Showing posts with label Κακναβάτος Εκτωρ. Show all posts
Showing posts with label Κακναβάτος Εκτωρ. Show all posts

Sunday, January 16, 2011

Έκτωρ Κακναβάτος: εικονολάτρης της ανατρεπτικής σκέψης

αν έχω αριστερότητα εκεί κάτω στους βουβώνες
είναι που ο μέγας μονομάχος πολιορκημένος
κάνει έξοδο
έχοντας μεταλάβει των αχράντων φωνηέντων
Έκτωρ Κακναβάτος, Κως, Ιούνης 1994
 
Αν κάτι μένει από τον Έκτορα, πέρα από την επαναστατική του ποίηση που αγνοείται, ακόμα κι από την Αριστερά όπου διαμορφώθηκε, ανήκε και ύμνησε – είναι η θέλησή του ν’ αλλάξει τον κόσμο μέσω της απελευθέρωσης της τέχνης από αυτούς που τη λυμαίνονται.


  • ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ  
  • ΠΡΙΝ, Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010
Tο πέρασμα του Ε. Κακναβάτου από την ποίηση (δηλαδή τη ζωή) μοιάζει πολύ με το μπάχαλο που ακολουθεί μια πορεία. Δεν είναι της στιγμής για περεταίρω πολιτικοκοινωνιολογικές αναλύσεις, ούτε και πολιτεύομαι για να με βάλουν Γ. Πρετεντέρης και Ο. Τρέμη, σαν άλλον Δ. Παπαδημούλη, να κάνω δήλωση μετανοίας αποκηρύσσοντάς τους ενώπιον του Μέγκα, όπως για παράδειγμα στις δηλώσεις κάποιων για το εάν είναι ή όχι κατοχική η κυβέρνηση. Όμως το αίτημα της κοινωνικής/ταξικής (δηλ. πολιτισμικής, δηλ. ανθρώπινης) σύγκρουσης, η αναπόφευκτη «άνευ ορίων άνευ όρων» οργή μπρος στην προκλητικότητα της εξουσίας, η αντίσταση στον πολιτικό και λογοτεχνικό φαρισαϊσμό, η ανάγκη και των δυο να φτάσουν τ’ όραμά τους στα άκρα, έστω και με τον ενδεχόμενο κίνδυνο της (αυτό)απομόνωσης, είναι ένα ρίσκο που αναλαμβάνουν όσοι αισθάνονται υπεροχή, ή βρίσκονται σε απόγνωση.
 
Η περίπτωση του Ε. Κακναβάτου είναι μάλλον η πρώτη: φορώντας από το ξεκίνημά του «τον κόκκινο χιτώνα της επανάστασης» μιας εποχής που σημάδευε (κυριολεκτικά) ανθρώπους και διαμόρφωνε συνειδήσεις στα ξερονήσια της ιστορίας, σπουδασμένος (ως μαθηματικός) στο εκτυφλωτικό μεγαλείο του Χάους, «εχθρός» του συστήματος, άρα ακατάλληλος για ελληνόπαιδες («με πέταγαν με τις κλωτσιές από το υπουργείο Παιδείας κάθε φορά που έκανα αίτηση διορισμού»), αναζήτησε ενστικτωδώς στην τέχνη την αμφίστομη λέξη του Ηράκλειτου: «Έψαχνα για σπίρτα/ να κάψω τα μυαλά μου».

Το πνεύμα κινείται μόνο πάνω στις περιπέτειές του, έγραφε στα Βραχέα και μακρά, συμπληρώνοντας πως τόσο η γνώση όσο και η ταυτόσημή της επιστήμη, άρα ο άνθρωπος ως ον νοήμον που οφείλει να ταυτίζεται και με τις δυο, αναδιπλώνεται και αυτοξεπερνιέται κάθε φορά που ανοίγεται προς την ποίηση. Δεν έχει νόημα να σταθώ σε βιογραφικά και καλολογικά της τέχνης του, ή σε βιβλία του που αναρτώνται, έστω και πρόχειρα, στο διαδίκτυο. Αν κάτι μείνει για τον Έκτορα, πέρα από την επαναστατική του ποίηση που αγνοείται, ακόμα κι από την Αριστερά όπου διαμορφώθηκε, ανήκε και ύμνησε – είναι αυτός ο αέρας που φυσάει ανάμεσα στις λέξεις του (λέξεις άφοβες/λέξεις μάχιμες κι αθάνατες/ λέξεις παρατεταγμένες/ ανυπόμονες, πεισματικές), είναι η θέλησή του ν’ αλλάξει τον κόσμο μέσω της απελευθέρωσης της τέχνης από αυτούς που τη λυμαίνονται. Να την ελευθερώσει όχι για προσωπικό όφελος («Μη σώσουν και με καταλάβουν! Γι’ αυτό γράφω εγώ;», μας έλεγε), αλλά για να υπηρετήσει το ατομικό του όραμα που είναι συλλογικά εγγεγραμμένο στο είναι του: Να την υπονομεύσει, ώστε να μείνει αιώνια, «αιέν, η δυνατότητα του νυν να αυτοϋπερβαίνεται». Ή με άλλα λόγια το μέγεθος, η αξία μιας κοινωνίας είναι ανάλογη της «Ύβρης» δηλαδή της τόλμης των ανθρώπων της.

Ειρωνικός υπονομευτής τού (κάθε) συστήματος, βροντώδης, σαρκαστικός, κάποτε με διάθεση διδαχής, αλλά όχι αφ’ υψηλού, από κάτω, μαζί με τους υπόλοιπους στο πεζοδρόμιο, εικονοκλάστης της αυτονόητης του συρμού λογικής, αλλά εικονολάτρης της ανατρεπτικής σκέψης, ο Ε. Κακναβάτος έχει την πολυτέλεια (αναλαμβάνοντας τα ρίσκα του εγκαίρως) να διατηρεί τη νοηματική, εκφραστική, γλωσσική, ποιητική του αυτοτέλεια, ορίζοντας και οριζόμενος από την ιστορία που δεν τη διηγείται απλώς, αλλά τη ζει: «Μα δε θα το βάλω κάτω έτσι εύκολα./ Μένει ακόμα η αναποδιά μου με τα φυσεκλίκια σταυρωτά./ Θα κάψω και το τελευταίο φυσέκι […] Κάμποσες μέρες θα τρέφομαι απ’ την τελευταία σου λέξη. Ύστερα θα φάω και τη μεσίστια σκέψη μου./ Ύστερα ό,τι θέλει ας γίνει».

Να το ξαναπώ, όχι διδακτικά αλλά συμπάσχων σε κοινές αγωνίες, μήπως και ακουστεί καλύτερα στη νωπή μνήμη του Έκτορα Κακναβάτου, παραφράζοντας τα λόγια του και ψάχνοντας να βρω τις δικές μας πολλές (άναρχες) συντεταγμένες: Αξίζει και μόνο να θέτουμε ερωτήματα, ακόμα κι αν ήδη έχουν διατυπωθεί οι απαντήσεις. «Το ερώτημα δεν υποθηκεύει την αξία του στην ύπαρξη απάντησης» μας λέει ο ποιητής. Πραγματικά, στις βεβαιότητες είναι το πρόβλημα σύντροφοι.

Sunday, November 14, 2010

Έκτωρ Κακναβάτος: Ποιητής διπλής πρωτοπορίας

Άλλο από το παραλήρημα δε σού 'μεινε φυσίγγι
δεν έχει άλλη εκβλάστηση από τη φλέβα σου
που πλημμυράει την πολιτεία συρίζοντας
ώς τον ενδότοιχο
σφαγμένη εντός σου μια ερώτηση δε λέει να σωπάσει
ανατέλλει δύει εντάφια πλεισιφαής
με φεγγάρια χαίνει με παλίρροιες
όπως απλώνει στα ορυκτά το έκζεμα του πλανήτη
κι από τη βολή του πρόγονου δε σβήνει η ηχώ.

[...]

Ακόμη και την ένδοξη σήψη μου έδωσα
που γενεές γενεών οδήγησε το γνωρίζεις
σε οδό σοφίας
απ' τη φυτεία της φωνής μου όμως
τίποτα δε σε τρέφει
από τη φωταψία του νου μου
τίποτα πια δεν ανακλάς
και μόνο το βήμα μένει κατά σένα
η μελλούμενη πορεία
αξία έσχατη
το ελάχιστο μέτρο να σε ψάχνω
όχι να σε βρω.
  • ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΔΑΛΛΑ
Ένας ακόμη φίλος και πρωτεργάτης της συντεχνίας λείπει αυτές τις μέρες και θα λείψει για πάντα από κοντά μας. Ένας ποιητής από την ανεκτίμητη εκείνη μαγιά της Κατοχής και του μεταπολέμου. Με την μετα-κατοχικότητα, όχι τη μετα-πολεμικότητα όπως γενικά και αόριστα λέγεται: τη μετα-κατοχικότητα ως εμπειρία αλλά και ως θέση εναντίον κάθε κατεστημένου, κάθε κατοχής της ζωής και του πνεύματος. Βγαλμένος από διπλή πηγή, την ομόρριζη μιας κοινωνικής και ταυτόχρονα ποιητικής επανάστασης. Η γλώσσα του υπήρξε γλώσσα ενός φανατικού της πρωτοπορίας που σκόπευε μέσω της μορφής στα σημαίνοντα υπονοώντας, με τη θεματική του δίχως να προπαγανδίζει τα σημαινόμενα: ο υπερρεαλισμός του υπήρξε -επιζητούσε να είναι- αμιγής, ένα κίνημα καθαρής προσόδου. Ένα κίνημα που μαρτυρούσε και εδώ τη διπλή -την ευρωπαϊκή και συνόργανα την ελληνική- εκδοχή του. Έτσι «φανερώθηκε» στα γράμματά μας, ύστερα από τις ποιητικές απαρχές και τις περιπέτειες των πέτρινων χρόνων με το Τετραψήφιο και έναν καταρράκτη βιβλίων (από τη Διήγηση ώς το Κιβώτιο ταχυτήτων και τη μετάφραση της Μανσούρ των εκδόσεων «Κείμενα» έως τα Χαοτικά και τα Ακαρεί των εκδόσεων «Άγρα». Με το Τετραψήφιο με την έβδομη χορδή, που ήταν ένας εντελώς νέος, πρωτάκουστος Μπολιβάρ. Χωρίς να υποτιμώ και τους λοιπούς πρωτοπόρους, υπήρξες «ωραίος σαν έλληνας» καθώς είπε ο Εγγονόπουλος, λαμπερός και αειθαλής, όπως σε γνώρισα, Έκτορα, και συνοδοιπόρησα διά βίου μαζί σου.
  • Η ΑΥΓΗ: 14/11/2010

Η ευφυΐα της αταξίας: Προϋποθέσεις για την ανάγνωση της ποίησης του Έκτορα Κακναβάτου


  • του Αλέξη Ζήρα*
  • Η ΑΥΓΗ: 14/11/2010
Κάτι που συνήθως δεν μας απασχολεί και πολύ όταν μελετάμε το έργο της σύγχρονης μεταπολεμικής μας ποίησης, είναι και η ασυνέχεια του ελληνικού μεσοπολεμικού υπερρεαλισμού. Νομίζουμε ότι η γραμμή του υπήρξε συνεχής και αδιάσπαστη, ενώ συνέβη το αντίθετο. Ουσιαστικά ο υπερρεαλισμός με τη μορφή που ξεκίνησε στη δεκαετία του '30, ως περιθωριακό αλλά πάντως υπολογίσιμο σε ορισμένους κύκλους, ριζοσπαστικό ρεύμα ανανέωσης και ανατροπής της «καθεστηκυίας» ποιητικής γλώσσας, υπήρξε ένα μετέωρο. Και υπήρξε μετέωρο γιατί το πρόβλημα της ριζοσπαστικής αισθητικής στην ελληνική πραγματικότητα είναι συνυφασμένο με το αναπάντητο ερώτημα του τι ήταν, αν υπήρξε και τι τελικά κατόρθωσε η γηγενής λογοτεχνική και καλλιτεχνική πρωτοπορία.

Ο Εμπειρίκος, ο Εγγονόπουλος, ο Γκάτσος, ακόμα και ο Ελύτης με τις πλαγιοσκοπήσεις του και τις αποστάσεις που διατήρησε εξαρχής, ήταν όλοι τους γέννημα - θρέμμα μιας εποχής εξαιρετικά αβέβαιης, από κάθε άποψη. Μιας εποχής που γι' αυτήν οι ρήξεις ήταν μέρος ενός κανόνα της καθημερινής αστάθειας της ιστορίας, με κορύφωση τον πόλεμο και την Κατοχή. Ενώ μεταπολεμικά δεν συνέβη το ίδιο. Ο κανόνας που προβαλλόταν με επιμονή στον συλλογικό ορίζοντα ήταν πλέον η σταθερότητα και η σύνθεση. 

Δεν ξέρω αν είναι τυχαίο, αλλά παρατηρώ ότι οι ελάχιστοι μεταπολεμικοί ποιητές που υπερασπίστηκαν στο μεγαλύτερο μέρος του έργου τους την κληρονομιά του υπερρεαλισμού, υπερασπιζόμενοι ταυτόχρονα την αταξία του λόγου σε μια περίοδο που κάλπαζε θριαμβευτής ο ορθός λόγος, αποτελούν όλοι τους μια απόληψη του μεσοπολέμου. Μόλις λίγα χρόνια μετά τον Εγγονόπουλο και τον Γκάτσο γεννήθηκαν ο Μίλτος Σαχτούρης (1919), ο Νάνος Βαλαωρίτης (1919) και ο Έκτωρ Κακναβάτος (1920)! Κατά κάποιο τρόπο, ενώ εξέφραζαν κι αυτοί το πνεύμα της μεταπολεμικής αγωνίας και του άγχους πήγαν αντίθετα στον καιρό τους, αντίθετα δηλαδή στο επιβεβλημένο από τις πολιτικές ιδεολογίες όραμα της σύνθεσης, στο οποίο εξάλλου προσέβλεπαν οι μάζες.

Ο Κακναβάτος, μαζί με τον Βαλαωρίτη, τον Σαχτούρη και τον Παπαδίτσα, είναι από τους ελάχιστους Έλληνες ποιητές της πρώιμης μεταπολεμικής περιόδου που άρχισαν γύρω στο 1945 και έπειτα να κλίνουν όλο και περισσότερο προς τη ριζοσπαστική αφαίρεση. Ασφαλώς δεν ήταν οι μόνοι και ασφαλώς δεν ταυτίστηκαν εξαρχής με ό,τι πιο αιρετικό από την άποψη της ποιητικής γλώσσας και μορφολογίας. Ως προς τον Βαλαωρίτη, κοσμοπολίτη απο τα γεννοφάσκια του, εκείνος χρειάστηκε να απογαλακτιστεί από τον σεφερικό συμβολισμό πηγαίνοντας στη Γαλλία του μεταπολέμου, όπου συνάντησε την τότε ομάδα του Αντρέ Μπρετόν. Έστω και αποδεκατισμένη από τις αναρίθμητες αποσκιρτήσεις και ιδιωτεύσεις.

Για τον Κακναβάτο όμως τα κρατούμενα δεν ήταν τα ίδια. Δοκίμασε από νωρίς τη σκληρότητα του στρατοπεδικού εγκλεισμού. Τηρουμένων των αναλογιών, εκείνος και ο Βαλαωρίτης (γιατί αυτοί οι δυο έμειναν περισσότερο συνεπείς από τους άλλους στο πνεύμα της αίρεσης), ακόμα και τώρα, με την απόσταση των δεκαετιών που έχουν παρεμβληθεί στο μεταξύ, μοιάζουν κάπως με το πιο φιλολογικά αυτονόητο, αρχετυπικό δίδυμο του ελληνικού υπερρεαλισμού: Νίκος Εγγονόπουλος - Ανδρέας Εμπειρίκος. Με τις ομοιότητες και τις διαφορές τους.

Η οικονομική κατάσταση του Κακναβάτου δεν του επέτρεψε να “δραπετεύσει” από τη μέγγενη της μετεμφυλιακής Ελλάδας και να ζήσει απο κοντά τις τελευταίες αναλαμπές του ευρωπαϊκού, μεταπολεμικού μοντερνισμού. Όπως ακριβώς ο Εγγονόπουλος μερικά χρόνια πιο πριν, παραμονές του πολέμου, δεν είχε την πολυτέλεια των επιλογών του Εμπειρίκου ώστε να γυρίσει την πλάτη στην ελληνική πραγματικότητα και να αδιαφορήσει για τον κατατρεγμό που υπέστησαν οι πρώτες του ποιητικές συλλογές Μη ομιλείτε εις τον οδηγόν (1938) και Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής (1939) από την ημιμάθεια των δημοσιογράφων και την αβελτηρία ενός μέρους των λογοτεχνικών κριτικών ή και των ίδιων των ποιητών.
  • Οι τύχες της ελληνικής μεταπολεμικής πρωτοπορίας
Όπως ήδη είπαμε, ο Βαλαωρίτης και ο Κακναβάτος δεν ήταν οι μόνοι που ήθελαν να παίξουν τον ρόλο της εμπροσθοφυλακής στην ελληνική ποιητική πρωτοπορία. Άλλωστε η έννοια της ριζοσπαστικής αφαίρεσης στον ποιητικό λόγο εκείνης της χρονικής στιγμής είναι μια υπόθεση που ακολούθησε εν πολλοίς τη μοίρα και τις δυνατότητες των προσώπων τα οποία την υποστήριξαν με το έργο τους. Γιατί, κατά τα άλλα, στο ποιητικό προσκήνιο του πρώιμου μεταπολέμου, οργανικά επεξεργασμένες αισθητικές αντιλήψεις δεν υπήρχαν, αλλά και οι κοινές πρακτικές ήταν σπάνιες.

Συγκριτικά με άλλους της γενιάς του, όπως τον Γιώργο Λίκο, τον Δημήτρη Παπαδίτσα, τον Νίκο Καρούζο και τον Μίλτο Σαχτούρη, που κατά περίπτωση έτειναν προς τον έλλογο υπερρεαλισμό του Οδυσσέα Ελύτη, τον βιβλικό λυρισμό του μεταφυσικού θαύματος ή τον γερμανικό εξπρεσιονισμό, ο Κακναβάτος προτίμησε το προσωπικό στοίχημα της ανάβασης προς τις πηγές του γλωσσοκεντρικού μοντερνισμού. Δεν λέω “υπερρεαλισμού”, γιατί ο κάθε ποιητής σ' αυτά τα χρόνια διαμόρφωνε τη ρητορική του με διαφορετικές αναλογίες υλικών και τεχνικών, αναλογίες προσαρμοσμένες στο δικό του όραμα για την σχέση τέχνης και κόσμου. 

Ξεκινώντας λοιπόν από τον μουσικό συμβολισμό της κατοχικής Fuga (1943), ανοίγεται μεταπολεμικά αλλού. Πηγαίνει αντίθετα στο ρεύμα που τότε όριζε το πνεύμα της ελληνικής ποιητικής πρωτοπορίας, τους “κανόνες” του Σεφέρη, του Ελύτη και του Ρίτσου, για να ζητήσει από την ποίηση κάτι πιο πέρα από την αιρετική τεχνοτροπία του ελεύθερου στίχου και της αντίστοιχης προσωδίας: την ενσωμάτωσή της, αν είναι δυνατόν, στην απόλυτη μαθητεία της ζωής -τη συνεχή, άναρχη ροή εμπειρίας και γλώσσας.

Από μια άποψη, αν και έμοιαζε χαμένο το στοίχημα που ο ελληνικός υπερρεαλισμός είχε βάλει στα προηγούμενα χρόνια του μεσοπολέμου με ομολογουμένως αρκετή ατολμία και περίσκεψη (δηλαδή η αδυναμία του να υποστηρίξει με σθένος τη σύγκλιση της αιρετικής γλώσσας με την αιρετική, πολιτική στάση απέναντι στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων), ο Κακναβάτος με τον τρόπο του συνέχιζε έναν δρόμο που τη διάνοιξή του μόνο ο Εγγονόπουλος και εν μέρει ο Ελύτης έδειχναν να την προωθούν. Είναι χαρακτηριστικό της γενικότερης αδράνειας ότι ο Εμπειρίκος θα απέφευγε επιμελώς στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο να επαναλάβει τη σύγκρουση με το συμβατικό γούστο που είχε επιχειρήσει με την υπερρεαλιστική έκθεση του Αtelier, θα αντικαθιστούσε στο εξής τον ποιητή με τον ψυχαναλυτή. Ενώ και ο δαίμονας του εξεγερμένου πνεύματος του Νικόλαου Κάλας, ίσως του μόνου Έλληνα μοντερνιστή που έβλεπε την ανάγκη της ανατροπής όχι μόνο στην τέχνη αλλά και στη ζωή, είχε ήδη ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του από τα πρώτα χρόνια του '30, μεταναστεύοντας στις ευρωπαϊκές μητροπόλεις, δείχνοντας πως το να εγκλωβιστεί κανείς στον επαρχιακής νοοτροπίας ελληνικό ορίζοντα ήταν μια ματαιότητα.

Ωστόσο, ακόμα και αν δεχτούμε ότι ο μοντερνισμός δεν αναδείχθηκε στην Ελλάδα ως ευρύ αισθητικό κίνημα που μπορούσε με τις προτάσεις του να συνεγείρει λογοτεχνικές και καλλιτεχνικές συνειδήσεις, υπήρξε οπωσδήποτε ο μύθος του, η φαντασίωσή του. Και πολλές φορές στην ιστορία των τεχνών και των γραμμάτων οι μύθοι και τα απεικάσματά τους αποδεικνύεται ότι αναπτύσσονται αυτόνομα σε σχέση με την αρχική τους προέλευση. Τέτοια περίπτωση ακριβώς ήταν και ο ελληνικός υπερρεαλισμός, που με τα σαφώς αποκλίνοντα χαρακτηριστικά του σε σχέση με την τυπική ριζοσπαστική μορφή του στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης, αναπτύχθηκε στην Ελλάδα ως γλωσσικό φανταστικό, ως “ακραία αίρεση” της θεωρίας του μοντερνισμού για την γλώσσα. 

Ωστόσο, στα πρώτα χρόνια του μεταπολέμου η ομάδα των ποιητών που ήταν συνομήλικοι με τον Κακναβάτο και είχαν προσχωρήσει ο καθένας με τον τρόπο του στις νεοτερικές αντιλήψεις για τη λογοτεχνία -ανάμεσά τους ο Δ. Παπαδίτσας, ο Ν. Καρούζος, ο Μ. Σαχτούρης, ο Ε.Χ. Γονατάς και άλλοι- δεν ξεχώριζε μορφολογικά το υπαρξιακό και κοινωνικό βίωμα από την ποιητική του έκφραση. Οι περισσότεροι διαμόρφωσαν την λογοτεχνική τους ταυτότητα και την προσωπική τους μυθολογία σε μια περίοδο κατά την οποία ο μοντερνισμός και οι επιμέρους εκδοχές του ήταν ένας διογκωμένος, φανταστικός κήπος των αισθητικών ηδονών. Διόγκωση εύλογη, δεδομένης της δυσκολίας πολλών από αυτούς να αποδράσουν από τα όρια της εμφυλιοπολεμικής Ελλάδας .

* Ο Αλέξης Ζήρας είναι κριτικός λογοτεχνίας, πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων

Wednesday, November 10, 2010

Παντοτινά πιστός του υπερρεαλισμού

  • ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ: 1920-2010
Μία από τις χαρακτηριστικότερες και ευκρινέστερες ποιητικές φωνές του μεταπολεμικού υπερρεαλισμού, ο Εκτωρ Κακναβάτος (ψευδώνυμο του Γιώργου Κοντογιώργη) δεν υπάρχει πια. Πέθανε, χθες, σε ηλικία 90 ετών. 

 
Η κηδεία του θα γίνει αύριο, στις 3.30 μ.μ., στο νεκροταφείο Κόκκινου Μύλου. Ανήκε στον ίδιο ποιητικό αστερισμό με τους Μάτση Χατζηλαζάρου, Μαντώ Αραβαντινού, Γιώργο Λίκο, Δ.Π. Παπαδίτσα και Μίλτο Σαχτούρη. 

Ο σπουδαίος δημιουργός, μέχρι την τελευταία ποιητική του συλλογή, δεν απομακρύνθηκε ποτέ από το βάρος των υπερρεαλιστών δασκάλων του, του Ανδρέα Εμπειρίκου, του Νίκου Εγγονόπουλου και του Νικόλα Κάλα. Το κακναβατικό σύμπαν χτίστηκε ακόμη από τα ρητορικά και ενοραματικά υλικά του δημοτικού τραγουδιού, του Παλαμά, του Σικελιανού και του Ελύτη. 

«Δεν υπάρχει στίχος, στροφή, φράση ή περίοδος στα έμμετρα ή κατά λογάδην κείμενα του Ανδρέα Εμπειρίκου, που ο σημερινός αναγνώστης, έχοντας ξεφύγει από την κηδεμονία της ευαισθησίας του εκ μέρους αυτόκλητων Τσελιγκάδων του ποιητικού λόγου, να μην αισθάνεται τη χαρά, την απόλαυση, την αιθρία, προπαντός την αλκή που αποπνέει ο γεμάτος από πνευματική και συναισθηματική φόρα λόγος του Ανδρέα Εμπειρίκου». Αυτό ήταν το ύφος των περισσότερων κειμένων του Εκτορα Κακναβάτου, πάντα θερμά και από καρδιάς. 

Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1920, σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1937 - 1941), αλλά δεν διορίστηκε στη δημόσια Μέση Εκπαίδευση λόγω αριστερών φρονημάτων. Ετσι, εργάστηκε ώς το 1981 σε φροντιστήρια και ιδιωτικά εκπαιδευτήρια. Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση ως φοιτητής από τις τάξεις του ΕΑΜ, ενώ κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου συνελήφθη και φυλακίστηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το ενδιαφέρον στην περίπτωσή του είναι ότι παρέμεινε μακριά από κομματικές γραμμές και ιδεολογικούς δογματισμούς. 

Η πρώτη ποιητική του εμφάνιση έγινε το 1943, με τη συλλογή «Fuga», ενώ ένα χρόνο αργότερα συνυπέγραψε με το φίλο του ποιητή Δ.Ν. Παπαδίτσα το μανιφέστο «Μια θέση και μια έφοδος». Υπερασπιζόταν με αυτό τις ποιητικές και αισθητικές θέσεις των τότε νέων ποιητών. «Ο ποιητικός λόγος ρευματοδοτεί πυρήνες συναισθημάτων, που είναι φορείς δόνησης της ψυχονοητικής μας στρωμάτωσης», ήταν το διαχρονικό πιστεύω του Εκτορα Κακναβάτου. 

Οι πρώτες ένδεκα ποιητικές συλλογές του συμπεριελήφθησαν στον τόμο «Ποιήματα. 1943 - 1987» («Αγρα»). Μετά τη συγκεντρωτική έκδοση τυπώθηκαν σε αυτόνομα βιβλία οι συλλογές «Οι ακισμοί του Μενεσθέα Καστελάνου του Μυστρός», «Χαοτικά Ι», «Ακαρεί», «Υψικαμινίζουσες νεοπλασίες», «Στα πρόσω ιαχής». Είχε γράψει τα δοκίμια «Για τον "Μεγάλο Ανατολικό"» και «Βραχέα και μακρά». Είχε μεταφράσει Τζόις Μανσούρ («Κραυγές, Σπαράγματα, Ορνια») και Μαρσέλ Σβομπ («Φανταστικοί βίοι»). 

Διετέλεσε σύμβουλος στο υπουργείο Παιδείας και αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας Συγγραφέων. Τιμήθηκε με το Δεύτερο Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική του συλλογή «In perpetuum» (1983). *

Tuesday, November 9, 2010

Πέθανε ο ποιητής Έκτωρ Κακναβάτος

  • Πέθανε, στα 90 του χρόνια, έχοντας ζήσει μία γόνιμη πραγματική και ποιητική ζωή ο Έκτωρ Κακναβάτος. Ο Γιώργος Κοντογιώργης, όπως ήταν το κανονικό του όνομα υπήρξε από τους συνεπέστερους εκπροσώπους τού μεταπολεμικού υπερρεαλισμού.
 
Ανήκε στον αστερισμό, που τον μοιράστηκε με τους Μάτση Χατζηλαζάρου, Μαντώ Αρβαντινού, Γιώργο Λίκο, Δ. Π. Παπαδίτσα και Μίλτο Σαχτούρη. Γεννήθηκε στον Πειραιά το 1920, σπούδασε μαθηματικά και εργάστηκε στην Μέση Εκπαίδευση.

Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, με τις τάξεις τού ΕΑΜ, ενώ, κατά τη διάρκεια τού Εμφύλιου, συνελήφθη και κλείστηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα, με την ποιητική συλλογή «Fuga», το 1943. Το έργο του συγκεντρώθηκε στον τόμο «Ποιήματα: 1943 - 1987» («Αγρα»). Είχε μεταφράσει Τζόϊς Μανσούρ και Μαρσέλ Σβομπ. Η κηδεία του θα γίνει μεθαύριο στις 3.30 μ.μ., στο νεκροταφείο τού Κόκκινου Μύλου. [Β.Κ.Κ.,
  • Απώλεια για την ελληνική ποίηση

Τη λύπη της για το θάνατο του ποιητή και αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης Έκτορα Κακναβάτου εκφράζει η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού. "Η ποίηση έγινε ο δίαυλος μέσα από τον οποίο εξέφραζε τη σκέψη, τα συναισθήματα και τις αντιλήψεις του, έγινε ο τρόπος με τον οποίο επέλεξε να αποτυπώσει το πνευματικό του μανιφέστο. Ο θάνατος του ποιητή Έκτορα Κακναβάτου αποτελεί για την ελληνική ποίηση απώλεια μεγέθους ανάλογου του πνευματικού αναστήματος του εκλιπόντος.", αναφέρεται σε ανακοίνωση του υπουργείου.