Showing posts with label Δημητρούλια Τιτίκα. Show all posts
Showing posts with label Δημητρούλια Τιτίκα. Show all posts

Sunday, April 15, 2012

Προφητική περιπέτεια


Φανταστική ιστορία που αναδεικνύει τις παθογένειες της μεταπολιτευτικής Ελλάδας
Της Τιτικας Δημητρουλια, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 14/4/2012
  • ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΤΖΙΑΣ
  • Φανταστική περιπέτεια
  • πρόλογος: Ηλίας Μαγκλίνης, εκδ. Κέδρος
Ο Αλέξανδρος Καπάνταης είναι μείζων λαϊκός λογοτέχνης, βάρδος όπως αυτοχαρακτηρίζεται, και στις 21 Απριλίου, ημέρα αποφράδα, αλλά τι να γίνει, το υπουργείο Πολιτισμού τον τιμά για την πολύχρονη προσφορά του στα γράμματα. Εχει πολεμήσει στον Γράμμο, είναι διευθυντής σε μεγάλο υπουργείο, διαθέτει σύζυγο και φιλενάδα, καθώς και τρία παιδιά, το ένα πιο δύσκολο από το άλλο. Διαθέτει επίσης βιογράφο, που μελετά τη ζωή και το αρχείο του, τον αρραβωνιαστικό της γραμματέως του τον οποίο αποσπά στο υπουργείο του.

Monday, July 4, 2011

Επιμένει να γράφει στα ελληνικά

  • Ο ποιητής Νίκος Αλεξίου εκφράζει τη δίψα για έρωτα και επανάσταση 
  • Της Τιτικας Δημητρουλια, Η Καθημερινή, 2/7/2011
ΝΙΚΟΣ ΑΛΕΞΙΟΥ
Κυκλικά τραύματα
εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος
 
Τα πρώτα ποιήματα του Βολιώτη Νίκου Αλεξίου, που ζει τριάντα χρόνια πια στη Νέα Υόρκη, δεν τα διάβασα στα ελληνικά, αλλά μεταφρασμένα, στην πρώτη ανθολογία Ελληνοαμερικανών ποιητών, «Pomegranate Seeds», την οποία επιμελήθηκε προ διετίας ο Dean Kostos - και στην οποία, όπως και στους συγγραφείς της ομογένειας γενικότερα, θα επανέλθω σύντομα. Φέτος τον Γενάρη διάβασα μια συνέντευξή του σε τούτες εδώ τις σελίδες, όπου ανάμεσα στα άλλα περιέγραφε, όχι χωρίς κάποια πίκρα, τη θέση των Ελλήνων ποιητών -και δημιουργών εν γένει- της διασποράς: καθώς η ομογένεια τους παραγνωρίζει και η μητρόπολη τους αγνοεί, καταλήγουν στην «περιφέρεια της περιφέρειας». Διδάσκοντας κοινωνιολογία στο Κουίνς Κόλετζ της Νέας Υόρκης, ο Αλεξίου έχει στο κοινό του πολλούς Ελληνοαμερικανούς φοιτητές - που στερούνται πολιτιστικών σημείων αναφοράς, χρειάζονται καθοδήγηση και αν δεν στηριχτούν και από την Ελλάδα θα είναι η τελευταία γενιά που θα μιλά ελληνικά, όπως προειδοποιεί, χωρίς προφανώς ιδιαιτέρως να εισακούεται. Αυτός ο μετανάστης λοιπόν καθηγητής, που οι φοιτητές του τον λατρεύουν, όπως φαίνεται από τις αξιολογήσεις τους στη σελίδα της Σχολής, επιμένει λοιπόν να γράφει ποίηση στα ελληνικά, απαντώντας με τον τρόπο αυτό στο ερώτημα που ο ίδιος θέτει στη νέα συλλογή του, που μόλις κυκλοφόρησε στην Ελλάδα: «Εδώ ή εκεί; / Ούτ’ εδώ ούτ’ εκεί / Κι εδώ κι εκεί». Η γλώσσα γεφυρώνει τις όχθες του χρόνου και του χώρου, αποτυπώνοντας τη «φοβερή έκρηξη / μιας άλλης υπηκοότητας», καθώς συναιρείται με τις πολιτικές εκρήξεις του καιρού αλλά και με μια επίμονη υπαρξιακή διερώτηση.

Wednesday, April 27, 2011

Τρεις ημέρες στην έπαυλη του Δουμά


Μυθοπλασία από έναν μελετητή του

  • Της Τιτικας Δημητρουλια, Η Καθημερινή, 23/4/2011
  • ΚΛΩΝΤ ΣΟΠ: Η έπαυλις Μόντε-Χρίστο. Τρεις ημέρες στην οικία του κυρίου Αλέξανδρου Δουμά, μετ.: Θ. Κατσικάρος, εκδ. Εστία
Ποιος δεν γνωρίζει τον Ντ’ Αρτανιάν, τον Αθω, τον Πόρθο και τον Αραμι, τη Μιλαίδη, τον Εδμόνδο Νταντές, άλλως Κόμη Μοντεχρήστο, και την εκδίκησή του από την παιδική του κιόλας ηλικία; Τον πατέρα κι εμπνευστή τους, τον Αλέξανδρο Δουμά, ο μεγάλος ιστορικός Μισλέ τον ονόμαζε «δύναμη της φύσης». Ο Ζακ Σιράκ στον λόγο που εκφώνησε για την είσοδό του στο Πάνθεον το 2002 αναφέρθηκε στον πατέρα του, τον μιγάδα στρατηγό του Ναπολέοντα που λάμπρυνε τα πεδία των μαχών, για να πέσει τελικά θύμα ρατσισμού:
«Ηρωας των πολέμων της επανάστασης και της εκστρατείας στην Αίγυπτο, ο πατέρας του, γιος ενός Νορμανδού μαρκήσιου και μιας σκλάβας από τον Αγιο Δομίνικο, πεθαίνει όταν ο νεαρός Αλέξανδρος είναι μόλις 4 ετών. Εκατοντάδες βιβλία, χιλιάδες πρόσωπα και

Saturday, February 19, 2011

Το πώς της ζωής αλλά και της γραφής

Η ελληνική πραγματικότητα με καυστικό στυλ
  • Της Τιτικας Δημητρουλια, Η Καθημερινή, Kυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011
  • ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ, Κωμωδία, εκδ. Πόλις
Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ζορζ Περέκ, Αλφρέντ Ζαρί, Ρολάν Τοπόρ, Πατρίκ Μοντιανό, Ζαν Εσνόζ, Φίλιπ Ροθ, Αντριου Κρούμι, Κάρλος Φουέντες, Λουίς Σεπούλβεδα, Κάρλο Φραμπέτι: μερικοί από τους συγγραφείς που έχει μεταφράσει ο πολυβραβευμένος πεζογράφος, δοκιμιογράφος, κινηματογραφιστής Αχιλλέας Κυριακίδης (1946). Μπορεί μια λίστα -αγαπημένος τρόπος του Μπόρχες- εκλεκτικών συγγενειών εν προκειμένω να ορίσει έναν συγγραφέα; Ισως, αλλά δεν λέει τίποτα για την ιδιοπροσωπία του, την οποία ο Κυριακίδης έχει κατακτήσει προ πολλού. Από το 1973 που πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα με τη «Διαφάνεια» ώς σήμερα, μέσα από μια μακρά πορεία στην οποία τα γράμματα συναιρέθηκαν με τις τέχνες και ειδικά το σινεμά, ο Κυριακίδης δεν έπαψε ποτέ να θέτει ένα ερώτημα παρόμοιο με αυτό που θέτει ο ήρωας στο νέο του βιβλίο, την «Κωμωδία»: «Να ζήσω, αλλά πώς;» αναρωτιέται ο ήρωας. «Να γράψω, αλλά πώς;» αναρωτιέται ο Κυριακίδης. Απαντά γράφοντας, με στυλ. Με το δικό του αναγνωρίσιμο στυλ, λιτό, ειρωνικό, έντονα διακειμενικό, ανάλαφρο ακόμα και όταν πραγματεύεται το αβάσταχτο. Με κείμενα που παρασύρουν στις καλοκρυμμένες δίνες τους τον χώρο, τα πρόσωπα, τα γεγονότα, τα παραδίδουν στις ταλαντώσεις ενός παρόντος που καταργεί το βέλος του χρόνου και δημιουργεί «μικρά άπειρα» σε μικρή φόρμα.
  • Μινιμαλισμός
Ετσι και η «Κωμωδία», η οποία ξεκινά με τον ορισμό της πύκνωσης και του μινιμαλισμού και καταλήγει στην ειδολογική υποκατηγορία της κωμωδίας, τη φάρσα, δημιουργεί έναν κύκλο: στο κέντρο, ο θεός, λιγότερο ή περισσότερο πλακατζής, το χάος, η μοίρα, η Ιστορία, μια γενεσιουργός δύναμη της ανθρώπινης συνθήκης. Γύρω από το κέντρο, τέσσερα δαχτυλίδια, τέσσερις ζωές, ενός ανθρώπου χωρίς ιδιότητες, του Δ.Χ. (δημοσίας χρήσεως), και ως εκ τούτου ανοιχτού στην εναλλαγή ταυτοτήτων.

Δ.Χ.1: δημόσιος υπάλληλος κλεισμένος στο «μονοθέσιο ιδιωτικό του χώρο», ζωή τακτοποιημένη, απομονωμένη, απολίτικη και αντιποιητική, βασισμένη στην επαναληπτικότητα των κινήσεων και τη δυσανεξία προς τον άλλον, με το απρόοπτο να εισβάλλει με τη μορφή μιας απειλής στον τηλεφωνητή.

Δ.Χ.2: διανοούμενος της γενιάς του Πολυτεχνείου, με το σημάδι της αντίστασης εμφανές στο πρόσωπο, παντρεμένος, με παιδί, προδότης του φίλου του, κινούμενος με άνεση ανάμεσα στη ρητορεία και το βόλεμα.

Δ.Χ.3: βαλκανιολόγος που καλείται στην Ασφάλεια για την εξαφάνιση του πρώην γαμπρού του, ο οποίος του έχει αφιερώσει μια νουβέλα με τη μοναδική επαναλαμβανόμενη φράση «Δεν πάει άλλο».

Δ.Χ.4: ένας Αλβανός που μπορεί και να μην είναι Αλβανός, ένα μήνυμα που έπρεπε να είναι άλλο και μια καταδίωξη που μπορεί να είναι και φάρσα. Τις τέσσερις ιστορίες συναρθρώνει μια ουλή που μετακινείται κατά βούληση στα πρόσωπα, η μεταστοιχείωση εμψύχων και αψύχων -ένας δρόμος που γίνεται καθηγητής Πανεπιστημίου και μετά λοχαγός, ένα βιβλίο που γίνεται ουίσκι λόγου χάρη- και μια διάχυτη αίσθηση απειλής ειρωνικά υπονομευμένη.

Ο ήρωας ξυπνάει άλλος, η ταυτότητά του αναδύεται, αναθρώσκει από τη «μεταφυσική κραιπάλη» όχι αναγκαστικά μιας νύχτας, αλλά ενός ονείρου που μπορεί να είναι και πραγματικό, όπως ο δημόσιος υπάλληλος από το μετρό - με τρόπο που περισσότερο θυμίζει το ξύπνημα του Ριπ Βαν Ουίνκλ του Ουάσιγκτον Ιρβινγκ παρά τον ζόφο της καφκικής μεταμόρφωσης. Μέσα από τις ελλειπτικές αυτές ζωές, που αναπαριστάνονται με σχήματα και αναλογίες, ο Κυριακίδης εξεικονίζει την ελληνική πραγματικότητα των τελευταίων σαράντα ετών με τρόπο υπαινικτικό, πνευματώδη και καυστικό, ποντάροντας στο στερεότυπο που αναζωογονείται, στη νεκρή μεταφορά που επανασυνδέεται με την κυριολεξία της και τις εναλλακτικές της προσλήψεις. Ετσι, ο Δ.Χ. 2 κλαίει «απελευθερωμένα και απελευθερωτικά, έτσι όπως λένε όλοι πως κλαίνε οι άνδρες που όπως λένε όλοι δεν κλαίνε ποτέ». Ο Δ.Χ. 4 προσπαθεί να δει κάτι «απ’ το σκοτάδι που να μην είναι σκοτάδι» και στρέφεται έπειτα, «βαθιά νυχτωμένος» στη γυναίκα δίπλα του.

Αιχμηρό όσο και παιγνιώδες, πολιτικό όσο και ποιητικό, το κείμενο της «Κωμωδίας» έρχεται την κατάλληλη στιγμή: το ερώτημα «Να ζήσω, αλλά πώς;» είναι η μεγάλη απορία όλο και περισσότερων ανθρώπων, που θεωρούν ότι «Δεν πάει άλλο». Η απάντηση του Κυριακίδη, αυτή η ολιγοσέλιδη εκδοχή του «Η ζωή είναι ένα όνειρο» που τέρπει χωρίς να διδάσκει και μας δείχνει το πρόσωπό μας στον καθρέφτη του ποτέ και του πάντα, δίνει μια απάντηση που αφορά το πώς και της ζωής και της γραφής: με επίγνωση χιούμορ και, κυρίως, με στυλ. Ενα σπουδαίο κείμενο από έναν ώριμο και κατασταλαγμένο τεχνίτη του λόγου.

Saturday, January 29, 2011

Αγανακτήστε! Ξυπνήστε!

Το βιβλίο του 93χρονου Στεφάν Εσέλ πούλησε σε δυόμισι μήνες 950.000 αντίτυπα

  • Της Τιτικας Δημητρουλια, Η Καθημερινή, Kυριακή, 30 Iανoυαρίου 2011
  • STEPHANE HESSEL
    Indignez-vous!
    Indigene Editions
Μέσα στη γενικευμένη κρίση που προφανέστατα πλήττει και τον πολιτισμό, στη Γαλλία προέκυψε το απόλυτο και απολύτως μη αναμενόμενο μπεστ σέλερ: είδος, μπροσούρα-μανιφέστο, συγγραφέας, ένας 93χρονος διπλωμάτης,ο Στεφάν Εσέλ, σελίδες 32, τιμή 3 ευρώ. Τίτλος, «Αγανακτήστε!». Μέσα σε περίπου δυόμισι μήνες έχει πουλήσει 950.000 αντίτυπα, με τον Μισέλ Ουελμπέκ και το πολυσυζητημένο νέο του μυθιστόρημα, που γνωρίζει όπως πάντα ευρύτατη κάλυψη από τα Μέσα, να ακολουθεί.

Εβραίος, συναγωνιστής του Ντε Γκωλ, επιζών των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και γραμματέας της επιτροπής που συνέταξε μεταπολεμικά τη Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο Εσέλ είναι διπλωμάτης καριέρας. Στρατευμένος ανθρωπιστής, το τελευταίο διάστημα εστιάζει τη δράση του αφενός στην οικολογία και αφετέρου στο παλαιστινιακό ζήτημα, καθώς θεωρεί ότι το ισραηλινό κράτος διαπράττει εγκλήματα πολέμου, παραβιάζει τις διεθνείς συνθήκες δικαιωμάτων και ως εκ τούτου πρέπει να μποϊκοτάρεται έως ότου συμμορφωθεί. Αυτές ακριβώς οι θέσεις του, άλλωστε, του κόστισαν ακριβά, αφού μια εκδήλωση προγραμματισμένη στην Εκόλ Νορμάλ για το ζήτημα αυτό ακυρώθηκε από την πρύτανη της σχολής, υπό την πίεση εβραϊκών οργανώσεων.

Τι σχέση όμως έχουν όλα αυτά με το μπεστ σέλερ του που πουλάει δυσθεώρητα νούμερα καθημερινά και χαίρει πλέον ευρύτατης κάλυψης από τα Μέσα; Το μανιφέστο του αναφέρεται και στα δύο ζητήματα αιχμής που τον απασχολούν: στην οικολογία, όπου και κάνει λόγο για τον κίνδυνο μιας επικείμενης καταστροφής της Γης, οπότε και αυτομάτως θα τερματιστεί η ανθρώπινη περιπέτεια, και στο Παλαιστινιακό.

Αυτά όμως είναι δύο μόνο από τα θέματα τα οποία αγγίζει, καλώντας τους Γάλλους να αφυπνιστούν, να λάβουν θέση για όλα τα δεινά που ενσκήπτουν στον πλανήτη από έναν ανεξέλεγκτο καπιταλισμό, από τη δικτατορία των αγορών και την παθητικότητα του κόσμου. Απευθυνόμενος κατά κύριο λόγο στους νέους, τους καλεί να κοιτάξουν γύρω τους, να ψάξουν αιτίες για να αγανακτήσουν – και είναι βέβαιο ότι θα βρουν αιτίες: φτώχεια, ανεργία, παράνομοι μετανάστες, Ρομά, άστεγοι, υποχώρηση των κοινωνικών κατακτήσεων. Αγανάκτηση, λέει ο Εσέλ, σημαίνει στράτευση, και στράτευση σημαίνει αντίσταση, σε μια εποχή όπου ο εχθρός είναι πιο δυσδιάκριτος από ποτέ: η ναζιστική φρίκη έχει αντικατασταθεί από μια φρίκη σε δόσεις, συγκαλυμμένη από τη μοιρολατρία και τον ατομικισμό που προωθεί η κοινωνία του θεάματος.

Ενα εκατομμύριο άνθρωποι διάβασαν το προσκλητήριο αυτό του Εσέλ για μια νέα αντίσταση, προκειμένου η ανθρωπότητα να έχει ένα μέλλον άξιο του ανθρώπου. Το βιβλιαράκι του, που το εξέδωσε ένας μικρός εκδοτικός οίκος στο Μονπελιέ, με γραφεία σε μια σοφίτα, έχει γίνει και must και cult. Οι αντιδράσεις φυσικά δεν άργησαν. Οπως του πρωθυπουργού κ. Φιγιόν, ο οποίος κατηγόρησε τον Εσέλ ότι αγανακτεί για να αγανακτεί. Πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν άλλες αντιρρήσεις, που εγκαλούν τον Στεφάν Εσέλ για απροσδιοριστία, επιδερμικότητα, φτηνή συνθηματολογία, «καπέλωμα» των απανταχού αντιστασιακών εξ ονόματος των οποίων μιλάει, αντισημιτισμό και επιλεκτική αγανάκτηση και, κυρίως, για τη σχέση του με τον Ντομινίκ Στρος-Καν, τον επικεφαλής του ΔΝΤ, που αντιβαίνει προς όλες τις θέσεις που διατυπώνει στην μπροσούρα του. Μεταξύ των επικριτών του, ο Πιερ Ασουλίν, ο Μπορίς Σιρουλνίκ, ο Λυκ Φερρύ.

Προφανώς έχουν δίκιο και αυτοί: ο Εσέλ δεν έγραψε το κομμουνιστικό μανιφέστο του 21ου αιώνα, λέει πολλά αυτονόητα, πολλές γενικότητες, σωστές ωστόσο. Το ερώτημα που τίθεται είναι άλλο και δεν αφορά τη συζήτηση επί του ίδιου του κειμένου τελικά, το οποίο εξάλλου είναι μικροσκοπικό – σκάρτες 15 σελίδες (αγγλική μετάφρασή του: http://blo.gr/42y). Το ερώτημα είναι γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι πήραν αυτό το βιβλιαράκι, πέρα από το ότι είναι ευσύνοπτο και φτηνό, πέρα από την προβολή που του έγινε. Κάποιοι δύσπιστοι λένε ότι η αιτία της επιτυχίας του είναι ότι είναι ακίνδυνο, ότι η «ειρηνική εξέγερση» που προτείνει ο Εσέλ είναι η εγγύηση ότι όλα θα παραμείνουν ως έχουν. Κάποιοι άλλοι αναρωτιούνται πώς ένα κείμενο που θέλει να σπάσει τη μαζική απάθεια έχει τόσο μαζική επιτυχία.

Η απάντηση πάντως δεν μπορεί να δοθεί εκτός των συμφραζομένων του χειμαζόμενου δυτικού κόσμου, που παρακολουθεί τη ραγδαία υποχώρηση του κοινωνικού κράτους, την κυριαρχία του χρήματος και των αγορών, το αδιέξοδο στον ορίζοντα. Αυτά τα απλά στηλιτεύει ο Εσέλ, ο οποίος έπιασε τον σφυγμό του κόσμου, που πέρα από κάθε θεωρητικολογία είναι ήδη εξοργισμένος, θέλει να αντισταθεί και δεν ξέρει πώς.

Σπόρος που καρπίζει ανάλογα με το χωράφι, λοιπόν, ο λόγος του Εσέλ.

Saturday, January 1, 2011

Η Ζακλίν ντε Ρομιγύ του ελληνικού φωτός


Η φωνή της θα λείψει από τον σύγχρονο κόσμο, που μέσα στην κρίση παρασύρεται στις δίνες του ανορθολογισμού, του εθνικισμού, της βίας
  • Της Τιτικας Δημητρουλια, Η Καθημερινή, 31/12/2010
«Λένε για τα παιδιά ότι πρέπει να γνωρίζουν τι συμβαίνει γύρω τους. Δεν είναι όμως θαυμάσιο να ανακαλύπτουν μέσα σε μια ώρα έναν άλλον κόσμο; Γιατί μια συνάντηση με τον οποιονδήποτε θα τους ωφελήσει πιο πολύ από ό,τι μια κουβεντούλα με την Ανδρομάχη και τον Εκτορα;» Τάδε έφη Ζακλίν ντε Ρομιγύ, η μεγάλη ελληνίστρια που θεωρούσε τον Θουκυδίδη έναν από τους άντρες της ζωής της, έκανε παρέα με τον Περικλή και σε όλη τη ζωή της υπερασπίστηκε με πάθος την κλασική παιδεία και τον ανθρωπισμό.

Στον ομηρικό αυτό κόσμο, τον πολύτιμο όχι μόνο για τα παιδιά αλλά και για τους μεγάλους, η Ρομιγύ διαβάζει τον αγώνα των Ελλήνων να υποβαθμίσουν το θαύμα, το μαγικό, το υπερφυσικό, παρά την ενεργό ανάμειξη των θεών, οι οποίοι, γεγονός πολύ σημαντικό, συχνά παίρνουν ανθρώπινη μορφή για τις παρεμβάσεις τους - συγκρίνει λόγου χάρη την «Ιλιάδα» με την «Αινειάδα» του Βιργιλίου. Η κυριαρχία του μύθου, κομβική στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, δεν αναιρεί τη βούληση των Ελλήνων να εντοπίσουν την ηθική και πνευματική αξία στον ίδιο τον άνθρωπο και να αντιπαραθέσουν στην αναπόφευκτη βία και τη φρίκη του πολέμου, αλλά στη σκοτεινότητα της ανθρώπινης ψυχής την κατανόηση και τον οίκτο για τον άνθρωπο μπροστά στον θάνατο. Η Ρομιγύ επισημαίνει λοιπόν στον Ομηρο την ύπαρξη μιας «ανθρωπιάς με την ηθική έννοια του όρου» που ξεχειλίζει από την τελευταία σκηνή της «Ιλιάδας», όταν ο Αχιλλέας δίνει το ταλαιπωρημένο κορμί του Εκτορα στον Πρίαμο. Κι αυτή την ανθρωπιά υπερασπίζεται στη διάρκεια, ως καίρια συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης και συνύπαρξης.

Η μεγάλη αυτή ελληνίστρια (1913-2010) άφησε την τελευταία της πνοή στις 19 Δεκεμβρίου. Χαρακτήριζε τη δεκαετία του 2000 «ανησυχητική και γεμάτη κινδύνους» και η νηφάλια και παθιασμένη μαζί φωνή της θα λείψει περισσότερο παρά ποτέ από τον σύγχρονο κόσμο, που μέσα στην κρίση παρασύρεται όλο και περισσότερο στις δίνες του ανορθολογισμού, του εθνικισμού και της βίας σε όλες τις εκφάνσεις της.

Γεννημένη στη Σαρτρ το 1913, ένα χρόνο προτού ο Εβραίος πατέρας της σκοτωθεί στον πόλεμο, μεγαλωμένη από τη μυθιστοριογράφο μητέρα της Ζαν Μαλβουαζέν, η Ρομιγύ σάρωσε από πολύ νωρίς τις πρωτιές κι έγινε έτσι, μεταξύ άλλων πολλών, σύμβολο της γυναικείας χειραφέτησης: υπήρξε η πρώτη γυναίκα που έγινε δεκτή στην Ecole Normale (1933), η πρώτη γυναίκα καθηγήτρια στο College de France (1973) στην έδρα «Η Ελλάδα και η διαμόρφωση της ηθικής και πολιτικής σκέψης», η πρώτη γυναίκα στην Ακαδημία «Αρχαίων Επιγραφών και Γραμμάτων» (1975) και η δεύτερη γυναίκα στη Γαλλική Ακαδημία μετά τη Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Ηταν πάντα προσανατολισμένη στο ευρύ κοινό, επιδιώκοντας να περάσει το μήνυμά της όσον αφορά την ανθρωπιστική παιδεία και αντίληψη σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους. Αυτόν το διάλογο υπηρέτησε με τα πολυάριθμα έργα της μέχρι τέλους, όταν τυφλή πια έγραφε μέσω της γραμματέως της, βλέποντας ωστόσο πολύ πιο καθαρά από πολλούς μεγαλόσχημους Ευρωπαίους και Ελληνες πολιτικούς.

Η Ρομιγύ αναδεικνύει σταθερά τη σημασία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και τη θεμελιακή τους θέση στον ευρωπαϊκό πολιτισμό και την ευρωπαϊκή παιδεία: «Η λέξη «Ευρώπη» είναι ελληνική. Χρησιμοποιήθηκε από τον 4ο αιώνα π.Χ. για να προσδιορίσει την Ελλάδα σε αντίθεση προς τα ασιατικά βασίλεια», λέει στις «Συναντήσεις με την Αρχαία Ελλάδα» (Αστυ, 1997). Οσο για τους αρχαίους Ελληνες, «έδωσαν συγκεκριμένη μορφή στις ευρωπαϊκές αξίες, τις διεκδίκησαν και τις προσδιόρισαν για τους μελλοντικούς αιώνες», προβάλλοντας την «πολιτική ελευθερία του υπεύθυνου πολίτη» έναντι του άβουλου υπηκόου.

Πολιτογραφημένη Ελληνίδα το 1995, πρέσβειρα του ελληνισμού από το 2000, η Ρομιγύ καταλείπει ένα σημαντικό έργο, στο οποίο οφείλουμε επειγόντως να εγκύψουμε σήμερα, τόσο για την εικόνα του ελληνισμού που μας δίνει εμπλουτίζοντας την οπτική κι αλλάζοντας ενδεχομένως την προοπτική μας, όσο και για το ουμανιστικό πρότυπο που προβάλλει και υποστηρίζει με πάθος, ως μοναδική άξια του ανθρώπου επιλογή μέσα στον κόσμο. Ας την ακούσουμε κι ας επιστρέψουμε στη «διαύγεια των απαρχών», όπως έλεγε, για να αντλήσουμε μεθοδολογικά εργαλεία και δύναμη προκειμένου να νικήσουμε τα σύγχρονα σκοτάδια. Αυτόν τον διαρκή αγώνα της για την επικράτηση του φωτός εκφράζει και το ακόλουθο περιστατικό.

Το 1935 ταξιδεύει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, μαζί με άλλους υποτρόφους των κλασικών σπουδών. Ενας εξ αυτών, ο σπουδαίος κοινωνιολόγος, λογοτεχνικός κριτικός, ακαδημαϊκός Ροζέ Καγιουά γράφει επστρέφοντας ένα κείμενο με τίτλο «Παιχνίδι σκιών στην Ελλάδα». Η Ρομιγύ κρατά το γεγονός στον νου της ώς το 1996, είκοσι χρόνια σχεδόν μετά τον θάνατο του Καγιουά (1978), οπότε και του απαντά με το «Παιχνίδι φωτός στην Ελλάδα». Αυτό ακριβώς το κείμενο συμπυκνώνει όλη την αντίληψή της για την αρχαία Ελλάδα, που είναι για τη Ρομιγύ ένας τόπος φωτός, ένας πολιτισμός που αποδέχεται τις σκιές αγωνιζόμενος διαρκώς να τις διαλύσει («Παιχνίδι φωτός στην Ελλάδα», Αστυ, 1996).

Ο άνθρωπος στο κέντρο του σύμπαντος, η βαθιά κατανόηση της ανθρώπινης μοίρας και αδυναμίας, η πρωτοκαθεδρία της λογικής έναντι του υπερφυσικού, η συμπόνια και το έλεος και κυρίως η ίδια η έννοια της δημοκρατίας και του μεγαλείου της, ιδού κάποιες από τις θέσεις της Ρομιγύ. Ο κύκλος των μεγάλων ξένων ελληνιστών (Βερνάν, Βιντάλ-Νακέ, Μοσσέ, Ζερνέ, Μπολάκ και άλλων) με την απώλεια της Ρομιγύ στενεύει ακόμη περισσότερο. Σε μια στιγμή που ούτε η ίδια η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει την αξία των ανθρωπιστικών σπουδών και τις υποβαθμίζει δραματικά στην εκπαίδευσή της. Σε μια στιγμή που η ίδια η Ελλάδα απεμπολεί τα ανθρωπιστικά ιδεώδη στο όνομα της χρησιμοθηρίας που πολέμησε με όλες τις δυνάμεις της η Ρομιγύ. Ευτυχώς, τα γραπτά μένουν και ρίχνουν τον σπόρο για τις επόμενες γενεές.
  • Επιλογές από την εργογραφία της
- Το ανθρώπινο μεγαλείο στον αιώνα του Περικλή, μετ. Α. Ξενάκη, Ωκεανίδα, 2010.
- Πόσο επίκαιρη είναι η αθηναϊκή δημοκρατία;, μετ. Ε. Οικονόμου, Ερμής, 2009.
- Ο Θουκυδίδης και ο αθηναϊκός ιμπεριαλισμός, μετ. Κ. Τσιταράκης, Καρδαμίτσας, 2008.
- Η ηπιότητα στην αρχαία ελληνική σκέψη, μετ. Κ. Καλαντζοπούλου, Λιβάνης, 2007.
- Ανοδος και πτώση των κρατών κατά τους αρχαίους Ελληνες συγγραφείς, μετ. Μ. Καρδαμίτσα-Ψυχογιού, Καρδαμίτσας, 2007.
- Η έξαρση της δημοκρατίας στην αρχαία Αθήνα, μετ. Κ. Μηλιαρέση - Μ. Αθανασίου, Το Αστυ, 2006.
- Μια ορισμένη αίσθηση της Ελλάδας, μετ. Μ. Αθανασίου, Το Αστυ, 2004.
- Λεξικό της ελληνικής λογοτεχνίας, μετ. Κ. Περιστεράκη, Ζαχαρόπουλος, 2004
- Ηρωες τραγικοί - ήρωες λυρικοί, μετ. Μ. Αθανασίου, Το Αστυ, 2003.
- Η αρχαία Ελλάδα εναντίον της βίας, μετ. Κ. Μηλιαρέση - Μ. Αθανασίου, Το Αστυ, 2001.
- Η αρχαία Ελλάδα σε αναζήτηση της ελευθερίας, μετ. Κ. Μηλιαρέση, Το Αστυ, 2001.
- Επος και δράμα, μετ. Α. Στέφος, Σχολή Παναγιωτόπουλου, 1999.
- Προβλήματα της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας, μετ. Ν. Αγκαβανάκης, Καρδαμίτσας, 1998.
- Οι μεγάλοι σοφιστές στην Αθήνα του Περικλή, μετ. Φ. Κακριδής, Καρδαμίτσας, 1994.
- Ιστορία και λόγος στον Θουκυδίδη, μετ. Ε. Ι. Κακριδή, ΜΙΕΤ, 1988.

Sunday, December 5, 2010

Το να καλύπτεσαι δεν έχει τέλος...


Ο κίνδυνος του ισλαμικού φονταμενταλισμού
  • Της Τιτικας Δημητρουλια, Η Καθημερινή, Kυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010
  • ΜΟΥΡΑΤΧΑΝ ΜΟΥΝΓΚΑΝ "Τσαντόρ", μετ.: Πέτρος Μάρκαρης, εκδ. Καστανιώτη
Ο Μουρατχάν Μουνγκάν (1955) είναι σήμερα ο πιο γνωστός ίσως και δημοφιλής συγγραφέας στην Τουρκία, μαζί με τον νομπελίστα Ορχάν Παμούκ. Τουρκοκουρδικής καταγωγής, από την Μαρντίν, μια πόλη-χωνευτήρι λαών και παραδόσεων στα νοτιοανατολικά της Τουρκίας, cult πρόσωπο της Πόλης πλέον, ο Μουνγκάν αψηφά τα ταμπού, δηλώνοντας ανοιχτά gay και λατρεύεται σαν ποπ σταρ. Είναι ένας περφόρμερ που ξεκίνησε από το θέατρο, πέρασε στην ποίηση και την πεζογραφία, αλλά γράφει και στίχους για ποπ τραγούδια και επιμελήθηκε ένα δίσκο με παραδοσιακές, αραμπέσκ διασκευές τραγουδιών, του Λέοναρντ Κοέν ή του Ντέιβιντ Μπάουι λόγου χάρη.

Ο πολυτεχνίτης Μουνγκάν είναι ένας πολύ ιδιαίτερος πεζογράφος ο οποίος καταγράφει τις αθέατες πτυχές της βαθιάς μεταβολής που συντελείται αυτή τη στιγμή στην Τουρκία, δίνοντας έμφαση στην αραβική, την κουρδική, την αλεβίτικη παράδοσή της, στην πολυεθνική και πολύγλωσση οθωμανική κληρονομιά της. Προοδευτικός, αριστερός, παίρνει ανοιχτά θέση υπέρ της διατήρησης της πολυπολιτισμικότητας στη χώρα του, ενώ τονίζει ότι στη Δύση, μακριά από τις ρίζες του «αισθάνεται γυμνός». Το πιο συναρπαστικό στοιχείο στο έργο του είναι ο τρόπος με τον οποίο συναιρεί την ανατολίτικη λαϊκή και λόγια παράδοση με τη μοντερνιστική αισθητική, το έντονο παραμυθικό στοιχείο με τις σύγχρονες διερωτήσεις, πραγματευόμενος διαχρονικά υπαρξιακά θέματα, με έμφαση στην ταυτότητα και την ετερότητα.
  • Τσαντόρ
Ετσι και στο «Τσαντόρ» θέτει, μέσα από μια ποιητική του βλέμματος, το τόσο επίκαιρο ζήτημα του ισλαμικού φονταμενταλισμού σε μια διαφορετικά φονική διάστασή του, αυτή της διάλυσης της ατομικότητας και της κοινωνικής συνοχής στις κοινωνίες όπου επικρατεί. Κείμενο νόστου, περιγράφει την επιστροφή του Ακμπαρ, ενός ξενιτεμένου νεαρού που δεν έζησε τον ιερό πόλεμο του τόπου του και την ανάληψη της εξουσίας από τους σκληροπυρηνικούς ισλαμιστές, στα πάτρια εδάφη. Συναντά ένα ρημαγμένο, φρυγμένο τοπίο, πνιγμένο στη σκόνη που σιγά σιγά κατοικεί και την ψυχή του. Το παραμυθητικό ρόδο της ερήμου, στην τσέπη του, αυτή η ταπεινή και πανέμορφη πέτρα που συμπυκνώνει ως σύμβολο τον ίδιο τον γενέθλιο τόπο, γίνεται κι αυτή σκόνη, μαζί με τις τελευταίες προσδοκίες του να βρει την οικογένειά του, τους φίλους του, τη γη του.Οι «Στρατιώτες του Ισλάμ» δεν έχουν αλλάξει τις δομές και τους θεσμούς της κοινωνίας, έχουν αγγίξει την ίδια την αναγεννητική πηγή της ομορφιάς μέσα της, έχουν εξαλείψει μαζί με την ατομικότητα και την προγραμμένη εικόνα των πραγμάτων την ίδια τη δίψα για ζωή: φρυγμένοι, στεγνωμένοι, εύθρυπτοι άνθρωποι, κατοικούν σε έναν τόπο που δεν υπάρχει πια.
  • Η γυναίκα
Ο Μουνγκάν εστιάζει στη γυναικεία μορφή ως έλλειψη και απουσία, καθώς οι γυναίκες είναι καλυμμένες από μπούργκες. Η απουσία αυτή, που φτωχαίνει τον κόσμο, το απειλητικό αόρατο, περιγράφεται από μια φίλη του: «Το τσαντόρ δεν είναι μόνο η αθώα, παραδοσιακή μαντίλα που φορούσαν οι μανάδες και οι γιαγιάδες μας. Είναι η γέφυρα στα μυαλά μας. Από τη στιγμή που το να σκεπάζεις το κεφάλι σου γίνεται ζήτημα ηθικής, θα έχει και συνέχεια μαύρη, κατάμαυρη συνέχεια. Το να σκεπάζεσαι δεν έχει τέλος». Σε ένα «εδώ» που έχει πια γίνει «εκεί», η περιπλάνηση του Ακμπαρ σε αναζήτηση εκείνων των κομματιών που τον συνθέτουν γίνεται σπαρακτική. Ο παλαιοβιβλιοπώλης δεν καταφέρνει να του εμφυσήσει πίστη στις λέξεις, τα μπαχάρια και τα μυρωδικά της παιδικής του ηλικίας δεν μαλακώνουν πια την ψυχή, ούτε η ευωδιά των λουλουδιών που επιμένουν ούτε το δροσερό τέμενος με τις αναζωογονητικές ικανότητες. Με το όπιο στα καφενεία οι γέροι γίνονται εικόνες στους τοίχους και χάνονται στους δρόμους τους, χωρίς όμως να κερδίζουν ούτε καν τη λήθη.
Κείμενο πυκνό, παλλόμενο από την κατεστραμμένη ομορφιά που το στοιχειώνει, το ολιγοσέλιδο μυθιστόρημα του Μουνγκάν (ούτε εκατό σελίδες) βάλλει κατά του ισλαμικού φονταμενταλισμού με τρόπο πιο αποτελεσματικό από πολλά θεωρητικά κείμενα: αντιμετωπίζοντας τη θρησκεία ως ζωοποιό στοιχείο της καθημερινότητας που γεννά και φωτίζει την ομορφιά διασφαλίζοντας την ισορροπία, προβάλλει με τον πιο ριζοσπαστικό τρόπο την καταστροφή που συνεπάγεται η φονταμενταλιστική επιλογή για τις ίδιες τις μωαμεθανικές κοινωνίες. Ενας πολύ μεγάλος σύγχρονος συγγραφέας, τον οποίο, παραδόξως, η Ελλάδα γνώρισε πριν από τον αγγλόφωνο χώρο, εδώ και μια δεκαετία (εκδ. Καστανιώτη, Εξάντας, Scripta).

Saturday, July 10, 2010

Ενα μυθιστόρημα που χαρίζει γέλιο


  • Το ατού του Μεζονέβ είναι το χιούμορ του
  • Michel Maisonneuve, Ενας Τσετσένος σκύλος στη Μασσαλία, μετ.: Αλ. Κεραμίδα, εκδ. Πόλις
Στη Γαλλία, ένα βιβλίο για την Τσετσενία εντάσσεται αμέσως σ’ ένα πλαίσιο, ασχέτως είδους. Οι Γάλλοι ενδιαφέρονται για την παγκόσμια γεωπολιτική και τη λογοτεχνική της αποτύπωση. Οι Γάλλοι βιβλιοπώλες εκτίμησαν τον «Τσετσένο σκύλο» του 57χρονου δημοσιογράφου Μεζονέβ, το ίδιο και οι κρατούμενοι των φυλακών, που του απένειμαν μάλιστα και το βραβείο τους. Η επισήμανση όμως ενός κριτικού, την οποία καταγράφει το ελληνικό οπισθόφυλλο, τον καθιστά αυτομάτως οικείο και στο ελληνικό κοινό, έστω και με ερωτηματικό στο τέλος: «Ο Μεζονέβ, άξιος διάδοχος του Ζαν-Κλωντ Ιζζό;» Αν προσθέσει κανείς και την εμβληματική Μασσαλία στον ελληνικό τίτλο - και όχι στον γαλλικό, το αποτέλεσμα είναι άμεσο: οι λάτρεις του τόσο πρόωρα χαμένου Ιζζό, στους οποίους συγκαταλέγομαι, το ανοίγουν πάραυτα και με λαχτάρα. Και διαβάζουν μια ιστορία που διαδραματίζεται στις φτωχογειτονιές και τα γκέτο της Μασσαλίας και φτάνει ώς το Γκρόζνι και τον Καύκασο.

Πρωταγωνιστής, ένας σκύλος. Ο σκύλος μιας γριούλας, που δολοφονείται άγρια, αφού έχει πρώτα βασανιστεί φρικτά. Στην κηδεία της δύο μόνο άντρες, ένας Ελληνας συνταξιούχος επιπλοποιός, ο Νέστωρ Παναγόπουλος, γείτονάς της, και ένας νεαρός άντρας που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο αραβική επιστήμη και λογοτεχνία, είναι «διαμεσολαβητής» στην κατ’ ευφημισμόν «Δροσερή Κοιλάδα» και αρκετά παράξενος. Δεν μιλά κανείς, ούτε ο σκύλος, όπως σημειώνει ο Μεζονέβ, δίνοντας εξαρχής το στίγμα του: όσο πικρή ή θλιβερή ή άγρια κι αν είναι η αφήγησή του, δεν θα της λείπει το χιούμορ. Ο σκύλος λοιπόν δεν μιλάει, αλλά γαυγίζει σε μια ΒΜW και τους επιβάτες της, υποδεικνύοντάς τους ως τους δολοφόνους της γριούλας.

Η συμβίωση των προσώπων στη συγκεκριμένη γειτονιά στηρίζεται σε μια αλληλεγγύη που δεν ρωτά και δεν θέλει να ξέρει. Τα πρόσωπα, λοιπόν, γνωρίζουν ελάχιστα για τον άλλον και άλλα τόσα μαθαίνει και ο αναγνώστης. Οι φίλοι της δεν ξέρουν για τη γριούλα ούτε καν σε ποια θρησκεία ανήκει. Στην πορεία, μαθαίνουν, με λίγη βοήθεια από άλλους φίλους τους, ότι ήταν μητέρα ενός σημαντικού αρχηγού των Τσετσένων αυτονομιστών, ο οποίος της έχει χαρίσει και το ζωηρό μπιγκλ (ή μπίγκολ όπως θα το αποκαλεί η φιλόζωος κυρία που θα μπει σε λίγο στην ιστορία). Οι τύποι που παρακολουθούν τη γειτονιά αναζητούν μανιωδώς έναν Χασάν. Αποδεικνύεται ότι είναι ο σκύλος. Το πρωτοπαλίκαρο του αρχηγού κάνει την εμφάνισή του, ψάχνοντας κι αυτό τον Χασάν. Και γίνονται όλοι μαζί ένα κουβάρι.

Οι Ρώσοι παρακολουθούν τη γειτονιά και χάνουν καθημερινά και από ένα ακριβό αυτοκίνητο, που πάει στον υδραυλικό της γειτονιάς, γίνεται δώρο γάμου, γενεθλίων και τα συναφή από την ντόπια συμμορία των πιτσιρικάδων. Παρακολουθούν την πολυκατοικία της γιαγιάς και πλακώνουν επανειλημμένα στο ξύλο τους φίλους της, αλλά έρχονται και πάλι αντιμέτωποι με την ιδιότυπη αλληλεγγύη της περιοχής, που δεν εμποδίζει κάποιους να πουλάνε τον αδελφοποιτό τους και αμέσως μετά να του σώζουν τη ζωή. Ο Χασάν πέφτει θύμα απαγωγής και στη συνέχεια την κοπανάει, κάνοντας καινούργιους φίλους, έναν πίθηκο που δραπετεύει από το τσίρκο και τον ακολουθεί στη μεγάλη πόλη. Ο πολύτιμος και πιο ακριβός σκύλος του κόσμου τελικά ζει ζωή χαρισάμενη, αφού έχει φανερώσει το μυστικό του εκεί που πρέπει. Κι ο αναγνώστης που έχει πολύ γελάσει στο μεταξύ, καθώς ο Μεζονέβ χρησιμοποιεί όλους τους τύπους του κωμικού, με έμφαση όμως σε αυτό των καταστάσεων, μένει με κάμποσα αναπάντητα ερωτήματα. Τι κρύβει ο Ντασί, ποια ήταν η ζωή του από την οποία ξέφυγε με τη βοήθεια της ανατολικής σοφίας που του έχει γίνει πλέον δεύτερο δέρμα, και τι η εκρηκτική Ελληνίδα; Σίγουρα ο Μεζονέβ δεν στήνει χαρακτήρες με βάθος, αλλά τύπους, ατομικούς και συλλογικούς, όπως η συμμορία ή η γειτονιά. Το ατού του είναι το χιούμορ, το μπουρλέσκο, και ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται την πλοκή, βάζοντας στο επίκεντρό της ένα ζώο. Απ’ ό,τι διάβασα, κάτι ανάλογο έκανε και σε άλλο βιβλίο του, αιτιολογώντας εύγλωττα την επιλογή του: «Οταν σε μερικές χώρες, οι άνθρωποι έχουν για αρχηγούς του κράτους γαϊδούρια ξεσαμάρωτα, γιατί να μη δείξω εγώ τη βαθιά σοφία ενός μοναχικού γουρουνιού;» Ε, άδικο δεν έχει. Οπως δεν έχει όμως και κοινά με τον Ιζζό. Μασσαλία, εντάξει. Γκέτο, επίσης. Ενδοφυλετική διαμάχη, έστω και μακρινή, σωστά. Ο «Τσετσένος σκύλος» όμως δεν έχει καμία σχέση με το νουάρ και τον μελοδραματισμό του Ιζζό. Στέκομαι στο σημαντικό: ένα παράξενο μυθιστόρημα, αταξινόμητο, ευφάνταστο, που βγάζει πολύ, μα πολύ πολύτιμο γέλιο.
  • Της Τιτικας Δημητρουλια, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 11 Iουλίου 2010

Monday, June 28, 2010

Στους δρόμους της ποίησης επί τριάντα χρόνια

  • Τα έργα του Δημήτρη Αρμάου, γνωστά ή ανέκδοτα, συγκεντρωμένα σε έναν τόμο
Της Τιτικας Δημητρουλια, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27/06/2010
  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ: Βίαιες εντυπώσεις των ετών 1975 - 2007, εκδ. Υψιλον
Φιλόλογος σε νυχτερινό σχολείο, ο Δημήτρης Αρμάος είναι γνωστός για τις φιλολογικές του επιμέλειες, για την επιμονή, την εμμονή του στη λεπτομέρεια, σ’ αυτό που δεν φαίνεται αλλά κάνει τη διαφορά όταν διαβάζει κανείς ένα βιβλίο. Λόγιος και ευρυμαθής, αλλά και διανοούμενος που δεν διστάζει να παρέμβει στις διαμάχες του καιρού του, ορθολογιστής και μουσόληπτος, όπως επισημαίνει ο ίδιος στον πρόλογό του, ο Αρμάος καταθέτει στον εξαιρετικά φροντισμένο αυτό τόμο –τον οποίο κοσμούν και συμπληρώνουν λοξά τα σχέδια του Αλέξη Ταμπουρά– την ποιητική του διαδρομή, από το 1975 που ξεκινά να γράφει ώς το 2007, σχεδόν δηλαδή ώς σήμερα. Για την ακρίβεια παραδίδει τα ποιήματά του νικημένα κατά κράτος, όπως λέει. Πολλά από τα ποιήματα έχουν εκδοθεί, σε συλλογές, σε περιοδικά, άλλα είναι ανέκδοτα. Σκιαγραφούν μαζί μια αγωνία κι έναν αγώνα, ενός «αυτόχθονος του χώρου» που αναζητεί τις ρίζες του στα βάθη της γραφής όσο και της ψυχής, αλλά και του κοινωνικού πραγματικού και των αναπαραστάσεών του.

Πολύσημη η βία στα ποιήματά του. Των αισθημάτων, του παθιασμένου έρωτα, της απόλυτης παράδοσης, της εγκατάλειψης, του πόνου. Της αίσθησης της ματαιότητας, της θνητότητας, της νομοτέλειας σε έναν κόσμο που δεν τον κατοικεί πια ο Θεός αλλά δεν κερδίζει γι’ αυτό την αιωνιότητα. Του πόνου που γεννά ο ίδιος ο άνθρωπος, της μάχης και του πολέμου. Της βίας της ποίησης που ανατέμνει το παρελθόν για να γεννήσει το μέλλον.
  • Γεγονότα και σχόλια
Η ποίηση του Αρμάου είναι κατακλυσμένη από μια βία που έχει κρυώσει για να γίνει ποίηση, η οποία επίσης μιλάει για την ποίηση, για τον εαυτό της, ευθέως και με παραβολές, με ιστορίες ποιητών, μεσαιωνικών και ρομαντικών, Ευρωπαίων και Ελλήνων, εστέτ, νεορομαντικών και μοντερνιστών. Ποίηση που σχολιάζει στη διάρκεια την ποίηση μέσα από τα λόγια των άλλων. Κάπου στην αρχή του τόμου υπάρχει ένα «Ποίημα–αντικείμενο»: στην πράξη, όλα του τα ποιήματα είναι γεγονότα-σχόλια-πάνω-άλλα-γεγονότα, συνομιλίες και διάλογοι ανοιχτοί και μυστικοί, λέξεις σοφά βαλμένες για να υποδηλώνουν μαζί με τον ρυθμό, με το ποιητικό είδος, με το στίχο την καταγωγή και την απόβλεψη. Από τον λυρισμό στο έπος και από το χάι-κου –που γίνεται χάι-κλου– στο πεζόμορφο ποίημα, από το παντούμ στα πολλά ελευθερόστιχα ποιήματα που εκμεταλλεύονται σοφά, κατά τα διδάγματα του Μαλλαρμέ που κάπου εμφανίζεται στο μεγάλο θέατρο της δημιουργίας που στήνει στον τόμο αυτό ο Αρμάος, τη γραφική διάταξη στη σελίδα, ο τόμος περιγράφει, λοιπόν, μέσα από τη βία της αναίρεσης, της καθαίρεσης, της απομυθοποίησης, την ανακήρυξη του ποιητικού λόγου σε ύψιστη πραγματικότητα.
Κι όμως η ποίηση αυτή, που κλείνει μέσα της τον Ελ Σιντ και τη Χιμένα, την Ελένη και την Πηνελόπη, τον Δάντη και τη Βεατρίκη, τον Σαίξπηρ και τους μεταφυσικούς, τον Τέννυσον και τους ρομαντικούς, τον Κάλβο και τη θαλασσινή του κραυγή, τον Σολωμό, τον Παπαδιαμάντη με την μαγική ναυν και την αμφιλάφεια του Βιζυηνού, τον Σεφέρη και τον Ρεμπώ, την κόμησσα ντε Νοάιγ και τη μετάφρασή της από τον Καρυωτάκη, τον Βοκκάκιο και τον Βιγιόν, τον Ρίλκε και τον Μέλβιλ, μια ποίηση απόλυτα διακειμενική και αυτοαναφορική, είναι μαζί και μια ποίηση βαθιά αναπαραστατική. Με γλώσσα που αρύεται τον πλούτο της από την ελληνική στη διαχρονία της και ποικίλλεται από τις ευρωπαϊκές δημώδεις, καταγράφει τον πόνο, την αγωνία του ανθρώπου μπροστά σε όσα τον αφορούν και όσα τον ξεπερνούνε – της τέχνης συμπεριλαμβανομένης.

Εναλλάσσοντας τα είδη και τα ύφη, με μια ειρωνεία πότε κρυμμένη και πότε φανερή, καβαφική στην βαθύτερη ουσία της, να τινάζει στον αέρα κάθε υποψία μελοδραματισμού και δραματοποίησης, παίζοντας με την έκταση, τη στροφική οργάνωση του στίχου, ο Αρμάος δημιουργεί μια πολυφωνία που αιφνιδιάζει και φτάνει ώς το μεδούλι των πραγμάτων, με τον τρόπο των ποιητών που «τους καίνε οι αστραπές», που «κανείς τους δεν ορέχθηκε πλούτο άλλο ρυθμούς και λέξεις / κανείς τους δεν ευτύχησε με τη νεκροφιλία της εξουσίας/ ή δεν αγνόησε το λυγμό που πρέπει να σωθεί». Ενας ρομαντισμός που φωτίζει παρηγορητικά τις αρχές ενός δύσκολου αιώνα.

Sunday, June 6, 2010

Ενα ερωτικό οικουμενικό μπεστ σέλερ

  • Σε μορφή πέντε παθιασμένων επιστολών
Της Τιτικας Δημητρουλια, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 6 Iουνίου 2010
  • GUILLERAGUES, Ερωτικές επιστολές Πορτογαλίδας μοναχής, μτφρ. Βάνα Χατζάκη, εκδ. Aγρα
  • Μια γυναίκα θρηνεί γιατί δεν βλέπει πια τα μάτια του αγαπημένου της, μάτια που καθρέφτιζαν και της μάθαιναν τον έρωτα. Του γράφει τα πάθη της τώρα που εκείνος λείπει και απλώς ελπίζει και παρακαλεί να τη θυμάται και να την αγαπά, αλλά και να έρθει κοντά της το γρηγορότερο. Μια γυναίκα μεγαλωμένη από παιδί σε μοναστήρι, που μεταγγίζει τη θρησκευτικότητά της στον εγκόσμιο αυτό έρωτα, αφιερωμένη στον αγαπημένο της, έτοιμη να θυσιαστεί, να πεθάνει για την αγάπη του. Μια εγκαταλελειμμένη μοναχή που αντιπαλεύει την απουσία, την απώλεια, την απελπισία με τη γραφή, προσπαθεί να υποκαταστήσει το πρόσωπο και το σώμα του άλλου με το χαρτί που αυτός θα αγγίξει, για να διαβάσει τα αισθήματά της, τις λέξεις της: «όταν σας γράφω μου φαίνεται πως σας μιλάω και μου είστε λίγο περισσότερο παρών». Με συνεχείς μεταπτώσεις, από την ύψιστη αγαλλίαση και ευγνωμοσύνη για την εμπειρία που έζησε ώς την απόλυτη θλίψη για το τέλος της, αναζητά τελικά το δικό της πρόσωπο μέσα σε έναν έρωτα που εξαρχής έφερε τα σημάδια της προδοσίας και στον οποίο παραδόθηκε άνευ όρων, αναιρώντας την ύπαρξη και την ταυτότητά της. Αυτόν τον έρωτα προσπαθεί να καθηλώσει στο χαρτί αν όχι για να τον σώσει, τουλάχιστον για να σωθεί η ίδια, μαζεύοντας τα κομμάτια της, με υπομονή και καρτερία, αποκτώντας και πάλι επαφή με τον κόσμο, με το είδωλό της στον καθρέφτη.
Ο πόνος της απουσίας
  • Πέντε επιστολές σαν πέντε πράξεις μιας τραγωδίας κλασικής, μιας τραγωδίας ερωτικής που ανανεώνει τα κλασικά επιστολικά πρότυπα, του Οράτιου, του Σενέκα και του Λουκίλλιου, τα μπολιάζει με τη μυστικιστική παραφορά μιας Τερέζα της Αβιλα, και αποτυπώνει με τον πιο παραστατικό τρόπο τα μαρτύρια της ερωτευμένης ψυχής, που παλεύει να γλιτώσει από τη φλόγα του πάθους, την ώρα που αυτό το πάθος, αυτή η επιθυμία την τρέφει, την κρατά ζωντανή. Ο έρωτας τη γέννησε στην αληθινή ζωή, στο βλέμμα του άλλου ανακάλυψε τον εαυτό της και στην αγκαλιά του αυτοκαταργήθηκε. Μέσα από τον πόνο της απουσίας, μέσα από τη γραφή, που λειτουργεί ως νάρκη του άλγους δοκιμή, τελικά αυτοπροσδιορίζεται: «για τον εαυτό μου μάλλον γράφω παρά για σας, το μόνο που γυρεύω είναι να βρω ανακούφιση»· και στο τέλος: «στην πραγματικότητα νομίζω πως ούτε θα σας ξαναγράψω· είμαι άραγε υποχρεωμένη να σας δίνω λογαριασμό για όλες τις μεταβολές των συναισθημάτων μου;». 
  • Εδώ και τρεισήμισι περίπου αιώνες, από το 1669 που πρωτοδημοσιεύτηκαν ανωνύμως, οι επιστολές αυτές αποτελούν ένα οικουμενικό μπεστ σέλερ. Στον αιώνα τους διαβάζονταν από όλη την καλή κοινωνία που προσπαθούσε με πείσμα να ταυτοποιήσει τον αποστολέα και τον παραλήπτη τους. Στον 18ο, ο Ρουσσώ δήλωνε βέβαιος πως οι επιστολές είχαν γραφτεί από άντρα και η «Νέα Ελοΐζα» του, όπως και οι «Επικίνδυνες σχέσεις» του Λακλό, τους οφείλουν πολλά. Ο Σταντάλ τις θεωρούσε ανυπέρβλητο δείγμα ερωτικού πάθους και ο Ρολάν Μπαρτ τον επιβεβαιώνει στα «Αποσπάσματα ερωτικού λόγου», ο Ρίλκε τις μετέφρασε στα γερμανικά, ο Κώστας Ουράνης στα ελληνικά - και ο πρόλογός του τίθεται ως επίμετρο στη νέα αυτή, πολύ καλή μετάφραση από τη Βάνα Χατζάκη.
Ο συγγραφέας
  • Η διαμάχη κατά πόσο συγγραφέας τους είναι ο υποκόμης ντε Γκιγιεράκ ή η πραγματική μοναχή Μαριάνα Αλκοφοράντο συνεχίζεται έως σήμερα, παρότι οι μελετητές τείνουν να δεχτούν πλέον ότι ένας πεπαιδευμένος και ευαίσθητος ευγενής, με άριστη γνώση των κλασικών προτύπων και τάλαντο, έγραψε τις υπέροχες αυτές επιστολές - που παρακολουθούν με το ρυθμό, την ανάπτυξη και τη διαπλοκή της φράσης τους τις δαιδαλώδεις διαδρομές της ερωτευμένης ψυχής, σχολιάζοντας παράλληλα τη δύναμη της γραφής. Ο Ουράνης βεβαίως τις απέδιδε στην Πορτογαλίδα μοναχή. Ο Φιλίπ Σολέρς το ίδιο. Ετσι, η έμφυλη διάσταση της γραφής τίθεται με τον πλέον ενδιαφέροντα τρόπο από ένα θεμελιακό κείμενο της νεότερης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, που μιλάει για την απουσία του Αλλου μέσα από την παρουσία της γραφής.