Showing posts with label Διανοούμενοι. Show all posts
Showing posts with label Διανοούμενοι. Show all posts

Wednesday, December 7, 2016

Η σαγήνη του αυταρχισμού

Γιατί οκτώ σύγχρονοι διανοητές αισθάνθηκαν έλξη για αυταρχικούς και μάλιστα με εγκληματικό μητρώο ηγέτες του εικοστού αιώνα
Η σαγήνη του αυταρχισμού
O Μάρτιν Χάιντεγκερ (αριστερά) και ο Καρλ Σμιτ υπηρέτησαν και έγιναν απολογητές του χιτλερικού καθεστώτος

Μαρκ Λίλα
Η σαγήνη των Συρακουσών.
Διανοούμενοι στην πολιτική

Μετάφραση Χρυσούλα Μεντζαλίρα,
Επιμέλεια Μανώλης Βασιλάκης.
Athens Review of Books, 2015,
τιμή 17,00 ευρώ


Ο τίτλος προέρχεται από τη σαγήνη που ασκούν κάποια αυταρχικά καθεστώτα στους διανοούμενους. Αφορμή στον καθηγητή του Πανεπιστημίου Κολούμπια της Νέας Υόρκης έδωσε το ταξίδι του Πλάτωνα στις Συρακούσες το 367 π.Χ. Επαιξε τότε μεσολαβητικό ρόλο στη συμμαχία του Δίωνος, τυράννου των Συρακουσών, με τον Αρχύτα του Τάραντος. Παράλληλα ο Πλάτων ασχολήθηκε με τη φιλοσοφική εκπαίδευση του Διονυσίου, νεαρού τυράννου των Συρακουσών. Το 361 ο Πλάτων επιχείρησε νέα προσπάθεια εισαγωγής του Διονυσίου στην αρετή που οφείλει να κατέχει κάθε ηγέτης, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.

Ο Λίλα ασχολείται με οκτώ σύγχρονους διανοητές που αισθάνθηκαν αυτή την έλξη για τους αυταρχικούς και μάλιστα με εγκληματικό μητρώο ηγέτες του εικοστού αιώνα. Η ερωτική σχέση του καθηγητή Χάιντεγκερ με τη νεαρή φοιτήτριά του Χάνα Αρεντ δεν ενοχοποιεί την κατοπινή φιλόσοφο για τη συμπεριφορά του εραστή της, ο οποίος ουδεμία της προσέφερε βοήθεια όταν επί χιτλερικού καθεστώτος εκείνη κινδύνευε, ενώ ο ίδιος προσερχόταν στο καθεστώς του Χίτλερ. Την ενοχοποιεί εν μέρει ο άσβεστος θαυμασμός της για τη διάνοια ή το πάθος του για τη φιλοσοφία. Ο πλατωνικός της φίλος και παλαιότερα φίλος του Χάιντεγκερ, Καρλ Γιάσπερς, είναι ο μόνος από τους τρεις που δεν ενέδωσε στον πειρασμό να μπερδέψει τη φιλοσοφία με τον δημόσιο βίο. Αν και προδομένος από τον φίλο του όταν εκείνος θέλησε να γίνει ο δάσκαλος του Διονυσίου του ναζισμού, ο Γιάσπερς προσπάθησε μάταια να τον συνεφέρει: «αν μοιραστήκαμε κάποτε κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί φιλοσοφική κλίση, αναλάβετε την ευθύνη για το δικό σας δώρο. Θέστε το στην υπηρεσία του λόγου, της πραγματικότητας της ανθρώπινης αξίας και όχι στην υπηρεσία της μαγείας». (σελ. 84)

Tuesday, April 28, 2015

Το «μελαγχολικό στοίχημα»

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΑΚΩΤΙΑΣ, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 26.04.2015
ΕNZO TRAVERSO
Τι απέγιναν οι διανοούμενοι;
μτφρ.: Νίκος Κούρκουλος
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου
Στην τωρινή περίοδο της κρίσης και της αποσάθρωσης θεσμών και ιδεών, συχνά τίθεται επιτακτικά το ερώτημα πού είναι οι διανοούμενοι. Το ερώτημα αυτό εμπεριέχει ήδη μια αντίληψη για τους διανοούμενους και τον ρόλο τους. Τι απέγιναν στη σημερινή εποχή; Αυτό το ερώτημα διερευνά στο ομώνυμο πρόσφατο βιβλίο του ο Ιταλός ιστορικός Εντσο Τραβέρσο, δύο προηγούμενα έργα του οποίου, το «Διά πυρός και σιδήρου. Περί του ευρωπαϊκού εμφυλίου πολέμου 1914 - 1945» και το «Οι ρίζες της ναζιστικής βίας», κυκλοφορούν ήδη στα ελληνικά.

Saturday, January 10, 2009

Οταν είχαν γνώμη οι συγγραφείς

Μια ανέκδοτη επιστολή του Μ. Καραγάτση προς τον Γιώργο Θεοτοκά, η οποία δημοσιεύεται σήμερα στην «Κ», φέρνει ξανά στην επιφάνεια τον ρόλο των διανοουμένων και των αναλυτών σε περιόδους κρίσης. Ο Γιώργος Θεοτοκάς είχε δημοσιεύσει το 1954 στην «Κ» ένα κείμενο για τη σχέση Ελλήνων και Αγγλων, με αφορμή τα γεγονότα στην Κύπρο για την ανεξαρτησία της.

Του απάντησαν ο Γιώργος Σεφέρης από τη Βηρυτό, αλλά και ο Μ. Καραγάτσης, δηλώνοντας διαφωνίες και συμφωνίες.

Οταν οι διανοούμενοι έπαιρναν θέση
Θεοτοκάς, Σεφέρης και Καραγάτσης ανταλλάσσουν δημόσια απόψεις μέσω επιστολών για το θέμα της Κύπρου το 1954

Της Ολγας Σελλα

Ολοι τις περιμένουν, και πάντα προκαλούν αντιδράσεις. Οι γνώμες, οι απόψεις, οι αναλύσεις των διανοουμένων και των αναλυτών, σε στιγμές εθνικής ή κοινωνικής κρίσης, αναμένονται πάντα με ενδιαφέρον. Ανθρωποι του πνεύματος, των γραμμάτων, της επιστήμης ή της πολιτικής επιχειρούν να ερμηνεύσουν ή να τοποθετηθούν σε θέματα που απασχολούν, κάθε φορά την κοινωνία. Και δεν είναι λίγες οι φορές που οι τοποθετήσεις τους προκαλούν νέες εντάσεις, νέες συμμαχίες, νέα στρατόπεδα σύμπλευσης ή αντιπαράθεσης, νέους κραδασμούς.

Η «Κ» ξαναθυμίζει σήμερα πώς τρεις συγγραφείς της γενιάς του ’30 τοποθετήθηκαν στο θέμα της Κύπρου το 1954, λίγο πριν αρχίσει ο αγώνας της ΕΟΚΑ για την ανεξαρτησία της Κύπρου από τους Αγγλους και ενώ στην Αθήνα κυριαρχούσαν οι μεγάλες διαδηλώσεις. Ο Γιώργος Θεοτοκάς (ευγενής, αλλά ευθύς) δημοσίευσε, το 1954, ένα κείμενο στην «Κ», στο οποίο κρίνει τη στάση Ελλήνων και Αγγλων, ανιχνεύει λάθη εκατέρωθεν, επικρίνει επιλογές και πρωτοβουλίες. Του απάντησε ο Γιώργος Σεφέρης (ποιητικός και συναισθηματικός) με μια επιστολή του από τη Βηρυτό. Ο Γιώργος Θεοτοκάς, όμως, δέχεται και μια επιστολή από τον Μ. Καραγάτση (πληθωρικός και άμεσος), που για πρώτη φορά δίνεται στη δημοσιότητα. Είναι ένα κείμενο που βρισκόταν στο αρχείο Γιώργου Θεοτοκά, αλλά λάνθανε.

Τρία κείμενα που υπογραμμίζουν ένα θέμα πάντα επίκαιρο: ποια είναι η θέση των διανοουμένων σε περιόδους διαπραγμάτευσης κρίσιμων θεμάτων; Οφείλουν να φωτίζουν και άλλες πλευρές των πραγμάτων, ακόμα κι όταν η κοινωνία δεν είναι έτοιμη να το ακούσει; Τα γεγονότα του περασμένου Δεκεμβρίου στην Αθήνα και στην Ελλάδα, οι εκρήξεις οργής, αντίδρασης και βίας, τα πληκτρολόγια πήραν φωτιά, οι λέξεις επιχείρησαν να ερμηνεύσουν και να κρίνουν, οι αντιδικίες για μια ακόμα φορά ακολούθησαν τις απόψεις που εκφράστηκαν. Τα τρία κείμενα, των Θεοτοκά, Σεφέρη, Καραγάτση, υπενθυμίζουν στάσεις και συμπεριφορές των διανοητών που πάντα ισχύουν σε περιόδους κρίσης, αλλά αποκαλύπτουν τις αντιλήψεις και την προσωπικότητα καθενός από τους γράφοντες.

Το κείμενο Θεοτοκά και η αντίδραση Σεφέρη

Στις 22 Δεκεμβρίου 1954 ο Γιώργος Θεοτοκάς δημοσίευσε στην «Κ» ένα κείμενο με τίτλο «Ελληνες και Αγγλοι - Σκέψεις εξ αφορμής του Κυπριακού», το οποίο περιλαμβάνεται στο δίτομο έργο «Στοχασμοί και θέσεις - Πολιτικά κείμενα 1925-1966» (Εκδ. Εστία). «Οσοι έχουν τον τρόπο να εκφράζονται δημοσίως οφείλουν, όσο είναι καιρός, να κρούσουν τον κώδωνα του κινδύνου». Στη συνέχεια κάνει μια αναδρομή στις διμερείς σχέσεις Ελλάδας - Βρετανίας και συνεχίζει με κριτική τοποθέτηση στους πολιτικούς χειρισμούς από τις δύο πλευρές: «Δεν χωρεί αμφιβολία ότι, για κάθε απροκατάληπτο τρίτο, η κύρια ευθύνη βαρύνει τους αρμόδιους Βρετανούς υπουργούς. Οι Ελληνες επικαλούνται το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως των λαών, δηλαδή μίαν από τις αρχές στις οποίες στηρίζεται η πολιτική φιλοσοφία του δυτικού πολιτισμού. Οι Αγγλοι επικαλούνται τις ανάγκες της στρατηγικής τους και φοβούνται, προφανώς, ότι η υποχώρησή τους στην Κύπρο θα τους αναγκάση να υποχωρήσουν και σε άλλα σημεία του χάρτη. (...) Ας πούμε τώρα και τα δικά μας λάθη... (...) Λάθος ήταν ο φανατισμένος τόνος που προσέλαβε συχνά η ελληνική προπαγάνδα και η ενθάρρυνση των σκηνών του δρόμου. Φαντάζεται κανείς σοβαρά ότι οι εκκλήσεις προς το μίσος, οι προσβολές ξένων σημαιών και οι καταστροφές γραφείων και βιβλιοθηκών αποτελούνε επιχειρήματα που πρόκειται να ενισχύσουν τη διεθνή μας θέση; Ποιον πάμε να πείσωμε με τα μέσα αυτά;»

Λίγες μέρες αργότερα, στις 28 Δεκεμβρίου 1954, του απαντά από τη Βηρυτό (η επιστολή δημοσιεύεται στον τόμο «Αλληλογραφία Γιώργος Θεοτοκάς και Γιώργος Σεφέρης, 1930-1966)», εκδ. Ερμής. «...Υπάρχουν σε μια γωνιά της γης 400 χιλιάδες ψυχές από την καλύτερη, την πιο ατόφια Ρωμιοσύνη, που προσπαθούν να τις αποκόψουν από τις πραγματικές τους ρίζες και να τις κάνουν λουλούδια θερμοκηπίου. Σ’ αυτή τη γωνιά της γης δουλεύει μια μηχανή που κάνει τους Ρωμιούς σπαρτούς-Κυπρίους-όχι-Ελληνες, που κάνει τους ανθρώπους μπαστάρδους, με την εξαγορά και την απαθλίωση των συνειδήσεων, με τις κολακείες των αδυναμιών ή των συμφερόντων (το Κυπριακό ζήτημα είναι πριν απ’ όλα ζήτημα καλλιέργειας, ζήτημα “κουλτούρας” με την πλατύτερη έννοια που έχει η λέξη), και ονομάζει τη φυσιολογική παιδεία αυτών των ανθρώπων “πολιτική προπαγάνδα”. (...) Απόκριση σ’ αυτό το αίτημα της συνείδησης περίμενα να βρω στο άρθρο σου, Γιώργο. Θα μου πεις: δεν ήταν το θέμα μου – έπρεπε να είναι κι αυτό».

Η επιστολή Καραγάτση (31.12.1954)

Αγαπητέ Γιώργο,

Αργά διάβασα το περί Κύπρου άρθρο σου στην «Καθημερινή». Χρέος μου να σε συγχαρώ για τη νηφαλιότητα των απόψεών σου. Το ότι δεν συμφωνώ σε πολλά σημεία (ιδίως σε ό,τι αφορά την προϊστορία των ελληνο-βρετανικών σχέσεων) δεν έχει σημασία. Ο αγοραίος όμως τρόπος –ο ενθυμίζω δηλιγιαννική πολιτική σαπρία– με τον οποίο έγινε ο εσωτερικός και ο εξωτερικός χειρισμός ενός τόσο σοβαρού εθνικού ζητήματος με έκανε, πολλές φορές, να αηδιάσω. Μισώ το πεζοδρόμιο. Μισώ την ψευδορρητορική πομφόλυγα. Μισώ την επιπόλαια ταρταρινική προκλητικότητα, που μας γελοιοποιεί ανεπανόρθωτα στη διεθνή γνώμη. Με κάτι τέτοιες ευτράπελες μπαλαφάρες ο παλαιοκομματισμός χαντάκωσε τις εθνικές μας επιδιώξεις, τον περασμένο αιώνα. Δυστυχώς η βρετανική πολιτική υπέθαλπε, στην Ελλάδα, αυτή την ευτράπελη πολιτική ατμόσφαιρα, που τόσο εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της. Οταν όμως οι Αγγλοι είδαν πως ο Ελευθέριος Βενιζέλος έδωσε τη σφραγίδα της σοβαρότητας στην πολιτική ζωή μας (και πως συνεπώς τα διαλυτικά τεχνάσματά τους δεν έπιαναν πια τόπο) με πολιτική ευστροφία αξιοθαύμαστη επήραν την Ελλάδα στα σοβαρά, και την οδήγησαν στην Τσατάλτζα και στη Σμύρνη. Οταν πάλι ξαναγινήκαμε πολιτικώς ευτράπελοι, οι Βρετανοί ξαναγύρισαν στην παλιά διαλυτική πολιτική τους. Και γεννιέται το ερώτημα: φταιν οι Βρετανοί που μας διαλύουν πολιτικώς; Ή εμείς που προσφερόμεθα βλακωδέστατα στη διαβρωτική επενέργεια των Βρετανών; Οι Αγγλοι κάνουν τη δουλειά τους· κι όπως ξέρεις, στις business συναισθηματισμοί δεν στέκονται...

Στο ζήτημα της Κύπρου έχουμε όλο το δίκιο με το μέρος μας. Μέσα στο σημερινό κυρίαρχο κλίμα της δημοκρατίας και της αυτοδιαθέσεως των λαών, ένας ήρεμος και σοβαρός πολιτικός χειρισμός θα μας οδηγούσε –αργά ίσως αλλά ασφαλώς– στην επιτυχία. Προτιμήσαμε το πεζοδρόμιο, τον κούφιο ψευδολυρισμό και τις φωνασκίες χυδαίων ρασοφόρων και ηλίθιων καθηγητάδων ενός δήθεν Πανεπιστημίου. Ετσι, γενήκαμε καταγέλαστοι. Σκατά!

Δικός σου

Μ. Καραγάτσης

Tuesday, July 1, 2008

ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ


Από τον Γκομπινό και τον Ζοζέφ ντε Μεστρ ώς τον Καρλ Σμιτ, τον Γιούνγκερ και τον Σελίν, το φλερτ του διανοούμενου και συγγραφέα με τον ρατσισμό έχει πολλές μορφές, διακυμάνσεις και εντάσεις. Ο άνθρωπος των γραμμάτων δεν είναι -τουλάχιστον πάντα- ένας ταγός που καθοδηγεί την ακατέργαστη μάζα ούτε ένας προφήτης (homo vates) που «βολιδοσκοπεί» το μέλλον ούτε βέβαια η συνείδηση του πλήθους που στην αιχμή της ανακεφαλαιώνονται οι βαθύτερες σκέψεις και λαχτάρες του. Αντίθετα, κάποιες στιγμές, οχυρωμένος πίσω από ένα πνεύμα μισαλλοδοξίας και παραλυτικού ανορθολογισμού, εκφράζει έμμεσα ή και απροκάλυπτα τον πιο αδιάλλακτο φυλετισμό του.
Στον Γιούνγκερ, για παράδειγμα, ο φυλετισμός είναι υπόγειος και έχει μια χροιά μυστικιστικής και μυητικής έξαρσης. Αυτό που αποθεώνεται είναι η ιδέα και η αξία της αυθυπέρβασης. Πώς; Με τον πόλεμο που σε βάζει στην κόψη του θανάτου, με το αλκοόλ που σε ρίχνει στη δίνη της απώλειας, με τα ναρκωτικά (μεσκαλίνη, χασίς, όπιο, LSD) που σε βυθίζουν στην εκστατική εμπειρία. Ο άνθρωπος νοείται μόνο ως ανύψωση και εξιδανίκευση. Αρα ό,τι τον κρατάει στα όρια του φυσικού είναι απεχθές. Ιδού ένας εκλεπτυσμένος ρατσισμός, λειασμένος από το αριστοκρατικό βερνίκι, που δεν ενοχοποιεί τη φυλή, αλλά τον άνθρωπο εν γένει. Ο τελευταίος, έξω από την οριακή εμπειρία, δεν είναι παρά ένα ασήμαντο στιγμιότυπο, κάτι σαν την εφήμερη αναλαμπή της πυγολαμπίδας, μια μύγα που χτυπιέται στα τζάμια μιας σφαλισμένης κάμαρας. Από την οπτική αυτή, το συγκεκριμένο άτομο χωνεύεται μέσα στην κοιλιά της αφαίρεσης, μεταβολίζεται σε έννοια. Οταν δεν βλέπεις ή δεν ψηλαφείς το απτό, το στόμα, τα χείλη, τα οφρυακά τόξα, το στέρνο, τους γοφούς, μένει μονάχα το γενικό σχήμα, το περίγραμμα. Κανένα όμως σχήμα δεν προκαλεί τον οίκτο μας. Η απογείωση από το υλικό και εμπράγματο προς την αποσκελετωμένη ιδέα ή έννοια είναι η αφετηρία του ρατσισμού.
Ο Σελίν, ένας ήδη καταξιωμένος συγγραφέας που το μυθιστόρημά του «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» άλλαξε τη μοίρα της γαλλικής πρόζας με την αναμόχλευση και αναδιάταξη της γλωσσικής έκφρασης, εισβάλλει αιφνιδιαστικά στον αντιεβραϊκό παροξυσμό με δύο λίβελους που δημοσιεύει: Αρες μάρες για μια σφαγή και το «Σχολείο των πτωμάτων». Μέσα σ' ένα παραλήρημα από λεκτικά περιττώματα που καταιονίζουν τα πρόσωπα των Εβραίων, η ράτσα αυτή κρίνεται υπεύθυνη για κάθε κακό που πλήττει τον κόσμο και βάζει ειδικότερα σε κίνδυνο τη φυλετική καθαρότητα των Γάλλων. Για τον Σελίν, η λύση τού, παγκόσμιου πια, εβραϊκού ζητήματος απαιτεί ολική «παστερίωση», «μυοκτονίες» και «απεντομώσεις». Ολος μάλιστα ο καταγγελτικός λόγος εκτυλίσσεται μέσα σε μια φαντασιωτική παράκρουση για συνωμοσίες, μηχανορραφίες, στοές, επιβουλές, αδικοπραγίες κ.ά. και εκφράζεται με αποσιωπητικά, θαυμαστικά, παύσεις, συγκοπές του λόγου, αυτοπροσαγορεύσεις κ.λπ. Στη γλωσσική αυτή βία υπόκεινται όλοι και όλα: Εβραίος ο Ρακίνας, Εβραίος ο Λουδοβίκος ΙΣΤ' ακόμα και ο Ζ. Μοράς, ιδρυτής της αντιδραστικής Action Francaise, και αυτός Εβραίος!
Πώς εξηγείται ένας συγγραφέας που υποτίθεται ότι ανήκει στην αναρχική Αριστερά, παρ' όλη βέβαια την αποστροφή του για τον κομμουνισμό, ένας άνθρωπος του λαού, ένας άθεος, ένας στιβαρός νατουραλιστής που δέχτηκε ακόμα και το εγκώμιο του Τρότσκι για το Ταξίδι του, τώρα να απανθρακώνει το παρελθόν του μέσα από τους σφοδρούς αντισημιτικούς λίβελους; Πολλοί, ανάμεσά τους και ο ομοϊδεάτης του L. Rabatet, γράφουν για μια ανεξήγητη λοξοδρόμηση που πρέπει να αποδοθεί σ' ένα είδος λογοτεχνικής φρενίτιδας (demence litteraire) και η οποία νομιμοποιεί μια σειρά από υπερβολές. Μιλούν, συνεπώς, για τη στιλιζαρισμένη του ευφράδεια, την τάση να παραμορφώνει, να συμπιέζει και να συνθλίβει τις έννοιες, να παραποιεί τα γεγονότα, να αλλάζει τους αριθμούς, να τροποποιεί, ταχυδακτυλουργικά, ακόμη και τις πληθυσμιακές απογραφές (ενώ επίσημα ο αριθμός των Εβραίων στο Παρίσι το 1936 είναι 174.000, αυτός μιλάει για 400.000). Πάντα όμως, όπως τονίζουν εμφατικά, στο πλαίσιο του λογοτεχνικού είδους που είναι ο λίβελος και πιο πέρα στην παράδοση της ραμπελιανής ρητορικής. Μήπως ο Σελίν γράφει ένα καινούργιο έργο με θέμα τους Εβραίους στη μεγάλη σκηνή της γαλλικής πολιτικής; Το κλίμα πάντως είναι πρόσφορο. Το Παρίσι είναι κατά 80% αντισημιτικό και ο Σελίν είναι γνήσιος εκπρόσωπός του. Ο Σελίν πέφτει κι αυτός θύμα της κοινόχρηστης αριθμητικής και της αφαίρεσης. Τι αφαιρεί από τον Εβραίο; Το βλέμμα. Κάθε απόχρωση, κάθε ιριδισμό, κάθε μαρμαρυγή που αντανακλά. Κρατάει αυτό που χαλκεύτηκε από τους αιώνες, δηλαδή τις συμβολικές ή εμβληματικές ιδιότητές του. Δεν υπάρχει ο άνθρωπος, αλλά ο σταυρωτής, ο τοκογλύφος, ο Σάιλοκ, ο συνωμότης του γνωστού πρωτοκόλλου της Σιών. Κι απέκει ταχύτατα η εσχατολογία μεταμορφώνεται σε σκατολογία, ο μεσσιανισμός σε ποταπή εμπορική μεσίτευση, η συναγωγή σε γιάφκα. Ο ρατσισμός είναι ένας κατεξοχήν ψυχολογικός μηχανισμός. Εχει όμως κι άλλες παραμέτρους. Γι' αυτό θα επανέλθω. *

[Ιδέες-τάσεις, Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΡΙΣΤΗΝΟΥ, Ελευθεροτυπία / 2, 28/06/2008]

Sunday, June 15, 2008

ΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΤΑ ΠΡΩΤΕΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ: ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ Η ΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ;

Ποιοι είναι οι πρωταγωνιστές του δημόσιου λόγου σήμερα; Είναι οι πολιτικοί; Είναι οι δημοσιογράφοι; Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό. Το σίγουρο είναι όμως ότι από αυτό το «παιχνίδι» του δημόσιου λόγου απουσιάζουν οι διανοούμενοι. Γνωρίζουμε όλοι την εμβληματική φωτογραφία του Ζαν Πολ Σαρτρ να μιλάει στους απεργούς της Ρενό, ανεβασμένος πάνω σε ένα βαρέλι.
Είναι μια φωτογραφία με διπλή σημασιοδότηση. Από τη μια η δύναμη των διανοουμένων· από την άλλη το τέλος των διανοουμένων. Δεν είναι τυχαίο ότι οι σημερινές κοινωνίες μας, τουλάχιστον οι δυτικές, χαρακτηρίζονται ως μιντιοκρατίες, γιατί τα μέσα διαμορφώνουν αυτό που ονομάζουμε «δημόσια ατζέντα». Ποιος έχει τα πρωτεία του λόγου: οι πολιτικοί ή οι δημοσιογράφοι; είναι ο τίτλος ενός πολύ ερεθιστικού τομιδίου ή καλύτερα «βιβλιδίου», με το οποίο εγκαινιάζει την παρουσία του ένας νέος εκδοτικός οίκος, «Το πέρασμα».
Το υλικό αυτού του βιβλίου προέρχεται από μια συζήτηση που έγινε μεταξύ δημοσιογράφων, επικοινωνιολόγων και πανεπιστημιακών, όχι ενώπιον κοινού αλλά «κεκλεισμένων των θυρών», ακριβώς για να υπάρξει μια οργανωμένη και συστηματική ανταλλαγή απόψεων πάνω στο κρίσιμο θέμα του ποιος έχει την εξουσία. Αλλωστε, δεν μπορεί να διαφωνήσει κανείς με τις εισαγωγικές φράσεις του βιβλίου, που διατυπώνονται στα Προλεγόμενα. «Κάθε φορά που επιχειρείται μια συζήτηση για την εξουσία, αυτή πάντοτε καταλήγει να είναι μια συζήτηση για το λόγο... Ο πυρήνας της εξουσίας βρίσκεται τελικά στο ερώτημα: ποιος έχει τα πρωτεία του λόγου;».
Στη συζήτηση συμμετείχαν ο δημοσιογράφος Τάκης Καμπύλης, που εργάζεται στην «Καθημερινή» και στο Σκάι, ο δημοσιογράφος Βασίλης Μουλόπουλος, διευθυντής σύνταξης του «Βήματος», ο επικοινωνιολόγος Λευτέρης Κουσούλης, ο καθηγητής στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιάννης Πανούσης, ο λέκτορας Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Παναγής Παναγιωτόπουλος, ο δημοσιογράφος και δικηγόρος Αντώνης Παπαγιαννίδης, διευθυντής του «Ελεύθερου Τύπου», ο δημοσιογράφος Μπάμπης Παπαπαναγιώτου, που εργάζεται στην τηλεόραση της ΝΕΤ και στο ραδιόφωνο του Αλφα, και ο δημοσιογράφος Δημήτρης Τσιόδρας, υπεύθυνος πολιτικού ρεπορτάζ της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας»... [ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ, ΤΟ ΒΗΜΑ, 15/6/2008]

Sunday, February 3, 2008

ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ

ΕΠΕΙΔΗ το παρακάτω κείμενο, του οποίου τη συνέχεια μπορείτε να διαβάσετε στο Βήμα [Διάλογος: Το δίλημμα των διανοουμένων], έχει κάποια συνάφεια με το δικό μου και συμβάλλει σ' έναν προβληματισμό, γι' αυτό και το επισημαίνω:

ΠΟΙΟΣ ΤΟΥΣ ΖΗΤΗΣΕ ΤΗ ΓΝΩΜΗ; [Α. ΓΙΑΚΟΥΜΑΚΑΤΟΣ, Το Βήμα, 3/2/2008]. Πού είναι οι διανοούμενοι; Πολλοί τους επικαλούνται αυτή την εποχή, με αφορμή τις συνθήκες αθλιότητας στις οποίες διάγει η δημόσια ζωή της χώρας. Γιατί οι διανοούμενοι δεν εκφράζονται, γιατί δεν παίρνουν θέση; Μήπως είναι και αυτοί μέσα στο παιχνίδι, λειτουργικά στελέχη της προϊούσας σήψης; Η μορφή του διανοουμένου δεν προσδιορίζεται με καρτεσιανή ακρίβεια αλλά έχει ανάγκη κάθε φορά προσδιορισμού, ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο καλείται να δραστηριοποιηθεί και να επηρεάσει.
Ο διανοούμενος - ή, για να απαλλαγούμε από τον ενδεχομένως ενοχλητικό όρο, ο σκεπτόμενος πολίτης - εκφράζεται και δρα στο εσωτερικό ενός συστήματος που λειτουργεί με όρους και κανόνες. Η δημόσια ζωή, η ίδια η δημοκρατία, είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη ενός οργανωμένου πλαισίου κανόνων, λειτουργιών και ορίων, καθώς και μιας κλίμακας αξιών που γίνεται ευρύτερα αποδεκτή ως «ηθικό πλαίσιο». Η έκφραση μιας γνώμης και, ακόμη περισσότερο, η ανάληψη μιας στάσης με ευρύτερη κοινωνική βαρύτητα κινούνται στο εσωτερικό αυτού του συστήματος.
Η «καταγγελία» και η ανάληψη προσωπικής ευθύνης για κάποιο θέμα σημαντικού δημόσιου ενδιαφέροντος έχουν τόσο μεγαλύτερη «διαδραστική» σημασία όσο οι προηγούμενα αποδεκτές «αξίες και αρχές» και οι συλλογικές ευαισθησίες παραμένουν ισχυρές, έστω πλειοψηφικές, στο κοινωνικό πλαίσιο αναφοράς…
  • Ο κ. Αντρέας Γιακουμακάτος είναι αναπληρωτής καθηγητής της Ιστορίας και Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.