληψη του ειδικού ερμηνευτή, διαπιστώνει κανείς ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερη εκφραστική. Εκ πρώτης όψεως, το κείμενο φαίνεται λιτό και ότι υπάρχει ένας αυθαίρετος χαρακτήρας στη σχέση μορφή-περιεχόμενο. Χαρακτηριστικά που παραπέμπουν στην πράξη της ποιητικής δημιουργίας. Ας μη βιαστούμε εξ αυτού του λόγου να χαρακτηρίσουμε τα παραπάνω έργα ως «ποιηματικά ή ποιητικά πεζογραφήματα», με την ιστορική έννοια του όρου που μας έδωσαν οι Μπωντλαίρ, Μαλαρμέ και Ρεμπώ. Είναι άλλες οι αξιώσεις αυτής της «φόρμας», η εξέταση των οποίων δεν είναι της παρούσης. Διακρίνουμε, βεβαίως, μέσα στα κείμενα του Μ. Γκανά ότι συνυφίστανται και συνεργάζονται αθόρυβα η ποιητική αδρότητα με τον πεζό λόγο. Η συνύπαρξη αυτή αποτελεί για τον Μ. Γκανά την αναγκαία δημιουργική συνθήκη, την οποία υπηρετεί στην πεζογραφία του. Εξάλλου, μία και μοναδική ποίηση δεν υπάρχει. Θα αντιστρέψουμε το πλατωνικό «πάσα ποίησις είναι μίμησις» και θα πούμε ότι «πάσα μίμησις είναι ποίησις».

Και το Γυναικών και το Μητριά πατρίδα είναι αφηγήματα πεζά κατά την ευρεία κατάταξή τους, και ως «μοντέλα γραφής» ανήκουν στο ιδιόμορφο εκείνο είδος της «κλειστής φόρμας». Πρόκειται για την παρέμβαση του Μ. Γκανά στη στερεοτυπία της «κοινής γραφής» ή της κατ' αντιδιαστολήν ονομαζόμενης «ανοιχτής φόρμας».

Από την «ανοιχτή φόρμα» κρατάει τη συνοχή στην αφήγηση, την αρτιότητα του μύθου, έστω και στην αφαιρετική του μορφή, έστω και αν πρόκειται για μινιμαλιστικές αυτόνομες ενότητες. Τα στοιχεία αυτά είναι απαραίτητα για να αποτελέσει το έργο μια οργανωμένη ενότητα, ένα «οργανωμένο καλά σύμπαν». Αν δεν υπάρχει συνοχή, το κείμενο είναι εξαρθρωμένο, κομματιασμένο και τότε μόνο θα μιλούσαμε για ποιηματική πεζογραφία.

Στην «κλειστή φόρμα» γραφής απαιτείται αυστηρή ιδεογραμμή, με φιλολογική, θα έλεγα, σχολαστικότητα και προεπιλογή τόσο του θεματικού όσο και του πραγματολογικού αλλά και γλωσσικού υλικού.

Τι προεπέλεξε ο Μ. Γκανάς; Τη λειτουργία της μνήμης, από τη μια, και τη φόρμα, από την άλλη.

Πώς γράφει κανείς πιασμένος στο δίχτυ των ασύνταχτων αναμνήσεων και αισθημάτων; Το θεωρώ πιο δύσκολο από τη μυθοπλασία. Την απάντηση την ξέρει πολύ καλά ο Μ. Γκανάς και στα δύο του έργα, αφού αυτά είναι βιωματικά. Οταν πρέπει να αποφορτισθεί από κάθε περιττό για τη γραφή, κρατά μόνον τα θραύσματα της μνήμης για την κίνηση της ψυχής, ώστε το αφήγημα να προχωρήσει γυμνό. Και το κάνει πολλές φορές με οδύνη, αφού η επιλεκτική μνήμη, μόνον αυτή, μπορεί να διαχειριστεί τη δημιουργία της γραφής. Κύριο χαρακτηριστικό της «κλειστής φόρμας» του Μ. Γκανά είναι τα μικρά συντάγματα, οι μικρές προτάσεις, έως και μονολεκτικές.

Ποια είναι η λογική τής χρήσης των μικρών συνταγμάτων; Οσο αυξάνει η έκταση της πρότασης τόσο μειώνεται η ακρίβεια του σημαινομένου. Στη χαλαρή δομή, δηλαδή στη μεγάλη πρόταση, υπάρχει κίνδυνος εμφάνισης περιθωριακών στοιχείων, με αποτέλεσμα το σημαινόμενο να χάνει τη δυναμική του, τη στερεότητά του. Η μικρή πρόταση προϋποθέτει το απαραίτητο γλωσσικό υλικό.

Επιλογή του γλωσσικού υλικού στην «κλειστή φόρμα»: Σε κάθε είδος γραφής υπάρχει η ελευθερία της γλώσσας. Θα την ορίσουμε ως συνειδητή παραγωγική δραστηριότητα, η οποία αποβλέπει στην ικανοποίηση μιας επικοινωνιακής ανάγκης. Και στην «κλειστή φόρμα» υπάρχει κατ' αρχάς ελευθερία γλώσσας. Αρκεί η επιλογή «της παρέας» των λέξεων να είναι αποδεκτή από το όλο γλωσσικό περιβάλλον.[...] ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Saturday, June 12, 2010

Ομορφη, δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου


  • Μιχάλης Γκανάς
  • Γυναικών μικρές και πολύ μικρές ιστορίες
  • εκδόσεις Μελάνι, σ. 98, ευρώ 11,55
  • Η λέξη γυναίκες, στην ονομαστική, ως μέρος τίτλου βιβλίου, παρουσιάζεται συχνά («Τρεις γυναίκες» του Μούζιλ, «Αντρες χωρίς γυναίκες» του Χέμινγουεϊ, «Γυναίκες ή σκοτεινή ύλη» της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη κ.λπ., κ.λπ.), ενώ ο τύπος του ονόματος σε γενική πτώση σπανίζει. Το μόνο που έρχεται στο νου είναι το «Κατά γυναικών». Εκείνος ο εξαίρετος ίαμβος του Σιμωνίδου του Αμοργινού, που διασώθηκε ως δείγμα «ψόγου γυναικών». Και δικαίως, αφού θέλει τον Θεό να πλάθει τη γυναίκα από πανούργα και απωθητικά ζώα, όπως η γουρούνα και η αλεπού και μόνο κατ' εξαίρεση, από τη φιλόπονη μέλισσα. Ή ακόμη χειρότερα, από την αδηφάγο γη και τη δίβουλη θάλασσα. Ο Μιχάλης Κοπιδάκης, που μετέφρασε στα νέα ελληνικά, προ δεκαπενταετίας, τον Ιαμβο, παραθέτει ως επιμύθιο τα λόγια ενός γέροντα Κρητικού: «Οι γυναίκες κρατούν από τρεις κακές ράτσες και μόνο μία από τον άνθρωπο. Από την αγελάδα, τη γαϊδάρα και τη σκύλα. Η πρώτη κουτουλά, η δεύτερη τσινά και η τρίτη δαγκάνει. Αλίμονό σου, αν σου τύχει καμιά απ' αυτές. Αν όμως κρατά από τον άνθρωπο, σώθηκες!» Οπως φαίνεται, ο Μιχάλης Γκανάς ανήκει σε αυτούς τους λίγους και τυχερούς, αφού, σύμφωνα τουλάχιστον με τις ιστορίες του, όλες οι γυναίκες που του έτυχαν, ακόμη κι εκείνες που θαυμάζει εξ αποστάσεως, ανήκουν στην «καλή ράτσα». Μία, μάλιστα, κρατάει από τις Νηρηίδες, αφού ο αφηγητής, ύστερα από συμβίωση 33 ετών, αποφαίνεται πως θα έπρεπε να τη λένε Κυμοθόη. 
  • Ετσι κι αλλιώς, όμως, ο Γκανάς συνιστά ιδιαίτερη περίπτωση. Οπως σημειώναμε πρόσφατα, από την πεζογραφική παραγωγή της τελευταίας τριακονταετίας συγκρατούμε ουκ ολίγους συγγραφείς. Δύσκολα, όμως, ανακαλούμε συγκεκριμένα βιβλία, τα οποία να φωλιάζουν και πρόχειρα στο ράφι της βιβλιοθήκης. Σε αυτά τα λιγοστά και κατά γενικότερη ομολογία αξιομνημόνευτα, συγκαταλέγεται και το πεζογραφικό τού Γκανά «Μητριά πατρίδα», παρ' όλο που πρόκειται για ένα πεζό μόλις 50 σελίδων, στο μικρό σχήμα των εκδόσεων του Φίλιππου Βλάχου («Κείμενα»). Είχε εκδοθεί στις απαρχές της πρώτης παπανδρεϊκής περιόδου, Νοέμβριο 1981. Αλλά και ως ποιητής ο Γκανάς συνιστά ιδιότυπη περίπτωση. Ταξινομημένος στη γενιά του '70, εμφανίζεται το 1978, κάπως καθυστερημένα σε σχέση με τους συνομηλίκους του. Το 1993, με την πέμπτη συλλογή του, «Παραλογή», γνωρίζει τιμές και δόξες. Ενας κριτικός τού κύρους τού Γ. Π. Σαββίδη, όχι μόνο τη χαρακτήρισε «μείζονα σύνθεση» του ποιητή, αλλά διατύπωσε και την άποψη ότι με αυτήν «η συρρικνούμενη ελληνική ποίηση είχε αποκτήσει ξανά μείζονα ποιητή», δανειζόμενος τον λόγο του Τέλλου Αγρα για τον Καρυωτάκη. Στη συνέχεια, ο Γκανάς «σιώπησε» για δέκα χρόνια, εάν δεν μετρήσουμε τα «μικρά» του και τους στίχους τραγουδιών. Η επόμενη συλλογή, «Ο ύπνος του καπνιστή», ήταν μορφικά ρηξικέλευθη, αλλά προσέκρουσε στην κριτική αδιαφορία. 
  • Φέτος ο Γκανάς αποφασίζει να εκδώσει ένα δεύτερο πεζογραφικό βιβλίο. Είναι άξιο παρατήρησης ότι αποκαλεί τα πεζά ιστορίες και όχι διηγήματα. Αν αυτό εκληφθεί ως δισταγμός, εκπλήσσει ευχάριστα. Ταυτόχρονα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι συνιστά υπόσχεση για ό,τι κυοφορείται. Οπως και να έχει, πρόκειται για μια συλλογή από 16 ιστορίες, δημοσιευμένες και αδημοσίευτες, μικρές, εκτενέστερες και ευμήκεις. Ωστόσο, αν κάποιος θιασώτης της ποίησής του, παρασυρόμενος από τον τίτλο, περιμένει να διαβάσει μια κάποια συνέχεια εκείνου του τρυφερού στίχου «Επεφτε το κορμάκι σου και το 'χτιζα με χάδια / την ώρα που 'σβησε το φως / κι άναψαν τα σκοτάδια», θα απογοητευθεί. Ο αφηγητής περιορίζεται στην ευχαρίστηση που προσφέρει μία και μοναδική αίσθηση, αυτή της όρασης. Αντε, καταχρηστικά, σε μια ιστορία, και αυτή της ακοής. Ανεξαρτήτως χώρου και ώρας, εμφανίζεται ευάλωτος στο θήλυ κάλλος. Δεν προσπαθεί να πιάσει κουβέντα με την ωραία στο διπλανό τραπέζι της καφετέριας, που «διαβάζει ένα βιβλίο». Μόνο την κοιτάζει, ενδίδοντας στη φαντασίωση μιας στιχομυθίας, όπου ριμάρει τον Πούσκιν με την πουτάνα. Τα ίδια και χειρότερα πράττει εν ώρα εργασίας. Θαυμάζοντας τους γυμνούς ώμους νεαράς συναδέλφου του, ενδίδει στην ολισθηρή φαντασίωση μιας «θεόγυμνης» γραμματέως. 
  • «Ομορφη, δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου», σκεφτόταν ο οχτάχρονος της «Μητριάς πατρίδας» για την κόρη παπά. Το χούι έμεινε στον αφηγητή, όντας, όμως, πλέον και ποιητής, τις ξανθιές, με ή και χωρίς φακίδες, τις συγχέει με «την Ξανθούλα του Σολωμού». Οπως ο μακρινός ζακύνθιος πρόγονος, χάδια ούτε αυτός αποτολμά. Οχτάχρονος ήταν πιο θαρρετός, είχε «βουλιάξει τη χούφτα του» στα «βυζάκια» της μάνας του φίλου του. Στην πράξη μπορεί να υστερεί, όμως, με τη φαντασία του ενίοτε αποθρασύνεται. Παράδειγμα, εκείνο το πρώτο ραντεβού με μια γοητευτική ύπαρξη να «κάθεται απέναντί του». Η συγκεκριμένη ιστορία μπορεί να διαβαστεί και ως σχόλιο ωρίμου ανδρός περί θηλυκότητας. Δεν αρκεί όλα να είναι όμορφα επάνω σε μια γυναίκα. Καθοριστικό ρόλο στην αντρική φαντασία παίζουν οι κινήσεις, οι στάσεις και ο βαθμός της θηλυκότητάς τους. Ενα μάγκικο σταυροπόδι αντί του γυναικείου, εκείνου με τις γάμπες που χαϊδεύονται, απωθεί τον αφηγητή. Εντέλει, όμως, ζουμάρει στις συσπάσεις του στόματος, γεγονός που αποβαίνει καθοριστικό στην έκβαση του ραντεβού. Το μεγάλο ατού αυτών των σύντομων ιστοριών είναι η καταληκτική ανατροπή των προσδοκιών του αναγνώστη. Παράδειγμα, η ιστορία της «Καρμέλας», η μοναδική, στην οποία ο αφηγητής εμφανίζεται τρυφερός και απόλυτα εξαρτημένος από την «πριγκίπισσά» του, με την οποία συμβιώνει 13 συναπτά έτη. Εδώ, το ξαφνικό γύρισμα του τέλους θυμίζει ένα από τα αποθησαυρισμένα διηγήματα της τριακονταετίας, το «Περσινή αρραβωνιαστικιά» της Ζυράννας Ζατέλη. 
  • Ομως, ο αφηγητής δεν παρακολουθεί μόνο τις νέες και ωραίες αλλά και τις μεσόκοπες. Στην ιστορία με την κυρία που «βαδίζει στο απέναντι πεζοδρόμιο», ο πανικός της ηλικίας προδίδει τον αφηγητή, καθώς γλιστράει από το τρίτο πρόσωπο του αμέτοχου παρατηρητή στο πρώτο της ταυτοπάθειας. Ωστόσο, η αφήγηση δεν λιμνάζει στη θλίψη, αλλά, για ακόμη μια φορά, βρίσκει διέξοδο στους συνειρμούς που γεννούν οι λέξεις. Από την τρίτη ηλικία και τους πόνους στις κλειδώσεις, περνάει στην κατάντια τού άλλοτε ποτέ πρώτου φύλου, «τώρα που το σαλπίζουν αναιδέστατα τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ στα μπαρ, στις καφετέριες, στις παραλίες». Η ατμόσφαιρα βαραίνει, όταν οι μεσόκοπες γίνονται γηραιές κυρίες. Ευρηματικός ο διάλογος που στήνει η εβδομηντάχρονη, όχι με το πρόσωπό της στον καθρέφτη, αλλά με τα σταυρωμένα χέρια της. Στιγμές στιγμές ο διάλογος φτάνει στα όρια του πικρού παράπονου, αλλά αναστρέφεται και γλυκαίνει χάρη στην ποιητική μεταφορά του τέλους. Κάποιες ιστορίες με γερόντισσες, καθώς ο αφηγητής παραχωρεί σε εκείνες τον λόγο, φαίνονται, χάρη στην ποιητική της λαϊκής λαλιάς, σαν αφηγηματικές προεκτάσεις της «Μητριάς Πατρίδας». 
  • Οι περισσότερες ιστορίες του βιβλίου, 13 στις 16, έχουν αφιέρωση. Συνήθως παρόμοιες αφιερώσεις δεν αφορούν τον αναγνώστη, καθώς πρόκειται για χειρονομίες αβρότητας του συγγραφέα προς φίλους. Μία, όμως, εισέρχεται ενεργά στην αφήγηση. Αφιερωμένη η ιστορία στον Σωτήρη Σόρογκα, πλέκεται γύρω από τον πίνακά του, το «Πηγάδι». Ετσι, μέσω της αφιέρωσης, η ιστορία παίρνει και διαστάσεις εικαστικού σχολίου. Ωστόσο, η επιλογή του υποκειμένου της ιστορίας δείχνει κάπως άστοχη. Μια γηραιά παραδουλεύτρα δύσκολα ολισθαίνει σε παρόμοιες λεπταίσθητες φαντασιώσεις. 
  • Συνοψίζοντας, οι ιστορίες του Γκανά, τουλάχιστον οι καλύτερες, που ακόμη και ένας αυστηρός κριτής θα αποκαλούσε διηγήματα, αφήνουν μια γριφώδη αίσθηση. Ισως, ακριβέστερα, έχουν κάτι από τη σκοτεινότητα της ποίησης. Αλλωστε, ο συγγραφέας συνομιλεί με προσφιλείς του ποιητές, όπως ο Μάρκος Μέσκος. Κάποτε συνομιλεί και με ποιητές παλαιότερους, όπως ο μελαγχολικός Ουράνης. Οι στίχοι, που «του ψιθυρίζει ο Ουράνης στο έσω ους», δανεισμένοι από το ποίημα «Περαστικές», δένουν με τη «μυρωδιά βρεγμένης θάλασσας» και την ατμόσφαιρα της τελευταίας ιστορίας, την οποία και διανθίζουν. Εχουμε, μάλιστα, την εντύπωση, ότι οι επόμενοι στίχοι του ποιήματος, «να ξέρατε με πόση νοσταλγία, /... σας ξαναφέρνω στην ανάμνησή μου, / γυναίκες, που περάσατε μιάν ώρα / απ' τη ζωή μου μέσα...» ίσως να ανταποκρίνονταν ως μότο ολόκληρου του βιβλίου περισσότερο από τους επιλεγμένους της Λευκής Μολφέση. 
  • Πάντως, παρουσιάζουν ενδιαφέρον οι αναλογίες, ή, σωστότερα, οι συγγένειες ανάμεσα στο πρώτο και στο πρόσφατο πεζογραφικό βιβλίο του Γκανά, με σημείο αναγωγής την ποίησή του. Η «Μητριά πατρίδα» δεν έμοιαζε, τουλάχιστον τόσο εμφανώς, ως ευθεία προέκταση της ποιητικής του φωνής. Αφήγηση λιτή, χωρίς αντιρεαλιστικά στοιχεία, με εικόνες σπάνιας διαύγειας, διατηρούσε αισθητή απόσταση, ίσως στα όρια της αυτονόμησης. Απεναντίας, το πρόσφατο εξωτερικεύει πιο έκδηλα και σε μεγαλύτερο βαθμό «ποιητική ύλη». Εν ολίγοις, στο πρόσφατο υπάρχει μεγαλύτερη εσωτερική συνταύτιση με την ποιητική του φωνή. Να υποθέσουμε ότι μεσολαβούν καθοριστικά οι αφετηρίες συγκίνησης, δηλαδή οι «βλοσυρές» στο ένα και οι «ήμερες» στο άλλο; Διόλου απίθανο. Εικασίες κάνουμε.

Friday, April 30, 2010

Μιχάλης Γκανάς: Η αγάπη που διαρκεί είναι πάθος

Ο ποιητής και στιχουργός είχε να γράψει πεζό από την περίφημη αυτοβιογραφική «Μητριά πατρίδα», του 1981. Στις μικρές, όμως, ιστορίες που έκλεισε στο βιβλίο με τίτλο «Γυναικών» δείχνει ένα πιο ελεύθερο, τρυφερό και γεμάτο χιούμορ πρόσωπο. Βοηθάει και το θέμα

Το βλέμμα του άντρα να αιχμαλωτίζεται από μια ανεπαίσθητη κίνηση χεριών, από ένα τίναγμα των μαλλιών, από το χρώμα της φωνής, από μια λυγερόκορμη πλάτη, αλλά κι από ένα αργό βάδισμα ηλικιωμένης. Γυναίκες σε καφέ, στον δρόμο, στο τηλέφωνο, μπροστά σ' έναν υπολογιστή, στη θάλασσα της μνήμης. Σαγήνη, θέληση, μοναξιά, υπομονή, μαρασμός γένους... θηλυκού.

Δεκαέξι ιστορίες, δυο-τριών σελίδων οι περισσότερες, που «ζουμάρουν» με υψηλής ευαισθησίας κάμερα στον ωκεάνιο γυναικείο κόσμο. Είναι τα πεζογραφήματα που συνθέτουν το βιβλίο του Μιχάλη Γκανά «Γυναικών» με υπότιτλο «Μικρές και πολύ μικρές ιστορίες» (κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Μελάνι»).

Ποιητής και στιχουργός πυκνής κι αισθαντικής γραφής, που αφουγκράζεται με γήινο και λεπταίσθητο τρόπο το παρόν και το παρελθόν, τον έρωτα, την απώλεια, τη γενέθλια γη, ο Ηπειρώτης Μιχάλης Γκανάς δοκιμάζεται με επιδέξια ισορροπία στη σύντομη πεζογραφική φόρμα, ανιχνεύοντας το απέραντο γαλάζιο των γυναικείων κυμάτων. Είναι το δεύτερο πεζογραφικό έργο του μετά το αυτοβιογραφικής χροιάς παλαιότερό του «Μητριά πατρίδα».

  • Στα μικρά αυτά αφηγήματα εστιάζετε σε κάδρα γυναικεία. Γιατί ειδικά γυναίκες; Παραμένουν γοητευτικά και ανεπαρκώς ανεξερεύνητες;

«Δεν προσπαθώ να εξερευνήσω τις γυναίκες. Ούτε καν να τις καταλάβω. Απλώς μου αρέσουν πολύ. Δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται στο ότι μεγάλωσα ανάμεσα σε γυναίκες: μητέρα, γιαγιάδες, αδελφή, θείες, εξαδέλφες. Οι άντρες του σπιτιού έλειπαν συνεχώς. Μου είναι πολύ οικείος αυτός ο κόσμος, η φυσική παρουσία τους εννοώ, οι χειρονομίες, το άρωμα που αφήνουν πίσω τους, οι ομιλίες τους, αλλά και ο απροσπέλαστος ψυχισμός τους, η σκληρότητα και η τρυφερότητα που πάνε χέρι χέρι...»

  • Μοιάζουν με... κύματα οι γυναίκες, όπως αναφέρετε στην ιστορία σας «Κυμοθόη»;

«Ναι, μοιάζουν με κύματα. Με σαράντα κύματα η καθεμιά. Μπορεί τα 39 να σε χαϊδεύουν και το ένα να σε πνίξει. Και αντιστρόφως. Αυτό το δεύτερο το αποτυπώνει ακριβώς ένα δίστιχο: Τα ματάκια σου μού λένε / να πεθάνω να με κλαίνε. Αυτό ισχύει και για την "Κυμοθόη", που είναι συγκεκριμένο και αγαπημένο πρόσωπο στη ζωή μου».

  • Ο αφηγητής-σχολιαστής σε μερικές ιστορίες δείχνει έκθαμβος, τρακαρισμένος μπροστά στη γυναικεία ομορφιά και φύση και σ' άλλες ευαίσθητος, σεβαστικός απέναντι στη φθορά της από τον χρόνο. Είναι συνήθης αντρική συμπεριφορά; Οι γυναίκες δυσκολεύονται πιο πολύ με τον χρόνο;

«Οι γυναίκες νομίζω ότι ζουν σε άλλο χρόνο από τον δικό μας. Αλλοτε πάνε "μπροστά" και άλλοτε "πίσω". Γι' αυτό ή τρέχουμε να τις προλάβουμε ή περιμένουμε να φθάσουν. Και στις δύο περιπτώσεις, που συχνά με κάνουν έξαλλο, είμαι εντέλει με το μέρος τους. Νομίζω ότι "κάτι ξέρουν". Κάτι που εμείς θα μάθουμε αργότερα. Να το πω λίγο σχηματικά: ενώ εμείς όταν κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, βλέπουμε το σημερινό μας είδωλο, εκείνες, αν είναι νέες, βλέπουν ταυτόχρονα τη μεσόκοπη κι αν είναι μεσόκοπες, τη γηραιά κυρία που θα γίνουν κάποτε. Ισως γι' αυτό περνάνε τόσες ώρες μπροστά στον καθρέφτη».

  • Τα μαλλιά των γυναικών και η κίνηση των χεριών τους μέσα σ' αυτά έχουν την τιμητική τους. Είναι κάτι που σας ελκύει περισσότερο στη γυναικεία εικόνα;

«Ναι, τα μαλλιά των γυναικών μού αρέσουν πολύ, είτε τα βλέπω είτε τα αγγίζω είτε τα μυρίζω. Περισσότερο όμως μου αρέσουν όταν τα "παιδεύουν" με τα χέρια τους. Κάνουν απίθανα πράγματα».

  • «Κάποια πράγματα είναι μόνο για άντρες», «υπάρχουν πράγματα μόνο για γυναίκες» λέτε σε μια ιστορία. Είναι αισθητός αυτός ο διαχωρισμός σήμερα ή η πρόοδος και ο μοντερνισμός τον έχουν καπελώσει;

«Η πρόοδος και ο μοντερνισμός κάνουν τη δουλειά τους, αλλά αυτός ο κακώς εννοούμενος φεμινισμός και η... αγενής άμιλλα για ισότητα παντού πρέπει να έχουν και κάποια όρια. Μην ξεχνάμε στο κάτω κάτω ότι μόνον οι γυναίκες έχουν περίοδο και μόνον οι άντρες κατουράνε όρθιοι».

  • «Δεν υπάρχει κόλαση όπου υπάρχει αγάπη. Δεν υπάρχει παράδεισος, κάποτε, παρά την αγάπη. Αρκεί, όμως, που υπάρχει αγάπη: αυτό το διαρκές καθαρτήριο» λέτε σ' ένα απ' αυτά. Είναι αισθητή η παρουσία ή η απουσία της στις μέρες μας; Διαφέρει από τον έρωτα;

«Η αγάπη, εφ' όσον υπάρχει, είναι διαρκής. Ο έρωτας μπορεί να μην είναι στιγμιαίος, αλλά έχει μικρή διάρκεια. Συνήθως αποδίδουν στον έρωτα το πάθος, ενώ στην αγάπη αναγνωρίζουν τα καλά (και ηπιότερα) αισθήματα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο έρωτας είναι η παιδική ασθένεια της αγάπης. Η αγάπη πάντως δεν είναι λιγότερο παθιασμένη. Οταν ζεις μ' έναν άνθρωπο 20, 30, 40 χρόνια μαζί, τι είναι αυτό; "Η διάρκεια είναι πάθος" λέω εγώ. Και το εννοώ».

  • Για την «προσγείωση στην τρίτη ηλικία», που «είναι ισόβια» όπως λέτε, χρειάζονται κάποια εφόδια, κάποιες αβαρίες; Οπως;

«Ο καλύτερος τρόπος να αντιμετωπίσει κανείς αυτή την "προσγείωση" είναι να συνεχίσει να ζει. Μεγαλώνοντας χάνουμε την αλκή και την ωραιότητα της νεότητας αλλά ωριμάζουμε, χωρίς να σαπίζουμε πάντα, και μπορούμε να χαρούμε πολλά πράγματα. Το χειρότερο για τους ηλικιωμένους είναι ότι δεν έχουν κοινωνικό ρόλο στις μέρες μας και δεν απολαμβάνουν τον σεβασμό που τους αξίζει. Οπουδήποτε και αν πάνε, τους προσφωνούν παππού και γιαγιά και όχι κύριο και κυρία».

  • Μοιάζουν με «φωτογραφικά ενσταντανέ» στιγμών, κινήσεων τα λακωνικά κείμενά σας. Ως ποιητής και στιχουργός είστε λάτρης της μικρής φόρμας; Δεν σας ενδιαφέρει η ανάπτυξη μεγαλύτερης πλοκής;

«Προς το παρόν δεν νιώθω αυτή την ανάγκη. Η μικρή φόρμα μού πηγαίνει, ό,τι έχω να πω μπορώ να το πω μια χαρά και να το μοιραστώ στη συνέχεια με αναγνώστες που με ενδιαφέρουν. Γιατί τα μικρά διηγήματα, και πολύ περισσότερο τα ποιήματα, τα διαβάζουν απαιτητικοί αναγνώστες, γι' αυτό άλλωστε δεν πουλάνε όσο τα μυθιστορήματα. Θα μου πείτε, δεν θα ήθελα να γράψω κάτι που να γίνει μπεστ σέλερ; Ακόμη και να ήθελα, δεν θα μπορούσα. Γιατί δεν προαποφασίζω το είδος στο οποίο θα γράψω κάτι. Αντίθετα, αυτό που έχω να πω μου επιβάλλει, κατά κάποιον τρόπο, και τη φόρμα του». *

Πώς φτάσαμε εδώ κάτω σκαρφαλώνοντας;

  • Η παιγνιώδης, ενίοτε αυτοϋπονομευτική, διάθεσή σας σ' αρκετά από τα αφηγήματά σας είναι έκδηλη. Η αίσθηση του χιούμορ απαλύνει τη ζωή;

«Σίγουρα. Στα ποιήματά μου, βέβαια, όπως και στο αφήγημα "Μητριά πατρίδα" δεν υπάρχει αυτή η διάθεση. Σ' αυτό το βιβλίο, που είναι και το λιγότερο αυτοβιογραφικό -όλα τα πρόσωπα εκτός από τρία είναι φανταστικά- ένιωσα την ανάγκη να παίξω λίγο και με τα είδη -ποίηση, πεζογραφία- και με το ύφος. Είδα τα κείμενα και σαν ασκήσεις ύφους δηλαδή, και αυτό με απελευθέρωσε αρκετά. Ηταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη για μένα».

  • «Το τσιγάρο δαγκώνει την καρδιά. Ευτυχώς η καρδιά σου είναι γερή... Φυσικά το τσιγάρο κομμένο», λέει ο γιατρός στον ήρωα μιας ιστορίας σας. Η φωτογραφία σας στο εσώφυλλο με το τσιγάρο στο στόμα είναι ένα είδος πρόκλησης, αντίσταση στα επιστημονικά δεδομένα της εποχής μας;

«Είναι μια περίεργη αλληλεγγύη προς τους καπνιστές, που βρίσκονται υπό διωγμόν, από έναν πρώην δεινό καπνιστή που έχει κόψει το τσιγάρο πάνω από τρία χρόνια και δεν σκοπεύει να ξανακαπνίσει. Δεν μπορώ αυτή την αντικαπνιστική υστερία».

  • Η έντονη αίσθηση της μνήμης και της απώλειας, όπως η έγνοια του γενέθλιου τόπου στο βουνό, στη φύση, έχουν κι εδώ το μερτικό τους όπως στην ποίησή σας. Τι αντιπροσωπεύουν για σας;

«Αυτός είναι ο κόσμος μου. Γι' αυτόν γράφω με όλους τους τρόπους: ποιήματα, ιστορίες, τραγούδια. Ετσι παρηγοριέμαι. Αν παρηγοριέται έστω και ένας άλλος ακόμη, τόσο το καλύτερο».

  • Στη χώρα μας οι... καιροί είναι κόντρα. Ούριος άνεμος διαφαίνεται στον ορίζοντα από κάπου;

«Τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Οποιος άνεμος κι αν φυσάει φέρνει "μπόχα και καταλαλιά". Ολο αυτό το κυνήγι της επιτυχίας και του χρήματος, πάση θυσία, που μας έφερε ώς εδώ, μου θυμίζει τον άνθρωπο που έχει πιάσει πάτο και αναρωτιέται: πώς έφτασα εδώ κάτω σκαρφαλώνοντας; Χρειαζόμαστε τεράστια ψυχική δύναμη για να αναστρέψουμε το κλίμα. Την έχουμε;»