Είμαστε δυο λάστιχα γυμναστικής νομίζεις/ τυλιγμένα με τη συσκευασία
τους/ οι διπλανοί του κουτιού σε βιτρίνα/ θα κρατηθούν ακλόνητοι χωρίς
αναπνοή/ από φόβο για την ταλάντωση δε θα συναντηθούν/ ποτέ τα μαλλιά
μας σε κυματισμούς/ δε θα φτάσουν ως τον υπέρτατο ουρανό/
στα χερουβείμ την ώρα δοξαστικών τραγουδιών.// Ούτε
σκύλος ούτε πετραδάκια ακούγονται/ δεν ήρθες από γεροδεμένο φόβο για το
σμήγμα/ μαρτυριάρικο εξαπολύεται να μας προδώσει/ μόνος σήμερα ο
απέναντι ψάλλει δυνατά ξόρκια/ στο ξημέρωμα τρομάζει τα κακά πνεύματα/
εύκολη απόφαση να κινηθούμε στα λόγια/ οι δρόμοι από παράδοση υπόσχονται
σωτηρίες.//
Αφού δεν πιάνουν το γείτονα ακόμα/ αλήθεια
μπορούμε να τραγουδάμε/ ασφαλώς αόρατοι κάτω από τη συχνότητα/ έτσι τα
καταφέρνουν φάλαινες κι ελέφαντες.
(ελπίζουμε να γλυτώσουμε αφού τα θηλαστικά είναι τόσο πολύπλοκα, σελ.16)
Ο μουσικός στον πρώτο παίζει τύμπανα/ κοιμάται το
παιδί σου κι αντί να λες δόξα σοι/ δεν είναι στο δρόμο κάπου να
κινδυνεύει/ τυραννία πού θα βρεθεί, όλο καταστροφές/ μήπως πάει εκεί,
μήπως εκεί, θα μου πει κανείς/ τότε τι θα παρακαλέσω θα έχω τίποτα στο
χέρι/ μικρός θα πω καλό παιδί παρασύρθηκε. //Τι να του πω να μην κάνει
να μη βγει/ να μη μιλήσει να μην παίξει ποτέ/ αφόρετο αγόρι της ηλικίας
του/ δε θα έχει κανένα κορίτσι.// Το μανίκι σα δελτίο στραβό κι ανάποδο /
ευτυχώς που συννέφιασε ο αντίθεος/ όποτε έχει ήλιο φοβάμαι
περισσότερο.// Το πολύ-πολύ ας τη φοράει για πρόχειρη/ προσεύχομαι να
μας λυπηθεί ο θεός.
(να σταματήσουν οι σπουδές να ησυχάσουμε, σελ. 17)
Δεύτερη ποιητική συλλογή της Μαρίας Τρανού που ξετυλίγει μεθοδικά και
σε αυστηρή σειρά διαδοχικής ανάγνωσης από σελίδα σε σελίδα ένα
συνθετικό πολυπρόσωπο ποίημα που θα μπορούσε να διαβαστεί και ως
σπονδυλωτό θεατρικό αφήγημα. Ένα είδος ιονεσκικής «ποίησης παραλόγου»
όπου οι πρωταγωνιστές διατηρούν απ’ αρχής το ρόλο τους μέσα στην όλη
πλοκή. Διόλου τυχαία η πρόταξη των περιεχομένων που εισάγουν τον
αναγνώστη-θεατή στις αλληλοδιάδοχες φωνές που θα ακολουθήσουν να
εκφωνούν τους στίχους και να υποδύονται τις στροφές των ποιημάτων. Ας
μην αναζητηθεί η συνήθης ποιητική φόρμα, η μουσικότητα, το μέτρο, όλα
έχουν αποδομηθεί συνειδητά για να ξαναχτιστούν στο ποίημα-διαμαρτυρία
της Μαρίας Τρανού.