Showing posts with label Αμερικανική ποίηση. Show all posts
Showing posts with label Αμερικανική ποίηση. Show all posts

Sunday, August 29, 2010

Λουάν Τζούλι: Ο μετανάστης κουβαλάει μαζί του και λίγη πατρίδα

  • Niko Ago, Η ΑΥΓΗ: 29/08/2010

Ο Λουάν Τζούλι είναι ποιητής, αλβανικής καταγωγής. Έχει εκδώσει στην Ελλάδα τις ποιητικές συλλογές "Μυρίζω μήλο" (Καστανιώτης), "Η βιογραφία των ματιών" (Ελλ. Γράμματα), "Πού να ζητήσω συγγνώμη" (Ελλ. Γράμματα), "Το κυπαρίσσι που τά 'βαλε με τον ουρανό" (Ελλ. Γράμματα).

* Ποιο είναι το άρωμα της πατρίδας;

...Είναι αυτό που το έχει μόνο η μάνα που σε γέννησε. Το μητρικό σου γάλα. Που δεν μπορείς να το μπερδεύεις με κανένα. Το άρωμα της πατρίδας για μένα είναι το "Μυρίζω μήλο", το "Βιογραφία των ματιών" και το "Πού να ζητήσω συγγνώμη" .

* Έχει η ποίηση πατρίδα;

Φυσικά. Κάθε πράγμα που κουβαλάς απαντάει με ποίηση. Εμείς οι μετανάστες πάντα είμαστε σε διπλή φόρτιση: σ' αυτή που ζεις, που είναι τόπος και τρόπος ζωής, και της γενέτειράς σου. Καθένας από εμάς έχει μια μικρή πατρίδα μέσα του, που ποτέ δεν πουλάει..., παρ' όλο που φύγαμε από αυτήν. Βιαστικά πήραμε ένα μεγάλο κομμάτι της. Δεν μπορούσαμε πιο πολύ. Γι' αυτό καμιά φορά δηλώνουμε υπερβολικό πατριωτισμό, μέχρι εθνικισμό. Η ποίηση της πατρίδας μου είναι μια γιγάντια μεταφορά, που σε κάθε έμπνευση κομματιάζω ένα κομμάτι. Η πατρίδα μου είναι μια ποιητική χώρα, με μεγάλο πνεύμονα δημιουργίας...

* Πότε ήταν το πρώτο σου φλερτ με την ποίηση;

Το φλερτ είναι το πρώτο σημάδι που δείχνει πως μπορείς να ερωτεύεσαι... Με εμένα έγινε λίγο νωρίτερα. Όπως φαίνεται, η λίμπιντο της δημιουργίας είχε ανέβει χωρίς να πάρει άδεια από την ηλικία. Όταν ήμουν 12 ετών, εξέδωσα στην εφημερίδα της εποχής “Pιonieri” το πρώτο ποίημα. Το έμαθαν και οι πέτρες στο χωριό που μια μέρα θα γινόμουν ποιητής... Τίποτα δεν έγινα. Μόνο που δεν σταμάτησα να ονειρεύομαι ακόμα και σήμερα, που η ηλικία μου έχει περάσει τα δύο πέντε μαζί. Νέος ήμουν δραστήριος, παραμυθάς και ψεύτης δημιουργός. Έχω φάει ξύλο για ό,τι έκανα τότε. Μια φορά είχα πει στην παρέα μου πως η μητέρα μου ήταν ξαδέλφη της Μπουμπουλίνας. Το είπαν και στη μάνα μου. Μετά το ξύλο, μου έβαλε την τσουκνίδα στο στόμα και μου είπε: «Σιγά να μην είσαι και γιος του Κολοκοτρώνη».

* Έχει ο μετανάστης χρόνο να κάνει και ποίηση;

Έτσι όπως ρωτάς, αφήνεις περιθώριο να σκεφτώ πως ο μετανάστης είναι ένας απλός μηχανισμός. Όχι. Ο ίδιος πάντα σκέφτεται και δουλεύει σαν ποιητής. Δημιουργεί φαντασία, ονειρεύεται και καλλιεργεί συναισθήματα του πολιτισμού που έχει παρόν. Εγώ, για παράδειγμα, το καλύτερο ποίημα το έχω γράψει πάνω σ' ένα τελάρο, όταν δούλεψα σαν χαμάλης. Τότε η κούραση δεν μετριόταν με τίποτα. «Μην τρομάζεις τα όνειρά μου, με τους στίχους μου, δεν είμαι ξένος». Έτσι είχα γράψει και το θεωρώ το πιο διαβασμένο μου βιβλίο. Παρ' όλο που δεν είχε τίτλο, εκδοτικό οίκο και επιμελητή. Μέχρι από τη Νάουσα με έπαιρναν τηλέφωνο. Η ποίηση δεν είναι στοιχείο πολυτελείας. Είναι στοιχείο πολιτισμού. Είναι ο πιο όμορφος πόλεμος με τον εαυτό σου.

* Γράφεις στα ελληνικά απευθείας ή σκέφτεσαι στα αλβανικά;

Ο ποιητής σκέφτεται στη γλώσσα της στιγμής. Ο ποιητής-μετανάστης στη γλώσσα των ονείρων του. Στα τελευταία μου βιβλία τα πιο πολλά ποιήματα έχουν γραφτεί στην ελληνική γλώσσα. Τη λατρεύω αυτή τη γλώσσα. Και τιμωρώ τον εαυτό μου που δεν την έμαθα όπως πρέπει. Η ελληνική γλώσσα είναι ποιητική με στοιχεία έκφρασης βαθύτατα. Ταυτόχρονα δεν μπορώ να μην σκεφτώ σ' αυτή τη γλώσσα που έκανα τους πρώτους στίχους. Θεωρώ τον εαυτό μου Αλβανο-Έλληνα, με κύτταρα από τους δύο πολιτισμούς.

* Η λογοτεχνία ήταν στην οικογένεια ή τη συνάντησες και την ερωτεύτηκες;

Τονίζω πως τίποτε δεν είναι κληρονομικό. Όλα καλλιεργούνται στην πορεία της ζωής. Ρόλο παίζουν η οικογένεια, οι φίλοι, η ατμόσφαιρα. Ο άνθρωπος γεννιέται με το ταλέντο να ζει και να ονειρεύεται. Μερικοί σαν εμένα ονειρεύονται με ανοιχτά μάτια. Αλήθεια, μην σου φαίνεται αστείο...
Οι γονείς μου ήταν αγρότες. Η μητέρα μου τραγουδούσε ωραία. Και στους γάμους και τα γλέντια έφτιαχνε τραγούδια με τα λόγια της. Αφηγούνταν τα παραμύθια με μαγευτικό τρόπο. Την αγαπούσαν όλα τα παιδιά της γειτονιάς. Εγώ δεν ξέρω από πού κληρονόμησα... Διάβαζα ό,τι έπεφτε στα χέρια μου, χωρίς να βλέπω σε ποια ηλικία ανήκει. Από τον Πήτερ Παν... μέχρι τον Κόπερφιλντ. Πολλές φορές στην εφηβική μου παρέα διηγιόμουν διάφορες ιστορίες φτιαγμένες με τα στοιχεία της φαντασίας μου.

* Μοιάζει η αλβανική ποίηση με την ελληνική;

Η ποίηση έχει παγκόσμια ταυτότητα. Τα συναισθήματα αλλάζουν με τους τρόπους που σκέφτεσαι και βλέπεις. Εγώ κάνω καλές παρέες με τα πράγματα που δεν έχουν «μέγεθος». Μου αρέσει η απλότητα και προσπαθώ να δώσω φως, για να το βλέπουν και οι άλλοι. Πολλές φορές τα μικρά πράγματα έχουν πιο σημαντικό ρόλο στη ζωή μας. Η γλώσσα της ποίησης είναι αυτή της ψυχής, της ευαισθησίας, της αγάπης, του έρωτα, της φιλίας, της ανθρωπιάς, του πολιτισμού. Με μια λέξη, η γλώσσα της ανάσας. Η ποίηση είναι ο πιο αγαπητός και ο πιο σκληρός εραστής, που δεν αντέχει την προδοσία! Η ελληνική και η αλβανική ποίηση έχουν την ίδια βάση. Σαν να είναι φυτεμένες στον ίδιο κήπο!

* Πόσο δύσκολο είναι για έναν μετανάστη-ποιητή να μπει στην ελληνική ποιητική οικογένεια;

Κάθε πράγμα που αγγίζει και μιλάει ξεχωριστά θα ακουστεί μια μέρα. Χωρίς να είσαι ζητιάνος, ζητάς και ψάχνεις τη φωνή σου σε μια καινούργια πολιτιστική ατμόσφαιρα. Κάθε ποιητής έχει το δικό του εισιτήριο για να ταξιδεύει στον ωκεανό της δημιουργίας. Σημασία έχει να μη φοβάσαι τα μποφόρ! Το εισιτήριο πρέπει να έχει όλα τα στοιχεία του διαφορετικού. Χωρίς να μιμείσαι και να φωτοκοπιάρεις. Κάθε δημιουργός ξέρει πού είναι τα όριά του. Παρ' όλο που δεν το λέει στον εαυτό του. Εμένα μ' αρέσει να ονειρεύομαι μέσα σε μια παρέα ονειροπόλων. Φέτος, μια φοιτήτρια της ελληνικής γλώσσας από την Κομοτηνή έκανε το μεταπτυχιακό της πάνω στην ποίησή μου. Τι άλλο να ζητήσω!

* Διαβάζουν ποίηση οι μετανάστες;

Πολύ λίγο, για να μην πω καθόλου! Και όχι μόνο οι μετανάστες. Έχω την εντύπωση πως οι άνθρωποι δεν ξέρουν να διαβάζουν ποίηση. Λείπει ο σεβασμός στον στίχο. Η ποίηση είναι θρησκεία. Πρέπει να την πιστεύεις για να σ' αγαπάει! Η ποίηση είναι μια πολυβιταμίνη πολιτισμού, που δεν αφήνει ποτέ τον οργανισμό να ξεραίνεται και να μολύνεται.

Sunday, March 21, 2010

Από τη μεγαλοφυΐα στην αυτοκαταστροφή

Επτά Αμερικανοί ποιητές, με το έργο και τη ζωή τους, τείνουν το χέρι στο θάνατο
  • Της Τιτικας Δημητρουλια, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 21/03/2010
  • Η Θηριωδης Mουσα. Επιλογή από το έργο επτά αυτόχειρων Αμερικανών ποιητών. Ανθολόγηση-Εισαγωγή-Σχόλια-Μετάφραση: Γιάννης Αντιόχου, εκδ. Μικρή Αρκτος

«Κάθε πόνος είναι καλός· κάθε πόνος είναι χρήσιμος·
κάθε πόνος φέρνει καρπούς· κάθε πόνος είναι ένας κόσμος».
Μισέλ Ουελμπέκ

Σαν σε μεσαιωνικό μακάβριο χορό, στην ανθολογία του ποιητή Γιάννη Αντιόχου επτά Αμερικανοί ποιητές, άντρες και γυναίκες, αντιστρέφουν τους ρόλους και τείνουν αυτοί το χέρι στον θάνατο. Ο Αντιόχου εστιάζει στη σαρκοβόρα πλευρά της δημιουργίας, στη σχέση της ψυχικής διαταραχής με την έμπνευση, την ενόραση, τη μεγαλοφυΐα, την αυτοκαταστροφή. Πολύπλοκο το ζήτημα, όσο και το πλέγμα του πόνου για τον κάθε άνθρωπο και η ίδια αυτή στιγμή, που βάζει τέλος στον πόνο - ανοίγοντας συχνά μια μυθολογία.

Οι οικείοι εξομολογητικοί

Κάποιους από τους Αμερικανούς αυτοκτόνους τους γνωρίζουμε, όπως τη Σύλβια Πλαθ (1932-1963), τη «Λαίδη Λάζαρο» με τις εννιά ζωές στα τριάντα της χρόνια, που δεν έπαυε να ονειρεύεται το απόλυτο και να καταλήγει στα Τάρταρα. Στις αρχές του 1963, η Πλαθ ήταν ήδη σημαντική δημιουργός, είχε πίσω της μια ολόκληρη ζωή χωρίς τον πατέρα της και μια ολόκληρη ζωή μαζί με τον Τεντ Χιουζ, με τον οποίο έχει πια χωρίσει. Είναι μόνη της με δύο μωρά σε ένα παγωμένο σπίτι στο Λονδίνο, απένταρη, θλιμμένη, μανιασμένη, ανήμπορη: «Το να πεθαίνεις / Είναι ένα είδος τέχνης, όπως κι οτιδήποτε άλλο. / Το κάνω εξαιρετικά καλά.». Η ζωή και το έργο της ως ένα μοντέρνο ars moriendi.

H Αν Σέξτον (1928-1974) επέζησε έντεκα χρόνια μετά τον θάνατο της αγαπημένης της Σύλβιας. με την οποία τόσα την ένωναν και τόσα τη χώριζαν. Εγκεφαλική και μαζί ορμητική, πολυστρωματική και διάφανη, συμβολική και μυθική η ποίηση της Πλαθ, περισσότερο προσωπική, κουβεντιαστή, χαμηλόφωνη η ποίηση της Σέξτον, όλο και πιο πολύπλοκη προς το τέλος. Αγκιστρωμένη στη θλίψη για μια χαμένη και ανέφικτη ενότητα που όλο της γλιστράει μέσα από τα δάχτυλα, μιλάει για τον θάνατο της φίλης της, αλλά και το δικό της: «Σύρθηκες κάτω ολομόναχη /μέσα στο θάνατο που τόσο απελπισμένα και για τόσο καιρό επιθύμησα / […] ο θάνατος που ήπιαμε στην υγειά του, / τα κίνητρα και κατόπιν η κρυφή πράξη;».

Ο Τζον Μπέρρυμαν (1914-1972) είδε παιδί τον πατέρα του να πηδάει από το παράθυρο του δωματίου του, πάλευε το δεσποτισμό της υψοφοβικής μητέρας του σκαρφαλώνοντας, και είχε ήδη μαθητεύσει στην απιστία. Ακαδημαϊκός, αλκοολικός, καταθλιπτικός, ο Μπέρρυμαν γνώρισε νωρίς την αποδοχή για την ποίησή του, ριζωμένη στους αγαπημένους του συγγραφείς, στην ψυχανάλυση, στα βιώματά και στις αντιφάσεις του, στην πίστη και στην ενοχή που τον σπαράσσουν, αλλά όπως και της Σέξτον και της Πλαθ επίσης ριζωμένη στην εποχή, στους φόβους και τις διαψεύσεις του μεταπολέμου σε μια Αμερική του καταναλωτισμού και της απώλειας του προσώπου: «Κάπου το εγχείρημα συνεχίζει, όχι - / κίτρινος ο ήλιος ξαπλώνει στη σαλιάρα του βρέφους - / στου Χένρι την πληγωμένη σκέψη./ Υποθέτω πως ο κόσμος θα ήταν, πρέπει να υποκύψουμε. / Αργότερα. / Θα κρεμαστώ, και δεν θα είμαι μέρος του.

O τροβαδούρος… και η πικραγαπημένη του

Υπάρχουν όμως και άλλοι, άγνωστοί μας, όπως ο Νίκολας Βάτσελ Λίντσεϊ (1879-1931), που γεννιέται στο Σπρίνγκφιλντ του Ιλινόις και θα γίνει στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα ο βάρδος ενός εναλλακτικού μοντερνισμού σε σχέση με αυτήν του Πάουντ και του Ελιοτ και μιας αμερικανικότητας στα βήματα του Ουίτμαν και του Εμερσον. Γιος γιατρού που ξεκινά σπουδές ιατρικής, θέλει να γίνει ζωγράφος και καταλήγει ποιητής, και μάλιστα περιπλανώμενος τροβαδούρος. Φιλοδοξεί να κρατήσει ζωντανή την παράδοση της προφορικής ποίησης συνοδεία μουσικής, λατρεύει τη φύση και την ύπαιθρο την ώρα που μαίνεται ο αστικός εκσυγχρονισμός, προσπαθεί να εντάξει τον λόγο του Αλλου, του νέγρου και του Ινδιάνου, στην ποίησή του και στην αμερικανικότητα, την οποία θεωρεί ότι θεμελιώνουν. Αλαφροΐσκιωτος που βλέπει στα λιβάδια του Σπρίνγκφιλντ περισσότερους αγγέλους από όσους στην «Αποκάλυψη», πειραματίζεται στην ποίησή του με τις τεχνικές της κινούμενης εικόνας την οποία υμνεί. Συνειδητοποιεί σιγά-σιγά ότι ο κόσμος γοητεύεται από την περφόρμανς και όχι από την ουτοπία του, τα χρόνια περνούν, είναι φτωχός, στερεύει, δεν θέλει να γίνει «παπαγάλος του εαυτού του», αποχωρεί. Το μεγαλόπνοο, ρυθμικό, μουσικό στίχο του, των μεγάλων ιδεών και των μεγάλων αποστάσεων, τον ανακαλύπτουν και πάλι οι μπητ της κραυγής και του δρόμου. Θα έπρεπε να τον αναζητήσουν και οι σλάμερς:

Μαύροι χοντροί και νεαροί σ’ ένα κελάρι, / Βασιλιάδες των κελαριών, με πόδια ασταθή,/ Χαλαρωμένοι και κουβαριασμένοι και πάνω στο τραπέζι αυτοί θρυμματισμένοι./ Ενα υπόκωφο κρουστό μπάσο./ Επάνω στο τραπέζι αυτοί θρυμματισμένοι/ Με τη λαβή ενός σκουπόξυλου χτυπούν ένα αδειανό βαρέλι,/ Με όση δύναμη μπορούν,/ Μπουμ, Μπουμ, ΜΠΟΥΜ,/ Με μια ομπρέλα μεταξωτή κι ενός σκουπόξυλου τη λαβή,/ Μπουμ και κάτω, Μπουμ και κάτω, Μπουμ και κάτω, ΜΠΟΥΜ./ ΤΟΤΕ ήμουν θρησκευόμενος, ΤΟΤΕ είχα ένα όραμα./ Δεν μπορούσα να στραφώ απ’ το ξεφάντωμά τους στο χλευασμό./ ΤΟΤΕ ΕΙΔΑ ΤΟΝ ΠΟΤΑΜΟ ΚΟΝΓΚΟ ΝΑ ΣΕΡΝΕΤΑΙ ΣΤΗ ΜΑΥΡΙΛΑ,/ Περισσότερο συνειδητός. Επίσημα τραγουδισμένος.

ΔΙΑΣΧΙΖΟΝΤΑΣ ΑΠ’ ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΜΕ ΜΙΑ ΧΡΥΣΗ ΠΟΡΕΙΑ.
(«Ποταμός Κογκό»)

Ο Βάτσελ Λίντσεϊ ήταν ερωτευμένος με την ποιήτρια Σάρα Τίσντεϊλ (1884-1933), αλλά ήταν φτωχός και τον άφησε για έναν μεγαλέμπορο. Θα μείνουν για πάντα φίλοι και η Σάρα, που κάποια στιγμή θα χωρίσει, δεν θα ξεπεράσει ποτέ μια απόφαση την οποία έλαβε ως γυναίκα της εποχής της, ενάντια στον ίδιο της τον εαυτό: «Οταν είχα πει, «Αυτή η τραγική φάρσα που εμπλέκομαι / Δεν έχει μήτε αξιοπρέπεια, μήτε ευχαρίστηση μήτε τέλος», / Η άγια νύχτα όλα της τ’ άστρα τοποθέτησε γύρω μου, / Ντροπιάστηκα, έχω προδώσει το Φίλο μου». Εύθραυστη, μεγαλωμένη μέσα σε ένα αυστηρό, βικτωριανό περιβάλλον, επηρεασμένη από τη Σαπφώ, την Εμιλι Ντίκινσον και κυρίως από την Κριστίνα Ροσέτι, την οποία λάτρευε, η Τίσντεϊλ γράφει για τη φύση και τον έρωτα και καθώς βυθίζεται στην κατάθλιψη όλο και περισσότερο για το θάνατο. Πρωτογενής ο λυρισμός της, λιτό κι αυθεντικό το συγκρατημένο αίσθημα στους στίχους της: μια ελάσσων φωνή που συγκινεί.

Αμερικανός Ρεμπώ

Ο Χάρολντ Μπλουμ αγάπησε την ποίηση διαβάζοντας Χαρτ Κρέιν (1899-1932), τον Αμερικανό ορφικό, που ελιοτικός και μαζί ουιτμανικός καθρεφτίζει στην ποίησή του την πολυπρόσωπη Αμερική. Μποέμ, ποιητής της Νέας Υόρκης και της «Γέφυρας» του Μπρούκλυν (που αξίζει τον κόπο να τη διαβάσει κανείς μαζί με εκείνη του Μαγιακόφσκι), υμνεί στο «μεγάλο αυτό αμερικανικό ποίημα» τους νέους καιρούς, ενσωματώνοντας όμως κάθε στιγμή, κάθε κείμενο και λέξη του παρελθόντος και συνδηλώνοντας τους ομοφυλοφιλικούς του έρωτες. Επηρεασμένος από τον Ελιοτ, θέλει με τον μοντερνισμό του να εκφράσει όχι μια έρημη χώρα, αλλά μια χώρα που σφύζει από ζωή, κι ας έλκεται ο ίδιος αναπόδραστα από τον θάνατο, τον διαμελισμό, τη θραύση. Θα τον κερδίσει η θάλασσα του Μεξικού, την ώρα που σχεδιάζει να αλλάξει ζωή: «Κι έπειτα, η καυστική σταγόνα τη σταγόνα, μια τέλεια οιμωγή / Που θα κουρδίσει κάποια σταθερή αρμονία — / Απηνές τέχνασμα για όλους αυτούς που προσπερνούν / Το μύθο της νιότης τους μες στο καταμεσήμερο».

Αναπολήσεις ενός «Χαμένου κόσμου» από έναν σπουδαίο και δίκαιο κριτικό

Τέλος, ο Ράνταλ Τζάρελ (1914-1965), τον οποίο γνωρίζουν όλοι οι αμερικανιστές ως σπουδαίο κριτικό, βιτριολικό και μαζί δίκαιο, που στήριξε και ανέδειξε την Ελίζαμπεθ Μπίσοπ, τον Ρόμπερτ Λόουελ, τον Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς και άλλους πολλούς.

Η κλίση του είναι εμφανής ακόμα και στα πρώτα του ποιήματα, περισσότερο ακαδημαϊκά, ειρωνικά, άψογα μορφικά· και σ’ αυτά κάτι ξεφεύγει, προς το όνειρο ή τον εφιάλτη. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον παραλογισμό του βρίσκει το θέμα του: εικόνες φόβου, θανάτου, κατακερματισμού, υπερρεαλιστικές, που αποτυπώνουν το καθημερινό με χρώματα του ασυνείδητου, φωνές θεατρικές, δραματικές, που φέρνουν στο φως τον ζόφο της ανθρώπινης ψυχής, με μια καθολικότητα που διαφοροποιείται σε ένα βαθμό από την προσωπική, εξομολογητική ποίηση των συγκαιρινών, ομοτέχνων και φίλων του. Νοσταλγικά είδωλα σε παραμορφωτικούς καθρέφτες, εφιάλτες με μυθικές και συμβολικές επενδύσεις, αναπολήσεις ενός «Χαμένου κόσμου» και ξανακερδισμένη ποίηση: «[…] Τεντώνομαι σ’ αυτό / με αδειανά τα χέρια, το χέρι μου επιστρέφει αδειανό,/ κι ακόμα η κενότητά μου αντιπραγματεύεται για την κενότητά της,/ είχα ανακαλύψει πως ο Χαμένος Κόσμος στο γραφείο απολεσθέντων αντικειμένων / στις κολώνες του οποίου τις γκρίζες δυσανάγνωστες διαφημίσεις / είχε απομνημονεύσει η ψυχή μου κόσμο τον κόσμο: / ΧΑΜΕΝΟ - ΤΙΠΟΤΑ. ΞΕΣΤΡΑΤΙΣΜΕΝΟ ΑΠΟ ΠΟΥΘΕΝΑ./ ΔΙΧΩΣ ΑΜΟΙΒΗ. / Κρατώ μέσα στα δικά μου χέρια, με μακαριότητα, ένα / Τίποτα: το τίποτα για το οποίο δεν υπάρχει καμία ανταμοιβή». / Επτά φωνές που γυρνάνε τα μέσα έξω στην Αμερική - εικόνα, στην Αμερική όπου «όλα γίνονται εικόνες: μόνο εικόνες υπάρχουν, δημιουργούνται, καταναλώνονται» (Ρολάν Μπαρτ), μαζί και στην ανθρώπινη ψυχή.