Showing posts with label Αντονάς Αριστείδης. Show all posts
Showing posts with label Αντονάς Αριστείδης. Show all posts

Sunday, March 14, 2010

Λογοτεχνία, ένας τρόπος να διαβάσεις τη φιλοσοφία


Ο Αρ. Αντονάς εμπνέεται από το θέατρο, την αρχιτεκτονική και τις εικαστικές τέχνες

Του Σπυρου Γιανναρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14/03/2010

Τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα αντιστέκονται και απαιτούν από τον αναγνώστη να ξεπεράσει κάποια εμπόδια για να κερδίσει την απόλαυση που έχουν να προσφέρουν. Οσο εδραιώνεται η αντίληψη ότι η λογοτεχνία δεν είναι τίποτα παραπάνω από την ευχάριστη αφήγηση ιστοριών, μια πολυτέλεια για οιονεί αργόσχολους, θυμάμαι τα παραπάνω λόγια του καθηγητή μου στο πανεπιστήμιο και νιώθω επιτακτικότερη την ανάγκη για τη λογοτεχνία, που υπερασπίζεται την κοπιαστική (για δημιουργό και αποδέκτη) αποστολή του έργου τέχνης.

Οι αντιδράσεις που εισέπραξα εκφράζοντας την πρόθεση να γράψω για τον λογοτέχνη και αρχιτέκτονα Αριστείδη Αντονά με αφορμή το τελευταίο βιβλίο του «Η τραγουδίστρια και η πολυθρόνα» (εκδ. Αγρα), ότι είναι τάχα δυσνόητος ή κουραστικός, ενέτειναν την πίστη μου ότι έχω να κάνω με μια περίπτωση συγγραφέα που χρησιμοποιεί τη λογοτεχνία ως εργαλείο για να διατυπώσει ερωτήματα σχετικά με τη φύση, τον σκοπό ή τις δυνατότητες της λογοτεχνίας και κατ’ επέκταση της τέχνης στη σημερινή ανερμάτιστη εποχή.

Τα μικρά λογοτεχνικά κείμενα του Αντονά πρέπει να διαβαστούν στο φως των δοκιμίων του, ενός στοχασμού που τα φωτίζει. Τα κείμενα που συνθέτουν το έργο «Αριθμοί» (Αγρα) κυκλοφόρησαν μεμονωμένα από τις εκδόσεις «Στιγμή» (1988-2001) πριν παρουσιαστούν ως ενιαίο λογοτεχνικό εγχείρημα συνοδευόμενα από το αποσαφηνιστικό δοκίμιο «Μετά τους Αριθμούς». Το εν λόγω δοκίμιο δεν αποτελεί απλώς απαραίτητο συμπλήρωμα του λογοτεχνικού έργου, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι του, το οποίο μπορεί ενδεχομένως να διαβαστεί και ως πέμπτο λογοτεχνικό κείμενο μετά τα τέσσερα που συνθέτουν τους «Αριθμούς».

Στην «Τραγουδίστρια» κάνει ένα βήμα πιο πέρα παρεμβάλλοντας το δοκίμιο μέσα στην αφήγηση. «Η προσπάθεια που έχω κάνει είναι να δηλητηριάσω το όριο μεταξύ των δύο. Αν κάτι με ενδιαφέρει σήμερα είναι το πώς καταλαβαίνουμε τον λόγο. Ποιος και πώς είναι ο λόγος την ώρα που περιγράφουμε τα πράγματα…», υπογραμμίζει με την ήρεμη και σιγανή φωνή του μέσα στον ορυμαγδό που επικρατεί στο καφέ που έχουμε συναντηθεί.

Απόπειρες προσέγγισης

Ο στοχασμός και η λογοτεχνία του αντλούν κυρίως από τη φιλοσοφία, την αρχιτεκτονική, αλλά και από το θέατρο ή τις εικαστικές τέχνες, στο μέτρο που συναντά αντίστοιχες απόπειρες προσέγγισης του ερωτήματος σχετικά με το οντολογικό αντίκρισμα του λόγου. «Ο Ορθός Λόγος εμφανίστηκε σαν μια έκρηξη ελευθερίας απέναντι σε κάτι που τον καταδυνάστευε». Αυτή όμως η ελευθερία οδήγησε στη σχετικοποίηση κάθε αλήθειας. Χάθηκε το αντίκρισμα αλήθειας του καταφατικού λόγου. Ολες οι αφηγήσεις είναι πλέον ισάξιες, αυτοαναιρούμενες εκδοχές ή θέσεις. Ουσιαστικά ο Αντονάς αναρωτιέται αν και κατά πόσο ο λόγος ως αφήγηση μπορεί να είναι φορέας νοήματος και με ποιον τρόπο.

Σε αντίθεση με τη λογοτεχνία ή την τρέχουσα αντίληψη, η φιλοσοφία απαιτεί από τον αναγνώστη μια πίστη στη μεθοδική δομή του λόγου, στη λογική αλληλουχία των συλλογισμών, οι οποίοι θα οδηγήσουν σε κάποιο συμπέρασμα. Ο Αντονάς αντιμετωπίζει «τη λογοτεχνία σαν έναν τρόπο για να διαβάσει κανείς τη φιλοσοφία χωρίς να τη μειώσει». Εναν τρόπο προσέγγισης κάποιας αλήθειας ή νοήματος υπονομεύοντας τον Ορθό λόγο.

«Το πλεονέκτημα της λογοτεχνίας είναι η απόσταση. Δεν προσπαθεί, σε αντίθεση με τη φιλοσοφία, να σε πείσει για κάτι».

Η απόσταση από τους ήρωες

Η απόσταση που μπορεί να πάρει ο συγγραφέας από τον λόγο των ηρώων του, η δυνατότητα διάστασης μεταξύ συγγραφέα, αφηγητή και ήρωα στην οποία ποντάρει ο Αντονάς, του επιτρέπει να χρησιμοποιήσει τη λογοτεχνία ως εργαλείο αποσταθεροποίησης του αναγνώστη μέσω της ανικανότητας της λογικής να οδηγηθεί σε οριστικά συμπεράσματα.

«Παίρνω αμέσως απόσταση από ό,τι λέγεται εκεί. Το ενδιαφέρον με τη λογοτεχνία είναι ότι αναβάλει το νόημα συνεχώς. Είναι ένα είδος δοκιμής. Δοκιμάζω ένα άλλο είδος γραφής. Εισάγω τους ήρωές μου σε μια λογική κατάσταση με πολύ έντονα αφηγηματικά στοιχεία, στην οποία οφείλουν να αντιδράσουν λογικά. Ομως αυτή η λογική επεξεργασία δεν θα τους δώσει τελικά ποτέ τις λύσεις στο πρόβλημα που τίθεται. Ο τρόπος με τον οποίο λαμβάνεται μια απόφαση στο τέλος, δεν είναι απότοκος του λογικού συλλογισμού. Η λογική λειτουργεί αφηγηματικά ως προετοιμασία μιας κίνησης. Η τελική όμως αντίδραση δεν φαίνεται να σχετίζεται με την προηγούμενη λογική σκέψη».

Οι ήρωές του παλεύουν να αντιμετωπίσουν λογικά μια απροσδιόριστη κατάσταση -συνήθως μια κατάσταση εγκλεισμού- και αντιδρούν λανθασμένα. Αναζητώντας το λογικό λάθος της πράξης τους υποπίπτουν σε νέο λάθος που τους οδηγεί σε νέους λογικούς συλλογισμούς δίχως τέλος. «Οταν λέω ότι χρησιμοποιώ αφηγηματικά τον Ορθό Λόγο εννοώ: ως αφηγηματικό χρόνο, πώς περνάει κανείς από το ένα επιχείρημα στο άλλο. Σαν παλινδρόμηση ανάμεσα σε πιθανές λύσεις. Την ώρα που φτάνει όλη αυτή η λογική παλινδρόμηση κάπου, έχει κάτι χαθεί. Ταυτόχρονα όμως έχει κατασκευαστεί όλος αυτός ο λόγος σαν ένα ήδη αφήγημα. Είναι μια τελετουργία της απουσίας. Ισως το πιο ιερό πράγμα που έχει φτιάξει ο δυτικός κόσμος είναι αυτό το είδος της απουσίας».

Το ερώτημα για το νόημα επανέρχεται εμφατικότερο ως ερώτημα για την αναβολή ή την απουσία νοήματος. Στον πυρήνα του έργου, στο κέντρο της απουσίας η όποια αλήθεια προσεγγίζεται εν τέλει αποφατικά. Με τη θεολογική σημασία του όρου. Δηλαδή ως αποφυγή κάθε παγιωμένης προστακτικής. Κάθε ηθικού διδάγματος.

Η αφήγηση ως υπνωτικό

Ο Αντονάς επιστρέφει σαν τον Βαλερί στις προφορικές ρίζες του λογοτεχνικού λόγου τον οποίο αντιμετωπίζει κι εκείνος με τη σειρά του ως υπνωτικό λόγο, ως «μαγγανεία» (Charme). Στην αντίληψη αυτή του έργου, ως κατασκευή, σημασία έχει το σύνολο, όχι οι συγκεκριμένες λέξεις ή λογικές προτάσεις των ηρώων.

«Υπάρχει εγγενώς κάτι στον ρυθμό του λογοτεχνικού κειμένου, στην αφήγηση, που μας υπνωτίζει. Πρέπει να βγούμε από το κείμενο, να ξυπνήσουμε, για να δούμε τι έγινε. Η λογοτεχνία αναπτύσσεται σαν μια φλυαρία που πρέπει να έχει κάποιο νόημα. Τα αποσπάσματα, οι λέξεις, δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία μπορούν να αντικατασταθούν από άλλα. Ωστόσο κάτι οργανώνεται μέσα στην κίνηση». Η γραμματική του αφηγηματικού, υπνωτικού λόγου που χρησιμοποιεί ο Αντονάς για να αποπροσανατολίσει τον αναγνώστη του είναι το λογικό (πάντα ανεδαφικό ή άχρηστο) επιχείρημα. Η αρχιτεκτονική του προσφέρει το υπόβαθρο για την ανάπτυξη του υπνωτικού λόγου. Γι’ αυτό και προηγείται ο σχεδιασμός του χώρου, (κάθε κείμενο συνοδεύεται από όψεις και κατόψεις του χώρου της δράσης) ο οποίος ενδεχομένως τροποποιείται ανάλογα με την εξέλιξη της πλοκής. Τελικά εκείνο που τον ενδιαφέρει περισσότερο είναι η φόρμα, όχι ως φορμαλισμός, αλλά ως τρόπος δημιουργίας ενός πλαισίου, μέσα στο οποίο «μπορεί να δει κανείς την ουσία, την οντολογία, την πολιτική». Ο Αντονάς χρησιμοποιεί κατά την προσταγή του Βιτγκενστάιν με μη παραστατικό, αποφατικό τρόπο τον λόγο, κινούμενος στο μεσοδιάστημα μεταξύ του «λέω» και του «δείχνω». Επαναπροσεγγίζει δηλαδή, στο μεταίχμιο όλων των τεχνών, τον πραγματικό τόπο της λογοτεχνίας.

Thursday, December 24, 2009

Το οικείο ως εφιάλτης


Η ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΤΟΥ ΑΝΟΙΚΕΙΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΥΡΙΟ ΓΝΩΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΚΡΥΠΤΙΚΩΝ ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΤΟΝΑ. Η ΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΑΠΟΤΥΠΩΣΗ ΤΟΠΩΝ, ΚΤΙΣΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΩΝ ΣΥΝΘΕΤΕΙ ΑΝΕΠΑΙΣΘΗΤΑ ΕΝΑ ΓΡΙΦΩΔΕΣ ΣΥΜΠΑΝ ΠΟΥ ΕΓΚΛΩΒΙΖΕΙ ΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΑΛΕΙ ΣΕ ΑΠΟΚΡΥΠΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΞΗΣ ΛΟΓΙΚΗΣ ΤΟΥ

  • Γράφει η Λίζυ Τσιριμώκου, ΤΑ ΝΕΑ, Πέμπτη, 24 Δεκεμβρίου 2009

Ο Αριστείδης Αντονάς (γεννημένος στην Αθήνα το 1963) έχει επαγγελματική συνείδηση του χώρου: ως αρχιτέκτονας μηχανικός, πειραματίζεται, προτείνει, σχεδιάζει, οργανώνει, κατασκευάζει εν χώρω κτίσματα, (ανα)διαμορφώνει οικίσματα και προοπτικές. Από πολύ νωρίς κατάλαβε ότι η χωροθέτηση, η δυνατότητα σκηνικού προγραμματισμού είναι κύρια δεσπόζουσα και στη λογοτεχνία- τα πλασματικά κείμενα και οι σύνθετες πλοκές αρχιτεκτονούν εναλλακτικούς χώρους για δράση και ο αναγνώστης πείθεται ή όχι να ξεναγηθεί σε ένα σχεδιασμένο σύμπαν. Ήδη από το Μαύρο Μουσείο (το περιοδικό που συνεξέδωσε το 1986 με άλλους δύο ανήσυχους συνοδοιπόρους) άρχισε να μεθοδεύει τις λογοτεχνικές του παγίδες με γνώμονα τους απρόβλεπτους χώρους που ακυρώνουν την έννοια του συμβατικού, αναμενόμενου ήρωα. Με προσεκτικούς και υπολογισμένους σχεδιασμούς, «παίζοντας άμα και σπουδάζοντας», φιλτράροντας τις γνώσεις και τις επινοήσεις του μέσω της φιλοσοφίας, κατόρθωσε να στήσει έναν αναγνωρίσιμο σκηνικό χώρο που σχεδόν επιβάλλει τον προσίδιο χρόνο του: έναν επαναληπτικό ενεστώτα, του οποίου οι ανεπαίσθητες γραμμικές κινήσεις, οι ελάχιστες μετατοπίσεις δημιουργούν χρονική προοπτική και εσωτερική ανέλιξη.

Οι ασυνήθιστες ιστορίες του Αντονά κρατούν κάτι από τον σκηνικό λαβύρινθο του Κάφκα, του Μπόρχες ή του Εscher, την αινιγματική γοητεία του Μπέκετ ή του Πόου, συνεχίζουν τη μικρή παράδοση της ελληνικής παραδοξογραφίας, στα χνάρια κυρίως του Ν. Γ. Πεντζίκη και του Ε. Χ. Γονατά, δηλαδή μιας εκδοχής του φανταστικού με ρεαλιστικές προδιαγραφές.

Έγκλειστοι ήρωες

Τα δύο αφηγήματα που συναπαρτίζουν το παρόν τομίδιο της Άγρας, Η τραγουδίστρια και Η πολυθρόνα, μας επανεισάγουν στο γνώριμο κλίμα του συγγραφέα: έγκλειστοι ήρωες, χώροι-φυλακές, συσσωρευμένη και υπόγεια ένταση. Λειτουργούν παραπληρωματικά (ή ανταγωνιστικά) με εσωτερικές συμμετρίες και αντιστοιχίες, παρά την ανισομέρειά τους, και το «εκδοτικό σημείωμα» που προλογίζει έκαστο κείμενο περιγράφει τις ιδιαίτερες συνθήκες παραλαβής και επεξεργασίας του κειμενικού υλικού και της εικονογράφησης- το παλαιό τέχνασμα της αποστολής ή εύρεσης χειρογράφων εκσυγχρονίζεται στην ηλεκτρονική εποχή μας με αναρτήσεις στο Διαδίκτυο, συνημμένα έγγραφα, ιστοχώρους κ.λπ. Στο περίτεχνο ιστορικό των πεζογραφημάτων προστίθεται, δίκην αληθοφανείας, μια coda, ένα μικρό χειρόγραφο σημείωμα λίαν καθοδηγητικό για τον αναγνώστη: ο άνθρωπος της πολυθρόνας δεν θα επιβιώσει χωρίς παράθυρο. Κι ο άνθρωπος του παραθύρου ήδη περιμένει μια πολυθρόνα. Ο άνθρωπος του παραθύρου είναι ο μοναχικός, οιονεί έγκλειστος, άνδρας που αποτελεί την κύρια μορφή του πρώτου κειμένου. Η κατοικία του είναι ερημική, εκτός πόλης, με περίεργη εσωτερική διαρρύθμιση, με ανεμόσκαλες και σκαλωσιές που βοηθούν ώστε να φτάσει κανείς στο ύψος του παραθύρου. Ο κατ΄ εξοχήν οικείος χώρος του ανθρώπου που παρατηρεί από μέσα προς τα έξω, το «δωμάτιό» του, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «κελί ή ίσως στέρνα ή πηγάδι» (αναφέρει το κείμενο). Η τραγουδίστρια περιγράφει σε ουδέτερη, τριτοπρόσωπη αφήγηση την καθημερινότητα του «ανθρώπου του παραθύρου», στην οποία εισβάλλει ξαφνικά ο ξένος, μια γυναίκα διωκόμενη από δύο άνδρες-αστυνόμους. Η τριάδα (η κρυφά φιλοξενούμενη γυναίκα, η τραγουδίστρια, και οι αστυνομικοί, οι οποίοι αγνοούν την παρουσία της και τη συγκατοίκησή τους) απειλεί, ανατρέπει τους βιορυθμούς του ανθρώπου του παραθύρου και εισάγει τη βία στον μικρόκοσμό του· η βία θα κορυφωθεί με τον φόνο του ενός από τους δύο αδελφούς-αστυνόμους, θα καταλήξει σε βιαιότητα ερωτική: ο άνθρωπος του παραθύρου από την «ακινησία της σαύρας» που περιμένει τη λεία της σαν πετρωμένη, περνά στη σφαίρα της δράσης. Η έλευση της γυναίκας πυροδότησε την αλλαγή, γύρισε την άμυνα σε επίθεση, άνοιξε τη φυλακή του εαυτού κι έκανε τόπο ίσως στον λυτρωτήίσως στον δήμιο.

Ο καταλύτης στο δεύτερο αφήγημα δεν είναι ένα έμψυχο πλάσμα, αλλά ένα άψυχο: ένα έπιπλο, η πολυθρόνα. Εδώ ο οικείος χώρος ενός άλλου «δωματίου» αναστατώνεται με την άφιξη του επίπλου που ο πρωταγωνιστής της προηγούμενης αφήγησης (ο άνθρωπος του παραθύρου) στέλνει στον αδελφό του, στην πόλη.

Το περίστροφο

Η πολυθρόνα
είναι μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση (ένας πυρετικός μονόλογος) που εκφέρει ο αδελφός του ανθρώπου του παραθύρου, όταν η πολυθρόνα του, το δικό του κατασκεύασμα (όπως έχει αναφερθεί καταλεπτώς στην προηγούμενη ιστορία), επανεισάγεται στην κατοικία του ως «δώρο» του αδελφού του- «τη δέχτηκα όπως δέχτηκαν οι Τρώες τον Δούρειο Ίππο», διευκρινίζει. Σε κρυφό σημείο της πολυθρόνας επανευρίσκει το περίστροφο και το κλειδί που ήξερε ότι πρέπει να είναι εκεί. Το έπιπλο δυναμιτίζει την ισορροπία του επίσης μοναχικού και βιβλιοφάγου αδελφού της πόλης. Αφήνει πίσω του χαρτιά, βιβλία, δωμάτιο και εφοδιασμένος με το περίστροφο και το κλειδί πραγματοποιεί την έξοδο. Το καταληκτικό μέρος της Πολυθρόνας , όπου πραγματοποιείται η συνάντηση, η στιχομυθία των δύο αδελφών στην απόμακρη και παρατημένη καλύβα, που ξεκλειδώνεται ύστερα από χρόνια, θα μπορούσε να επιγράφεται «Έξοδος», όπως το κλείσιμο της πρώτης ιστορίας.

ΚΑΘΕ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΕΝΕΙ ΔΙΦΟΡΟΥΜΕΝΗ ΚΑΙ ΕΚΚΡΕΜΗΣ


Δύσκολο να πεις ποιος είναι ο ανέστιος, ποιος ο οικήτορας, ποιο περιβάλλον είναι οικείο και ποιο ανοίκειο, πού λειτουργεί το ονειρικό και πού το εφιαλτικό στοιχείο στον Αντονά. Στο τέλος συντελείται μια αλληλοπεριχώρηση και οι δύο αδελφοί μεταγγίζουν ο ένας στον άλλον στοιχεία της ταυτότητάς τους. Ο άνθρωπος της πολυθρόνας καλείται να ανοίξει ένα παράθυρο στην καλύβα και ο άνθρωπος του παραθύρου ομολογεί πως δεν είναι πια τόσο μοναχικός. Τέλος του εφιάλτη; του οικείου ως εφιάλτη; άνοιγμα σε μια νέα οικειότητα; Κάθε απάντηση μένει διφορούμενη και εκκρεμής. Δουλειά του αναγνώστη να ψάξει για ενδεχόμενες προσθήκες, συνέχειες, νέα στοιχεία. Αυτό άλλωστε υποδεικνύεται και στις δύο «σημειώσεις του εκδότη»:

σε οριζόμενο διαδικτυακό τόπο μπορεί να παρακολουθεί κανείς την εξέλιξη των δύο διαπλεκόμενων ιστοριών- άρα να συνεχίσει την περιπλάνηση στον λαβύρινθο του οικείου ως ξένου, και αντιστρόφως του ξένου ως οικείου.