Showing posts with label Κριαράς Εμμανουήλ. Show all posts
Showing posts with label Κριαράς Εμμανουήλ. Show all posts

Monday, November 28, 2016

Εμμανουήλ Κριαράς: «Στη ζωή μου έκαμα αυτό που θεωρούσα καθήκον μου».

Ο Εμμανουήλ Κριαράς (Πειραιάς, 28 Νοεμβρίου 1906 – Θεσσαλονίκη, 22 Αυγούστου 2014) γεννήθηκε στον Πειραιά, με καταγωγή από την Κρήτη. Τελείωσε το γυμνάσιο στα Χανιά το 1924. Σπούδασε φιλολογία (Πανεπιστήμιο Αθηνών, 1924-29), βυζαντινή φιλολογία, νεοελληνική φιλολογία και συγκριτική γραμματολογία (Πανεπιστήμιο Μονάχου, 1930 και Πανεπιστήμιο Παρισιού, 1938-39 και 1945-48). Αναγορεύτηκε διδάκτορας το 1938. Επιστημονικός συνεργάτης του Μεσαιωνικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών (1930-39) και στη συνέχεια διευθυντής του (1939-50).

Tuesday, September 30, 2014

Το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, ο κληρονόμος του Εμ. Κριαρά

Το Ινστιτούτο Νεοελληνικών σπουδών (Ιδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη) είναι ο κύριος κληρονόμος του κορυφαίου έλληνα φιλολόγου Εμμανουήλ Κριαρά που πέθανε στις 22 του περασμένου Αυγούστου σε ηλικία 108 ετών.

«Ο κορυφαίος έλληνας φιλόλογος Εμμανουήλ Κριαράς (1906-2014), με τη διαθήκη του που δημοσιεύθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 2014 από το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, καθιστά το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη) τον κύριο πνευματικό του κληρονόμο», αναφέρεται σε δελτίου τύπου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Saturday, February 5, 2011

Ενας λόγιος, ετών 105, αγωνιά και συμβουλεύει

  • Της Γιωτας Mυρτσιωτη, Η Καθημερινή, Σάββατο, 5 Φεβρουαρίου 2011
Απέναντι στον Εμμανουήλ Κριαρά, δέος μόνον αισθάνεται κανείς. Δεν είναι η μακρά ηλικία ενός ανθρώπου που έχει διανύσει 105 χρόνια ζωής, η ζωντανή ιστορία ολόκληρου αιώνα. Είναι το πρότυπο ενός επιστήμονα που συνεχίζει να εργάζεται και να μάχεται, το ανάστημα που υψώνει για να υπερασπιστεί τις ιδέες του, η πνευματική και ψυχική υγεία που εκπέμπει. «Δεν ξέρω αν ωφελούν τα χρόνια τα πολλά. Καμιά φορά γίνεται το αντίθετο. Για την ώρα, το πνευματικό σώζεται κι αυτό είναι παρηγοριά στη μακροβιότητά μου».

Πράγματι. Κάθε συνάντηση με τον ομότιμο καθηγητή είναι εμπειρία μοναδική. Μάθημα ζωής. Ανοιχτό όπως πάντα σε όλους, στο σπίτι του στην οδό Αγγελάκη. Με χαμόγελο, έμφυτη ευγένεια και διάθεση για μακροσκελή συζήτηση. Μ’ έναν άνθρωπο που, πατώντας τα 106 χρόνια, διηγείται και σχολιάζει με κάθε λεπτομέρεια πρόσωπα και καταστάσεις από το πέρασμά του στον 20ό αιώνα σαν να ήταν χθες.

Εχει γράψει και έχει αφηγηθεί σχεδόν όλα τα κεφάλαια της υπεραιωνόβιας ζωής του. Τα βιώματά του από το Πανεπιστήμιο τα περιέγραψε την περασμένη Κυριακή στην αίθουσα τελετών του ΑΠΘ, προκαλώντας συγκίνηση, αλλά πάντα αποζητάς –ειδικά στις μέρες μας– το καταστάλαγμα της σοφίας, από τον λόγιο που έζησε όλα τα πολιτικά γεγονότα της ανθρωπότητας τον περασμένο αιώνα κι όλες τις γλωσσοεκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις της νεοελληνικής εκπαίδευσης ώς το στέριωμα της δημοτικής.

Με καθαρότητα στη ζωή, προσανατολισμένος στον σοσιαλισμό και στον δημοτικισμό, αγωνίστηκε και εξακολουθεί να μάχεται για την Παιδεία, ενημερώνεται και ενδιαφέρεται για τα κοινά, εύχεται στον Γιάννη Μπουτάρη, που «δεν είναι κατ’ εξοχήν πολιτικός, αλλά άνθρωπος της κοινωνικής ζωής» να πετύχει την ανόρθωση της Θεσσαλονίκης. Πάνω απ’ όλα αγωνιά για την «άσχημη εποχή» που διανύει η χώρα, η Ευρώπη κι ολόκληρος ο κόσμος.

Πέρασαν εκατό χρόνια από την παιδική ζωή του στη Μήλο, ογδόντα έξι από την αποφοίτηση του στο γυμνάσιο Χανίων (1924), ογδόντα από τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1924-1929) και τις σπουδές του στο Μόναχο (1930), εξήντα από τη χρονιά που εξελέγη καθηγητής της Μεσαιωνικής Ελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου (1950) και σαράντα δύο από τη χρονιά που τον απέλυσε η Χούντα (1968).
  • Φθάσαμε στο χάος
Και θυμάται όσα διδάχθηκε στο πρώτο αναγνωστικό, τα ία και τα ώα. «Ασύλληπτο!», σχολιάζει. Επίσης θυμάται λεπτομέρειες από τη διδασκαλία του, χρόνια αργότερα, στο Πανεπιστήμιο. «Κάποτε έλεγα στους φοιτητές μου. Εσείς θα ζήσετε τον επόμενο αιώνα και θα δείτε ότι οδηγούμαστε σε χάος. Και φθάσαμε στο χάος όχι μόνο στην Ελλάδα. Παντού».

Δεν προέβλεπε όμως ότι θα ζούσε ο ίδιος την είσοδο του νέου αιώνα για να δει όπως λέει «την προσπάθεια που καταβάλλει η λεγόμενη Ενωμένη Ευρώπη να ενωθεί να πάρει υπόσταση, απέναντι στο κατασκεύασμα που υπάρχει στον κόσμο». Ούτε φαντάστηκε ποτέ ότι η «Ελλάδα θα περιέλθει σ’ αυτήν την απελπιστική κατάσταση».

Φύσει αισιόδοξος και σοσιαλιστής –πάντα πίστευε ότι «το μέλλον της ανθρωπότητας είναι ο σοσιαλισμός, η κοινωνική πρόνοια και η πολιτική δραστηριότητα»– θεωρεί ότι τα μέτρα «αντισοσιαλιστικά αλλά αναγκαστικά» που λαμβάνει ο Γ. Παπανδρέου θα αποδώσουν.

Από τα φλέγοντα ζητήματα, οικονομικά, κοινωνικά, πρωταρχικό σημείο εκκίνησης προς την ανόρθωση θεωρεί την Παιδεία. «Τα πάντα εκεί στηρίζονται. Στη γλώσσα που μιλάμε και γράφουμε, στη σκέψη μας».

Επανέρχεται στους αγώνες της γλωσσοεκπαιδευτικής μεταρρύθμισης, στην αναγνώριση της δημοτικής ως επίσημης γλώσσας, στις προσπάθειες επαναφοράς της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής στο γυμνάσιο, υπενθυμίζοντας τα λάθη του παρελθόντος στην παιδεία, που «χωλαίνει από τη σύσταση του ελληνικού κράτους», τους λόγιους που «δεν αντιμετώπισαν την εκπαίδευση όπως έπρεπε» και επιμένει: «Βασικό σημείο της κακοδαιμονίας είναι καθαρευουσιανισμός, ο οποίος μας έστρεφε προς την αρχαία Ελλάδα. Εβλεπαν μόνο τη μορφή, τη φόρμα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και δεν έβλεπαν την ουσία. Ηταν η πιο κούφια αντίληψη...». Δίπλα του οι τελευταίες του εκδόσεις. Ανάμεσά τους ο «Δημόσιες συζητήσεις για τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στο γυμνάσιο επί υπουργού παιδείας Αντώνη Τρίτση». Αντίτυπο αυτού έστειλε στην υπουργό Παιδείας που επιχειρεί την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Αφορά το θέμα που τον απασχολεί εδώ και χρόνια. Τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο. «Προκαλούν σύγχυση στο μαθητή», εκτιμά, γι’ αυτό υπερασπίζεται μαχητικά στην κατάργησή της. Υπέρμαχος της σκληρής εργασίας, δουλεύει από μαθητής, εξακολουθεί να εργάζεται κι αυτή είναι η μόνιμη συμβουλή του. «Ερωτα στη ζωή και στη δουλειά. Ερωτας σημαίνει να αφοσιωθείς κάπου. Η δουλειά καλλιεργεί τον άνθρωπο. Αυτό διδάχτηκα κι αυτό είναι το δίδαγμά μου».
  • Να γίνουμε σοβαρότεροι
Στους σκοτεινούς καιρούς, μια συμβουλή του «θαλερού γέροντα Κριαρά, που αποκλείει τον φανατισμό και τη μισαλλοδοξία προς όφελος του δήμου και της δημοτικής», όπως έγραψε γι’ αυτόν ο Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, έχει ιδιαίτερη σημασία. «Να γίνουμε σοβαρότεροι. Ο Ελληνας είναι έξυπνος αλλά πολύ βιαστικός. Κι αυτό τον οδηγεί στην επιπολαιότητα και στην προχειρότητα. Εναντίον της προχειρότητας πρέπει να αγωνιστούμε και υπέρ της σοβαρότητας. Οι πολιτικοί που μας έφεραν σ’ αυτήν την κατάσταση και με τη δική μας ευθύνη να δουν τα πράγματα ρεαλιστικότερα, να επέλθει συμφωνία, να αλλάξουμε νοοτροπία για να προχωρήσουμε».

Wednesday, February 2, 2011

Συγκίνηση από τον Εμμ. Κριαρά για δώρο-έκπληξη

  • Γιωτα Mυρτσιωτη, Η Καθημερινή, 01/02/2011,
ΕΚΔΗΛΩΣΗ. Δύο λέξεις ψέλλισε ο Εμμανουήλ Κριαράς δακρυσμένος μπροστά στο ακροατήριο που χειροκροτούσε όρθιο τον μαχητή της ζωής και της παιδείας. «Είμαι ευγνώμων!». Κρατούσε στα χέρια του τον 17ο τόμο του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας, το έργο της ζωής του, που ξεκίνησε τον περασμένο αιώνα, σταμάτησε ξαφνικά το 1997 για να αναλάβει τη συνέχισή του (από τον 14ο τόμο) το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
Το πρώτο αντίτυπο του 17ου τόμου (Π) ήταν το δώρο που του επιφύλαξε ως έκπληξη ο καθηγητής, πρόεδρος του ΚΕΓ Γιάννης Καζάζης, λίγες μέρες μετά τα 105α γενέθλιά του, στην κεντρική εκδήλωση του ΑΠΘ για τον εορτασμό της ημέρας των Τριών Ιεραρχών.
Προηγουμένως ο υπεραιωνόβιος ομότιμος καθηγητής, ως κεντρικός ομιλητής, μοιράστηκε για μισή ώρα τα βιώματά του από τη Φιλοσοφική «το φρούριο του φιλολογικού δημοτικισμού», όπως χαρακτήρισε τη Σχολή Θεσσαλονίκης. Αναφέρθηκε στην ίδρυσή της από προσωπικότητες με «λαμπρό παρελθόν στην ιστορία του μαχόμενου εκπαιδευτικού δημοτικισμού». Πρωτοπόροι και συνεχιστές, μεταξύ άλλων, οι Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Αλέξανδρος Δελμούζος, Ιωάννης Κακριδής, Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, Γιάννης Ιμβριώτης, Στέλιος Καψωμένος Νίκος Ανδριώτης, Λίνος Πολίτης, Δημήτρης Μαρωνίτης, Δημήτρης Λυπουρλής, Παναγιώτης Μουλλάς, Χρήστος Τσολάκης.
Μέσα σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα βρέθηκε ο ίδιος το 1950. Και, «μολονότι δίδασκα μαθήματα μεσαιωνικής φιλολογίας, πολύ συχνά είχα την ευκαιρία να κάνω λόγο για το γλωσσικό ζήτημα, αντικρίζοντάς το ως πρόβλημα είτε μέσα στη μακραίωνη ιστορία του ελληνισμού είτε της σύγχρονης πνευματικής μας ζωής».

Sunday, July 11, 2010

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΡΙΑΡΑΣ Η φλόγα της αιωνόβιας νεότητας

  • Ο ακούραστος καθηγητής δεν παύει στα 104 του να εργάζεται και να σκέπτεται
Ο Εμμανουήλ Κριαράς  στην παρουσίαση του  Λεξικού του της  
Μεσαιωνικής Δημώδους  Γραμματείας τον Απρίλιο  του 2004. Στα 104 του  
δεν έχει σταματήσει να  ασχολείται με το  επιστημονικό του  αντικείμενο
  • «Διάβασα την αναφορά σας στην παρέμβασή μου κατά την πρόσφατη συνάντηση εργασίας για την ελληνική γλώσσα και τη γλωσσική αγωγή. Σας ευχαριστώ. Μόνο που κάνατε ένα μικρό λάθος. Είμαι 104 ετών, 105 θα γίνω στις 28 Νοεμβρίου του 2010. Καταλαβαίνω, το δέος για την ηλικία μου δημιουργεί σύγχυση. Κι εγώ ο ίδιος δεν ήλπιζα τόσο μακρά ζωή... Δεν γνωρίζω εξάλλου κάποιον συνομήλικό μου... Θέλω όμως να ζήσω».
«Θέλω να δω τον 18ο τόμο του λεξικού μου να εκδίδεται, να τελειώσω τα νέα μου συγγράμματα, να δω νέες εκδόσεις, να φύγω σήμερα για την εξοχή».

Είναι η γνώση, το ήθος, η εργατικότητα, τα «παλιά καλά» ελληνικά του, η διαύγεια πνεύματος, η μνήμη, η ευπροσηγορία του, η κοινωνικότητα ενός ανθρώπου 104 ετών; Ή είναι μόνο τα 104 χρόνια του; Τα οποία- σε συνδυασμό με την εικόνα ενός θαλερού, υγιούς σωματικά και κυρίως πνευματικά ανθρώπου- επιβάλλουν το σέβας, συχνά και το δέος.

Είναι ο τελευταίος σοφός που απέμεινε στους καιρούς μας ο καθηγητής Εμμανουήλ Κριαράς ή αναδεικνύεται με τη στάση και τις δηλώσεις του πως είναι αυτό που «θα θέλαμε όλοι μας να ήμασταν, να γίνουμε»;

Είναι που τολμά παρά τα 104 χρόνια του να μιλάει- και να πράττει - περί φιλεργίας, σοσιαλισμού, παιδείας, έξαρσης και έρωτα;

Είναι που ο «συνταξιούχος» από το 1968 καθηγητής επανέρχεται «ριζοσπαστικότερος», «επαναστατικότερος», «νεώτερος» πολλών εξ ημών- ακόμα και εκ των προ καιρού συνταξιούχων μαθητών του.

Η συνταγή του; «Καλή γυναίκα και όχι καλό φαΐ. Να έχετε βίο κανονικό» συμβουλεύει. Και το πράττει. Οσο για τα υπόλοιπα; «Μέθοδος διδασκαλίας του ήθους δεν υπάρχει. Μαθαίνουμε την τεχνική. Πώς να μεταδώσουμε τις γνώσεις. Αλλά πώς να βελτιώσουμε το ήθος του ανθρώπου δεν το μάθαμε».

Λέει κι άλλα: «Η έξαρση είναι το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή. Να εξαρθείς πάνω από τον εαυτό σου. Από τα πάθη σου. Σπάνια εξαίρονται οι άνθρωποι. Η θυσία για τον άλλο, ο έρωτας, η αφοσίωση είναι έξαρση. Η φιλία, η αφοσίωση στον άλλο, η αλήθεια είναι έξαρση. Πίστευα πάντοτε σ΄ αυτό. Να λες πάντα την αλήθεια, έστω κι αν ενοχλεί. Μια παροιμία - δική μας, κρητική- λέει πως η αλήθεια είναι μαλώτρα».

Πέρασαν 104 χρόνια από τον Νοέμβριο του 1906 που γεννιόταν στον Πειραιά ο Εμμανουήλ Κριαράς, πέρασαν περίπου 100 χρόνια από την παιδική του ζωή στη Μήλο, την εφηβική αργότερα στην Κρήτη (τόπο καταγωγής των γονιών του), την Αθήνα ύστερα για σπουδές στη Φιλοσοφική Σχολή και για εργασία (επί 20 συνεχή χρόνια στο Μεσαιωνικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών).

Μεσολάβησαν το Μόναχο και το Παρίσι και ύστερα «ανέβηκε» στη Θεσσαλονίκη από το 1950, όταν εξελέγη στη θέση του τακτικού καθηγητή της Μεσαιωνικής Ελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Μέχρι το 1968 δίδασκε κυρίως Μεσαιωνική Φιλολογία.

Εκτοτε είναι ομότιμος καθηγητής. «Μου μείωσαν κι άλλο τη σύνταξή μου. Και μάλιστα αναδρομικά. Δεν διαμαρτύρομαι. Πρέπει να συνεισφέρουμε όλοι. ΟΛΟΙ όμως. Και κατ΄ αναλογίαν. Εσείς, πώς τα βλέπετε; Δεν είναι άθλια τα πολιτικά, τα οικονομικά μας πράγματα;».

Κι αν αποτελεί «διαπίστωση» πως στους καιρούς μας οι πνευματικοί άνθρωποι σιωπούν, αδιαφορούν, περιορίζονται στη διδασκαλία και τη συγγραφή και δεν μετέχουν στην ενεργό πολιτική, ο καθηγητής Κριαράς αποτελεί- και μάλιστα κατ΄ επανάληψη- τη φωτεινή εξαίρεση.

Επί Κατοχής εντάχθηκε στο ΕΑΜ, έγινε μέλος της Ενωσης Λαϊκής Δημοκρατίας υπό τον Σβώλο και τον Τσιριμώκο. Συνελήφθη από τα SS εν ώρα συνεδριάσεως με την ΕΛΔ και φυλακίστηκε στο Χαϊδάρι. Επέμεινε... Με τη μεταπολίτευση μετείχε στο ευρωψηφοδέλτιο της Ενωσης Κέντρου (υπό τον Γεώργιο Μαύρο) σε μη εκλόγιμη θέση.

Απολύθηκε από τη χούντα αλλά συνέχισε. Ασχολούμενος με τη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας, με τη μαχητική στήριξη της δημοτικής και του μονοτονικού συστήματος (πρόεδρος της Επιτροπής για το μονοτονικό το 1981), με τη συγγραφή και τις εκδόσεις και ένα μήνα πριν από τα 103 του χρόνια τοποθετήθηκε στην τελευταία- τιμητική- θέση του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ.

Δέχεται τον Πρωθυπουργό στο σπίτι του (πάντα εκεί, στον αριθμό 1 της οδού Αγγελάκη), του ζητά «να δώσει βάρος στην Παιδεία», επιμένει, επανέρχεται με άρθρα, κείμενα, συνεντεύξεις, παρεμβάσεις. Προ ημερών επανέλαβε- όρθιος, μαχητικός, με επιχειρήματα - την ανάγκη κατάργησης των Αρχαίων, την αναβάθμιση των σχέσεων καθηγητών- μαθητών, την ανάγκη φιλεργίας, την επαναφορά του οράματος για τον έρωτα, τη ζωή, το ιδανικό, την εργασία... Στην πολλοστή μας συνάντηση, σ΄ ένα μόνο ερώτημα αρνείται να απαντήσει. Μία μόνο έννοια αποφεύγει να σχολιάσει. Αυτή του Θεού. Της πίστης... «Την έχασα την πίστη μου παλιότερα. Δεν βρίσκει άκρη κανείς. Μην επιμένετε. Το πρόβλημα της ζωής είναι μεγάλο», λέει.

ΕΙΠΕ
Ο άνθρωπος ζει πιο ευτυχισμένα όταν δεν έχει συνείδηση της τραγικότητας της ζωής του. Εγώ, δυστυχώς, την έχω...
ΕΙΠΑΝ ΓΙ΄ ΑΥΤΟΝ
Ο θαλερός γέροντας Κριαράς αποτελεί παράδειγμα φιλοπάτριδος και φιλόγλωσσου πολίτη με ανθρωπολογική συνείδηση που αποκλείει τον φανατισμό και τη μισαλλοδοξία προς όφελος του δήμου και της δημοτικής.
Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης (σε άρθρο του στο «Βήμα»)
  • Της ΒΙΚΥΣ ΧΑΡΙΣΟΠΟΥΛΟΥ, ΤΑ ΝΕΑ: Σάββατο 10 Ιουλίου 2010

Thursday, January 21, 2010

Εμμανουήλ Κριαράς: Εγώ και ο χρόνος

  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΞΕΝΑΚΗ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. | Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010 [ 10:51 ]

Ο καθηγητής Εμμανουήλ Κριαράς, ο λόγιος, ο υποψήφιος βουλευτής, ο άνθρωπος
που διάγει αισίως το 104ο έτος και ετοιμάζεται να δει τη 12η δεκαετία της ζωής του, έχει τη διάθεση ένα μεσημέρι στη Θεσσαλονίκη να μας μιλήσει για τα δύο μεγάλα πάθη του και τη σχέση του με τον χρόνο που περνάει.

Η κυκλοφορία της αυτοβιογραφίας του «Μακράς ζωής αγωνίσματα» και η τιμητική θέση την οποία κατείχε στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΠαΣοΚ στις τελευταίες εκλογές έφεραν τον διάσημο για τους γλωσσικούς του αγώνες καθηγητή Εμμανουήλ Κριαρά στην επικαιρότητα. Τα μέσα ενημέρωσης ξέχασαν προς στιγμήν τη λαγνεία τους για τα νιάτα και έτρεξαν στο κατώφλι του υπερήλικου λόγιου για να του πάρουν δυο κουβέντες – ειδικά μόλις έγινε γνωστή τον περασμένο Οκτώβριο η επίσκεψη του τότε νεοεκλεγέντος Πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου στην οικία του κυρίου Κριαρά. Σε αυτό το κλίμα ταξιδέψαμε ως τη Θεσσαλονίκη. Εκτός από το θέμα της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών, που βρίσκεται πρώτο στην ατζέντα των συζητήσεων του καθηγητή, αδημονώ να συζητήσω μαζί του για τη χαρά και τη λύπη τού να μακροημερεύεις ξεγελώντας το τέλος με μια νέα αρχή, αλλά και για την αιώνια αγάπη, αυτή που κάνει δύο ανθρώπους να γίνονται ένα, όπως περίπου περιγράφει στην αυτοβιογραφία του τη σχέση του με τη σύζυγό του Αικατερίνη Στριφτού. Στο πίσω κάθισμα ενός μποτιλιαρισμένου στο κέντρο της Θεσσαλονίκης ταξί διαβάζω το ακόλουθο απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του: «Απόψε 27 Νοεμβρίου 2004, παραμονή των γενεθλίων μου (γίνομαι 99 χρόνων) άναψα όλα τα φώτα του σπιτιού μου, κάθισα στην πολυθρόνα μου, δε διάβασα κείμενα της ημέρας, ούτε την εφημερίδα μου, αισθάνθηκα πάλι μόνος και αναπόλησα...». Ο κύριος που έγραψε αυτά τα λόγια μερικά χρόνια πριν κάθεται απέναντί μου λουσμένος στο αμείλικτο πρωινό φως που προδίδει τα χρόνια του. Η πολυθρόνα του – είναι η αγαπημένη του – τον υποδέχεται σαν αγκαλιά, στο σπίτι όπου δεν μένει πια η γυναίκα του. Πάνε περίπου δέκα χρόνια από τον χαμό της. Εξαιρετικά ευγενικός ο ίδιος αλλά όχι εξαρχής εγκάρδιος, κάνει νόημα να ξεκινήσουμε. Η οικιακή βοηθός θα σπάσει τον πάγο λέγοντας «εδώ που κάθεστε καθόταν και ο Πρωθυπουργός και τα ’λεγε με τον καθηγητή».

  • Αν σας έλεγαν κάποτε ότι θα φτάνατε και θα περνούσατε τα 100, τι θα θέλατε να έχετε επιτύχει σε αυτή την ηλικία-ορόσημο;

«Να είμαι περισσότερο επιτυχημένος στη ζωή και στα γράμματα. Το 1948 ήμουν υποψήφιος για την έδρα της Νέας Ελληνικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όταν με κέρδισε για λόγους στους οποίους δεν θα ήθελα να επανέλθω ένας συνυποψήφιος. Ηταν μια φιλοδοξία που δεν κατάφερα να πραγματοποιήσω. Εγινα βέβαια καθηγητής της Μεσαιωνικής Φιλολογίας, αλλά στο Αριστοτέλειο δίδαξα τελικά Νέα Ελληνικά μόνο μία χρονιά, όταν έλειψε ο καθηγητής. Είχα όμως τη χαρά να τα διδάξω ως φιλοξενούμενος καθηγητής στην Αυστραλία, μακριά από την Ελλάδα. Περίεργο δεν είναι; Πολλά, λοιπόν, κανείς ονειρεύεται αλλά δεν τα πετυχαίνει. Η ζωή είναι σκληρή».

  • Να μην ονειρευόμαστε δηλαδή;

«Να ονειρευόμαστε, αλλά ρεαλιστικά, έχοντας μια προοπτική, ένα σχέδιο. Γιατί έχουμε αρκετούς οι οποίοι και ξύπνιοι ονειρεύονται. Ο Τρίτσης, για παράδειγμα, που επανέφερε τα αρχαία ελληνικά στο γυμνάσιο, ήταν ονειροπόλος. Νόμιζε ότι τα αρχαία ελληνικά είναι ικανά να αναγεννήσουν την Ελλάδα. Αυτό ήταν όνειρο θερινής νυκτός. Δεν ήταν ευγενής φιλοδοξία, αλλά φαντασία».

  • Γράφοντας την αυτοβιογραφία σας μπήκατε στον πειρασμό να εξωραΐσετε κάποια πράγματα ή να αποκρύψετε κάποια άλλα;

«Ο χρόνος εξωραΐζει, διότι μας γυρίζει πίσω στα αμέριμνα χρόνια της νεότητας. Λέμε συνήθως: “Ηταν παράδεισος τότε”. Μας φαίνεται έτσι, γιατί ήμασταν πιο νέοι “τότε”. Εσκεμμένα, πάντως, στην αυτοβιογραφία μου δεν εξωράισα, ούτε απέκρυψα. Ορισμένες αδυναμίες μου, μάλιστα, τις άφησα να φανούν».

  • Η άποψη «τα δικά μας χρόνια ήταν καλύτερα» δεν οδηγεί σε συντηρητισμό; Δεν υπονομεύει τα νιάτα;

«Πολλές φορές ο άνθρωπος αυτά που ζει τα ανέχεται δύσκολα. Και γι’ αυτό λέει: “Παλιότερα ήμασταν ευτυχισμένοι”. Για να έχουμε το επιχείρημα ότι τα σημερινά είναι άσχημα. Είναι ψυχολογικό το θέμα».

  • Ζούμε στην εποχή όπου όλο και περισσότεροι άνθρωποι καταφεύγουν στον ειδικό για να λύσουν ψυχολογικά θέματα. Τι συμβαίνει;

«Η ζωή είναι τραγικό γεγονός, γιατί από τη στιγμή που αισθάνεστε τον εαυτό σας ξέρετε ότι θα πεθάνετε. Μπορεί να λέτε “δεν φοβάμαι τον θάνατο”, το λέω και εγώ, αλλά η αλήθεια είναι ότι τον φοβόμαστε. Είστε γεννημένη για να ζήσετε, αλλά είστε γεννημένη και για να πεθάνετε. Ε, δεν μπορεί να συμφωνήσει ο άνθρωπος με αυτό. Είσαι άρρωστος, και θέλεις να γίνεις καλά για να χαρείς τον κόσμο που μπορεί να σου δίνει και λύπες ή μόνο λύπη και όχι χαρά ή τη χαρά με το σταγονόμετρο. Ολα αυτά όμως εσύ θέλεις να τα γευτείς γιατί είσαι έτσι καμωμένος... Το μυαλό και η ψυχή, αυτά που κυβερνούν τον άνθρωπο, “παθαίνουν” από τη σύλληψη αυτής της τραγικότητας, ειδικά σήμερα που με την επικράτηση του τεχνικού πολιτισμού ξεχνιέται η ανθρωπιστική αγωγή. Σήμερα, μαθαίνουμε όλοι να χειριζόμαστε μηχανές και δεν μπορούμε να εξυψώσουμε την ψυχή μας. Αυτό είναι επίσης τραγικό».

  • Ως διακεκριμένος λεξικογράφος τι θα γράφατε σήμερα δίπλα στη λέξη σοσιαλισμός;

«Πραγματική πολιτική για όλα τα στρώματα της κοινωνίας. Αγνοημένοι είναι ακόμη, δυστυχώς, οι αδύνατοι, και αυτοί θέλουν ενίσχυση».

  • Το σημερινό λούμπεν είναι χρεωμένο στις τράπεζες...

«Ο καταναλωτισμός βοηθάει μόνον εκείνον που παράγει αγαθά, όχι τον καταναλωτή. Μας ξεγελάει όμως όλους, υποσχόμενος ότι θα διευκολύνει περισσότερο τη ζωή μας με καινούργια και εντυπωσιακά πράγματα».

  • «Διδάσκαλος του Γένους», «τελευταίος μεγάλος δημοτικιστής»: Ποιον τίτλο από αυτούς που σας έχουν αποδώσει κατά καιρούς αποδέχεστε με μεγαλύτερη ικανοποίηση;

«Τον πρώτο δεν τον δικαιούμαι. Δεν ξέρω και αν υπήρξα μεγάλος στον δημοτικισμό μου. Πίστεψα, πάντως, απόλυτα σε αυτόν όπως τον κατάλαβαν οι τρεις μεγάλοι του εκπαιδευτικού δημοτικισμού: Ο Γληνός, ο Δελμούζος και ο Τριανταφυλλίδης».

  • Τι θα συμβουλεύατε την κυβέρνηση για θέματα Παιδείας;

«Ανακίνησα στη συζήτηση με τον Πρωθυπουργό το θέμα της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στο γυμνάσιο. Οπως όλοι ξέρουμε, τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας την είχε απομακρύνει από το γυμνάσιο η γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1976, της κυβέρνησης Ράλλη. Ο Τρίτσης τα επανέφερε οδηγώντας σε σύγχυση τους μαθητές, οι οποίοι, καθώς έρχονται με μεγάλες γλωσσικές ανεπάρκειες από το δημοτικό σχολείο, δυσκολεύονται σε μεγάλο βαθμό να δεχτούν τη διδασκαλία αρχαίας και νέας γλώσσας συνάμα».

  • Παρ’ όλα αυτά, τάσσεστε υπέρ τού να διδάσκονται τα αρχαία ελληνικά στο λύκειο.

«Φυσικά, και μάλιστα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δεν ξέρω όμως αν γίνεται αυτό».

  • Στη μάχη σας για την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας παλαιότερα, αλλά και στον αγώνα σας εδώ και αρκετά χρόνια να καταργηθούν τα αρχαία ελληνικά στο γυμνάσιο, ποιος είναι ο μεγαλύτερος «εχθρός» σας;

«Δεν έχω εχθρούς. Εκείνος με τον οποίο συζήτησα πολύ το γλωσσικό ζήτημα είναι ο καθηγητής κύριος Μπαμπινιώτης. Μετά το 1974, και ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1980-85, συζητούσαμε πολύ και διαφωνούσαμε, ας πούμε, ριζικά. Τώρα, όμως, ο κύριος Μπαμπινιώτης έχει προσέλθει στον δημοτικισμό, γράφει στη δημοτική. Δεν τη γράφει όπως ακριβώς τη γράφω εγώ, τη γράφει συντηρητικότερα, με τη δική του νοοτροπία. Ε, η νοοτροπία μας διαφέρει. Αυτή είναι η αλήθεια. Αλλά έχουμε αγαθές σχέσεις. Οταν με ανακήρυξε επίτιμο διδάκτορα το Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο ίδιος μίλησε πολύ καλά για μένα».

  • Πώς σας φαίνεται η γλώσσα που μιλούν – ή μάλλον γράφουν σε SMS – οι νέοι σήμερα;

«Η γλώσσα των νέων είναι κάτι δικό τους. Δικαιούνται να μιλούν και να γράφουν έτσι, αλλά είναι βέβαιο πως θα ξεχάσουν τη γλώσσα αυτή, την “παιδική”, μόλις ωριμάσουν».

  • Τι μας ενώνει και τι μας χωρίζει από την αρχαία ελληνική γλώσσα;

«Οταν μπορούμε να κατανοούμε την αρχαία γλώσσα, μαθαίνουμε πολλά με αυτήν και από αυτήν. Και μας είναι όλα χρήσιμα. Πάντως, δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να προπαγανδίζουμε την αρχαία γλώσσα. Και μάλιστα χωρίς να την κατέχουμε. Η αρχαία γλώσσα υπήρξε γλώσσα των αρχαίων. Η νέα μας γλώσσα είναι κόρη της αρχαίας. Αυτός είναι ο σύνδεσμος μαζί της. Αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα η μάνα και η κόρη».

  • Εχετε πάθος με τη γλώσσα.

«Στη ζωή μου δεν είχα πάθη πολλά, μόνο δύο: για τη γλώσσα και για τη σύζυγό μου. Είχαμε έναν μεγάλο, πολύ μεγάλο, ας τον πούμε σπάνιο δεσμό, ασυνήθιστο για ανδρόγυνο. Την έχασα το 2000».

  • Ζήσατε μαζί 65 χρόνια. Στη βιογραφία σας, εκεί που μιλάτε για τον γάμο σας με τη συμφοιτήτριά σας Τιτίκα, παραθέτετε μια φράση του Σατομπριάν: «Βρήκα την ηρεμία κοντά σε μία γυναίκα της οποίας η αγνότητα εκτεινόταν γύρω της». Είναι τελικά οι ομοιότητες ή οι διαφορές αυτές που ενώνουν τα ζευγάρια;

«Αλλοτε οι ομοιότητες και άλλοτε οι διαφορές. Κάποιος είναι πιο λογικός, κάποιος πιο συναισθηματικός... Εμάς, εκτός από τον συναισθηματικό δεσμό, πάντως, μας συνέδεε και μια κοινή πολιτική ιδεολογία. Είχαμε τις ίδιες αντιλήψεις ως διανοούμενοι, και αυτό μας έφερνε πιο κοντά».

  • Στη μεταξύ σας σχέση ποιος ήταν ο πιο συναισθηματικός;

«Υπήρξα μάλλον συναισθηματικότερος από τη γυναίκα μου και μάλιστα πολλές φορές στενοχωριέμαι: Θα ήθελα να συγκινούμαι λιγότερο με κάποια γεγονότα».

  • Η μακροβιότητα είναι κάτι στο οποίο ελπίζει ο σημερινός άνθρωπος και οι επιστήμονες αισιοδοξούν και κάνουν λόγο για ανθρώπινα μέλη που θα χαρίζουν πολλά και ποιοτικά χρόνια.

«Η μακροβιότητα είναι ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα της εποχής μας. Καταλαβαίνετε τι σημαίνει η αύξηση των συνταξιούχων σε μια δύσκολη οικονομικά εποχή;».

  • Αισθάνεστε μοναξιά έχοντας χάσει λόγω δικής σας μακροβιότητας αγαπημένους σας ανθρώπους;

«Εχω χάσει εγκάρδιους φίλους εδώ και δεκαετίες τώρα και μου έχει κοστίσει πολύ. Ευτυχώς, όμως, είμαι σε θέση να αποκτώ και νέους φίλους τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής μου. Aυτό με παρηγορεί. Και επειδή έχω τη βοήθεια των μαθητών μου που κατά καιρούς εργάζονται κοντά μου, νιώθω μια ανακούφιση στα δύσκολα χρόνια της μακροβιότητας».

  • Παρά τις όποιες αντιξοότητες, η ζωή τελικά είναι γλυκιά;

«Ναι, και αυτό που της προσθέτει τη γλύκα τής δίνει και την τραγικότητα που σας έλεγα πριν».

  • Ποιο είναι το μυστικό της μακροζωίας;

«Σε έναν γιατρό που κάποτε με ρώτησε το ίδιο, απάντησα: “Καλή γυναίκα και όχι καλό φαΐ”. Σας συμβουλεύω λοιπόν να έχετε αρμονικό οικογενειακό βίο και να προσέχετε τη δίαιτά σας. Εμείς με τη γυναίκα μου αυτό κάναμε».

  • Η πνευματική ενασχόληση προάγει τη μακροβιότητα, όπως λένε οι ειδικοί;

«Το μυαλό του ανθρώπου θέλει να δουλεύει και όταν δουλεύει συντηρεί τον άνθρωπο».

  • Ποια είναι η σχέση σας με τα θεία;

«Με συγχωρείτε, αλλά θα αγνοήσω την ερώτηση... Το θέμα είναι τι έχεις στην ψυχή σου. Γιατί είτε το φωνάξεις είτε το αποσιωπήσεις σχολιάζεται. Λοιπόν, καλύτερα να σιωπά κανείς».

  • Τι έχετε να πείτε για την οικογενειοκρατία στην πολιτική και κοινωνική ζωή του τόπου;

«Δεν είναι ευχάριστο φαινόμενο και εν γένει είμαι εναντίον. Από την άλλη, είναι άδικο επειδή ο πατέρας σου ήταν Πρωθυπουργός να μην δικαιούσαι εσύ να ασχολείσαι με την πολιτική. Διότι, όπως ο καθένας υποχρεούται να ασχολείται με κοινωνικά ζητήματα, έτσι και ο γιος του Πρωθυπουργού είναι φυσικό να ενδιαφέρεται και αυτός. Και μάλιστα, όταν στο σπίτι του έχει αυτή την κουβέντα κάθε μέρα. Πώς να πεις στον Γιώργο Παπανδρέου, με πατέρα και παππού Πρωθυπουργό, “δεν δικαιούσαι να ασχολείσαι με την πολιτική”; Σήμερα, ακούω τι κηρύττει και, αν ακούω καλά πράγματα, ξεχνώ ότι είναι γιος του Ανδρέα και εγγονός του Γεωργίου».

  • Θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας ένα στιγμιότυπο από την παιδική σας ηλικία στα Χανιά, να παίζετε – ενδεχομένως – μπάλα σε μια αλάνα…

«Ως παιδί δεν αγάπησα τον αθλητισμό και για έναν πρόσθετο λόγο: Αισθανόμουν την υποχρέωση και, αντί να πηγαίνω με τα άλλα παιδιά για μπάλα μόλις τελείωνε το σχολείο, δούλευα σε ένα συμβολαιογραφείο για να ενισχύσω τα οικονομικά της οικογένειας».

  • Στην καθημερινότητά σας, δηλαδή, ή γράφετε ή διαβάζετε;

«Ναι, κάποτε με ρώτησε ένας συνάδελφός σας τι κάνω όταν βαριέμαι. “Αλλάζω διάβασμα” του απάντησα».

  • Εχετε κάποια από τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν μια κρητική ψυχή, λόγω της σφακιανής καταγωγής σας;

«Μπορώ να σας πω δύο χαρακτηριστικά μου. Δεν ξέρω αν είναι κρητικά. Είμαι, όμως, επίμονος και υπομονετικός».

  • Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 480, σελ. 26-30, 25-27/12/2009.

Monday, December 14, 2009

Τριανταφυλλίδης - Κριαράς

  • Δ. N. Mαρωνίτης | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

Δύο οι αφορμές σύζευξης των επίτιτλων ονομάτων. Η μία (χρονολογημένη στις 21 Νοεμβρίου και εντοπισμένη στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης) αφορούσε μνημονική εκδήλωση του Ιδρύματος Νεοελληνικών Σπουδών, αφιερωμένη στον Μανόλη Τριανταφυλλίδη για τα πενήντα χρόνια από τον θάνατό του, με πρώτο ομιλητή τον Εμμ. Κριαρά. Η δεύτερη αναφέρεται σε πρόσφατη συνέντευξη του δασκάλου, αποτυπωμένη από τον Σταύρο Θεοδωράκη στα ΝΕΑ (Σαββατοκύριακο 28-29 Νοεμβρίου). Εκδήλωση και συνέντευξη συστήνουν δύο διαδοχικούς εμπνευστές και ασκητές της μετέωρης ακόμη εκπαιδευτικής μας μεταρρύθμισης, που την εκμεταλλεύονται επιτήδειοι και ανεπιτήδειοι διαχειριστές.

Τη μνημονική εκδήλωση για τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη την είχα προαναγγείλει εγκαίρως σε προηγούμενο μονοτονικό, ελπίζοντας ότι θα συγκινούσε κάπως τα αθηναϊκά μέσα μαζικής ενημέρωσης. Ελπίδα που παταγωδώς διαψεύστηκε. Δικαιολογούνται επομένως κάποια επισχόλια. Το πρώτο και το σημαντικότερο αφορά στην παρουσία και στην ομιλία του Εμμ. Κριαρά. Ο οποίος, στα συμπληρωμένα εκατόν τρία χρόνια του, έφτασε στην αίθουσα στην ώρα του και εγκαινίασε (ορθός, με πεντακάθαρη φωνή, άψογο ειρμό και στοχαστικό λόγο) την τελετή. Η δεκάλεπτη εισήγησή του υπήρξε υπόδειγμα συνδυασμού μνήμης και ιστορίας ενός αυτόπτη και αυτήκοου συνεργάτη του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, επιμένοντας ειδικότερα στην αγωνιστική αρετή της γλώσσας και της γνώσης, όταν και όπου η μία προάγει την άλλη. Σφραγίστηκε έτσι η πολύχρονη και πολλαπλή μαθητεία μας στον μεγάλο δάσκαλο με τρόπο ανεξίτηλο.

Από τον δικό μου δεκάλεπτο χαιρετισμό στην ίδια εκδήλωση αντιγράφω μία, ωφέλιμη ελπίζω, παράγραφο: «Προτείνω να συμπληρωθεί και να επανεκδοθεί η Επιλογή, από το έργο του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, που με μεράκι εξεπόνησε, πριν από κάμποσα χρόνια, ο Ξενοφών Κοκόλης, δεδομένου ότι οι οκτώ τόμοι των Απάντων είναι μάλλον δυσπρόσιτοι και προορίζονται αναγκαστικά για ειδικό κοινό. Η ανανεωμένη μάλιστα Επιλογή θα έπρεπε να περιέχει συστηματική (χρονολογική και θεματική) περιοδολόγηση του έργου του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, με συνημμένο συγκριτικό πίνακα παράλληλων (εκπαιδευτικών, πολιτικών και γραμματολογικών) γεγονότων. Προκειμένου να αντιμετωπιστούν κάποιες εσκεμμένες ενστάσεις για τον μονόγλωσσο δήθεν δημοτικισμό του Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Επιφυλάξεις που όχι μόνον παραγνωρίζουν θεμελιακά κείμενά του για τον ανοιχτό ορίζοντα της νεοελληνικής γλώσσας στο αλλόγλωσσο περιβάλλον, αλλά και σκόπιμα αποσυνδέουν τις τύχες της δημοτικής γλώσσας και του μαχόμενου δημοτικισμού από αντίπαλες ιστορικές συνθήκες (εκπαιδευτικές, πολιτικές κοινωνικές, θεσμικές), που τις συζήτησε συστηματικά η Ρένα Πατρικίου (οδυνηρή για όλους, δικούς και φίλους, η πρόωρη απώλειά της) στο τελευταίο βιβλίο της για τους φόβους και τις φοβίες της νεοελληνικής κοινωνίας στον εικοστό αιώνα».

Και προχωρώ στην αποκαλυπτική συνέντευξη των ΝΕΩΝ. Εύστοχα, τολμηρά, ενίοτε προκλητικά, τα ερωτήματα του Σταύρου Θεοδωράκη· απροκάλυπτες, γενναίες, ανεπιτήδευτες οι αποκρίσεις του Εμμ. Κριαρά, συστήνουν κείμενο ιστορικής σημασίας, διαθήκη που θα πρέπει να θησαυριστεί ως υπόδειγμα βαθιάς ωριμότητας και ανυποχώρητης ειλικρίνειας. Ηδη η επιγραφή της συνέντευξης λειτουργεί ως ένα είδος πολιτικής και γλωσσικής υπογραφής: «Σοσιαλιστής υπήρξα από τότε που έγινα δημοτικιστής». Ακολουθούν αποκαλυπτικές ομολογίες προσωπικού και δημόσιου βίου. Τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Θεοδωράκης: «Υπήρξατε απερίσκεπτος πάντως». Κριαράς: «Για πότε λέτε;». Θεοδωράκης: «Για τότε που σας άφησαν οι Γερμανοί από το Χαϊδάρι κι εσείς φεύγοντας τραγουδούσατε τον εθνικό ύμνο». Κριαράς: «Πού τη βρήκα την τόλμη αυτή. Μεγάλη απερισκεψία [...]. Ξέραμε ότι τη μέρα εκείνη θ΄ απολυθούμε. Ερχεται εντολή να φύγουμε, και έπρεπε να μπούμε σε τετράδες και να βγούμε από το στρατόπεδο συντεταγμένοι. Εγώ λέω: τον εθνικό ύμνο, παιδιά. Μπορούσαν εκείνη τη στιγμή να μας καθαρίσουν».

Δεύτερο παράδειγμα. Ερώτηση: «Θα πρέπει αυτούς που γεννιούνται εδώ και μορφώνονται εδώ να τους δεχτούμε ως Ελληνες;». Απόκριση: «Ελληνες είναι εκείνοι που αισθάνονται πως είναι Ελληνες. Τη βοηθό μου εδώ τη γνωρίσατε. Ηταν στη Γεωργία, ήξερε ότι είναι ελληνικής καταγωγής, δεν ήξερε λέξη ελληνικά, αλλά είχε τη συνείδηση πως είναι Ελληνίδα».

Τρίτο και τελευταίο παράδειγμα. Ερώτηση-πρόκληση: «Με τη θρησκεία πώς τα πάτε; Γιατί λένε πως όποιος γερνάει, το γυρνάει στη θρησκεία». Απάντηση απερίφραστη: «Δεν ανήκω σ΄ αυτούς. Οι θρησκευτικές μου πεποιθήσεις είναι όμοιες από τότε που έπαψα να πηγαίνω στην εκκλησία». Περιττεύουν τα σχόλια.

Saturday, November 28, 2009

Αν πηγαίνει άσχημα η πολιτική, άσχημα πάει κι η ζωή σου

  • Εμμανουήλ Κριαράς, φιλόλογος
  • Στα 103 και με αμείωτο ενδιαφέρον για τα κοινά
  • Της Μαριας Kατσουνακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 29/11/2009

Ο Εμμανουήλ Κριαράς είχε χθες τα γενέθλιά του. Δύσκολο να του ευχηθεί κανείς, αφού το «να τα εκατοστήσετε» έχει εδώ και μια τριετία εκπληρωθεί. Από σήμερα, ένας από τους σημαντικότερους λόγιους του 20ού αιώνα, διανύει το 104ο έτος του. Η ζωή του, εκτός από μυθιστορηματική σε έκταση και γεγονότα, είναι ταυτόχρονα και ένας μίτος για την ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης. Γνώρισε από κοντά τον Γιάννη Ψυχάρη, βρέθηκε στη Γερμανία το 1930, στον ζόφο της ανόδου του ναζισμού, πέρασε την Κατοχή στην Αθήνα, με «αντίσταση κατά του κατακτητή», επιβιβάστηκε στο πλοίο Ματαρόα το ’45 για να ολοκληρώσει τις μεταπτυχιακές σπουδές του στο Παρίσι, δίδαξε μεσαιωνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1950), συνέδεσε το έργο του με τη γλωσσική μεταρρύθμιση του 1976 και την καθιέρωση του μονοτονικού το 1982.

Ο τελευταίος μεγάλος δημοτικιστής κατοικεί στην οδό Αγγελάκη στη Θεσσαλονίκη, στο ίδιο σπίτι από το 1959. Δεν απέκτησε παιδιά. Βιβλία, φωτογραφίες, βραβεύσεις, μικροαντικείμενα και έπιπλα από διαφορετικές εποχές, δωμάτια με πολλές επιστρώσεις μνήμης, περιόδων, με κυρίαρχη την παρουσία της συζύγου – συνοδοιπόρου, που «λείπει» από το 2001, στη σταθερή φροντίδα της Ελληνίδας από τη Γεωργία, της Μαρίνας, που βρίσκεται «κοντά τους πολλά χρόνια». Σε έναν καναπέ δεσπόζουν δυο μεγάλα λούτρινα, κοντοκουρεμένα, λιοντάρια (μητέρα - παιδί), χαμογελαστά, φιλικά στον επισκέπτη. Επιλογή της Μαρίνας, που έμαθε δίπλα στον Εμμ. Κριαρά και τη σύζυγό του Αικατερίνη Στριφτού τα ελληνικά της.

Σπίτι - εργαστήριο

Το σπίτι έχει την «βοή» ενός ερευνητικού εργαστηρίου και τη σιωπή που επιβάλλει το αντικείμενο: βιβλία, αλληλογραφία (χιλιάδες επιστολές, ορισμένες έχουν εκδοθεί άλλες πρόκειται να τυπωθούν μέσα στον ερχόμενο χρόνο) εφημερίδες. Τα λιγνά, μακριά, ασκητικά δάχτυλά του ψαύουν, όση ώρα διαρκεί η συνάντησή μας, βιβλία και φακέλους. Αφηγείται με αξιοθαύμαστη οργάνωση, λιτότητα και ακρίβεια. Στη μιάμιση ώρα της συνομιλίας μας είχαμε μπροστά μας δυο ποτήρια νερό. «Μας συγχωρείτε, δεν προνοήσαμε… Ενα χυμό τουλάχιστον…», απολογήθηκε ο Εμμ. Κριαράς όταν η Μαρίνα μάς σέρβιρε, αλλά δεν υπήρχε κανένας λόγος. Γιατί ο χρόνος ήταν τόσο πυκνός που σε οποιαδήποτε παρεμβολή, η «απώλεια» φάνταζε δυσαναπλήρωτη. Πώς να διαχειριστείς σε μια κουβέντα έναν αιώνα ζωής; Γι’ αυτό αρχίσαμε από τα μικρά και ασήμαντα που όσο προχωράει η ηλικία ρυθμίζουν απαρέγκλιτα την καθημερινότητα. «Ξυπνώ την ίδια περίπου ώρα. Αλλο ξυπνώ άλλο σηκώνομαι από το κρεβάτι. Κατάλληλη ώρα για να σηκωθώ είναι στις 6.30. Κατά τις 8.30 παίρνω πρωινό, μετά κάθομαι σε αυτό το γραφείο». «Από πότε;», ρωτώ και η απάντηση με βρίσκει απροετοίμαστη. «Από το 1959… Και πριν. Για την ακρίβεια από το 1938, 1937».

– Τότε το αγοράσατε…

– Οχι, δεν το αγόρασα. Το παρήγγειλα σε έναν επιπλοποιό. Στη Θεσσαλονίκη εγκαταστάθηκα επισήμως από τότε που διορίστηκα στο Πανεπιστήμιο, δηλαδή το 1950.

– Με τι ασχολείστε όταν πάρετε θέση στο γραφείο σας;

– Με την έρευνα. Κάνω δουλειά ερευνητική. Η επιστήμη είναι το καταφύγιό μου, αλλιώς η ζωή μου θα ήταν πολύ δύσκολη.

– Και αυτόν τον καιρό ποιο είναι το αντικείμενό σας;

– Πολλά και ποικίλα. Παρακολουθώ και τα κοινά τόσο από την εφημερίδα όσο και από την τηλεόραση. Ιδιαίτερα τώρα που θέλω να δω τι θα κάνουν οι νέοι άρχοντες. Αν θα μπορέσουν να μας ανασύρουν από τον πάτο στον οποίο έχουμε πέσει.

Πιστός στον σοσιαλισμό

Το ενδιαφέρον του για «τα κοινά» αποδεδειγμένο. Οπως και η πίστη του στα σοσιαλιστικά ιδεώδη. Πριν από δύο μήνες είχε δεχτεί να ενισχύσει από την τελευταία τιμητική θέση το ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ. «Την παραμονή που θα ανακοινωνόταν η λίστα, μου τηλεφώνησε ο κ. Πετσάλνικος και μου μετέφερε την επιθυμία του Γ. Παπανδρέου. Ξιπάστηκα φυσικά γιατί δεν το περίμενα. Ευχαρίστως αποδέχθηκα, λοιπόν, γιατί και το ΠΑΣΟΚ σοσιαλιστικό κόμμα λέγεται. Βέβαια, θα ευχόμουν να ήταν σοσιαλιστικότερο, είπα!.. Είχαμε αλληλογραφία με τον κ. Παπανδρέου. Του έστελνα βιβλία μου κι εκείνος μου απαντούσε ευγενικά. Κάποια φορά μάλιστα μου πρότεινε να έρθει με την Αντα στη Θεσσαλονίκη για να φάμε μαζί». Ο πρωθυπουργός επισκέφθηκε τον Εμμ. Κριαρά στο διαμέρισμά του πριν από ένα μήνα. Συζήτησαν κυρίως εκπαιδευτικά ζητήματα και τη θέση του καθηγητή για την διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών. «“Εχετε πολλά προβλήματα μπροστά σας αλλά μην αγνοήσετε τα εκπαιδευτικά”, είπα στον πρωθυπουργό». «Τα αρχαία να φύγουν από το γυμνάσιο και να πάνε στο λύκειο. Γιατί τα παιδιά σήμερα φτάνουν στο γυμνάσιο ακατάρτιστα στη γλώσσα τους». Παρ’ όλα αυτά, η «λεξιπενία» δεν υφίσταται για τον Εμμ. Κριαρά: «Οι ανόητοι πιστεύουν στη λεξιπενία. Δεν λέει τίποτα αυτό. Αμα είσαι βοσκός θα έχεις 1.000 λέξεις, άμα είσαι καταστηματάρχης 2.000, άμα έχεις άλλο επίπεδο μόρφωσης θα έχεις και άλλες δυνατότητες. Λεξιπενία σημαίνει πόσο κατέχεις τη γλώσσα σου. Αμα έχεις καλλιεργημένη γλώσσα, θα έχεις και πολλές λέξεις».

Χρεοκοπημένη κοινωνία

Την άνοιξη του 2004, στο «Ολύμπιον», στη διάρκεια του Διεθνούς Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, «πρωτοσυνάντησα» τον Εμμανουήλ Κριαρά, στην ταινία της σκηνοθέτριας (σ.σ.: το σκηνοθέτιδας μάλλον θα τον ενοχλούσε, αφού τάσσεται υπέρ του «συγγράφισα» και του «βουλεύτρια») και ανιψιάς του, Στέλλας Θεοδωράκη. Ο τίτλος του από ένα ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου, «Σαν όνειρο πρωινό». Ενα ανεκτίμητο ντοκουμέντο για έναν διακεκριμένο δάσκαλο και επιστήμονα, έναν «αιώνιο μαθητή», που δηλώνει ότι με το πέρασμα των χρόνων γίνεται «πιο συνειδητός και αγωνιστικός δημοτικιστής». Ο Εμμ. Κριαράς, σε κάποιο σημείο του ντοκιμαντέρ, απαγγέλλει περιστοιχισμένος από τους παλιούς συνεργάτες του στο κέντρο όπου συντάσσεται το μνημειακό Λεξικό της Δημώδους Eλληνικής Γραμματείας: «Σοφέ μου το τετράσοφο / που σε φωτάει λυχνάρι /νάτανε, λέει, φεγγάρι / και συ είκοσι χρονώ! [...] Πολύ την καταφρόνεσες / τη ζωή πανάθεμά τη... / Kαι τώρα; Eίναι φευγάτη / σαν όνειρο πρωινό». Το φινάλε, βρίσκει όλη την αίθουσα συγκινημένη.

Στρέφω τη συζήτηση στη «συνάντηση» κι εκείνος στη νεότητα. Ακολουθώ.

– Τι πιστεύετε ότι προκαλεί την έκρηξη των νέων;

– Η χρεοκοπία της κοινωνίας. Πάντα υπήρχαν οι κλέφτες. Αλλά όταν αυτό πλεονάσει, η κοινωνία αλλοιώνεται. Εχουμε πρόσφατα γεγονότα πολιτικών που πρόδωσαν την αποστολή τους. Από πού προέρχονται; Επεσαν από τον ουρανό; Από την κοινωνία προέρχονται. Κι εκείνη τους εξέλεξε.

– Η νιότη σας δίνει ελπίδα;

– Οχι κατ’ ανάγκη. Απλώς κάποιες φορές οι γέροι είναι κουρασμένοι, ξεπερασμένοι, πιστεύουν ό,τι πίστευαν στη νεότητά τους. Κι εγώ το ίδιο. Κατ’ αρχήν, ο νέοι είναι προοδευτικοί.

– Κι όμως. Για τους νέους σήμερα λένε ότι είναι συντηρητικοί, ότι αναζητούν το βόλεμα στο Δημόσιο…

– Πώς μπορεί να είναι ικανοποιημένος ο νέος όταν έχει το παράδειγμα των γονέων και της κοινωνίας του; Απογοητεύεται. «Δε με ενδιαφέρει η πολιτική», λέει. Μέγα σφάλμα, γιατί η πολιτική είναι η ζωή σου. Αμα πηγαίνει εκείνη άσχημα, άσχημα πάει και η ζωή σου.

Στο πάτωμα ένας φάκελος από επιστολή που μόλις έχει ανοίξει… «Ασχολούμαι με την αλληλογραφία μου. Γράμματα δικά μου προς ξένους και το αντίθετο, ευρετηριασμένα και σχολιασμένα. Θα κυκλοφορήσει τον Ιανουάριο από το Μουσείο Μπενάκη ο δεύτερος τόμος με γράμματα ξένων που έχω λάβει».

– Διαβάζετε χωρίς πρόβλημα;

– Οχι. Τα μάτια μου δεν με βοηθούν. Ιδίως το δεξί που είχε καταρράκτη αλλά ανέβαλα διαρκώς την εγχείρηση γιατί έλεγα ότι μέχρι να «ωριμάσει» το πρόβλημα θα έχω «ωριμάσει» εγώ και θα έχω φύγει! Αλλά, τελικά, ήταν εις βάρος του ματιού!..

Δούλεψα, έζησα πολλά, είδα καρπούς, είδα ότι πολλοί με λογαριάζουν

«Γεννήθηκα στον Πειραιά το 1906. Τα παιδικά μου χρόνια τα έζησα στον Αδάμαντα της Μήλου. Ολοκλήρωσα τα μαθήματα της δημοτικής και της μέσης εκπαίδευσης στα Χανιά της Κρήτης κατά τα χρόνια 1914 - 1924. Σπούδασα φιλολογία στην Αθήνα στα χρόνια 1924 - 1929 και αργότερα στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου (1930) και του Παρισιού (1938 - 1939 και 1945 - 1948). Αναπολώντας τα γεγονότα μιας μακράς ζωής προσπαθώ να κατανοήσω ουσιαστικότερα τι ακριβώς είναι αποτυχία ή επιτυχία στη ζωή. Ακόμη τι είναι αγαθή ή δυσμενής συγκυρία που παίρνει τον χαρακτηρισμό της επιτυχίας ή της αποτυχίας». Στις «Πραγματώσεις και όνειρα, σταθμοί μιας πορείας», την πρώτη αυτοβιογραφία του που εκδόθηκε το 2001, αποπειράται να καταγράψει και να κλείσει ανοιχτούς πνευματικούς λογαριασμούς. Σκιαγραφεί έναν αιώνα και έναν κόσμο (κυρίως από την ακαδημαϊκή κοινότητα).

– Τη δική σας εξέλιξη την αποδίδετε στην πολλή δουλειά, στις συνθήκες;

– Από μικρός αγάπησα πολύ την εργασία. Συνήθισα να εργάζομαι πολύ σε όλη μου τη ζωή. Η φιλεργία νομίζω ότι ήταν το βασικό προσόν μου.

– Μέσα στη διάρκεια της ζωής σας είχατε πολλές διαμάχες για το γλωσσικό ζήτημα…

– Οχι μόνο. Αντιμετώπιζα και συκοφαντίες που μου ματαίωναν την πρόοδο. Το 1935 ήμουν υποψήφιος για να πάρω μια πολύ καλή υποτροφία. Ομως τότε, «άσπονδοι φίλοι», ένας συνάδελφος της Ακαδημίας με έναν λεγόμενο καθηγητή Πανεπιστημίου, συνωμότησαν εναντίον μου και έκαμαν καταγγελία ότι ήμουν κομμουνιστής και άλλα παρεμφερή. Την εποχή εκείνη πολλοί συνέδεαν και συνέχεαν τον κομμουνισμό με τον δημοτικισμό. Ετσι, δεν πήρα την υποτροφία. Το 1948 είχα ένα άλλο «ατύχημα». Είμαστε συνυποψήφιοι με τον Λίνο Πολίτη για την έδρα της νέας ελληνικής φιλολογίας και προτιμήθηκε εκείνος δικαίως ή αδίκως. Αδικήθηκα εγώ γιατί ο Πολίτης, γιος του Νικόλαου Πολίτη, είχε υποστηρικτή διαπρεπή καθηγητή με οικογενειακούς δεσμούς. Βέβαια δεν ήταν ανάξιος. Υστερούσε στο ποσόν της εργασίας που παρουσίασε. Είχε αρχαιολογικές εργασίες αλλά διεκδίκησε την έδρα της φιλολογίας. Ηξερα από εκείνη την στιγμή ότι δεν έχω ελπίδα. Ασφαλώς όμως και δεν ήταν κακός επιστήμονας.

Τα νέα ελληνικά

– Ολες αυτές οι διαμάχες στο σύνολο του βίου σας μετράνε ακόμη; Σας έχουν αφήσει πικρίες;

– Μάλιστα. Διότι ήθελα να διδάξω στο Πανεπιστήμιο Νέα Ελληνική Φιλολογία. Η πικρία έχει μείνει μέσα μου. Βέβαια, παρότι δίδαξα Βυζαντινή Φιλολογία, πάντα καλλιεργούσα τα νέα ελληνικά. Τότε, είχα και τη γυναίκα μου και τα κουβεντιάζαμε. Την έχασα πριν από 10 χρόνια και η μοναξιά είναι μεγάλη.

– Αυτό σας έχει κλείσει στο σπίτι;

– Οχι. Η σωματική αδυναμία. Δυσκολεύομαι στο βάδισμα, βγαίνω σπάνια. Μιλάω όμως με πολύ κόσμο. Οτι είστε εσείς εδώ, είναι σα να είμαι έξω. Γιατί αυτά που λέω θα γραφτούν στην εφημερίδα, κάποιοι άνθρωποι θα τα διαβάσουν. Νιώθω αποκλεισμένος γιατί λείπουν οι φίλοι μου. Στη ζωή μου έχω δώσει πολλή σημασία στη φιλία, στον έρωτα, στη συμπάθεια, στην εργασία. Μου κοστίζουν οι φίλοι που λείπουν, ο Καψωμένος, ο Τωμαδάκης, ο Πολυχρονίδης, έστω κι αν αποκτώ νέους, τα τελευταία χρόνια.

– Δεν έχετε συμφιλιωθεί με τις απώλειες;

– Οχι, δεν έχω… Στην κηδεία της γυναίκας μου, είπα δυο λόγια: Ερχομαι μαζί σου, σύντομα, κοντά. Δεν θα αργήσω. Κι όμως άργησα. Πάνε σχεδόν δέκα χρόνια.

– Από τις 28 Νοεμβρίου μπαίνετε στα 104… Οταν λέτε, είμαι 104 ετών…

– Τρομάζω! Αισθάνομαι τα παιδικά μου χρόνια πολύ κοντά και πολύ μακριά. Εγώ ο ίδιος είμαι; Αναρωτιέμαι. Σαν να συνεχίζεται κάτι ιδιότροπο.

– Τι σας αφήνει η ζωή; Ενα χαμόγελο;

– Δυσκολεύομαι να το πω… Τα τελευταία χρόνια με τη γυναίκα μου ήταν δυστυχισμένα γιατί αρρώστησε. Εγκατέλειψα τη δουλειά μου και ήμουν δίπλα της για να της κάνω παρέα. Αν θέλουμε όμως να βγάλουμε οπωσδήποτε ένα συμπέρασμα, από τη ζωή μου μένω ικανοποιημένος. Εργάστηκα, δούλεψα, έζησα πολλά πράγματα, είδα καρπό των εργασιών μου, είδα ότι πολλοί σύγχρονοι άνθρωποι με λογαριάζουν. Βέβαια, για να κάνουμε ένα σκόντο, λογαριάζουν και τα 103!... Αλλά κάτι θα μετράει και ο Κριαράς!... Μένω ικανοποιημένος από την εκτίμηση που συναντώ.

– Σας περιβάλλει και ένας μύθος, πλέον.

– Δεν πιστεύω στους μύθους, ούτε του εαυτού μου. Είμαι στη ζωή μου ρεαλιστής. Η ζωή, μου έχει δώσει πολλές ικανοποιήσεις αλλά αναγκαστικά δίνει και πίκρες. Το λέει και ο Χορτάτσης: «Ομάδι γεννηθήκασι…»

Η μακροζωία

– Είναι και ένας άθλος πάντως τα 104 χρόνια.

– Με έχουν ρωτήσει πού οφείλεται η μακροζωία. Και απάντησα: «Καλή γυναίκα και όχι καλό φαΐ». Να ευτυχήσεις στον συζυγικό βίο και όχι υπερβολές στο φαγητό. Ακόμη και τώρα προσέχω τη διατροφή μου, είμαι λιτοδίαιτος.

– Λέτε συχνά στις συνεντεύξεις σας: «Δεν θα προλάβω να δω» αυτό ή εκείνο. Το λέτε με ανακούφιση ή με θλίψη;

– Με θλίψη! Ορισμένα πράγματα θα ήθελα να τα έχω τελειώσει και έχουν μείνει ανολοκλήρωτα.

– Υπάρχει κάτι που να σας βασανίζει;

– Τι να πω… Το πασίγνωστο του Σεφέρη: η Ελλάδα με πληγώνει. Δεν έβλεπε αυτά που βλέπουμε σήμερα και όμως τον στεναχωρούσε. Σκεφτείτε…

Η συνάντηση

Στο σπίτι του, στη Θεσσαλονίκη, την προηγούμενη Παρασκευή το πρωί. Ο Εμμανουήλ Κριαράς δεν πίνει καφέ. Διάλεξα από τον Τερκενλή μηλοπιτάκια και πεταλάκια αμυγδάλου με ανθόνερο.

Oι σταθμοί του

1906
Γεννιέται στον Πειραιά.

1924 – 1929
Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών.

1926
Συναντά τη σύντροφο της ζωής του Αικατερίνη Στριφτού.

1930 -1950
Εργάζεται στο Μεσαιωνικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών. Συνεχίζει τις μεταπτυχιακές σπουδές του στο Μόναχο (1930) και στο Παρίσι (1938 –’39 και 1945 – ’48).

1950
Εκλέγεται τακτικός καθηγητής Μεσαιωνικής Ελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

1968
Απολύεται ύστερα από απόφαση της χούντας. Εδρα των δραστηριοτήτων του γίνεται το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών στη Θεσσαλονίκη όπου συνεχίζει τη δουλειά του για τη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669).

1976
Επαναδραστηριοποιείται στα δημόσια πράγματα με τη γλωσσική μεταπολίτευση. Γίνεται ευρύτερα γνωστός από τα «δημοσιογραφικά», τα «μαχητικά» δηλαδή κείμενά του, με τα οποία μεταπολιτευτικά στήριξε την καθιέρωση της δημοτικής και του μονοτονικού.

1981
Ορίζεται πρόεδρος της Επιτροπής για το μονοτονικό.

2000 – 2008
Πληθώρα εκδόσεων με αυτοβιογραφικό περιεχόμενο (έξι τόμοι «Αλληλογραφία»). Πιο πρόσφατο το «Μακράς ζωής αγωνίσματα».

2006
Αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας του τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών. Τιμάται με τον «Χρυσό Αριστοτέλη» του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

2009
Τοποθετείται στην τελευταία τιμητική θέση του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ.

Wednesday, October 28, 2009

Εμμανουήλ Κριαράς: «Δεν με είχε ποτέ επισκεφθεί πρωθυπουργός»

Ο Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ ΕΠΙΣΚΕΦΘΗΚΕ ΤΟΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΕΜΜ. ΚΡΙΑΡΑ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ


«Είναι αλήθεια πως ποτέ άλλοτε δεν με έχει επισκεφθεί πρωθυπουργός», δήλωσε χθες ο Εμμανουήλ Κριαράς μετά την επίσκεψη του Γιώργου Παπανδρέου στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη. Ηταν μια ιδιωτική επίσκεψη για να τιμήσει ο πρωθυπουργός τον Εμμ. Κριαρά, ο οποίος είχε δεχτεί να μπει στην τιμητική 12η θέση του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ.

Κριαράς: «Προκοπή δεν βλέπουμε αν δεν οργανώσουμε την παιδεία»

Κριαράς: «Προκοπή δεν βλέπουμε αν δεν οργανώσουμε την παιδεία»

Ο Εμμ. Κριαράς, παρά τα 103 χρόνια του, σηκώθηκε και υποδέχτηκε όρθιος τον πρωθυπουργό. Η επίσκεψη του Γ. Παπανδρέου διήρκεσε 40 λεπτά. Οταν ρωτήθηκε τι θα ήθελε να του προσφέρουν, ο Γ. Παπανδρέου ζήτησε και του έκαναν έναν μέτριο ελληνικό καφέ.

Αρχικά συζήτησαν γενικότερα για τα ζητήματα του τόπου. Ο Εμμ. Κριαράς, έθεσε στον Γ. Παπανδρέου το ζήτημα της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στο Γυμνάσιο.

«Τα παιδιά εισέρχονται στο Γυμνάσιο ακατάρτιστα στη σύγχρονη γλώσσα και καλούνται να διδαχθούν και τα αρχαία ελληνικά. Κάτι που τους δημιουργεί σύγχυση. Αυτό πρέπει να εκλείψει και να έρθει η στιγμή που θα αντιμετωπιστεί το ζήτημα», είπε ο στον πρωθυπουργό ο Εμμ. Κριαράς. «Ο Γ. Παπανδρέου φάνηκε πρόθυμος να αντιμετωπίσει το θέμα όταν έρθει η κατάλληλη ώρα», δήλωσε μετά τη συνάντηση ο Εμμ. Κριαράς.

Οπως είπε, η νέα ηγεσία του υπουργείου Παιδείας είναι ήδη ενημερωμένη για τις απόψεις του στο ζήτημα με επιστολή και δημοσιεύματα που έστειλε και στον ίδιο τον Γ. Παπανδρέου. «Αν δεν οργανώσουμε Παιδεία στον τόπο μας, προκοπή δεν βλέπουμε», είχε δηλώσει σε συνέντευξή του στην «Ε» (10/4/2009) ο Εμμ. Κριαράς.

Ο Εμμ. Κριαράς ζήτησε επίσης από τον πρωθυπουργό να βοηθήσει το έργο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας.

«Ο Εμμανουήλ Κριαράς είναι πλούτος», δήλωσε κατά την αποχώρησή του ο πρωθυπουργός. Λίγο πριν μπει στο αυτοκίνητό του σήκωσε το βλέμμα και είδε τον Εμμ. Κριαρά που είχε βγει στο μπαλκόνι για να τον χαιρετήσει. Ο πρωθυπουργός ανταπέδωσε τον χαιρετισμό και μπήκε στο αυτοκίνητο.

Πριν ανεβεί στο διαμέρισμα του Εμμ. Κριαρά, με το σακάκι στον ώμο και γυρισμένα τα μανίκια από το πουκάμισο, μπήκε σε δύο καταστήματα που στεγάζονται στην ίδια οικοδομή και χαιρέτησε τους εργαζομένους. *

Κριαράς: Να καταργηθούν τα Αρχαία στο Γυμνάσιο


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. Την ευκαιρία να θέσει για πρώτη φορά διά ζώσης σε πρωθυπουργό τις απόψεις του για την Παιδεία είχε χθες, στο 104ο έτος της ηλικίας του, ο ομότιμος καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Κριαράς. Σε συνάντηση μισής και πλέον ώρας στο σπίτι του επί της οδού Αγγελάκη στη Θεσσαλονίκη, ο κ. Γ. Παπανδρέου άκουσε με σεβασμό τη σταθερή εδώ και χρόνια άποψη του μαχόμενου δημοτικιστή για την κατάργηση της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας στο Γυμνάσιο, αίτημα που είχε θέσει κατ’ επανάληψη σε επιστολές του τόσο σε πρωθυπουργούς όσο και σε υπουργούς Παιδείας.

«Ομολογώ ότι ειναι η πρώτη φορά που θέτω κατ’ ιδίαν σε πρωθυπουργό τις απόψεις μου. Ο κ. Παπανδρέου με εξέπληξε, αλλά με εξέπληξε ευχάριστα με την επίσκεψή του», ανέφερε στην «Κ» ο υπεραιωνόβιος λόγιος δάσκαλος, που στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου κατείχε την τελευταία και τιμητική θέση του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ.

«Σε αυτήν την ευχάριστη συνάντηση υπογράμμισα στον πρωθυπουργό την ανάγκη να επαναφέρει το παλαιό σύστημα διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής γλώσσας -την κατάργησή της δηλαδή απο το γυμνάσιο και τον περιορισμό της στο λύκειο- που είχε καθιερώσει η μεταρρύθμιση του 1976 επί υπουργού Παιδείας Γεωργίου Ράλλη στην πρώτη μεταδικτατορική κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή», εξήγησε. «Δυστυχώς δέκα χρόνια αργότερα, το 1986, ο τότε υπουργός Παιδείας Αντώνης Τρίτσης στην προσπάθειά του να καινοτομήσει και με τις επιρροές αντιδραστικών κύκλων επανέφερε τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής στο γυμνάσιο με την οποία διαφωνώ απολύτως. Η ταυτόχρονη διδασκαλία Νέων και Αρχαίων Ελληνικών στην πράξη προκαλεί σύγχυση, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι μαθητές να είναι γλωσσικά ακατάρτιστοι» υπογράμμισε ο κ. Κριαράς.

Ο πρωθυπουργός έδειξε να συμφωνεί με τις επιστημονικές απόψεις του ομότιμου καθηγητή, ο οποίος μάλιστα τον παρέπεμψε σε γραπτά μαθητών για να αντιληφθεί «το μέγεθος της γλωσσικής σύγχυσης», ενώ φάνηκε πρόθυμος να ενισχύσει τα οικονομικά του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας προκειμένου να συνεχίσει το επιστημονικό του έργο, μεταξύ αυτών το μνημειώδες λεξικό Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας -το επιστημονικό έργο του καθηγητή Εμμ. Κριαρά- που βρίσκεται στον 17ο τόμο του. [Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27/10/2009]

Εμμανουήλ Κριαράς: «Βαδίζουμε σε γλωσσική Βαβέλ»

Το θέμα της Παιδείας και της διδασκαλίας των Αρχαίων έθεσε ο καθηγητής Εμμανουήλ Κριαράς στον Πρωθυπουργό


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. Ηταν στις 12 ακριβώς το μεσημέρι όταν το πρωθυπουργικό αυτοκίνητο σταμάτησε στην αρχή της οδού Αγγελάκη και ο κ. Γ. Παπανδρέου κατευθύνθηκε πεζός στην πολυκατοικία με τον αριθμό 1. Στον δεύτερο όροφο, σε ένα τυπικό διαμέρισμα του κέντρου, τον περίμενε ένας «απλός» πολίτης. Ο ομότιμος (από το 1968) καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ Εμμανουήλ Κριαράς.

Οχι, η πρωθυπουργική επίσκεψη δεν αφορούσε τα 103α γενέθλια του καθηγητή-θρύλου. Αυτά θα εορτασθούν σε έναν ακριβώς μήνα από σήμερα. Ο Πρωθυπουργός ασπάστηκε τον καθηγητή, ο οποίος πριν από έναν μήνα είχε δεχθεί να κοσμήσει στην τελευταία τιμητική θέση το νικητήριο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΠαΣοΚ, και πέρασε στο σαλόνι όπου συζήτησαν επί μία ώρα και δέκα λεπτά. Εξάλλου ο καθηγητής Κριαράς πίστευε πάντα ότι «το μέλλον της ανθρωπότητας είναι ο σοσιαλισμός. Και σοσιαλισμός είναι η κοινωνική πρόνοια και η πολιτική δραστηριότητα». Ετσι, όταν ήλθε στα τέλη Σεπτεμβρίου η πρόταση («μου τηλεφώνησε τότε ο κ. Πετσάλνικος και μου είπε ότι ήταν επιθυμία του κ. Παπανδρέου να μπω στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας») εκείνος τη δέχτηκε με χαρά. Η χθεσινή επίσκεψη είχε «κλειστεί» το πρωί του Σαββάτου από το πρωθυπουργικό γραφείο. «Συζητήσαμε το θέμα που με απασχολεί εδώ και πολλά χρόνια. Το θέμα της Παιδείας και της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών από το Γυμνάσιο. Θεωρώ εγκληματικό να διδάσκονται τα αρχαία ελληνικά από το Γυμνάσιο. Πρέπει να μείνουν μόνο στο Λύκειο. Μόνο αφού βασικά κατακτήσει ο μαθητής τη γλώσσα του (και ξέρουμε σε τι κατάσταση γλωσσικώς έρχεται σήμερα ο μαθητής στο Γυμνάσιο), μόνο τότε θα μπορέσει κάτι να κερδίσει από τη γνωριμία του με την αρχαία γλώσσα. Διαφορετικά, βαδίζουμε νομίζω σε γλωσσική Βαβέλ» δήλωσε ο καθηγητής. Τα ίδια επιχειρήματα είχε ήδη καταγράψει και αποστείλει στον νεοεκλεγέντα Πρωθυπουργό λίγες ημέρες μετά την εκλογή του σε επιστολή (στις 10 Οκτωβρίου), την οποία κοινοποίησε μάλιστα στη νέα υπουργό Παιδείας και στους δύο υφυπουργούς.

Ο Πρωθυπουργός έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις προτάσεις του κ. Κριαρά, τον ρώτησε για την άοκνη συγγραφική του δραστηριότητα και για τους 15 τόμους του μνημειώδους Λεξικού της Μεσαιωνικής Δημώδους Γραμματείας που συνεχίζει τώρα το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.

Στις 13.10 ακριβώς ο κ. Κριαράς βρισκόταν στο μπαλκόνι του διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου και κατευόδωνε κουνώντας το χέρι του τον Πρωθυπουργό, ο οποίος βρισκόταν ήδη στο πεζοδρόμιο της οδού Αγγελάκη. [ΤΟ ΒΗΜΑ, Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009]

Ποιος είναι ο Εμμανουήλ Κριαράς

http://www.agelioforos.gr/files/FOTO_ENTYPON/2009/09/21/2009092100703-preview.jpg

Γεννήθηκε στις 28 Νοεμβρίου του 1906 στον Πειραιά από οικογένεια κρητικής καταγωγής, ενώ τα πρώτα παιδικά του χρόνια έζησε στη Μήλο. Το 1914 με την οικογένειά του εγκαταστάθηκε στα Χανιά της Κρήτης, όπου και τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές. Το 1924 ξεκίνησε τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1929. Από το 1930 έως το 1950 εργάστηκε στο Μεσαιωνικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών, αρχικά ως συνεργάτης, από το 1939 ως διευθυντής. Παράλληλα με την εργασία του στο Μεσαιωνικό Αρχείο συνέχισε σε μεταπτυχιακό επίπεδο τις σπουδές του· το 1930 στο Μόναχο, το 1939 και το διάστημα 1945-1948 στο Παρίσι. Πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα το 1938 από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, με τη διατριβή Μελετήματα περί τας πηγάς του Ερωτοκρίτου. Εκλέχτηκε στη θέση του τακτικού καθηγητή της μεσαιωνικής ελληνικής φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1950. Δίδαξε κυρίως μεσαιωνική φιλολογία, εκτάκτως μεσαιωνική ελληνική ιστορία και νεοελληνική φιλολογία, μέχρι το 1968, όταν απολύθηκε ύστερα από απόφαση του χουντικού καθεστώτος. Το Σεπτέμβριο 2009 ο Εμμανουήλ Κριαράς μπήκε στην τελευταία ("τιμητική") θέση του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΠαΣοΚ για τις βουλευτικές εκλογές της 4.10.2009.

Η συγγραφική δραστηριότητα του Εμμανουήλ Κριαρά καλύπτει ευρύ πεδίο της φιλολογικής επιστήμης. Ένας από τους σημαντικότερους ερευνητικούς του καρπούς υπήρξε το Λεξικό της μεσαιωνικής ελληνικής δημώδους γραμματείας 1100-1669. Υπό την άμεση καθοδήγηση και εποπτεία του καθηγητή Κριαρά εκδόθηκαν συνολικά 14 τόμοι. Το 1997, για προσωπικούς λόγους, ο Ε. Κριαράς εγκατέλειψε το μεσαιωνικό λεξικό του, παραδίδοντας το σχετικό λεξικογραφικό του αρχείο στο Κέντρο ελληνικής γλώσσας (Θεσσαλονίκη). Το Κέντρο συνεχίζει την επεξεργασία του αρχείου και έχει εκδώσει τον 15ο και 16ο τόμο του Λεξικού, καθώς και δίτομη επιτομή των 14 τόμων. Στο λεξικογραφικό χώρο ανήκει και η σύνταξη από τον Ε. Κριαρά του Λεξικού της σύγχρονης ελληνικής δημοτικής γλώσσας το 1995.

Με αυτοτελείς τόμους και με μικρότερης έκτασης μελετήματα ο Εμμανουήλ Κριαράς όχι μόνο προσέγγισε ζητήματα μεσαιωνικής και νεοελληνικής φιλολογίας, συγκριτικής γραμματολογίας και λεξικογραφίας, αλλά προώθησε την έρευνα σχετικά με τη δημοτική γλώσσα και το δημοτικιστικό κίνημα. Μελετητής του Ψυχάρη και της δημοτικιστικής ιδεολογίας και πράξης, ασχολήθηκε εκτενώς με ποικίλες εκφάνσεις του γλωσσικού ζητήματος στην Ελλάδα.

ΤΟ ΒΗΜΑ, Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009 [ 11:42 ]

Συνέντευξη του Εμμανουήλ Κριαρά στο περιοδικό Διαβάζω

Εμμανουήλ Κριαράς

«Ζώ» για μένα σημαίνει «μπορώ και εργάζομαι»


ΤΟ ΒΗΜΑ, Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009 [ 11:49 ]
Συνέντευξη στον Παναγιώτη Στ. Ανδριανέση (pandrian@gmail.com) Ιανουάριος 2006

Στον εκατοστό χρόνο της ζωής του, από τις 28 του περασμένου Νοεμβρίου, ο Εμμανουήλ Κριαράς έχει ακόμη πολλά να κάνει. 'Θέλω να ολοκληρώσω ορισμένες επιστημονικές εργασίες μου και να τις δω να δημοσιεύονται' μας λέει και στα μάτια του φαίνεται πως το εννοεί. Κάθεται στην αγαπημένη του πολυθρόνα, στο σαλόνι ενός ευήλιου διαμερίσματος, γεμάτου βιβλία και σημειώσεις, στο δεύτερο όροφο μιας κλασικής ελληνικής πολυκατοικίας της οδού Αγγελάκη, απέναντι από την Έκθεση. Από το 1950 ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου και τον συναντήσαμε ένα χειμωνιάτικο απόγευμα, αλλά το έργο έχει ξεπεράσει προ πολλού σύνορα γεωγραφικά και όρια χρονικά.


Διαβάζω: Ακούσατε, ασφαλώς, την πρόσφατη ερώτηση του βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Βύρωνα Πολύδωρα, που ζήτησε να μάθει αν είναι στις προθέσεις της κυβέρνησης νομοθετική ρύθμιση 'για την άρση της επικρατούσας αντισυνταγματικότητας, με την εισαγωγή της προαιρετικής χρήσης του πολυτονικού συστήματος γραφής στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα'...

Κριαράς: Βέβαια. Την άκουσα, ομολογώ με θλίψη.

Δ.: Πώς τη σχολιάζετε;

Κ.: Την αποδοκιμάζω με αγανάκτηση. Είναι θλιβερή η επιμονή μερικών λογίων, επιστημόνων και πολιτικών...

Δ.: Αμάθεια, αδιαφορία ή τι άλλο νομίζετε πως είναι η αιτία;

Κ.: Και αμάθεια και αδιαφορία. Μπορεί να είναι και σοφία, που συνδυάζεται με αμάθεια. Η σοφία δεν είναι πάντοτε ζωντανή, υπάρχει και σοφία 'κούφια', αστήρικτη, ανόητη (γέλια).

Δ.: Πού πιστεύετε ότι οφείλεται αυτή η επιμονή;

Κ.: Μα, νομίζω σε έναν άκρατο συντηρητισμό της κοινωνίας. Κοιτάξτε, η κοινωνία μας, από άποψη καλλιέργειας, είναι αρκετά αδιαμόρφωτη. Υπάρχουν στρώματα του λαού που είναι αδιαπαιδαγώγητα. Και στην οπισθοδρομικότητα ορισμένων που θέλουν να γυρίσουν πίσω. 'Είναι και μερικοί που θέλουν να μείνουν τελευταίοι' έγραψε κάποτε ο Τριανταφυλλίδης. Ε, αν θέλουν, ας μείνουν! Φυσικά, είναι και η δύναμη της συνήθειας, ξέρετε. Είναι πολύ δυνατή. 'Δεν μεταπείθομαι' λένε κάποιοι. Από την άλλη, υπάρχουν και ορισμένοι που πιστεύουν στο μονοτονικό αλλά δεν τολμούν να το εφαρμόσουν. Σας ομολογώ ότι ακόμη και εγώ, που από το 1960 είχα διακηρύξει δημοσία την πίστη μου σ' αυτό, όταν, το 1977, έδωσα εντολή στους βοηθούς μου να το εφαρμόσουν στο λεξικό μου, ο ίδιος δεν άρχισα αμέσως να γράφω με το μονοτονικό. Το αναφέρω για να σας δείξω πόσο βαραίνει η συνήθεια. Ακόμη και η γυναίκα μου, μολονότι, φυσικά, ήταν πεισμένη για την ανάγκη εφαρμογής του, πολύ αργότερα από μένα άρχισε να γράφει στο μονοτονικό σύστημα. 'Ντροπή' της έλεγα 'να είσαι δίπλα μου και να γράφεις ακόμη με τόνους !' (γέλια)

Δ.: Δε χρειάζεται πια και τόσο μεγάλη προσπάθεια για να συνηθίσει κανείς την αλλαγή...

Κ.: Έχετε δίκιο, ζήτημα ημερών είναι. Πάντως, σας λέω ότι θα ήταν ανόητο και εγκληματικό αν σήμερα η κυβέρνηση αποφάσιζε να δεχτεί έστω κι αυτή την αντιρεαλιστική λύση της προαιρετικής χρήσης του πολυτονικού συστήματος. Έτσι εξευτελίζεις το μονοτονικό σύστημα. Γιατί, μπορεί στην πράξη ο καθένας να κάνει ό,τι θέλει (κακώς, γιατί υπάρχουν κανόνες), αλλά να το θεσμοθετείς κιόλας, αυτό είναι φοβερό. Ελπίζω ότι δε θα γίνει κάτι τέτοιο, μολονότι έχει συντελεστεί ήδη το άλλο ανήκουστο, να ξαναφέρουν την αρχαία γλώσσα, αυτούσια, στο γυμνάσιο. Μα τι να μάθει το παιδί στο γυμνάσιο από την αρχαία γλώσσα, εφόσον έρχεται από το δημοτικό και δεν ξέρει τη δική του, τη σύγχρονη; Και στο παιδί αυτό ερχόμαστε εμείς να του μάθουμε μια άλλη γλώσσα, την αρχαία. Μπορεί να μην ισχύει αυτό -υπάρχουν και κάποια πρώιμα κατατοπισμένα- αλλά όλοι ξέρουμε το γλωσσικό επίπεδο στο οποίο βρίσκεται σήμερα η παιδεία μας.

Δ.: Υποστηρίζετε πως η ελληνική γλώσσα δεν είναι μία, έτσι δεν είναι;

K.: Μα βέβαια! Αφού ο Νεοέλληνας δεν μπορεί να διαβάσει την αρχαία ελληνική γραμματεία, πώς είναι μία η γλώσσα; Αν ήταν, θα την καταλάβαινε! Και παίζεις με τη γλώσσα όταν λες ότι είναι μια γλώσσα με δύο μορφές. Μα τότε είναι δύο γλώσσες! Θα διαμαρτυρηθούν κάποιοι αλλά, πώς να το κάνουμε, όταν δεν καταλαβαίνεις μια γλώσσα, είναι άλλη από τη δική σου. Τα αρχαία είναι η παλιότερη μορφή της σημερινής ελληνικής γλώσσας, συνεπώς είναι μια άλλη γλώσσα. Είναι ελληνική και αυτή, δεν είναι ξένη, είναι δική σου, αλλά είναι άλλη. Και η σύγχυση επιτείνεται και από το γεγονός ότι δεν είναι όσο π.χ. τα γαλλικά από τα γερμανικά. Είναι ελληνική γλώσσα, από λεξιλογική άποψη υπάρχει μεγάλη συγγένεια (βλ. άνθρωπος, ουρανός, προσκυνώ), αλλά από τυπολογική άποψη οι διαφορές είναι μεγάλες (ελπίς, -ος / ελπίδα, -ας). Αντί να βελτιώσουμε τη σημερινή κατάσταση και να διδάσκουμε τα αρχαία στο λύκειο, προσθέτουμε ώρες στο γυμνάσιο. Αυτή είναι εγκληματική πολιτική. Δε μαθαίνει έτσι ο Ρωμιός τη γλώσσα του. Αυτό που θα μπορούσαμε να κάνουμε είναι να γινόταν στο γυμνάσιο ένας απλός υπαινιγμός για την αρχαία γλώσσα, με αφετηρία εκείνα που ισχύουν στη νέα, τα οποία απαραιτήτως οφείλουν να γνωρίζουν οι μαθητές στο γυμνάσιο.

Δ.: Και με τη σημερινή κατάσταση επιτείνεται η σύγχυση, έτσι δεν είναι; Τα παιδιά άλλα μαθαίνουν στο σχολείο και άλλα ακούν στο σπίτι...

Κ.: Δυστυχώς, οι νέοι επιστήμονες που βγαίνουν σήμερα από τα πανεπιστήμια δεν είναι όλοι καταρτισμένοι, έστω στο βαθμό που είναι ανεκτός. Εδώ και χρόνια παρατηρείται πτώση του επιπέδου της παιδείας μας. Την περίοδο που για τη δουλειά μου στο λεξικό απασχολούσα δέκα συνεργάτες (αδιόριστους καθηγητές που περίμεναν να διοριστούν και τότε, φυσικά, με εγκατέλειπαν και έπαιρνα άλλους), όφειλα να κάνω διαγωνισμό για να τους επιλέξω. Ε, αν σας έδειχνα τα γραπτά τους, θα βλέπατε πως πολλά από αυτά ήταν απογοητευτικά. Και αναρωτιόμουν: 'μα πώς είναι δυνατό να πάρουν δίπλωμα αυτοί;' Έπαιρναν, όμως, και αργότερα πήγαιναν και στο σχολείο να διδάξουν. Θα δίδασκαν, λέτε, σωστά την ελληνική γλώσσα; Έπειτα, ένα μειονέκτημα μερικών νέων γλωσσολόγων είναι ότι δεν είναι κατατοπισμένοι στην ιστορική γλωσσολογία. Έχουν κάνει λαμπρές σπουδές στο εξωτερικό, έμαθαν τις νέες μεθόδους έρευνας, αλλά δεν έμαθαν πώς φτάσαμε σε αυτές τις μεθόδους -κυρίως στην Ελλάδα. Μ’ άλλα λόγια δεν έχουν μελετήσει όσο θα έπρεπε τον Χατζιδάκι.

Δ.: Σ' αυτούς που υποστηρίζουν πως 'η γλώσσα μας καταστρέφεται' τι απαντάτε;

Κ.: Κάποιος που δεν έχει μάθει ελληνικά, δεν τα γράφει σωστά. Από το 1976, με τη γλωσσική μεταρρύθμιση, πασχίζει ο κόσμος να μάθει να γράφει σωστά και μάλιστα στη τηλεόρασης και του Διαδικτύου, που πολλοί λένε 'τώρα με τη γλώσσα θα ασχολούμαστε;' Εδώ ακριβώς είναι που χρειαζόταν η φροντίδα των λογίων, να δημιουργήσουν εταιρείες, συλλόγους, με σκοπό να αποκτήσει ο Έλληνας γλωσσική παιδεία. Τα λέω χρόνια αυτά, δε γίνεται τίποτα.

Δ.: Και πώς πιστεύετε ότι πρέπει να ονομάζουμε τη σημερινή γλώσσα;

Κ.: Εγώ εξακολουθώ να τη λέω δημοτική. Γιατί όχι νέα ελληνική; Γιατί, ας μην κοροϊδευόμαστε, υπάρχουν ακόμη μερικά περιττά λείψανα της καθαρεύουσας. Απαιτείται αγώνας για να φτάσουμε στη στιγμή που θα την πούμε νέα ελληνική.

Δ.: Μιλάτε με πάθος...

Κ.: Με απασχολεί πολύ το θέμα της παιδείας. Από νέος αγάπησα πολύ τη γλώσσα μας, την έμαθα όσο μπορούσα, την καλλιέργησα και τη δίδαξα όσο μπορούσα. Να βλέπω τώρα να διαμορφώνεται αυτή η κατάσταση... Η μακρά ιστορία μας έφερε το γλωσσικό ζήτημα, επειδή δεν είχαμε φροντίσει να εγκαίρως να αποκαταστήσουμε τα πράγματα. Κάποτε, όμως, τα αποκαταστήσαμε. Ε, τώρα θα μετανοήσουμε; Θα παλινδρομήσουμε;

Δ.: Πώς κρίνετε το επίπεδο των μεταφράσεων στα ελληνικά;

Κ.: Δεν μπορώ να πω ότι παρακολουθώ συστηματικά το επίπεδο των λογοτεχνικών μεταφράσεων στα ελληνικά. Διαβάζω, όμως, κριτικές και διαπιστώνω ότι σημειώνονται λάθη, τα οποία συχνά προκαλούν και γέλωτα. Διαθέτουμε πάντως και πολύ καλούς μεταφραστές. Είναι πολύ δύσκολη δουλειά η μετάφραση.

Δ.: Σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία διαβάζετε;

Κ.: Δυστυχώς, δε διαβάζω πολύ τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία -δε με απασχόλησε πολύ και επιστημονικώς ως φιλόλογο. Έχω και την άποψη πως δεν είναι και τόσο σωστό επιστημονικά να γράφει κανείς για τους εντελώς σύγχρονούς του. Πώς να είναι κάποιος αντικειμενικός όταν το κάνει αυτό; Αν, π.χ., αρχίσω να γράφω εγώ για έναν σύγχρονο συγγραφέα, που είναι φίλος μου, πώς μπορώ να είμαι αντικειμενικός; Αφού θα είμαι επηρεασμένος από το συναίσθημα. Άλλοι βέβαια ασχολούνται. Με το Σαχτούρη, ας πούμε, πολλοί ασχολήθηκαν από τότε που ζούσε ακόμη. Δεν το βρίσκω κανονικό αυτό, για έναν επιστήμονα που επιθυμεί να βρίσκεται -όσο γίνεται- μέσα στο πλαίσιο της αντικειμενικότητας. Είναι βέβαια ένα ιδανικό η αντικειμενικότητα, προσπαθούμε να το φτάσουμε και άλλοτε το προσεγγίζουμε, άλλοτε δεν το κατορθώνουμε.

Δ.: Ποια είναι η γνώμη σας για το θεσμό των λογοτεχνικών βραβείων;

Κ.: Το ζήτημα των βραβείων είναι πολύ λεπτό. Ξαναγυρίζουμε στο ίδιο θέμα, αλλά, κοιτάξτε, οι επιτροπές βραβεύουν σύγχρονους ανθρώπους. Πώς μπορεί να μην υπάρξει μεροληψία; Θέλει ιδιαίτερη προσοχή κάτι τέτοιο. Το Διαβάζω έδινε βραβεία και ασφαλώς πολλά ήταν πραγματικά επιτυχημένα, δεν αμφιβάλλω, αλλά το θέμα παραμένει λεπτό. Δε λέω, βέβαια, να μη δίνονται βραβεία -έτσι πάμε στο άλλο άκρο. Μακάρι το περιοδικό σας να βελτιώσει και να προαγάγει το θεσμό των λογοτεχνικών βραβείων.

Δ.: Για τα βραβεία Νόμπελ λογοτεχνίας τι πιστεύετε;

Κ.: Κοιτάξτε, η Σουηδική Ακαδημία πιστεύω πως εργάζεται με σοβαρότητα. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν έχουν σημειωθεί παραλείψεις, λάθη και αδικίες. Εμείς είδαμε και πάθαμε να πάρουμε το βραβείο (γέλια). Προσπαθήσαμε με τον Παλαμά και αργότερα τον Καζαντζάκη και το Σικελιανό, δεν το κατορθώσαμε. Τα καταφέραμε αργότερα...

Δ.: Tην πρόσφατη βράβευση του Χάρολντ Πίντερ πώς την κρίνετε;

Κ.: Μου φάνηκε αγαθή. Νομίζω ότι επαινείται γενικότερα και έρχεται να τιμήσει έναν αξιόλογο άνθρωπο, με ιδέες ριζοσπαστικές. Κι εγώ δεν είμαι διόλου αντιριζοσπαστικός -αν και σε όλα τα πράγματα υπάρχουν όρια.

Δ.: Eκτός από τη γυναίκα σας, τι άλλο σας λείπει;

Κ.: Με τη γυναίκα μου ζήσαμε εξήντα πέντε χρόνια μαζί, ευτυχισμένα. Την έχασα πριν από έξι χρόνια... Τι άλλο μου λείπει; Το γεγονός ότι δεν τελείωσα το λεξικό μου, το μεγάλο. Αυτό δεν το πέτυχα. Και πάντοτε έλεγα πως θέλω να πεθάνω επί των επάλξεων, δηλαδή δουλεύοντας το λεξικό. Αλλά, ήδη από το 1997, με το δέκατο τέταρτο τόμο, αναγκάστηκα να σταματήσω, εξαιτίας πολύ σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε η γυναίκα μου. Βέβαια, όλο το υπόλοιπο υλικό -μη επεξεργασμένο όμως- το παρέδωσα στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, το οποίο συνεχίζει τη λεξικογραφική του εργασία, χωρίς καμία δική μου ανάμειξη. Στο μεταξύ κυκλοφόρησε και μια δίτομη Επιτομή των 14 τόμων μου -χάρηκα πολύ γι' αυτό. Αλλά, για να ξαναγυρίσω στην ερώτησή σας, σήμερα, πώς να το πω, αισθάνομαι 'απομονωμένος'. Η μακροβιότητα με οδήγησε στην 'απομόνωση'. Δεν έχω σήμερα άμεση πνευματική επαφή με καλούς μου φίλους και τη γυναίκα μου -τους έχω χάσει όλους.

Δ.: Aισθάνεστε τελικά ευτυχισμένος, κ. Κριαρά;

Κ.: Το 1948 ήμουν συνυποψήφιος με το Λίνο Πολίτη για την έδρα Νέας Ελληνικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Εγώ παραμερίζομαι, εκείνος εκλέγεται. Ήταν γιος του Νικολάου Πολίτη και, επιπλέον, τον έκρινε ένας σημαντικός επιστήμονας, ο Κυριακίδης, μαθητής και κουμπάρος του Νικολάου Πολίτη! Δεν ήταν κακός μελετητής, είχε όμως τότε ο Πολίτης λιγότερα προσόντα από μένα. Ήταν άδικη κρίση. Το θεώρησα μεγάλη ατυχία. Βέβαια υπήρχε μια κενή έδρα Μεσαιωνικής Ελληνικής Φιλολογίας στο ΑΠΘ. Στην αρχή δεν ήθελα να είμαι υποψήφιος, αλλά τελικά αποφάσισα να υποχωρήσω, γιατί σκέφτηκα ότι μπορώ να τα βγάλω πέρα. Παρέμεινα στην έδρα μου ως το '68, όταν με απέλυσε η χούντα. Σας διηγήθηκα μόλις τη μεγάλη ατυχία της ζωής μου. Πέρα από αυτή, δε μπορώ να πω ότι στάθηκα άτυχος. Και με ικανοποιεί πολύ που έκανα μια δουλειά που είναι χρήσιμη. Και είναι αναγνωρισμένη και συνεχίζεται.

Δ.: Σήμερα πώς περνάτε το χρόνο σας;

Κ.: Παρά την ηλικία μου, μπορώ και εργάζομαι. Και εργάζομαι πολύ. Μου το επιτρέπει αυτό η υγεία μου - δεν έχω προβλήματα ανησυχητικά. Για την ώρα... (γέλια). Έτσι, όσο μου επιτρέπουν οι δυνάμεις και τα χρόνια μου, νιώθω υποχρεωμένος να συμμετέχω στη σύγχρονη πνευματική προσπάθεια. Τον τελευταίο καιρό ασχολούμαι με το Θεοτοκά, με τον οποίο είχαμε πάντοτε συγγένεια απόψεων. Το 1946, όταν ήμαστε και οι δύο στο Παρίσι, μου είχε ζητήσει να του περιγράψω πώς περνούσαμε στο Χαϊδάρι, γιατί σκόπευε να γράψει ένα μυθιστόρημα για τον πόλεμο (Ασθενείς και οδοιπόροι). Εγώ δέχτηκα ευχαρίστως, συναντηθήκαμε, του υπαγόρευα και εκείνος έγραφε. Το είχα ξεχάσει το γεγονός αυτό, όταν πρόσφατα μου τηλεφώνησε η κυρία Αλιβιζάτου, η αδελφή του, και μου λέει 'στα χαρτιά του Γιώργου βρήκα ένα χαρτί που σας ανήκει' -είχε βάλει ο Θεοτοκάς και τη χρονολογία επάνω μάλιστα... Επίσης, έχω έτοιμη και μια αυτοβιογραφία, θέλει λίγο δούλεμα μόνο, αν τα καταφέρω...

Δ.: Είστε ακόμη σοσιαλιστής;

Κ.: Βεβαίως. Εγώ δεν ανήκω σε κείνους που σήμερα πιστεύουν κάτι και αύριο δεν το πιστεύουν. Από ιδιοσυγκρασία, η πίστη μου -όταν δημιουργηθεί- είναι σταθερή. Η διαμόρφωσή μου έγινε στα χρόνια της νεότητας.

Δ.: Σας ευχαριστώ πολύ...

Saturday, September 26, 2009

Αγάπης αγώνας γόνιμος


  • Ο αειθαλής φιλόλογος Εμμανουήλ Κριαράς, 12ος στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΠαΣοΚ, στα 103 χρόνια του αφηγείται τη ζωή του και ταυτόχρονα όλες τις μεγάλες εκπαιδευτικές, πανεπιστημιακές, γλωσσικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις του 20ού αιώνα



Ο Εμμανουήλ Κριαράς μπροστά στο σπίτι όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια στον Αδάμαντα της Μήλου


του ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΑΚΗ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009

Το 1968, δευτεροετής φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, θυμάμαι τη θλίψη που ένιωσα όταν πληροφορήθηκα την απόλυση του Εμμανουήλ Κριαρά από το Πανεπιστήμιο. Υστερα από τόσα χρόνια διαβάζω σ΄ αυτό εδώ το βιβλίο το «φριχτό» (και από γλωσσική άποψη) κατηγορητήριο: «Ων από της προπολεμικής κατοχής και κατά την κατοχικήν περίοδον κομμουνιστικών φρονημάτων, εξακολουθείτε εμφορούμενος υπό των αυτών ιδεών,αναπτύξαντες[sic] διά του Τύπου αθεϊστικάς και υλιστικάς θεωρίας, αποτελέσαντες ιδίαν εν τη Σχολή ομάδα και εγκρίνοντες πάσαν οχλοκρατικήν εκδήλωσιν των αριστερών φοιτητών». Παρ΄ όλο που είχε ειδοποιηθεί από φίλο του για τις προθέσεις του υπουργείου από τις αρχές Ιουνίου 1967, έμεινε παντελώς αδιάφορος. «Ηθελα να αφήσω τους υπεύθυνους να ενεργήσουν κατά το ήθος τους». Πήγε με τη γυναίκα του στο χωριό των προγόνων του, τον Αδάμαντα της Μήλου, όπου και έμεινε ολόκληρο το καλοκαίρι του 1967 και «σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος» περίμενε εκεί την απόλυσή του, για την οποία δεν είχε καμία αμφιβολία ότι θα πραγματοποιηθεί. Ηρθε λίγο αργότερα, τον Ιανουάριο του 1968.

Ο Εμμανουήλ Κριαράς στην ηλικία των 103 ετών εξακολουθεί να μας εκπλήσσει ευχάριστα με το πλήθος των εργασιών που δημοσιεύει με νεανικό σφρίγος και μοναδική καθαρότητα πνεύματος. Οσοι έχουμε το προνόμιο να τον γνωρίζουμε από κοντά, να συζητούμε μαζί του και να παρακολουθούμε τις απλές καθημερινές του συνήθειες, ξέρουμε ότι δεν είναι μόνο τα γονίδια ο λόγος της μακροζωίας του, αλλά και το πάθος του για την επιστήμη και την έρευνα, η αγάπη του για τη νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία, η αγάπη του για τον άνθρωπο και η ικανοποίηση που γεννά η κοινωνική προσφορά.

Αγώνισμαδεν είναι μόνο το άθλημα, αλλά και η επίπονη προσπάθεια για την επίτευξη ενός ανώτερου στόχου. Σ΄ αυτό εδώ το βιβλίο ο συγγραφέας εξιστορεί με σεμνότητα, σχεδόν συστολή, θα έλεγα, τα αθλήματά του στον χώρο του πνεύματος και της επιστήμης. Ο Κριαράς δεν μπορούσε να αποσιωπήσει ορισμένα δυσάρεστα γεγονότα με το σκεπτικό: «Οταν συντάσσει κανείς απομνημονεύματα ή αυτοβιογραφία, οφείλει να είναι σε μεγαλύτερο βαθμό ειλικρινής παρά ευγενικός,ιδίως σε ορισμένες “λεπτές” περιπτώσεις».

  • Του έκανε καλό
Ο Εμμανουήλ και η σύζυγός του Αικατερίνη (Τιτίκα) Κριαρά το 1938
Το βιβλίο είναι άριστα δομημένο, με άψογη τυπογραφική εμφάνιση και παράθεση πλούσιου φωτογραφικού υλικού. Σε δέκα κεφάλαια εξιστορείται μια μακρά ζωή, γεμάτη δράση, αγώνες και θυσίες. Τα «Παιδικά και νεανικά χρόνια (1906-1924)» σφραγίζονται από στερήσεις, αυτό όμως δεν στάθηκε εμπόδιο να μάθει γαλλικά, ενώ άρχισε ήδη να παρακολουθεί μαθήματα ιταλικών και αγγλικών. Τα «Πανεπιστημιακά χρόνια (1924-1929)» διαμόρφωσαν την προσωπικότητά του. Υποδέχεται τον Ψυχάρη στα Χανιά το 1925, 19 μόλις ετών, τον συνοδεύει παντού και έχει μακρές συζητήσεις μαζί του. Είναι ήδη συνειδητοποιημένος δημοτικιστής και σοσιαλιστής. Θαύμαζε τον Ψυχάρη, αλλά δεν συμμερίστηκε ποτέ τις ακραίες θέσεις του. Το «Ερευνητικό ξεκίνημα (1930-1940)» είναι λαμπρό: Σπουδάζει στο Μόναχο και στο Παρίσι με υποτροφία, εκλέγεται διευθυντής του Μεσαιωνικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών (1939). Τα «Κρίσιμα χρόνια (1941-1949)» μυήθηκε στο κίνημα του ΕΑΜ και αγωνίστηκε για την απελευθέρωση της πατρίδας. Τα γερμανικά Τάγματα Ασφαλείας τον οδήγησαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης κρατουμένων στο Χαϊδάρι, όπου έμεινε εκείνος τέσσερις μήνες και η γυναίκα του τρεις. Είναι θαύμα πώς επέζησαν. Οπως λέγει ο ίδιος, η μαύρη εκείνη εποχή «γαλβάνιζε» τον χαρακτήρα τους. Στα κεφάλαια «Εσω των τειχών» και «Εξω των τειχών» περιγράφονται οι επιστημονικές και άλλες δραστηριότητες κατά το χρονικό διάστημα 1950-1967, το πλούσιο συγγραφικό έργο που εκπόνησε από το έτος εκλογής του ως καθηγητή στο Αριστοτέλειο, ο «Κύκλος Ευστάθιος», με μέλη φοιτητές του και νέους πτυχιούχους, η ίδρυση του Μεσαιωνικού Λεξικού του κ.ά. Ακολουθεί η «Δικτατορία (1968-1974)». Η απόλυσή του από το Πανεπιστήμιο είχε αποτέλεσμα να αφοσιωθεί πλήρως στη σύνταξη του Λεξικού του, και με την έννοια αυτή, λέει ο ίδιος, με τη λεπτή αίσθηση του χιούμορ που τον διακρίνει, ότι«η δικτατορία μού έκανε καλό».
  • Εξόρμηση για τη γλώσσα
Στο κεφάλαιο «Μεταπολίτευση (1974-2000)» βλέπουμε τον αγωνιστή Κριαρά να κάνει εξόρμηση για τη γλώσσα, να διαφωτίζει τον λαό με τις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές του και την αρθρογραφία του στον Τύπο. Υπήρξε πρόεδρος μιας σειράς επιτροπών: για την καθιέρωση της δημοτικής και στη νομική πράξη, για τη μεταγλώττιση του Συντάγματος του 1985 στη δημοτική και για την καθιέρωση του μονοτονικού (1982). Συνέχισε την έκδοση του Μεσαιωνικού Λεξικού και συνέταξε το περίφημο Νέο ελληνικό λεξικό της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας, γραπτής και προφορικής(1995), με το οποίο εγκαινιάζεται η σύγχρονη λεξικογραφία στην Ελλάδα. Η περίοδος αυτή λήγει με τον θάνατο της αγαπημένης του συζύγου Τιτίκας Στριφτού, καθηγήτριας Πανεπιστημίου, σπουδαίας παιδαγωγού και ψυχολόγου, την Πρωτομαγιά του 2000, αφήνοντάς του«το βάρος μιας ασφυκτικής ψυχικής κατάστασης». Μετά την αποδημία της έπονται τα «Χρόνια επιβίωσης (2001 και εξής)». Ακολουθεί πλήθος τιμητικών εκδηλώσεων, τις οποίες θεωρεί«υπέρμετρες»και τις αποδίδει με αυτοσαρκασμό στο γεγονός ότι ζει ακόμη. Επιδίδεται στην έκδοση των επιστολών του με σημαντικές προσωπικότητες. Το βιβλίο κλείνει με τα «Ακροτελεύτια», όπου αναπολεί το Λεξικό του και την πορεία του, μνημονεύει φίλους του (καμαρώνει, λ.χ., για τη στενή φιλία που έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια με τον γενικό γραμματέα της Ακαδημίας Αθηνών Νίκο Ματσανιώτη) και αφήνει υποθήκες για το μέλλον, καταλήγοντας στην πικρή διαπίστωση:«Καταστρέψαμε το περιβάλλον. Η φύση μάς εκδικείται».
  • Κορυφαίος δημοτικιστής
Ο Εμμανουήλ Κριαράς, κορυφαίος δημοτικιστής, άξιος συνεχιστής του έργου του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, αποτελεί, χωρίς υπερβολή, ζωντανό θρύλο. Είναι χαλκέντερος ερευνητής, παθιασμένος μ΄ αυτό που κάνει. Πριν από λίγο καιρό μού έλεγε:«Δεν φοβήθηκα ποτέ τη δουλειά. Η δουλειά με φοβήθηκε». Τη ζωή την αισθάνεται ως «τραγικό βίωμα.Δεν ξέρεις πού θα σε οδηγήσει».Η εξιστόρηση του βίου του φέρνει στην επιφάνεια ένα μεγάλο μέρος της πνευματικής και πολιτικής ζωής της Ελλάδας του εικοστού αιώνα. Περίπου 1.000 ονόματα περνούν μέσα από το εκπληκτικό αυτό βιβλίο που θα άξιζε να γίνει κινηματογραφική ταινία. Ανάμεσά τους μεγάλοι επιστήμονες, Ελληνες και ξένοι, κορυφαίοι λογοτέχνες, άνθρωποι των τεχνών, προσωπικότητες του πολιτικού βίου, με τους περισσότερους από τους οποίους είχε φιλία και συνεργασία. Δεν είναι λίγο πράγμα να περνάς μια ολόκληρη βραδιά συνομιλώντας στη Θεσσαλονίκη με τον Αλμπέρ Καμύ, για να αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα.

Το βιβλίο αυτό αποπνέει την ευωδιά και έχει τη γλυκύτητα του ώριμου φρούτου. Είναι καρπός φιλοσοφημένης παιδείας και βαθύτατης περισυλλογής. Σε κάνει να χαίρεσαι για τα απίστευτα όρια αντοχής του ανθρώπου και να θαυμάζεις τα επιτεύγματα μιας τέτοιας προσωπικότητας, αλλά και να μελαγχολείς για την ανθρώπινη μικρότητα. Και με το έργο αυτό ο Εμμανουήλ Κριαράς, άξιος Διδάσκαλος του γένους, δίνει μαθήματα ποιότητας, ήθους και ανθρωπιάς.
  • Ο κ. Χριστόφορος Χαραλαμπάκης είναι καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Thursday, July 23, 2009

Μια αγάπη για το καλοκαίρι. «Ο έρωτας ζει και πέρα από τα 104»

«Είμαι ακόμα  ερωτευμένος  μαζί της. Όχι,  όχι δεν  πιστεύω ότι

ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΡΙΑΡΑΣ
  • «Ερωτεύτηκα πολύ. Έζησα όλη μου τη ζωή ερωτευμένος. Με την κυριολεξία του όρου. Με συγκίνηση», λέει ο καθηγητής Εμμ. Κριαράς
«Έρωτας είναι η επιδίωξη του ιδανικού. Σε όλες του τις εκφάνσεις. Ξεχωρίζω δύο: τον σαρκικό- πνευματικό έρωτα προς τη- τον σύντροφο και τον έρωτα προς την εργασία. Αυτό που λέμε φιλεργία. «Ο έρωτας είναι το αντίδοτο του θανάτου. Είναι ίσως η ίδια η ζωή. Μόνο όταν είσαι ερωτευμένος ζεις. Ειδάλλως είσαι... πέτρα...».

Όχι. Ο υπεραιωνόβιος πλέον (διάγει το 104ο έτος της ζωής του) ομότιμος καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, Εμμανουήλ Κριαράς, δεν νιώθει «πέτρα»...

«Κρατώ ακόμα ψήγματα έρωτα και προς τη μνήμη της γυναίκας μου και προς την εργασία. Ζω. Νιώθω. Εργάζομαι ακόμα, αλλά με δυσκολία. Δεν δίδει η ζωή χωρίς έρωτα- ευτυχία. Είμαστε τραγικές μορφές. Το γεγονός ότι έχουμε συνείδηση δεν νομίζω ότι είναι στοιχείο ουσιαστικής ευτυχίας. Ο άνθρωπος ζει πιο ευτυχισμένα όταν δεν έχει συνείδηση της τραγικότητας της ζωής του. Εγώ- δυστυχώς- την έχω. Επιθυμία μου είναι πλέον να μη ζήσω. Είναι βάρος πια η ζωή μου».
  • Κουράζει η ζωή;
Κουράζει ίσως το περιβάλλον της ζωής. Ο χώρος και οι άνθρωποι στον οποίο και με τους οποίους είσαι καταδικασμένος να ζεις. Αυτό που τώρα λένε οικονομική ή κοινωνική κρίση.
  • Η οικονομική κρίση συνάδει με την κοινωνική- αυτή που λέμε αξιών; Είναι προϊόν η μία της άλλης ή απλώς συνυπάρχουν με κοινή προέλευση, παράλληλη έκφραση και αδιέξοδο αποτέλεσμα;
Η κατάσταση είναι άσχημη από κάθε άποψη. Είναι πολύ πιο εντυπωσιακή βέβαια αυτή που λέμε οικονομική κρίση και οι επιπτώσεις της είναι τραγικές, αλλά- επιτρέψτε μου- είναι τραγικότερες οι επιπτώσεις της άλλης κρίσης, αυτής της λεγόμενης κοινωνικής. Αυτοκαταδιωκόμεθα άπαντες. Υπάρχει γενικώς μια ανισορροπία. Διάγει κρίση η πολιτική ζωή, διά γει κρίση η Παιδεία, η Δικαιοσύνη- έννοιες πρωταρχικές... Όσον αφορά το αμιγώς οικονομικό φαινόμενο, δεν είμαι ίσως αρμόδιος να δώσω λύσεις. Έζησα και το κραχ του ΄29 αλλά ήταν αλλιώς τότε... Τώρα είναι διαφορετικά. Συνδυάζεται με την παγκοσμιοποίηση. Το κοινωνικό λοιπόν πρόβλημα είναι προϊόν της ευημερίας. Προϋπάρχει λοιπόν της οικονομικής κρίσης. Αυτό που ζούμε τώρα θα προτιμούσα να μην το είχα προλάβει, να μην το είχα ζήσει».

Κρίση και έλλειψη παιδείας
  • Παλαιότερα υποστηρίζατε ότι το μέλλον της ανθρωπότητας είναι ο σοσιαλισμός. Εξακολουθεί να παραμένει όραμα και στόχος σας;
Εξακολουθώ να το πιστεύω. Η λύση θα έρθει- εγώ δεν θα το προλάβω, ούτε την ανόρθωση της παιδείας που θα πρέπει να προηγηθεί, θα προλάβω. Δεν μ΄ ενδιαφέρει πλέον η πολιτική με τον τρόπο που ασκείται. Η πολιτική μας ζωή οδηγείται σε συντηρητισμό κι αμφιβάλλω αν θα μπορέσει σύντομα να ανακάμψει. Είναι η κρίση σε συνδυασμό με την έλλειψη παιδείας. Δεν τιμώνται πλέον οι αξίες. Βιώνουμε την έσχατη πλέον ανάγκη ανόρθωσης της παιδείας. Είναι όμως η υλιστική κατεύθυνση της παιδείας. Με την τεχνολογία τα ανθρωπιστικά γράμματα υποτιμούνται κι έτσι δημιουργείται μια ανισορροπία... Η αρχή είναι η ΠΑΙΔΕΙΑ. Ένας λαός προάγεται όταν έχει προηγμένη παιδεία. Αν όμως οι ανάξιοι επιπλέουν σ΄ όλους τους τομείς και κυρίως σ΄ αυτούς της πολιτικής... Πρέπει να υπερνικήσουμε την τάση αυτή. Το αποτέλεσμα είναι η δυσπιστία όλων...

Ο υλισμός είναι που σκότωσε το όραμα. Κι ο υλισμός είναι που διδάσκεται από γονείς και δασκάλους. Όλα γίνονται με στόχο την εξασφάλιση παχυλού κέρδους.
«Ανυψώνει τον άνθρωπο ο έρωτας.
Ο πραγματικός, ο αληθινός έρωτας»

«Εξαγοράζονται πλέον εύκολα οι άνθρωποι...»

Η τρομοκρατία είναι μια μορφή δράσης και «λύσης»; Ο Εμμανουήλ Κριαράς διαφωνεί: «Δεν αποτελεί ευχάριστο φαινόμενο. Δεν ήταν ποτέ λύση η τρομοκρατία. Εκτός αν εννοείτε την τρομοκρατία των ισχυρών της Γης. Την τρομοκρατία του κεφαλαίου και του υλισμού. Όχι, με την άλλη- αυτήν τη μεμονωμένη των αγανακτισμένων παιδιών- φοβάμαι ότι η εκτροπή καραδοκεί. Δεν απέχει πολύ η όποια εκτροπή από τα έσχατα αυτά φαινόμενα απόλυτου συντηρητισμού στα οποία πολιτικά ασυνείδητα καταφεύγουν οι άμυαλοι απογοητευμένοι».
  • Τι να κάνουμε; Εκατό και πλέον χρόνια μετά (ο Β. Ι. Λένιν έθεσε το ερώτημα το 1902 στο ομότιτλο βιβλίο του);
Οι Σπαρτιάτες το έθεσαν λακωνικότερα όλων το 410 π.Χ. μετά τη ναυμαχία της Κυζίκου. «Έρρει τα κάλα, Μίνδαρος απεσύα, Πεινώντι τώνδρες, Απορίομες τι χρη δραν». (Καταστράφηκαν τα πλοία. Ο Μίνδαρος σκοτώθηκε. Οι άνδρες πεινούν.

Απορούμε τι πρέπει να πράξουμε.) Να υπομένουμε. Μια λύση είναι εσείς να μιλάτε. Να λέτε πάντα αυτό που πιστεύετε... Και να πληροφορείτε σωστά. Μη δέχεσθε να γίνετε όργανα του οποιουδήποτε. Εξαγοράζονται πλέον εύκολα οι άνθρωποι... Πριν από λίγα χρόνια διάβαζα καθημερινά και μάλιστα εμβριθώς δυο, τρεις εφημερίδες. Τώρα πια με κουράζει αυτή η ελαφρότητα... Το μόνο ιδανικό που απέμεινε είναι ίσως ο Έρωτας. Υπό την έννοια της αέναης επιδίωξης του ιδανικού...
  • Ο έρωτας είναι
Η επιδίωξη του ιδανικού Η ίδια η ζωή Το αντίδοτο του θανάτου Η φιλεργία Η λύση- κυρίως- στα χρόνια της... χολέρας στα οποία ζούμε
  • Στιγμές ζωής
Η γέννηση. Στον Πειραιά στις 29 Νοεμβρίου 1906 Η επιλογή για σπουδές φιλολογίας (1924)
Η συνάντηση με τη σύντροφο της ζωής του Αικατερίνη Στριφτού στα 1935 Η απόλυση από τη χούντα (1968) Η απώλεια της συντρόφου (Μάιος 2000)
  • Τον ενοχλούν
Το ψεύδος Η υποκρισία Η επικράτηση της απάτης Η «βασιλεία» του κέρδους Η έλλειψη παιδείας

  • Της Βίκυς Χαρισοπούλου, ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 22 Ιουλίου 2009