Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, Τα Νέα, 08/05/2010
Συναρμολογώντας τις ψηφίδες της πλοκής αυτού του μυθιστορήματος, ο αναγνώστης βλέπει να προβάλλει σιγά σιγά το σχήμα ενός θρίλερ τρόμου, που μπροστά του θα ωχριούσαν πολλές αμερικανικές ταινίες και βιβλία του είδους. Αλλά για να το αντιληφθεί αυτό πρέπει να προχωρήσει πολύ την ανάγνωση, να φτάσει σχεδόν ώς το τέλος. Γιατί, κατά την προσφιλή τακτική της Ελένης Γιαννακάκη, οι ψηφίδες αυτές αναδύονται σποραδικά κι αιφνιδιαστικά σαν βραχονησίδες μέσα από το θολό πέλαγος ενός μακροσκελούς, συνειρμικού μονόλογου, που εκπορεύεται από τον αρνητικό πρωταγωνιστή της ιστορίας.
Τα τρία μυθιστορήματα που έχει δώσει ώς τώρα η Ρεθυμνιώτισσα καθηγήτρια της νεοελληνικής λογοτεχνίας, απόδημη εδώ και πολλά χρόνια σε διάφορες χώρες του κόσμου, παρουσιάζουν εντυπωσιακή ομοιογένεια στη θεματολογία. Κοινός παρονομαστής τους είναι το τέρας που μπορεί να κρύβει μέσα του ο σύγχρονος καθωσπρέπει, καλοβαλμένος, ευυπόληπτος ΄Ελληνας αστός και που- αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον- δεν είναι καμιά απωθημένη, ασύνειδη πλευρά ενός κατά τ΄ άλλα ενάρετου πολίτη, όπως στο δίπολο δρ Τζέκιλκύριος Χάιντ, αλλά φυσικό προϊόν της κανιβαλικά ηδονοθηρικής κουλτούρας της εποχής μας. Στο Περί ορέξεως και άλλων δεινών (2001), εκλεπτυσμένοι πανεπιστημιακοί με χόμπι τη γαστρονομία επιδίδονται σε σεξουαλικά όργια που έχουν θανάσιμη κατάληξη. Στο Τα χερουβείμ της μοκέτας (2006), μια νεόπλουτη φτάνει ώς τη δολοφονία για να διαφυλάξει την κοινωνική περιωπή και την επίπλαστη οικογενειακή γαλήνη της. Και τώρα, στο Σναφ, ένας νέος «καλής οικογενείας», εθισμένος στην εικονική πραγματικότητα των βιντεοπαιχνιδιών και του διαδίκτυου, αναπτύσσει κι εφαρμόζει μια δική του αισθητική του φόνου, ως υπέρτατη έκφραση της δύναμης του ανθρώπου-δη- μιουργού.Ο 34χρονος Μανούσος Νούσιας, ο ήρωας του μυθιστορήματος, διδάσκει νεοελληνικό πολιτισμό (τι ειρωνεία, όταν ο αναγνώστης θα το πληροφορηθεί!) στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Μεριμνά για την ακαδημαϊκή καριέρα του, φροντίζει τη μητέρα του, κάνει σχέδια για γάμο. ΄Ενας πολίτης υπεράνω υποψίας. Αυτό όμως στο τελευταίο κομμάτι του βιβλίου, που διαδραματίζεται σ΄ ένα σχετικά μακρινό μέλλον, το 2028. Στα προηγούμενα, έχουμε γνωρίσει έναν πολύ αλλιώτικο Νούσια. Στην πραγματικότητα, καθένα από τα τρία μέρη του μυθιστορήματος αφηγείται, δια στόματος του ίδιου του Νούσια, μία μέρα από τη ζωή του σε διαφορετικές ηλικίες. Την πρώτη, τον Αύγουστο του 2008, είναι δεκατετράχρονος έφηβος στο Ρέθυμνο, τη δεύτερη, τον Αύγουστο του 2014, εικοσάχρονος φοιτητής στην Αθήνα και την τρίτη, τον Ιούνιο του 2028, ο ανεπίληπτος νέος επιστήμονας που περιγράψαμε.
Σ ε μια βόλτα με το ποδήλατο, ο έφηβος Μανούσος γίνεται μάρτυρας ενός θανατηφόρου τροχαίου και το καταγράφει μ΄ ενθουσιασμό στο κινητό του, με σκοπό να κάνει φιγούρα στους φίλους του, που δεν τον έχουν περί πολλού. Δεν ξέρει ότι ο άνδρας που καίγεται μέσα στο αυτοκίνητο είναι ο ίδιος ο πατέρας του. Θα το μάθει λίγο αργότερα, και το σοκ της είδησης θα συνοδευτεί από άλλες, βαριές αποκαλύψεις για την κρυφή ζωή και των δύο γονιών του (η υποκρισία και η ηθική διάβρωση των ελληνικών αστικών οικογενειών είναι ένα παράλληλο μοτίβο στην τερατογονία που ξετυλίγουν τα μυθιστορήματα της Γιαννακάκη).[...] ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
Sunday, May 9, 2010
Οι κανίβαλοι δραπετεύουν από τον κυβερνοχώρο
Saturday, January 16, 2010
Ανταύγειες σε μια σκοτεινή βιτρίνα
Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, ΤΑ ΝΕΑ, 16/01/2010
Παραμονή Χριστουγέννων, η Εύα πηγαίνει με τον άνδρα της σ΄ ένα πάρτι, που γίνεται σ΄ ένα κλαμπ στου Ψυρρή. Ο γάμος τους έχει αρχίσει από καιρό να ραγίζει. Πιο πρόσφατο ράγισμα ο καβγάς τους λίγες ώρες πριν, επειδή η Εύα σήκωσε λεφτά από τον κοινό λογαριασμό τους για να μπορέσει να μεταφέρει τον άρρωστο πατέρα της από το νοσοκομείο σ΄ έναν οίκο ευγηρίας. Στο πάρτι η Εύα βλέπει γύρω της υπέροχα ζουζούνια με χρυσό καύκαλο, ερωτοτροπεί στις τουαλέτες μ΄ έναν νεαρό συγγραφέα, στον οποίο δίνει το νούμερο του κινητού της, βλέπει να καταρρέει μπροστά της ένας πληβείος που είχε τρυπώσει στο κλαμπ με την παρέα του για να γεμίσουν τις τσέπες τους με φαγητά, φεύγει από το κλαμπ μόνη κι ελαφρώς πιωμένη (ή φτιαγμένη), χάνεται στα σοκάκια, γνωρίζει μια τροτέζα και τη φίλη της, τις ακολουθεί σ΄ ένα δωμάτιο ενός άθλιου ξενοδοχείου, κάθεται εκεί μαζί τους και με δύο άνδρες, από τους οποίους ο ένας είναι πορτοφολάς, ακούει τις παράξενες ιστορίες του, περιμένει μάταια να έρθει ο νεαρός συγγραφέας στο ραντεβού που της έδωσε, φεύγει από το ξενοδοχείο, τηλεφωνεί στη στενότερη φίλη της και της ζητάει να τη δει επειγόντως, τη συναντάει- ξημερώματα πια- σε μια καφετέρια κάπου πέρα από το Χίλτον, προσπαθεί να της μιλήσει γι΄ αυτό που της συμβαίνει, αλλά δεν μπορεί ούτε βρίσκει ενθάρρυνση, και τελικά γυρίζει στο σπίτι της, με τη βεβαιότητα ότι «τώρα ήξερε τι έπρεπε να κάνει». Μια χριστουγεννιάτικη ιστορία που ειρωνεύεται το πνεύμα των Χριστουγέννων; Μια underground παραλλαγή της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων; Μια σύγχρονη εκδοχή του «πειρασμού της Εύας»; Πιθανόν όλα αυτά μαζί. Προπαντός, όμως, το καινούργιο μυθιστόρημα της ΄Ερσης Σωτηροπούλου θυμίζει την Ονειρική νουβέλα του Σνίτσλερ, ιδιαίτερα την κινηματογραφική διασκευή της από τον Κι ούμπρικ, το Μάτια ερμητικά κλειστά. Υπάρχει κι εδώ στην αρχή ένα γκλαμουράτο χριστουγεννιάτικο πάρτι. Υπάρχει κι εδώ ένας γάμος σε λανθάνουσα κρίση. Κι εδώ επίσης ο ένας σύζυγος περιπλανιέται τη νύχτα σ΄ έναν αλλόκοτο, νοσηρά δελεαστικό κόσμο, γεμάτο προκλήσεις που ενεργοποιούν ανομολόγητες επιθυμίες του. Όπως και στην ταινία, μισοαφήνεται σ΄ αυτές και μισοαντιστέκεται. Και υπάρχει, επιπλέον, ένα παρόμοια ανοιχτό, διφορούμενο τέλος σε ό, τι αφορά το μέλλον της συζυγικής σχέσης, παρόλο που εδώ το τέλος αυτό είναι ακόμα πιο σκοτεινό απ΄ ό, τι στην ταινία ή στη νουβέλα, αν δεν είναι μάλιστα δυσοίωνο.
Άπαξ και αντιληφθούμε την ομοιότητα (υπερβολικά έντονη και συνεχή άλλωστε για να μη την προσέξουμε), τίθεται το ερώτημα αν έχουμε να κάνουμε απλώς με μια προσαρμογή του λογοτεχνικού ή του κινηματογραφικού πρότυπου στα καθ΄ ημάς, κάτι δηλαδή σαν λογοτεχνικό παιχνίδι, ή αν η Σωτηροπούλου μάς λέει κάτι διαφορετικό. Οπωσδήποτε το μοτίβο ενός σχεδόν ονειρικού, αλλόκοτου, παραβατικού εξωτερικού κόσμου, ο οποίος λειτουργεί ως προβολή ενός ταραγμένου υποσυνείδητου, είναι πολύ προσφιλές σ΄ αυτή τη συγγραφέα. Το κλίμα της Ονειρικής νουβέλας ή του Μάτια ερμητικά κλειστά τής ταιριάζει γάντι! Και οι σκηνές από την παρακμιακή Βιέννη της δεκαετίας του 1920 στη νουβέλα ή από την όχι λιγότερο παρακμιακή (αλλά περισσότερο έκλυτη) Νέα Υόρκη του lifestyle στην ταινία βρίσκουν ένα προσφυές αντίστοιχο στη νυχτερινή περιπλάνηση της Εύας ανάμεσα στο συβαριτικό πάρτι και τους δρόμους με τις πόρνες και τους τραβεστί κάτω από την Αθηνάς. Ορισμένες πένθιμες πινελιές φθοράς κι επικείμενης αποσύνθεσης έχουν εδώ μια περισσότερο υπαινικτική, αλλά και περισσότερο απτή μορφή, σχηματίζοντας παράξενα υποβλητικές εικόνες: το ισοδύναμο π.χ. του ΑΙDS, από το οποίο αποκαλύπτεται ότι πάσχει η συμπαθητική νεαρή πόρνη στην ταινία (στη νουβέλα πρόκειται φυσικά για σύφιλη), είναι η ξεκούμπωτη ζαρτιέρα της τροτέζας, που κρέμεται ανάμεσα στα μπούτια της.
Υπάρχει όμως διαφορά προοπτικής; Υπάρχει. Τόσο στη νουβέλα του Σνίτσλερ όσο και στην ταινία του Κιούμπρικ πρωταγωνιστεί ένας ευσυνείδητος αστός με συγκροτημένη προσωπικότητα και συμπαγές ήθος, τυφλός όμως στονεσώτερο εαυτό του και στο έλλειμμα επικοινωνίας με τη γυναίκα του, τα οποία θα του φανερωθούν μ΄ ένα σοκ κατά τη διάρκεια του οδοιπορικού του σ΄ έναν νυχτερινό κόσμο απαγορευμένων ηδονών. Αντίθετα, η Εύα της Σωτηροπούλου είναι εξαρχής μια θραυσματική φιγούρα με σπασμωδικές αντιδράσεις και μόνο μία βεβαιότητα: ότι κάτι δεν πάει καλά με τον γάμο της ή γενικά με τον εαυτό της. Η συνάντησή της με τον ζοφερό κόσμο του περιθωρίου δεν μπορεί να την αποσταθεροποιήσει (αφού δεν υπάρχει εδώ τίποτα ν΄ αποσταθεροποιηθεί) ούτε της αποκαλύπτει κάτι που δεν ξέρει. Ο κόσμος αυτός λειτουργεί απλώς ως μεταφορική εικόνα του εσωτερικού της τοπίου. ΄Οσο δυνατή και αν είναι η λογοτεχνική περιγραφή του, δεν δρα ως καταλύτης, αν και μπορεί η συγγραφέας να ήθελε το αντίθετο.
Στην παραγωγή αυτής της διαφοράς παίζει βέβαια ρόλο και το γεγονός ότι το αφηγηματικά κυρίαρχο πρόσωπο του ζευγαριού είναι εδώ η γυναίκα. Έτσι κι αλλιώς όμως οι χαρακτήρες της Σωτηροπούλου έχουν πάντα ρευστό περίγραμμα και θολό ψυχισμό, απ΄ όπου αναδύονται κάθε τόσο αινιγματικές παρορμήσεις, φευγαλέα αισθήματα και ανεξιχνίαστες εντυπώσεις των αισθήσεων. Τα χιμαιρικά χρυσά ζουζούνια που βλέπει η Εύα στο πάρτι και, λίγο αργότερα, πίσω από τη βιτρίνα ενός κλειστού μαγαζιού ή, πάλι, το φασματικό πράσινο βουνό που υψώνεται ξαφνικά πίσω από τα παράθυρα του νοσοκομείου είναι άραγε μετωνυμίες μιας ανέφικτης ευτυχίας; Η ενοχική ταύτιση της Εύας με τον κλέφτη τον οποίο εμπόδισε κάποτε να διαφύγει με το πορτοφόλι της είναι άραγε μετάθεση των ενοχών της για την ενδεχόμενη αδυναμία της να δώσει κάτι από τον εαυτό της στους άλλους; ΄Η μήπως είναι η υποσυνείδητη επιθυμία της ν΄ απαλλαγεί από κάτι, από έναν τρόπο ύπαρξης που την αφήνει άδεια; Κι εκείνο το γριφώδες τέλος- τι ήξερε η Εύα ότι έπρεπε να κάνει γυρίζοντας στο σπίτι της, όταν έχουν μόλις προηγηθεί κάποιες περίεργες αναφορές σ΄ ένα σκυλί που γκρεμίστηκε ή το γκρέμισαν παλιά κάποιοι στον ακάλυπτο από τον εξώστη του διαμερίσματός της;
Μόνον υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε, όχι να μαντέψουμε. Η Εύα, όπως σχεδόν πάντα οι χαρακτήρες της Σωτηροπούλου, μένει ώς την τελευταία στιγμή απόλυτα αδιαφανής. Το περιστατικό στο κοσμικό πάρτι με την κατάρρευση (και πιθανώς τον θάνατο) του πεινασμένου παρείσακτου αναστατώνει ξαφνικά το κλίμα ξέφρενου και αναίσθητου ευδαιμονισμού. Και αυτό επίσης το επεισόδιο έχει το αντίστοιχό του στο Μάτια ερμητικά κλειστά, με το «τιναγμένο» από υπερβολική δόση κολ γκερλ. Εδώ όμως είναι πολύ πιο δραματικό και παραπέμπει σε μια ακραία κοινωνική δυστυχία «εκεί έξω». Μόνο που η Σωτηροπούλου δεν παρακολουθεί ούτε ξαναπιάνει αυτό το νήμα και θα ήταν παράξενο αν το έκανε, με δεδομένη τη συγγραφική ιδιοσυγκρασία της. Είναι και αυτό το συμβάν μια από τις πολλές αλλόκοτες σκηνές και καταστάσεις που ζει η Εύα τη νύχτα των Χριστουγέννων και που εγγράφονται στη συνείδησή της παρατακτικά, χωρίς τάση (ή δυνατότητα) συναισθηματικής επεξεργασίας από τη μεριά της. Εκείνο που μένει σαν επίγευση από το βιβλίο είναι μια παγερή αίσθηση ακατόρθωτης επικοινωνίας, αποξένωσης και διάλυσης του εαυτού.
Το γνωρίζουμε αυτό από τα προηγούμενα βιβλία της Σωτηροπούλου. Όπως επίσης έχουμε συνεπαρθεί επανειλημμένα από τη σκοτεινή σαγήνη των εικόνων της φαντασίας της. Αρκούν όμως αυτά;
Saturday, January 9, 2010
Υποθήκες, υπολήψεις, υποσχέσεις
Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010
Τον Χρήστο Λαμπράκη τον είδα δυο ή τρεις φορές όλες κι όλες, τυχαία και φευγαλέα, στο φουαγιέ του καινούργιου κτηρίου του ΔΟΛ στη Μιχαλακοπούλου. Μόνο μία φορά «ανακατεύτηκε» στη δουλειά μου, με τρόπο που ήταν αρκετός για να εκτιμήσω το ήθος του. Κάποτε, πάνε πολλά χρόνια, βρήκα ανάμεσα στα δεκάδες βιβλία και γράμματα που με περίμεναν στο γραφείο ένα ιδιόγραφο σημείωμά του, το οποίο δεν απευθυνόταν όμως σ΄ εμένα και προφανώς είχε παραπέσει εκεί. ΄Ηταν το προσχέδιο απαντητικής επιστολής του σε μια σημαίνουσα κυρία, με την οποία είχε συναντηθεί λίγες μέρες πριν στο Μέγαρο Μουσικής και η οποία του έστειλε κατόπιν ένα λογοτεχνικό πόνημά της, με την παράκληση να βοηθήσει στην προβολή του. Το σημείωμα έλεγε: «Αγαπητή μου κυρία (τάδε). Χάρηκα τη συζήτησή μας στο Μέγαρο. Σας ευχαριστώ θερμά για τα καλά σας λόγια και για το βιβλίο που μου στείλατε. Κριτικός λογοτεχνίας στην εφημερίδα μας είναι ο κύριος (ακολουθούσαν παύλες, για να συμπληρωθεί το όνομα από τη γραμματέα) και θα διαβιβάσω το βιβλίο σας σ΄ εκείνον». Τίποτε άλλο. Ο Χρήστος Λαμπράκης, δηλαδή, έβαζε με τακτ την κυρία στη θέση της. Εγώ, της έλεγε, δεν μπορώ να επιτρέψω στον εαυτό μου άλλο από το να σας παραπέμψω στον αρμόδιο. Ο οποίος αρμόδιος, πρέπει να προσθέσω, ούτε πίεση ή υπόδειξη δέχτηκε να επαινέσει το βιβλίο ούτε επίπληξη αργότερα, επειδή έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος ν΄ ασχοληθεί με αυτό στη στήλη του. Γι΄ αυτό αγανακτούσα πάντα, όταν άκουγα ότι ο Λαμπράκης ανεβοκατέβαζε ονόματα από τις πολιτιστικές σελίδες των «Νέων». Μου έχει συμβεί μάλιστα να με προειδοποιήσουν συγγραφείς που υποτίθεται πως βρίσκονταν σε κάποια μαύρη λίστα ότι δεν θα μου επιτρεπόταν να τους αναφέρω καν. Ε, λοιπόν, έγραψα εκτενή κι ενθουσιώδη κείμενα γι΄ αυτούς, που δημοσιεύτηκαν χωρίς ποτέ κανείς στην εφημερίδα να μουτρώσει, έστω...
Η γραφομανία των ημερών μας έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, που ίσως δεν έχει προσεχτεί όσο θα έπρεπε. Και αυτό δεν είναι η ποσότητα των βιβλίων που παράγονται ούτε καν η ποιότητά τους. Είναι το καινούργιο είδος κινήτρων που φαίνεται πως έχουν οι επίδοξοι λογοτέχνες. Κάποτε, ποιητές και πεζογράφοι που κατείχαν κάποιο δημόσιο αξίωμα ή εξασκούσαν ένα επάγγελμα περιωπής (αρκετοί από αυτούς έμελλε ν΄ αποκτήσουν σημαντική θέση στα ελληνικά γράμματα) τύπωναν τα βιβλία τους με ψευδώνυμο, για να μην αμφισβητηθεί από τον κόσμο η σοβαρότητά τους και τρωθεί η επαγγελματική υπόληψή τους. Σήμερα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο: πολιτικοί, δικαστές, γιατροί, καθηγητές πανεπιστημίου, δικηγόροι, διπλωμάτες, δημοσιογράφοι, τραγουδιστές, τηλεοπτικοί σταρ καταφεύγουν όψιμα στη λογοτεχνία, με το πραγματικό όνομά τους, επιζητώντας προφανώς μια αναγνώριση που αισθάνονται πως δεν τους εξασφαλίζει η επαγγελματική σταδιοδρομία τους. Αυτό καταδεικνύει την πλήρη απαξίωση των θεσμών στην κοινωνία μας. Η λογοτεχνία, από πόρνη που ικανοποιούσε ανομολόγητα βίτσια, έφτασε να θεωρείται η άμωμη ιέρεια που αποκαθαίρει τους πιστούς από τα αμαρτήματά τους και τους χαρίζει μια καινούργια, φωτεινή υπόσταση «εν μέσω των ανθρώπων».Η νεότευκτη (βρίσκεται στο τρίτο τεύχος) Τhe Αthens Review of Βooks (Αθηναϊκή Επιθεώρηση του Βιβλίου) ξεχωρίζει ευχάριστα στον χώρο των εντύπων που είναι αφιερωμένα στο βιβλίο. Με το μεγάλο
- Για την Έλλη Παππά, που έφυγε πρόσφατα, αισθανόμουν πάντοτε θαυμασμό και, παρόλο που δεν τη συνάντησα ποτέ, ένα είδος συμπάθειας από εκείνη που μόνον η άμεση, προσωπική επαφή με κάποιον μπορεί να γεννήσει. Δεν ήταν μόνο το πολιτικό σθένος της και η ακατάβλητη αξιοπρέπειά της σ΄ ολόκληρη τη γεμάτη ακραίες δοκιμασίες ζωή της. ΄Ηταν προπαντός η καθαρότητα της σκέψης και η στιβαρή, αλλά ούτε μια στιγμή κραυγαλέα ανθρωπιά που αποπνέουν τα βιβλία της. Αυτό το αποπαίδι, που γνώρισε από νωρίς τη στέρηση, τις διώξεις, την ανάσα του θανάτου, τον τραγικό χωρισμό από τον αγαπημένο της σύντροφο, τη φυλακή, την περιθωριοποίηση από τους συναγωνιστές της, αυτή η αποσυνάγωγη όλων των ιερατείων κατάφερε να μορφωθεί μόνη της, σε μεγάλο πλάτος και βάθος, και ν΄ αναπτύξει μια αξιοζήλευτα ανεξάρτητη σκέψη, χωρίς να χάσει ποτέ την πίστη της στις ουμανιστικές αρχές του κομμουνισμού, αλλά και χωρίς να υποτάξει ποτέ τη φωνή της σε κομματικές σκοπιμότητες ή να καταφύγει σε βολικές σχηματοποιήσεις της πραγματικότητας. Το κείμενο Η κάθοδός μου στον Άδη, που δημοσιεύτηκε πριν από λίγες βδομάδες σε τομίδιο από το Μορφωτικό ΄Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης και περιλαμβάνεται στο υπό έκδοσιν (από το ΕΛΙΑ) Αρχείο της Έλλης Παππά, είναι ένας βαθύτατα συγκινητικός και, όπως όλα τα γραφτά της, ψύχραιμος και διαυγής στοχασμός πάνω σ΄ ένα όνειρό της που έμοιαζε με προμήνυμα θανάτου. Σε μια εποχή που η «γυναικεία γραφή» ταυτίζεται με την αισθηματολογία, την ομφαλοσκοπία και τον ιδιωτισμό, η Έλλη Παππά, απόλυτα και θελκτικά γυναίκα στο γράψιμό της, μας υπενθυμίζει με το παράδειγμά της ότι η φύση δεν προόρισε τη γυναικεία ευαισθησία να εξαντλείται σ΄ ερωτικές αγωνίες, οικογενειακούς μικρόκοσμους και μυστικοπαθείς υποκειμενισμούς.
σχήμα της, τα απλωμένα κείμενα, τις λιγοστές διαφημίσεις, την ανεξάρτητη χρηματοδότηση, την ύλη της, που περιλαμβάνει όχι μόνο βιβλιοκριτικές αλλά και αναλύσεις για θέματα της πολιτικής, της ιστορίας, της επιστήμης, των γραμμάτων και των τεχνών, μοιάζει εκ πρώτης όψεως με ρομαντικό εγχείρημα, συμπαθητικά αλλά ανεδαφικά παλιομοδίτικο. Στην πραγματικότητα όμως έχει παρεμβατικό χαρακτήρα και συλλαμβάνει σωστά, τόσο με τη μορφή όσο και με το περιεχόμενό της, το αναζωογονημένο ενδιαφέρον για ουσιαστικές συζητήσεις γύρω από πολιτιστικά ζητήματα στη μετα-lifestyle εποχή. Οποιοσδήποτε έχει κάποια σχέση με τον πολιτισμό και το διάβασμα δεν μπορεί παρά να της ευχηθεί καλή επιτυχία και μακροημέρευση, όχι από εθιμοτυπική ευγένεια αλλά με την πεποίθηση ότι το συμφέρον της είναι και δικό του συμφέρον.
Ας μου επιτραπούν ωστόσο ορισμένες παρατηρήσεις, που ελπίζω να μη θεωρηθούν κακόπιστες. Παρά τον διακηρυγμένο πλουραλισμό της, η επιθεώρηση αποκλείει, επίσης διακηρυγμένα, τα «άκρα» και, όπως φαίνεται από τη μεγάλη πλειονότητα των κειμένων που φιλοξενεί, κινείται στη γραμμή ενός σοσιαλφιλελεύθερου ευρωπαϊσμού. Προσωπικά, αισθάνομαι κοντά σ΄ αυτές τις ιδέες. Αλλά, όταν πρόκειται για ζητήματα πολιτισμού ή για καινούργια κοινωνικά φαινόμενα, η προσέγγισή τους θα έπρεπε να γίνεται με μια ευαισθησία που να μπορεί να υπερβαίνει τις καταστατικές αρχές και τα αναλυτικά εργαλεία οποιασδήποτε παγιωμένης ιδεολογίας, όσο ευρύχωρη και αν είναι αυτή. Υπάρχει στην επιθεώρηση μια τάση για στατικές θεωρήσεις, για προβλέψιμες απόψεις, που τακτοποιούν υπερβολικά εύκολα τις αντιφάσεις και τις εκπλήξεις της πραγματικότητας, χωρίς ν΄ αφήνουν περιθώριο για την απορία. Αυτό είναι εμφανές και στις λογοτεχνικές κριτικές, όπου μια αποστεωμένη και ώρες ώρες ταλιμπανικά μονολιθική πολιτική ορθότητα προσπαθεί να φέρει στα μέτρα της τα λογοτεχνικά έργα, αρνούμενη την πολυσημία τους (τουλάχιστον τις πιο άβολες πλευρές της), είτε όταν τα επικρίνει είτε και όταν τα επαινεί. Κάποιες από αυτές τις αδυναμίες (όπως τις αντιλαμβάνομαι εγώ) μπορεί να εξαλειφθούν ή έστω να περιοριστούν στην πορεία, κάποιες άλλες μάλλον όχι.
Οπωσδήποτε, θα το ξαναπώ, έχουμε να κάνουμε μ΄ ένα περιοδικό που προορίζεται για διάβασμα, όχι για ξεφύλλισμα ή για διαγώνιες τσουλήθρες του ματιού στις σελίδες του.
Thursday, December 24, 2009
Τέλος δεκαετίας, τέλος εποχής;
Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, ΤΑ ΝΕΑ, Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2009
Το 2009 ήταν η πιο ενδιαφέρουσα χρονιά της λήγουσας δεκαετίας για την ελληνική πεζογραφία. Ναι μεν στα νούμερα εξακολουθεί να δεσπόζει η ροζ παραλογοτεχνία με τα μόνιμα μοτίβα της- ψευτορομαντικούς έρωτες, προδομένες γυναίκες, σπαραξικάρδια δράματα δωματίου κ.λπ. Παράλληλα όμως εμφανίστηκαν περισσότερα σημαντικά μυθιστορήματα από κάθε άλλη χρονιά της δεκαετίας. Και προπαντός, το σημαντικό εδώ δεν μετριέται μόνο με αισθητικούς όρους αλλά και με την τόλμη των συγγραφέων να συγκρουστούν με κυρίαρχα ιδεολογήματα, δοξασίες και ταμπού της ελληνικής κοινωνίας, στο όνομα μιας ανανεωμένης και διευρυμένης προβληματικής γύρω από την ανθρώπινη κατάσταση, σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο. Το ότι σε ορισμένες περιπτώσεις τα έργα αυτά προκάλεσαν οργίλες ή και βίαιες αντιδράσεις, πολύ πέρα από τα όρια της λογοτεχνικής κοινότητας, και ότι ανάλογα φαινόμενα είχαν παρατηρηθεί επίσης πέρσι, αποτελεί σαφή ένδειξη ότι η λογοτεχνία ξαναποκτά σιγά σιγά πολιτισμική κρισιμότητα και η πρόσληψή της γίνεται υπολογίσιμος παράγοντας στον γενικότερο αναβρασμό της εποχής, έπειτα από μια αρκετά μακρά περίοδο δικής της εσωστρέφειας ή κλίματος συναινετισμού κι εφησυχασμού στον κοινωνικό της περίγυρο.
Δεν μιλάμε, φυσικά, για συνολική στροφή. Θα δούμε πιο κάτω ότι συνεχίστηκαν και φέτος τάσεις με πολύ διαφορετικό προσανατολισμό, ακόμα και αδράνειες που απογοητεύουν. Εκείνο που ξεχωρίζει τη φετινή χρονιά από τις προηγούμενες είναι ότι τα μεμονωμένα, άλλοτε, δείγματα μιας λογοτεχνίας που δεν φοβάται τα μεγάλα θέματα, τον κριτικό αναστοχασμό, τα πρωτότυπα ερωτήματα όχι μόνον αυξήθηκαν απότομα αλλά και συζητήθηκαν περισσότερο απ΄ όσο βιβλία γνωστότερων συγγραφέων που κινήθηκαν, οσοδήποτε επιδέξια, μέσα σε γνώριμα πλαίσια.
Το 2009 είχαμε, λοιπόν, τουλάχιστον πέντε μείζονα μυθιστορήματα, με την έννοια της θεματικής επιλογής, της οπτικής του συγγραφέα και του λογοτεχνικού χειρισμού του θέματος. Μπροστά μπροστά βάζω το Κόκκινο στην πράσινη γραμμή του Βασίλη Γκουρογιάννη και το Στην απέναντι όχθη του Τηλέμαχου Κώτσια. Το πρώτο ξεβολεύει την εθνική μνήμη ανακαλώντας έναν άδοξο πόλεμο, επιμελώς απωθημένο πίσω από τους επίσημους όρους «πραξικόπημα» και «τουρκική εισβολή», και θέτει βασανιστικά ερωτήματα προς πολλές πλευρές, όχι μόνον αυτές που αισθάνθηκαν θιγμένες από το βιβλίο. Το δεύτερο αφηγείται την εφιαλτική περιπέτεια της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία υπό το κομμουνιστικό καθεστώς χωρίς ίχνος εθνικιστικού μανιχαϊσμού ή μελοδραματισμού, κατορθώνοντας να την παρουσιάσει ως οικουμενικά συγκινητικό δράμα μιας κοινότητας που η μοίρα της να ζει κάτω από μια ξένη, στυγνή εξουσία τη φέρνει αντιμέτωπη με τρομακτικά διλήμματα.
Πολύ κοντά, με αξιολογικούς όρους, σ΄ αυτά τα δύο βιβλία τοποθετώ το Επιστροφή του Μιχάλη Μοδινού (συγγραφέα του τόσο ξεχωριστού Ο Μεγάλος Αμπάι), που παρακολουθεί την αναμέτρηση ενός απογοητευμένου ιδεολόγου αφ΄ ενός με το παρελθόν του, αφ΄ ετέρου με τη ραγδαία αλλαγή του ειδυλλιακού τοπίου των παιδικών χρόνων του, και την τελική επανένταξή του στη ζωή μέσα από τη λυτρωτική υποδοχή εντός του τού Λόγου της φύσης· το Ο μύθος του Ηρακλή Σπίλου του Νίκου Κουνενή, που σατιρίζει με μοναδική ευρηματικότητα κι ευστροφία τα κανιβαλικά ήθη της τηλεοπτικής δημοκρατίας μας· και το Λόγια φτερά του Χρήστου Χωμενίδη, που με τη γνωστή αφηγηματική πληθωρικότητά του, αλλά με μια αναπάντεχη θεματική στροφή, τολμά να παρουσιάσει μια αρχαία Ελλάδα απογυμνωμένη από το άκαμπτο και απόκοσμο μεγαλείο της τυποποιημένης εικόνας της, αλλά τόσο άναρχα ζωντανή ώστε μόνον η τέχνη μπορεί να τη δαμάσει δίνοντάς της σχήμα.
Στο μυθιστόρημα του Γκουρογιάννη υφέρπει ένα αίσθημα συλλογικής ενοχής. Αυτό το αίσθημα, που το οξύνει η συνάντηση με την αλήθεια του άλλου (του εθνικού εχθρού, του αλλόθρησκου, του μετανάστη), το συναντάμε και σε άλλα φετινά πεζογραφήματα. Π.χ. στη νουβέλα του Δημήτρη Νόλλα Ναυαγίων ναυάγια, όπου μια νησιώτικη κοινότητα κατατρύχεται από τύψεις για τον θάνατο μιας μετανάστριας, ο οποίος μπορεί και να οφείλεται σε ατύχημα· στο μυθιστόρημα του Νίκου Δαββέτα Η Εβραία νύφη, όπου οι δύο πρωταγωνιστές βαρύνονται από συμμετρικά «προπατορικά αμαρτήματα»: συνεργάτης των Γερμανών στην εξόντωση των Εβραίων της Ελλάδας ο πατέρας της κοπέλας, ρίψασπις κι εξωμότης αριστερός ο πατέρας του άνδρα· ή στο μυθιστόρημα της Ρέας Γαλανάκη Φωτιές του Ιούδα, στάχτες του Οιδίποδα, όπου η άφιξη μιας Ελληνοεβραίας δασκάλας σ΄ ένα χωριό της Κρήτης δοκιμάζει το περιεχόμενο των παραδοσιακών εθίμων. Και αυτό επίσης το φαινόμενο είναι ενδιαφέρον και πρωτόγνωρο στην ελληνική πεζογραφία, ένδειξη στροφής προς μια πιο αυτοκριτική στάση, που προσιδιάζει στις ώριμες κοινωνίες.
Από τους λοιπούς «ζώντες κλασικούς» της λογοτεχνίας μας, ο Μένης Κουμανταρέας δεν άργησε καθόλου να επανεμφανιστεί, με τη νουβέλα Σ΄ ένα στρατόπεδο άκρη στην ερημιά, που σ΄ ένα ονειρικό σκηνικό (κάτι κάθε άλλο παρά ξένο σ΄ αυτόν τον «ρεαλιστή» συγγραφέα) αναπτύσσει μερικά από τα προσφιλή μοτίβα του, όπως η ευθραυστότητα της ομορφιάς και το αβέβαιο πεπρωμένο της τέχνης. Στο αφήγημα Graffito, με την ένδειξη «μυθιστόρημα», ο Παύλος Μάτεσις λύνει τα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας μ΄ ένα ολοκαύτωμα των βουλευτών και των υπόλοιπων φαύλων στην Πλατεία Συντάγματος. Η Ζυράννα Ζατέλη, με Το πάθος χιλιάδες φορές, έδωσε το δεύτερο μέρος της τριλογίας της Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους. Το πρόβλημα των ογκωδών μυθιστορημάτων αυτής της τόσο ξεχωριστής συγγραφέως είναι, κατά τη γνώμη μου, ότι στην ατέλειωτη ροή τους το παράξενο, το ανορθόδοξο τείνει να γίνει με την επανάληψη συμβατικό, ο ερμητικός κόσμος της πνιγηρός μάλλον παρά μαγευτικός, κάτι που δεν συνέβαινε στα πρώτα, συντομότερα κι ελλειπτικότερα κείμενά της. Στον δικό της μαγικό κόσμο, με τη θραυσματική υφή και τη νοσηρή σαγήνη του, μας παρασύρει η ΄Ερση Σωτηροπούλου μέσα από τη χριστουγεννιάτικη περιπλάνηση της Εύας της στις κακόφημες περιοχές του κέντρου της Αθήνας.Το ιστορικό μυθιστόρημα, το αστυνομικό μυθιστόρημα, εσχάτως και το μαθηματικό μυθιστόρημα φαίνεται πως ωθούν νομοτελειακά προς τη συγγραφική εξειδίκευση (τουλάχιστον στην τελευταία περίπτωση αυτό είναι εύλογο). Τα ιστορικά μυθιστορήματα δίνουν σήμερα ιδιαίτερη σημασία στο να πείσουν για την καλή τους προαίρεση, ήγουν την ευθυγράμμισή τους με την πολιτική ορθότητα του καιρού μας, προβάλλοντάς την (εκ του ασφαλούς, θα λέγαμε) σε μια πολύ παλιότερη εποχή. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Ιμαρέτ του Γιάννη Καλπούζου (φετινό Βραβείο Αναγνωστών). ΄Εχει και η πολυπολιτισμικότητα τη μανιέρα της. Πρέπει να σημειώσουμε όμως ότι τέτοια βιβλία θα ήταν δύσκολο να γραφτούν πριν από δέκα-δεκαπέντε χρόνια και σχεδόν αδύνατο να γίνουν αποδεκτά από το ευρύ κοινό.
Πάντως, και το ιστορικό μυθιστόρημα «θέλει τον Γερμανό του» για να ξεγλιστράει από τις παγίδες. Ο Χρήστος Χαρτοματσίδης, καλός συγγραφέας, αλλά χωρίς προϋπηρεσία στο είδος, δεν τις απέφυγε στο Μια εταίρα θυμάται (όπου πυρήνας της μυθοπλασίας είναι η γνωστή σχέση του Αλκιβιάδη με τη γυναίκα του βασιλιά της Σπάρτης), καθώς εκβίασε τους παραλληλισμούς με το σήμερα. Πολύ πιο έμπειρη, η Αθηνά Κακούρη βάσισε την πειστικότητα του Ξιφίρ Φαλέρ (γύρω από τον εθνικό διχασμό του 1915-17) στον όγκο και τη λεπτομερειακότητα του ερευνητικού υλικού της, ενώ την πρωτοτυπία του μυθιστορήματος στις σκιές που ρίχνει στην πολιτική του Βενιζέλου, γιατί κατά τ΄ άλλα η προσέγγισή της δεν έχει κάτι το ανατρεπτικό. Ακόμα εντυπωσιακότερος στην αναδίφηση αρχείων και την επιτόπια έρευνα είναι ο Γιώργος Λεονάρδος, ένας ασυνήθιστα καλλιεργημένος και φιλοτάξιδος συγγραφέας, που στο Μαγγελάνος αναπλάθει τον εκπληκτικό περίπλου της γης από τον Πορτογάλο (αλλά στην υπηρεσία του βασιλιά της Ισπανίας) θαλασσοπόρο, έχοντας μάλιστα ανακαλύψει (όχι επινοήσει) ανάμεσα στο πλήρωμά του τρεις ΄Ελληνες.
Δημοφιλές το ιστορικό μυθιστόρημα, δημοφιλές το μαθηματικό, γιατί λοιπόν να μην ενώσουν τα θέλγητρά τους και να γίνουν έτσι ακόμα πιο δημοφιλή; Αυτό έκανε ο μαθηματικός Τεύκρος Μιχαηλίδης, που πριν από τρία χρόνια είχε πετύχει διάνα μ΄ έναν άλλο συνδυασμό, μαθηματικού-αστυνομικού μυθιστορήματος (στο μπεστ σέλερ Πυθαγόρεια εγκλήματα ). Τώρα, με το Αχμές, ο γιος του φεγγαριού, μας μεταφέρει στην αρχαία Αίγυπτο του Μέσου Βασιλείου και των απαρχών της γεωμετρίας. Δεν απομένει παρά ο τριπλός συνδυασμός, μαθηματικό-ιστορικό αστυνομικό, αυτός κι αν θα είναι ακαταμάχητος! ΄Οσο για το «γνήσιο» αστυνομικό μυθιστόρημα, είχε μάλλον ισχνή παρουσία φέτος. Αν μπορούμε να κρίνουμε από το περσινό του Μάρκαρη και το φετινό Η μνήμη της πολαρόιντ της Μαρλένας Πολιτοπούλου, εμφανίζει ίσως μια τάση μετατόπισηςαπό τη σημερινή πραγματικότητα στο σχετικά πρόσφατο ιστορικό παρελθόν, τις φορτισμένες δεκαετίες ανάμεσα στον Εμφύλιο και τη Μεταπολίτευση.
Οι οποίες παραμένουν πόλος έλξης για συγγραφείς διαφόρων γενεών, όχι όμως και πηγή πρωτότυπων εμπνεύσεων. Για το θηριώδες Η οδύσσεια των διδύμων του Αλέξη Πάρνη θα πω μόνον ότι είναι ένα μυθιστόρημα που έρχεται από μια άλλη εποχή και ότι θα ήταν υπερβολή να ζητήσει κανείς από τον συγγραφέα του κάτι διαφορετικό. Διαβάζοντας όμως το Σμιθ της Βασιλικής Ηλιοπούλου, σκεφτόμουν πόσο κρίμα είναι ν΄ αναλώνονται οι ικανότητες αυτής της εξαιρετικά λεπταίσθητης πεζογράφου στην, οπωσδήποτε υποβλητική, αναπαράσταση του κλίματος της δεκαετίας του 1950. Με περισσότερο σύγχρονες και σε ορισμένα σημεία τολμηρές προεκτάσεις είναι η ματιά της ΄Ελενας Χουζούρη στο Πατρίδα από βαμβάκι, γύρω από τη ζωή ενός πολιτικού πρόσφυγα στην Τασκένδη ώς το 1967.
Η οικογένεια βρίσκεται σταθερά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος δεκάδων συγγραφέων μας, προπαντός γυναικών, αλλά στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων προσεγγίζεται με βαθιά συντηρητική στάση, όσο δουλεμένη κι αν είναι η γραφή. Η Ισμήνη Καπάνταη, πάντως, στο καινούργιο μυθιστόρημά της Με θέα τη ζωή, παρακολουθεί εκ των ένδον τη ζωή μιας ελληνικής οικογένειας μέσα στον χρόνο με μια αίσθηση για τον αντίκτυπο των γενικότερων κοινωνικών αλλαγών στη δομή και τη λειτουργία της. Η πραγματική εξαίρεση όμως είναι το χαμηλόφωνα ριζοσπαστικό Μ΄ ένα καφάσι μπίρες της Νίκης Τρουλλινού, που με ιστορικό φόντο τις πρώτες τέσσερις μεταπολεμικές δεκαετίες εκθέτει τη δύσκολη, σημαδεμένη από οδύνες και απώλειες, πορεία μιας νέας γυναίκας από την παθητική αποδοχή των συμβατικών ρόλων της ως κόρης, συζύγου και μητέρας μέχρι την κατάκτηση της ελευθερίας και της εσωτερικής αυτονομίας.
Σε τελείως διαφορετική κατεύθυνση, μια σειρά μυθιστορήματα, αν και ανόμοια, συνδέονται από έναν κοινό προβληματισμό γύρω από τη σχέση της γραφής με την πραγματικότητα, ουσιαστικά για τη σχέση της με τον εαυτό της. Είναι ένα θέμα που η λογοτεχνία του περασμένου αιώνα εξάντλησε κι εξαντλήθηκε από αυτό. Όπως κι αν έχει, βρήκα δύσκαμπτα, αναιμικά και χωρίς αληθινή έμπνευση το Οι μικρές απολαύσεις του κυρίου Ευαγγελινού της Νίκης Αναστασέα και το Η αναπαράσταση της Λίλας Κονομάρα, δυο συγγραφέων που υπόσχονταν πολλά στο ξεκίνημά τους, αλλά δεν είχαν ανάλογη συνέχεια. Ο Δημήτρης Γ. Στεφανάκης, με το Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι, επανέφερε τον Καμύ στη ζωή και στη Μύκονο το καλοκαίρι του 1998, αλλά ούτε την ίδια τη νεκρανάσταση μπόρεσε να χειριστεί με λογοτεχνικά πειστικό τρόπο ούτε να μας προσφέρει κάτι πιο ενδιαφέρον από ξύλινες και μάλλον ρηχές συζητήσεις γύρω από την τέχνη και τη ζωή.
Ένα παράδοξο και ασφαλώς όχι ευοίωνο φαινόμενο: η πολύ μικρή συμμετοχή των νέων και σχετικά νέων συγγραφέων (ώς 45 ετών) στην τάση αναψηλάφησης του κόσμου από τη λογοτεχνία μας. Οι περισσότεροι παραμένουν απορροφημένοι στο στενά προσωπικό και ιδιωτικό (Δήμητρα Κολλιάκου Η αρρώστια των βουνών, Αργυρώ Μαντόγλου Όλα στο μηδέν, Εύη Λαμπροπούλου Σχεδόν σούπερ), περιορίζονται στην κατάθεση μιας συγκεχυμένης και ανεπεξέργαστης υπαρξιακής δυσφορίας, είτε με τυποποιημένες «καφκαϊκές» αλληγορίες ( Δημήτρης Σωτάκης Το θαύμα της αναπνοής ) είτε με μονολόγους όπου ο διάτορος ναρκισσισμός της γλώσσας πνίγει την όποια αυθεντικότητα (Λένα Κιτσοπούλου Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α), επιδίδονται σε σχηματικές μελλοντολογικές δυστοπίες ( Δημήτρης Οικονόμου Η πόλη του αναστέλλοντος ηλίου), ενώ ο Γιάννης Μακριδάκης άγγιξε (μόνος αυτός) ένα σχετικά ευρύ κοινό με τον «παπαδιαμαντικό» αναχωρητισμό της νουβέλας του Η δεξιά τσέπη του ράσου. Η μόνη μείζων εξαίρεση που εντόπισαείναι το Μέσα σ΄ ένα κορίτσι σαν κι εσένα της ΄Αντζελας Δημητρακάκη, ένα πραγματικά μοντέρνο και τολμηρό, μολονότι άνισο μυθιστόρημα, με θέμα τη συγκρότηση της ταυτότητας σ΄ έναν ρευστό, ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο και τη σύγκρουσή της με τους παραδοσιακούς σεξουαλικούς, πολιτισμικούς κ.λπ. καθορισμούς του ατόμου.
Αξίζει ν΄ αναφέρουμε και τη νουβέλα της Λουκίας Δέρβη Ομπρέλες στον ουρανό , που πραγματεύεται με ασυνήθιστη ζωντάνια και ποικιλία χρωμάτων, μακριά από τον καθιερωμένο θρηνητισμό, το θέμα της τύχης των Ελλήνων Εβραίων που έζησαν το ναζιστικό πογκρόμ.
Όπως πάντα, στο διήγημα βρίσκουμε τη μεγαλύτερη πυκνότητα λογοτεχνικά αρτιωμένων κειμένων. Πολλές και φέτος οι αξιόλογες συλλογές, που τις υπογράφουν τόσο παλιοί μάστορες του είδους ( Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος Ο θησαυρός των Αηδονιών ) όσο και νεότεροι θεράποντες της μικρής φόρμας, με τους τελευταίους να καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα μοτίβων και τρόπων ανάπτυξης, από τον ψυχολογικό ρεαλισμό της Κατερίνας Ζαρόκωστα στο Του έρωτα και της τύχης ώς τον ονειρικό ρεαλισμό του Ανδρέα Μήτσου στο Η ελεημοσύνη των γυναικών ή τον ελεγειακό ιμπρεσιονισμό του Ηλία Λ. Παπαμόσχου στο Λειψή αριθμητική. Προσωπικά, πάντως, και χωρίς να θέλω καθόλου να υποβαθμίσω αυτά τα βιβλία, διάβασα με μεγαλύτερη ευχαρίστηση κάποιες άλλες συλλογές διηγημάτων, εξαιτίας ενός- του μόνου- κοινού χαρακτηριστικού τους: ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης (Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος), ο Κώστας Ακρίβος (Τελετές ενηλικίωσης), ο Σωτήρης Δημητρίου (Τα ζύγια του προσώπου), η πρωτοεμφανιζόμενη Κάλλια Παπαδάκη (Ο ήχος του ακάλυπτου) δεν έχουν την ίδια συγγραφική ιδιοσυγκρασία, την ίδια ματιά, αλλά κοιτάζουν μ΄ ενδιαφέρον την απαξιωμένη νεοελληνική πραγματικότητα και ανακαλύπτουν μέσα της συγκινητικά ή ακόμα και συναρπαστικά πράγματα. Θεωρώ ότι αυτό, σε συνδυασμό με τις φετινές επιτυχίες της μυθιστοριογραφίας μας, δικαιολογεί μια, έστω συγκρατημένη προς το παρόν, αισιοδοξία για το μέλλον.
Η συνήθης, άχαρη, αλλά επιβεβλημένη υπενθύμιση: τις τελευταίες βδομάδες έφτασαν στα χέρια μου δεκάδες βιβλία, που μόλις είχαν κυκλοφορήσει, και ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να τα διατρέξω όλα ώς τη στιγμή που γράφω αυτό το κείμενο. Λυπάμαι για τα τυχόν αξιομνημόνευτα που κατάπιε για άλλη μια φορά αυτή η «μαύρη τρύπα» των ετήσιων επισκοπήσεων, αμφιβάλλω πολύ όμως αν θ΄ άλλαζαν σημαντικά τη συνολική εικόνα.
Saturday, December 19, 2009
Γιώργου Σκαμπαρδώνη: Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος...
Χημεία και τέρατα
Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, ΤΑ ΝΕΑ, 19/12/2009
Μολονότι ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης έχει γράψει αρκετά (και καλά) μυθιστορήματα, έγινε και παραμένει γνωστός κυρίως ως διηγηματογράφος. Είναι μάλιστα ένας από τους ελάχιστους, λιγότερους από τα δάχτυλα του ενός χεριού, ζώντες ΄Ελληνες συγγραφείς που έχουν την ικανοποίηση να βλέπουν τακτικά τις συλλογές διηγημάτων τους στις λίστες των μπεστ σέλερ, σε πείσμα του δόγματος που λέει ότι τέτοια βιβλία είναι αντιεμπορικά.
Αυτό, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι λιγάκι παράξενο. Γιατί τα διηγήματα του Σκαμπαρδώνη δεν είναι και τόσο εύκολα. Όχι ότι έχουν περίπλοκη και δυσνόητη γραφή, κάθε άλλοη γραφή τους διακρίνεται από μια αμεσότητα που οφείλει πολλά στην παράλληλη δημοσιογραφική θητεία του συγγραφέα τους, αν και αυτό δεν θ΄ αρκούσε, εννοείται, για να την κάνει λογοτεχνική. Αλλά θα μπορούσε ν΄ αναρωτηθεί κανείς, αν έριχνε μια ματιά μόνο στο πραγματολογικό υλικό τους, πόση συγκίνηση μπορεί να παραχθεί από αυτόν τον καταιγισμό εξειδικευμένων πληροφοριών- για αυτοκίνητα, αεροπλάνα και βάρκες, για το ψάρεμα, για την τεχνική της κολύμβησης, για σχετικά άγνωστα ιστορικά επεισόδια, για το πώς κατασκευάζονται οι καμπάνες, ακόμα και για τη μετασκευή ενός σιδηροδρομικού βαγονιού σε τέλεια λειτουργικό σπίτι. Το πολύ πολύ, θα σκεφτόταν, να παρέχουν τέτοια κείμενα εγκυκλοπαιδικές γνώσεις ή και να χρησιμεύουν ως εγχειρίδια για τους ρέκτες της μιας ή της άλλης ασχολίας. Ας πούμε ωστόσο, παρενθετικά, ότι οι πληροφορίες αυτές δεν είναι πάντοτε αξιόπιστες. Π. χ. ο Μπάυρον δεν θα μπορούσε να περάσει κολυμπώντας τον Ελλήσποντο, μιμούμενος τον Λέανδρο (αλλά χωρίς Ηρώ να τον περιμένει στην απέναντι ακτή), το 1826, όπως αναφέρεται στο διήγημα «Ο Μάικλ στο αχούρι», αφού είχε πεθάνει δυο χρόνια πριν στο Μεσολόγγι. Στην πραγματικότητα, το έκανε αυτό στις 3 Μαΐου 1810, κατά τη διάρκεια του πρώτου ταξιδιού του στην Ανατολική Μεσόγειο.
Και όμως. Ακριβώς σ΄ αυτή την πληθώρα τεχνικών λεπτομερειών κρύβεται το μυστικό της τακτικής του Σκαμπαρδώνη και μέρος της γοητείας των διηγημάτων του. Ο συγγραφέας δημιουργεί με τη μέθοδο αυτή την αίσθηση μιας απόλυτης υλικότητας, ενός χειροπιαστού και οικείου κόσμου, με παρελθόν και ιστορικό βάθος επιπλέον. Και ξαφνικά ενσκήπτουν σ΄ αυτό τον κόσμο τα πιο αλλόκοτα, τα πιο εξωπραγματικά φαινόμενα- υπερφυσικά ψάρια που κολυμπούν μέσα σε μια βυθισμένη εκκλησία, αποκεφαλισμένα ανθρώπινα σώματα που διασχίζουν ένα σπίτι πριν σωριαστούν στο κατώφλι, θαμώνες επαρχιακών καφενείων που ακούνε με το στανιό, υπό την απειλή της καραμπίνας ενός νταλικέρη, ποιητές να τους διαβάζουν τα ποιήματά τους. Το κοντράστ δεν θα μπορούσε να είναι πιο ακραίο. Αλλά ο ιδιότυπος ρεαλισμός της σκηνοθεσίας μάς παρασύρει στην αποδοχή του αφύσικου ως συναρπαστικής επέκτασης του φυσικού, ακόμα και του πεζού.
Για να το πούμε με διαφορετικά λόγια, υπάρχει στις ιστορίες του Σκαμπαρδώνη ένα στοιχείο γοτθικού ρομαντισμού, τόσο πιο παράξενο όσο η παλαιική μορφή του δείχνει να συγκρούεται με το εμφαντικά ρεαλιστικό και σύγχρονο σκηνικό τους, αλλά συγχωνεύεται γρήγορα μ΄ αυτό χάρη στην ιδιαίτερη «χημεία» των αντιθέτων, που δημιουργεί η αφήγηση. Νομίζω πως ο μαγικός ρεαλισμός αυτού του τύπου (μαγικός για την αίσθηση του υπερβατικού που προκαλεί, όχι επειδή παρουσιάζει συμβάντα που είναι υπερβατικά αυτά καθαυτά) ταιριάζει στο ψυχικό κλίμα του βορειοελλαδίτικου χώρου, στον οποίο διαδραματίζονται τα περισσότερα διηγήματα του Θεσσαλονικιού συγγραφέα.
Μιας και αναφέραμε πιο πάνω τον Μπάυρον, ο Σκαμπαρδώνης μοιράζεται με τον ΄Αγγλο βάρδο δύο πάθη: τη ζωοφιλία και τα σπορ, προπαντός την κολύμβηση. Και τα δύο αφήνουν πολλά και ζωηρά αποτυπώματα στα διηγήματά του. Η κολύμβηση παίζει ρόλο-κλειδί στην αναζήτηση των βαθύτερων αισθημάτων που μετέχουν στη σύνθεση της ατμόσφαιρας αυτών των κειμένων. Δεν είναι απλά ένα χόμπι, ένας τρόπος αναψυχής. Είναι πιο πολύ αγώνας και αγωνία για την επίδοση, φόβος αποτυχίας, τρόμος της αβύσσου και του θανάτου, βίωση της απόλυτης μοναξιάς καταμεσής στο πέλαγος (ιδιαίτερα ενδεικτικό για όλα αυτά το διήγημα «Διάπλους του Τορωναίου»). Υπάρχει πράγματι στη διηγηματογραφία του Σκαμπαρδώνη κάτι πολύ «αρσενικό», κάτι που θα το ονόμαζα προμηθεϊκή μελαγχολία: από τη μια η επιζήτηση του κινδύνου, της περιπέτειας, της δοκιμασίας των ορίων της αντοχής, με δυο λόγια ο πόθος, αν όχι ο ψυχαναγκασμός, της υπέρβασης του εαυτού, από την άλλη μια αίσθηση κενού, ματαίωσης, ακόμα και τη στιγμή της επιτυχίας. Μπορεί να φανεί παράδοξο, αλλά στα διηγήματα του Σκαμπαρδώνη πνέουν καζαντζακικοί άνεμοι.
Πνέουν όμως και αντίθετοι, ηδύτεροι άνεμοι, που κάνουν το κλίμα αυτών των ιστοριών πιο ήπιο. Ο Σκαμπαρδώνης λα τρεύει τα ζώα, όχι με την πατερναλιστική και, όχι σπάνια, ιδιοτελή διάθεση των συνηθισμένων ζωόφιλων αλλά με τη συναίσθηση της στενής συγγένειας με αυτά, με τη νοσταλγία για τον χαμένο δεσμό με τη φύση και για την εσωτερική αρμονία που απορρέει από το «ομολογουμένως τη φύσει», ακόμα περισσότερο μάλιστα, με την πεποίθηση ότι τα ζώα είναι από μια άποψη πιο «ανθρώπινα» από εμάς, γιατί πάσχουν και συμπάσχουν πιο φανερά, αν όχι πιο έντονα. Τα ζώα στον Σκαμπαρδώνη ενεργοποιούν ή απηχούν τα πιο μύχια αισθήματα των ανθρώπων και συχνά γίνονται σύμβολα πόνου, αθωότητας, αγάπης, κρυφών καημών, υπαρξιακών αγωνιών και φόβων. Ο γουλιανός που μεγάλωσε σε μια καταποντισμένη εκκλησία κι εγκλωβίστηκε για πάντα εκεί μέσα, μη μπορώντας να βγει λόγω του τεράστιου μεγέθους που απέκτησε («Ο γουλιανός κοντά στην ακτή»), αποτελεί ένα εύγλωττο παράδειγμα. Το ίδιο και το θηλυκό κυνηγόσκυλο, στο διήγημα «Τσιαρ-τσουρ-τσιρ», που, αφού έμαθε να θηλάζει μια γατούλα, κλέβει αργότερα και «υιοθετεί» τα μικρά της. ΄Η πάλι, στο ίδιο διήγημα, το κελάδημα ενός άγνωστου πουλιού, που εκνευρίζει τον άνθρωπο της ιστορίας και δεν τον αφήνει να κοιμηθεί, αλλά, όταν μετά από καιρό παύει ν΄ ακούγεται, αυτός συνειδητοποιεί ότι του είχε γίνει απαραίτητο για έναν γαλήνιο ύπνο.
Νά γιατί λέω ότι τα διηγήματα του Σκαμπαρδώνη δεν είναι τόσο εύκολα όσο φαίνονται. Το γεγονός ότι παρόλα αυτά διαβάζονται σταθερά από πολύ κόσμο είκοσι χρόνια τώρα δεν σημαίνει μόνο καταξίωση του συγγραφέα τους αλλά είναι κι ένα παρήγορο σημάδι για όσους αγαπούν την καλή λογοτεχνία.
Saturday, June 20, 2009
«Η κριτική του βασίστηκε στο μακιγιάζ τους...»
- Τις μεγάλες γυναίκες μπεστσελερίστες του οίκου τους- Λένα Μαντά, Πασχαλία Τραυλού, Χρυσηίδα Δημουλίδου- αλλά και το γυναικείο κοινό τους υπερασπίζονται οι Εκδόσεις Ψυχογιός και απαντούν αντ΄ αυτών στον Δημοσθένη Κούρτοβικ επειδή με το δοκίμιό του «Γλάστρες ονείρων ή τεφροδόχοι ονείρων;» («Βιβλιοδρόμιο» του Σ/Κ 6-7 Ιουνίου 2009) έθιξε, πιστεύουν, την αξιοπρέπειά τους.
Ο κύριος Κούρτοβικ που έχει μια τόσο μακροχρόνια συμμετοχή στα λογοτεχνικά δρώμενα του τόπου ως συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας έγραψε ένα άρθρο που βασίζεται ξεκάθαρα στο συναίσθημα και ουδεμία σχέση έχει με κριτική λογοτεχνίας. Υπέπεσε μάλιστα σε ατοπήματα που καθόλου δεν τιμούν την κρίση ενός ανθρώπου, ο οποίος επαγγέλλεται τον κριτικό.
Αναρωτηθήκαμε διαβάζοντας το άρθρο ποια είναι η θεωρητική βάση της κριτικής του κυρίου Κούρτοβικ προς το αναγνωστικό κοινό όταν, μεταξύ άλλων, αναφέρει για τις γυναίκες-αναγνώστριες τις οποίες παρατηρούσε εξ αποστάσεως: «ανήκαν ολοφάνερα στην κατώτερη μεσαία τάξη, αυτή που συνήθως αποκαλούμε μικροαστική [...] η ζωή δεν είχε φανεί πολύ γενναιόδωρη σ΄ αυτές τις γυναίκες [...] Τα πρόσωπα που έβλεπα ήταν στερημένα, σχεδόν ρημαγμένα, και σε μερικά βλέμματα πρόσεξα κάτι το αλαφιασμένο [...] πάνω από τα κεφάλια των γυναικών με τα ξασμένα, τα οξυζεναρισμένα ή τα σκληρά σαν πράσα μαλλιά, κρέμονταν δύο φωτογραφικά πορτρέτα». Είναι απορίας άξιο πώς ένας κριτικός λογοτεχνίας βασιζόμενος στην εξωτερική εμφάνιση ενός μικρού δείγματος αναγνωστριών συνάγει συμπεράσματα ως προς την κοινωνική, οικονομική και συναισθηματική κατάσταση του αναγνωστικού κοινού των συγγραφέων μας στο σύνολό του, κρίνοντας παράλληλα και τις ίδιες τις συγγραφείς που απευθύνονται σ΄ αυτό.
Αναρωτηθήκαμε για τα λογοτεχνικά κριτήρια του κυρίου Κούρτοβικ όταν η κριτική του προς τις συγγραφείς μας βασίζεται στο μακιγιάζ και το βλέμμα τους στις προωθητικές αφίσες, που τον ωθεί στο συμπέρασμα πως « έχουν πάρει το ρόλο τους τόσο πολύ στα σοβαρά ώστε κοντεύουν να ξεχάσουν ότι τον υποδύονται ». Συμπέρασμα υποθέτουμε ασφαλές, εφόσον αναφέρεται σε επαγγελματίες συγγραφείς που... υποδύονται τις συγγραφείς· μάλιστα, η προσπάθειά τους να υποδυθούν ένα ρόλο είναι τόσο εμφανής, ώστε ο συντάκτης του άρθρου την καταλαβαίνει και μόνο διαβάζοντας το βλέμμα τους, δίχως να λαμβάνει υπόψη του τη δεδηλωμένη θέση τους στον εκδοτικό χώρο, που είναι απολύτως ειλικρινής απέναντι στο αναγνωστικό κοινό.
Κατά τη γνώμη μας, αποστολή της τέχνης, και δη της τέχνης του λόγου, είναι να αφυπνίσει τον συναισθηματικό κόσμο, να συνκινήσει, να ωθήσει στον προβληματισμό. Μήπως θα έπρεπε ο κύριος Κούρτοβικ να διερευνήσει με πιο εμπεριστατωμένο τρόπο το πώς εμπλέκονται συναισθηματικά οι αναγνώστες, την ώρα που αξιολογεί εν θερμώ πρόσωπα και καταστάσεις;
Τέλος, ορμώμενοι από τη διατύπωση «η Αγία Τριάδα της σύγχρονης ροζ λογοτεχνίας»- στην οποία συγκαταλέγεται η κυρία Λένα Μαντά, που ο «δαίμων» ατυχώς μετονόμασε «Λένα Μάπα»-, θα προτείνουμε με τη σειρά μας στον κύριο Κούρτοβικ να κατέβει από τον άμβωνα του κριτικού ιερατείου και να κοιτάξει τη σύγχρονη αναγνωστική πραγματικότητα με βλέμμα ανοιχτό και χωρίς προκαταλήψεις. Ουδείς είναι αρμόδιος να «λυπηθεί» δημόσια, τόσο τους συγγραφείς όσο και το αναγνωστικό τους κοινό, για τον βίο που διάγουν. Χρειαζόμαστε τους κριτικούς λογοτεχνίας, αλλά δεν μπορούμε να αποδεχτούμε ταυτόχρονα κάποιοι από αυτούς να «υποδύονται» και τον ρόλο του ψυχαναλυτή και του κοινωνιολόγου. Η αυτοκριτική είναι ευθύνη του καθενός από εμάς.
- Τμήμα Δημοσίων Σχέσεων Εκδόσεων ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Saturday, February 7, 2009
Ασήκωτα μυγάκια και ελαφρές χρυσόμυγες στο σπαθί τους
Γράφει ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, ΤΑ ΝΕΑ, Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009
Σε άρθρο μου που δημοσιεύτηκε σ΄ αυτή τη στήλη στις 15.11.2008 έθετα το ζήτημα της καθεστωτικής λογοτεχνικής κριτικής. Νομίζω ότι περιέγραψα με αρκετή σαφήνεια το περιεχόμενο που της δίνω· όχι δηλαδή με θεωρητικολογίες και ισοπεδωτικά ιδεολογήματα (του τύπου: κάθε κριτικός που γράφει σε εφημερίδα «του συστήματος» είναι καθεστωτικός), αλλά με την επισήμανση δια παραδειγμάτων μιας σειράς αντιλήψεων και πρακτικών που χαρακτηρίζουν μια ορισμένη ομάδα κριτικών. Συγκεκριμένα, καταλόγιζα σ΄ αυτή την ομάδα: α) τάση διείσδυσης σε όλα τα θεσμικά όργανα του χώρου του βιβλίου, συχνά με ολοφάνερα οπορτουνιστικό πνεύμα (βλ. π.χ. επιτροπή του Βραβείου Αναγνωστών ή παλινδρομήσεις του ίδιου κριτικού ανάμεσα στην επιτροπή των κρατικών βραβείων και σε επιτροπές άλλων, υποτίθεται διαφορετικής λογικής βραβείων)· β) σχηματισμό «καρτέλ» ανάμεσα σε αυτούς τους κριτικούς, ή ορισμένους από αυτούς, για την αποτελεσματικότερη προώθηση κάποιων συγγραφέων και τον παραγκωνισμό άλλων (ιδίως σε ψηφοφορίες για βραβεύσεις βιβλίων)· γ) μια αντίληψη για τον ρόλο τους (αποτυπωμένη ανάγλυφα στα ίδια τα θεωρητικά γραπτά τους) που αίρει τον κριτικό πάνω από το λογοτεχνικό κείμενο και τον κάνει από στενό συνομιλητή στεγνό δικαστή ή βαθμολόγο με τυποποιημένα κριτήρια· και δ) ευνοϊκή μεταχείριση μιας λογοτεχνίας εφησυχασμού, ιδιώτευσης και αυτάρεσκων παιγνίων, με αντίστοιχη αγνόηση, υποβάθμιση ή υπέρμετρα σκληρή αντιμετώπιση βιβλίων που είναι πιο ανοιχτά στον κόσμο, πιο φρέσκα στον προβληματισμό τους και αμφισβητούν κυρίαρχες ή εθιμικές δοξασίες. Δύο από τους εγκαλούμενους κριτικούς απάντησαν με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο. Ο ένας (Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, στο ένθετο «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, 28.11.2008) με μια έκθεση περί του τι κάνει, θεωρητικά, ένας κριτικός, λες κι αυτό ήταν το θέμα («απαντά όπως ακριβώς θα περίμενε κανείς να απαντήσει ο καθεστωτικός κριτικός που περιγράφει ο Κούρτοβικ», σχολίασε κάποιος στο διαδίκτυο, ο οποίος μάλιστα κράτησε κατά τα άλλα ουδέτερη στάση)· ο άλλος (Αλέξης Ζήρας, στο τεύχος Ιανουαρίου 2009 του Διαβάζω ) με μια εξ ολοκλήρου προσωπική επίθεση εναντίον μου, η οποία, πέρα από τις χονδροειδείς και ψευδείς κατηγορίες της (υπάρχει απάντησή μου στο τρέχον τεύχος του περιοδικού), αντιπαρερχόταν και αυτή τις δικές μου αιτιάσεις. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, δεν υπήρξε απάντηση. Αισθάνομαι πως αυτό συνέβη όχι επειδή τους αποστόμωσα με εκείνο το άρθρο, αλλά μάλλον επειδή θεωρούν ότι αυτά που εγώ βρίσκω σκανδαλώδη είναι ασήμαντα ή αυτονόητα, τόσο για τους ίδιους όσο και γενικότερα για τα ήθη του χώρου, άρα δεν αξίζει τον κόπο να τα συζητάμε. Νά εδώ ένας από τους λόγους που με ωθούν προς αυτή την εξήγηση: στην κατακλείδα της «ανοιχτής επιστολής» που μου απεύθυνε από το Διαβάζω, ο Αλέξης Ζήρας δέχτηκε ως υπόθεση εργασίας ότι δύο κριτικοί προσυνεννοούνται για να κατεδαφίσουν το βιβλίο ενός συγγραφέα που αντιπαθούν· και αμέσως επιτρέπει στον εαυτό του το απίστευτο σχόλιο «Ε, και λοιπόν;»!!! Μήπως όμως πρόκειται εδώ για εκφραστική αδεξιότητα, για ένα τυχαίο lapsus; Για να δούμε. Στις 28 και 29 Νοεμβρίου 2007 έγινε στην Αθήνα ένα συνέδριο με θέμα «ΜΜΕ και λογοτεχνία», οργανωμένο από τη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και τη Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης. Τα πρακτικά του εκδόθηκαν από τους διοργανωτές σ΄ έναν τόμο με τίτλο ΜΜΕ και λογοτεχνία - το παρόν και το μέλλον μιας συμπόρευσης. Στην τελευταία συνεδρία, που ήταν αφιερωμένη στην κριτική, βρέθηκα στο ίδιο πάνελ με τους Αλέξη Ζήρα, Ελισάβετ Κοτζιά, Βαγγέλη Χατζηβασιλείου και Παντελή Μπουκάλα. Εκεί, απεύθυνα στους τρεις πρώτους την ερώτηση με ποιο σκεπτικό δέχτηκαν να συμμετάσχουν σε κάτι τόσο οξύμωρο όσο μια κριτική επιτροπή για το... Βραβείο Αναγνωστών. Ο Αλέξης Ζήρας απάντησε αυτολεξεί: «Εγώ να πω κάτι ελάχιστο: εγώ νομίζω ότι ήταν ένα ακόμη βραβείο. Δεν νομίζω ότι είναι κάτι πέραν αυτού [...] Κοιτάξτε, τώρα δεν θέλω να γίνω δυσάρεστος, αλλά ξέρετε πολύ καλά ότι όλες αυτές οι διαδικασίες [οι επιλογές των υποψήφιων για βράβευση βιβλίων] έχουν κάτι το διαβλητό. Το ξέρετε. Δεν χρειάζεται να το πω εγώ, το ξέρουν όλοι» (σελίδες 267 και 268 των πρακτικών). Ο Ζήρας, δηλαδή, αφού προβάλει ως επιχείρημα ότι το Βραβείο Αναγνωστών είναι απλώς ένα ακόμη βραβείο (σαν να μας λέει: πώς ήταν, λοιπόν, δυνατό να λείπω από αυτό;), ομολογεί ότι δέχτηκε να συμμετάσχει σε μια διαβλητή διαδικασία, γιατί «το ξέρουν όλοι» ότι έτσι γίνεται πάντα! Ούτε lapsus, λοιπόν, ούτε παρεξήγηση. Ο Ζήρας είναι σαφέστατος και συνεπής στην πεποίθησή του ότι οι «διαβλητές διαδικασίες» είναι ο κανόνας σ΄ αυτό τον χώρο, επομένως δεν χρειάζεται να ενοχλούμαστε και να απέχουμε από αυτές! Μια ιδιότυπη επιβεβαίωση των καταγγελιών μου προήλθε από την Ελισάβετ Κοτζιά, στην ειδική έκδοση για το βιβλίο στο φύλλο της Καθημερινής με ημερομηνία 14.12.2008. Αυτή ήταν και η πιο ενδιαφέρουσα, αν και έμμεση, απόκριση στο άρθρο μου. Ούτε παραγγελία μου να ήταν! Η Ελισάβετ Κοτζιά, «προβάλλοντας αντίσταση», όπως γράφει, «στην καταναλωτική βουλιμία που συνήθως απαξιώνει το λογοτεχνικό βιβλίο με τη λήξη της τρέχουσας σεζόν», ξεχωρίζει και προτείνει δέκα μυθιστορήματα από την παραγωγή της τελευταίας δεκαετίας. Τι το κατακριτέο υπάρχει σ΄ αυτό; Απολύτως τίποτα. Θα μπορούσε κανείς μάλιστα να το επαινέσει, ως ιδέα. Οι επιλογές της κριτικού, βέβαια, είναι σε αρκετές περιπτώσεις παράξενες έως προκλητικές, αλλά αυτό αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμά της, οπότε ούτε εκεί βρίσκεται το σκάνδαλο. Πού βρίσκεται τότε; Στον κραυγαλέο, κανονιστικό υπότιτλο που δίνει η κριτικός στο κείμενό της και ο οποίος διαλαλεί ότι όσα ακολουθούν είναι «΄Οσα ξεχώρισαν από την ελληνική παραγωγή και άντεξαν στη δοκιμασία του χρόνου » (η έμφαση δική μου). Το διαβάζουμε και το ξαναδιαβάζουμε, μη πιστεύοντας στα μάτια μας, αλλά έτσι ακριβώς το λέει. Η Ελισάβετ Κοτζιά, σαν να διαθέτει το εντελώς μοναδικό προνόμιο να παίρνει πληροφορίες από το μέλλον, αποφαίνεται ότι τα δέκα βιβλία που διάλεξε, ανάμεσά τους μυθιστορήματα της τελευταίας τριετίας- τετραετίας, άντεξαν ήδη στη δοκιμασία του χρόνου! Ούτε εγώ δεν θα μπορούσα να φανταστώ μια τόσο επιθετική, τόσο αλαζονική έκφραση καθεστωτικής νοοτροπίας, όπου ένας κριτικός αναγορεύει τις προσωπικές εκτιμήσεις του σε συντελεσμένη ετυμηγορία της αιωνιότητας! Περίμενα από τους κριτικούς αυτής της ομάδας να μου ζητήσουν εξηγήσεις για τον ισχυρισμό μου ότι η ίδια η κριτικογραφία τους είναι καθεστωτική· ότι πριμοδοτεί μια λογοτεχνία εφησυχασμού, ιδιώτευσης και ανώδυνου εστετισμού· ότι επιδαψιλεύει μονίμως επαίνους σε ισχυρούς συγγραφείς (ισχυρούς όχι μόνο λόγω της λογοτεχνικής φήμης τους, αλλά και, ίσως ακόμα περισσότερο, λόγω της θεσμικής εξουσίας τουςπανεπιστημιακοί, πρόεδροι ιδρυμάτων κ.λπ.)· ότι είναι γαντζωμένη σε μια ακαδημαϊκή, περιχαρακωτική αντίληψη για τη λογοτεχνία και αντιμετωπίζει με δυσπιστία έως εχθρότητα νεότερες τάσεις στο μυθιστόρημα, που το επανασυνδέουν με τη ζωή και τον στοχασμό, αποτυπώνοντας καινούργιους, κριτικούς προβληματισμούς με κοινωνικό, φιλοσοφικό, πολιτικό, οικολογικό κ.λπ. περιεχόμενο. Δεν μου ζήτησαν οι παραπάνω κριτικοί τέτοιες εξηγήσεις. ΄Ισως δεν τις χρειάζονταν, ίσως τις φοβούνταν. ΄Εστω και απρόκλητος, λοιπόν, θα δώσω εδώ μερικές από αυτές, με όση συντομία επιβάλλει η στενότητα του χώρου.Το ότι το αστυνομικό μυθιστόρημα, απαξιωμένο παλαιόθεν από τους εν λόγω κριτικούς ως «παραλογοτεχνία», έχει γίνει το κατ΄ εξοχήν κοινωνικό μυθιστόρημα της εποχής μας, και μάλιστα με έντονα διερευνητικό και κριτικό χαρακτήρα, δεν έγινε αποδεκτό ούτε καν αντιληπτό από αυτούς παρά μόνον όταν το είχαν αντιληφθεί και αποδεχτεί όλοι οι άλλοι (και όταν ο Μάρκαρης έγινε πρόεδρος του ΕΚΕΒΙ!). Το ότι η λεγόμενη επιστημονική φαντασία, που τη θεωρούσαν και αυτή «παραλογοτεχνία», μπορεί να είναι το όχημα ή το πρόσχημα για πολύ σοβαρούς και σύνθετους προβληματισμούς, εκτός από προχωρημένη λογοτεχνία, είναι κάτι που δεν τους απασχόλησε ποτέ πριν ο Δοξιάδης και ο Θείος Πέτρος και η Εικασία του Γκόλντμπαχ προσεχτούν διεθνώς. Και αν σε αυτές τις δύο περιπτώσεις η πίεση των γεγονότων τούς ανάγκασε να κάνουν, μουδιασμένα, μια κάποια στροφή, σε πλήθος άλλες εμμένουν στην εχθρότητά τους προς ό, τι μυρίζει πραγματολογία, στοχασμό, πολιτικότητα με την ευρεία έννοια και απομακρύνεται από την «καθαρή λογοτεχνία», σύμφωνα με τον εκπληκτικό όρο που επινόησε η Ελισάβετ Κοτζιά για να εγκωμιάσει το τελευταίο μυθιστόρημα του Θανάση Χειμωνά. Έτσι, ενώ δοξάζονται ξομπλιαστές ασημαντολογίες γύρω από τον ιδιωτικό μικρόκοσμο, υποτιμήθηκε ο αιρετικός, ποιητικός ιστορικός στοχασμός του Βασίλη Γκουρογιάννη· περιφρονήθηκαν τα πρώτα μυθιστορήματα του Μίμη Ανδρουλάκη, που, συνδυάζοντας με σπαρταριστό τρόπο μυθοπλασία και δοκίμιο, έφερναν στη λογοτεχνία μας έναν φρέσκο αέρα σύγχρονου προβληματισμού· αγνοήθηκε το πιο ώριμο μυθιστόρημα για την ελληνική τρομοκρατία, Η μανία με την άνοιξη του ΄Αρη Μαραγκόπουλου· προσπεράστηκε η ανατρεπτική σάτιρα του Νίκου Κουνενή, όπως παλιότερα του πρόωρα χαμένου Κώστα Κοντοδήμου· σνομπαρίστηκε ο τρυφερός, σπαρακτικός αναρχισμός του Σάκη Σερέφα· απορρίφθηκε με υποχονδριακή αυστηρότητα ένα από τα πιο πρωτότυπα, ζωντανά και οικουμενικής πνοής ελληνικά μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων, οΜεγάλος Αμπάι
Tuesday, October 14, 2008
Σε τούτα τα Μπαλκάνια...
Του Παντελή Μπουκάλα, Η Καθημερινή, Tρίτη, 14 Oκτωβρίου 2008
Δημοσθένης Κούρτοβικ: «Τι ζητούν οι βάρβαροι». Εκδόσεις «Ελληνικά Γράμματα», 2008, σελ. 308.
Ο,τι με τον καιρό αποβαίνει επίσημο «εθνικό αφήγημα» κάθε λαού δεν μπορεί παρά να είναι δοξαστικό και δικαιωτικό. Στη λαμπρή επιφάνειά του, οι γκρίζες στιγμές, αυτές που δεν περιποιούν τιμή ή αφήνουν το περιθώριο για διαφορετικές και στενόχωρες ερμηνείες, θα βρουν θέση στον πυθμένα της σελίδας, σε υποσημειώσεις με γράμματα μικρά, δυσδιάκριτα. Αλλά ακόμα κι αυτό δεν γίνεται πάντοτε· η επιβεβλημένη εθνική ορθότητα, ο κομφορμισμός, η δυσφορία, που προκαλεί η υποχρέωση της αυτοκριτικής, δεν το επιτρέπουν. Ετσι, όσο πρόθυμοι και ικανοί εμφανιζόμαστε στον έλεγχο του «εθνικού αφηγήματος» άλλων λαών, με τη διαδρομή των οποίων διασταυρώθηκε η δική μας πορεία ή όχι, τόσο δυσκολευόμαστε να προβούμε (ή να ανεχτούμε) σε μια μάλλον κoπιαστική και επώδυνη αυτοανάγνωση και αυτοαναγνώριση, που αρνείται το έτοιμο σχήμα, το δοξαστικό και δικαιωτικό όπως είπα.
Η μάχη για το βιβλίο της «Ιστορίας» της έκτης δημοτικού, για παράδειγμα, δεν δόθηκε για το αν ήταν σε σωστά και ωραία ελληνικά γραμμένο (αν δηλαδή το «συνωστίστηκαν» εκείνο ήταν αδύναμο ή και μειωτικό) αλλά για το αν ήταν η σωστή Ιστορία. Και σωστή Ιστορία υπάρχει μόνο μία, ως γνωστόν: η δική μας. Επίσης γνωστό είναι ότι η σύγκρουση για την «ορθότητα» κρατάει από πολύ παλιά, τουλάχιστον από τον καιρό που ο Πλούταρχος (αν ήταν όντως αυτός ο γράψας, όπως εικάζεται) αφιέρωνε ολόκληρο σύγγραμμα για να «αποδείξει» και προπάντων να ελεεινολογήσει την «κακοήθεια» του Ηροδότου, του πατέρα της ιστορίας κατά τα λοιπά, ο οποίος επικρίνεται εκεί για αμβλυμένη ελληνική συνείδηση, ή περίπου.
Συνοδοιπόρος της εθνικής ιστοριογραφίας είναι η εθνικώς ορθή λογοτεχνία, η οποία ενίοτε γίνεται οδηγητής και τροφοδότης της, όταν οι θρύλοι που αναδεικνύονται από τη λογοτεχνική φαντασία, αναβαθμίζονται σε αναμφισβήτητα πειστήρια από ιστοριογράφους και γίνονται πλέον παράγραφοι, ιστορικής υποτίθεται αξίας, της μεγάλης κανονικής αφήγησης. Σε άλλες περιπτώσεις ωστόσο η λογοτεχνία, όταν αναπλάθει και ανασυντάσσει, με τη δική της ύλη και τη δική της μέθοδο, τη διαδρομή μιας προσωπικότητας, μια ιστορική περίοδο ή ακόμα και την εσωτερική ζωή ενός κόμματος, αποδεικνύεται ισχυρότερος προβολέας από την προκάτ ιστοριογραφία και οπωσδήποτε περισσότερο ωφέλιμος σε βάθος χρόνου: στο κάτοπτρο που ετοιμάζει, βλέπουμε μια μορφή λιγότερο όμορφη, λιγότερο σίγουρη κι αυτάρεσκη - κι αυτό τουλάχιστον απαγορεύει να πέσουμε σε βύθος, το βύθος του ναρκισσισμού.
Το μυθιστόρημα «Τι ζητούν οι βάρβαροι» του πεζογράφου, δοκιμιογράφου και κριτικού Δημοσθένη Κούρτοβικ (γεν. 1948) συντάσσεται προγραμματικά με αυτήν ακριβώς τη λογοτεχνική παράδοση, μάλλον μειονοτική: την παράδοση του κριτικού και αυτοκριτικού λόγου που, όταν καταπιάνεται με ιστορικά συμβάντα, δεν αφήνει ποτέ στην άκρη τη σκέψη ότι, ακόμα κι αν η ιστορία είναι μία (για τους θεούς προφανώς, που παρακολουθούν από το ψηλό βουνό τους την ανθρώπινη περιπέτεια, αδιάφοροι κι όταν αποφασίζουν να εμπλακούν), οι θνητοί, σαν παραγωγοί της ιστορίας αλλά και δέσμιοί της, έχουν πολλούς τρόπους να τη δουν: ο καθένας και το σύνορό του, άρα και το βλέμμα του.
Πρόκειται λοιπόν για ένα μυθιστόρημα ιδεών, ή ιδεολογίας, που, ευθαρσώς, δεν κρύβεται και δεν κρύβει και το οποίο, για να υπηρετήσει την κινητήρια σκέψη, αφήνει ορισμένους ήρωες κάπως ασχημάτιστους, ή μάλλον σχηματικούς, σαν φορείς ιδεών περισσότερο παρά σαν ανθρώπους που ζουν τα πάθη τους (ως προς αυτό, η προσθήκη ερωτικών επεισοδίων δεν ωφελεί ιδιαίτερα την καθαυτό πλοκή). Το βασικό για τον Κούρτοβικ είναι να δείξει (πού τα «βαλκανικά φαντάσματα» και ποιες οι «ιστορικές φαντασιώσεις»). Τα πρόσωπά του, συγγραφείς από διάφορες χώρες των Βαλκανίων, λειτουργούν σαν αχθοφόροι της εθνικής μνήμης της πατρίδας τους, έτσι όπως σχηματίστηκε στο πέρασμα των χρόνων με πρώτη ύλη την προκατάληψη. Κι ίσως μια κάποια «άρνηση του λογοτεχνικού» (ή μια αναγνώριση της αδυναμίας της λογοτεχνίας) να θέλει να υποδηλώσει η προκαταρκτική φράση του συγγραφέα «Ούτε είμαι λογοτέχνης ούτε φιλοδοξώ να γίνω», η οποία υπάρχει στην ασυνήθιστη για μυθοπλασία «Εισαγωγή (ή ίσως επίμετρο)» του συγγραφέα, και την οποία τη διαβάζω σαν κάτι περισσότερο από παιχνίδισμα, αυτοσαρκαστικό ή αυτοανατρεπτικό, σαν κάτι διαφορετικό από επίκληση αυθεντικότητας.
Τόπος, λοιπόν, του μυθιστορήματος είναι τα Βαλκάνια, και ειδικότερα η φανταστική κωμόπολη Τυρίμμεια (ή Γαζέτεπε τουρκιστί ή Κρασνίτσα όπως την ονομάζουν «χαμηλόφωνα» μερικοί ντόπιοι), «όχι μακριά από τη συμβολή των συνόρων της Ελλάδας, της Βουλγαρίας και της νυν και αεί πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» (στο βιβλίο η FYROM υπάρχει και με το «όνομα» «Ξερεισποιά»). Εκεί, με αφορμή τα εκατό χρόνια του λεγόμενου Μακεδονικού Αγώνα, «της πρώτης σύγκρουσης των βαλκανικών εθνικισμών γύρω από τη Μακεδονία», καταφτάνουν «καθ’ υποτροπήν Βαλκάνιοι» λογοτέχνες για να διεκδικήσουν το «νέο αναβαθμισμένο βραβείο Interbalkan». Πρόεδρος της κριτικής επιτροπής, τα μέλη της οποίας δεν έχουν προετοιμαστεί με ιδιαίτερη επιμέλεια (ακούμε εδώ έναν ψόγο για τα λογοτεχνικά μας καθέκαστα) είναι «ο διεθνώς γνωστός συγγραφέας Αργύρης Χρυσικός, εγκατεστημένος εδώ και δεκαετίες στο Παρίσι». Γιος δασκάλου από τα Τρίκαλα, βρέθηκε στη Δράμα όταν μετατέθηκε ο πατέρας του κι εκεί γνώρισε τη Μακεδονία, «γη των θαυμάτων, γη των τεράτων», θυμάται δε ότι «πουθενά δεν είχε δει τόσο άσχημη φτώχεια όσο τότε στη Μακεδονία. Στην άλλη, την “κάτω από τ’ αυλάκι” Ελλάδα, η φτώχεια ήταν μια εξοργιστική αδικία της τύχης» (ίσως εδώ να εννοείται η κάτω απ’ τα Τέμπη Ελλάδα, γιατί το «κάτω από τ’ αυλάκι» την περιορίζει στην Πελοπόννησο).
Τα προβλήματα της κριτικής επιτροπής αρχίζουν όταν τα μέλη της συνειδητοποιούν ότι τρία από τα οχτώ συναγωνιζόμενα μυθιστορήματα (το ελληνικό, το βουλγαρικό και το σερβικό) αφηγούνται το ίδιο περιστατικό, έναν ματωμένο μακεδονικό γάμο τις παραμονές του Δευτέρου Βαλκανικού πολέμου, το 1913· τότε τρεις αξιωματικοί, ένας Ελληνας, ένας Βούλγαρος κι ένας Σέρβος, φτάνουν σαν κουμπάροι σε κάποιο μακεδονικό χωριό και συνεργάζονται στην επισκευή μιας γέφυρας που μόλις την είχε καταστρέψει μια φονική βόμβα, ριγμένη από άγνωστης ταυτότητας αεροπλάνο.
Καθόλου περίεργο στην ιστοριογραφία (αρκεί να συγκρίνουμε τα σχολικά βιβλία Ιστορίας των βαλκανικών χωρών) και καθόλου ασυνήθιστο στη λογοτεχνία (όπου το ίδιο μικροσυμβάν εξιστορείται με σφόδρα διαφορετικούς τρόπους από όσους το έζησαν), τα τρία ενδομυθιστορηματικά μυθιστορήματα δεν διαφέρουν μόνο ως προς τη λογοτεχνική τους ταυτότητα (υπό μορφήν ανευρεθέντος ντοκουμέντου το ελληνικό, γραμμένο στην καθαρεύουσα, μαγικορεαλιστικό ή λυρικά αφηγηματικό το βουλγαρικό, πειραματιζόμενο το σερβικό, δίκην σταυρολέξου) αλλά, κυρίως, ως προς τη σκοπιά τους, την οπτική τους γωνία. Υστερα από αλλεπάλληλες ψηφοφορίες, και για «να μην προσυπογράψει την ιστορική εκδοχή» κανενός από τα τρία μυθιστορήματα που αναπλάθουν το ίδιο «αμάρτυρο» περιστατικό, η κριτική επιτροπή ξεγλιστράει βραβεύοντας το τούρκικο έργο, «ένα σοροπιαστό οθωμανικό μελό».
Ισως οι πιο κρίσιμες σελίδες του βιβλίου είναι εκείνες οι τέσσερις (208-211) που απαρτίζουν μια οιονεί νέκυια σε μικρογραφία, όπου οι ψυχές δύο σκοτωμένων αδελφών, του Αντόν και του Φώτη, μιλούν στον ανήλιαγο κόσμο τους για τους «γραφιάδες», το «εμπόριο Ιστορίας» και το «εμπόριο μνήμης». Οι σκοτωμένοι του πολέμου (ο ένας είχε αυτοπροσδιοριστεί Βούλγαρος, ο άλλος Ελληνας) θυμούνται το σόι τους και τον «ντέντο» τους, τον παππού τους, και το κουβεντολόι τους το συνοψίζει τούτη η φράση: «Οσο πιο αβέβαιη γίνεται μια αλήθεια τόσο φανατικότεροι γίνονται οι πιστοί της».
Το φανατισμό και το «παλιό χτικιό» των Βαλκανίων θέτει στο στόχαστρό του ο Δημοσθένης Κούρτοβικ σε τούτο το κριτικά αναστοχαστικό και απερίστροφα πολιτικό μυθιστόρημα που εγκιβωτίζει τρία μικρότερα, και ταυτόχρονα ενσωματώνει. Και πετυχαίνει το στόχο του, αφού, παρότι ο λογοτεχνικός σκελετός καταπονείται από την περίπλοκη επεξεργασία και το πολιτικό βάρος, τελικά αντέχει και αποδίδει διαυγή την άποψη του συγγραφέα τόσο για την ίδια τη λογοτεχνία όσο και για την ιστορία (ή ιστοριογραφία), μια άποψη που διατυπώνεται με σαρκαστική ή και χλευαστική οξύτητα.
Saturday, October 4, 2008
«Και έζησαν αυτοί καλά...» - Ενα σύγχρονο παραμύθι σ’ ένα βιβλιοπωλείο
Του Νικου Παναγιωτοπουλου*, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Σάββατο, 4 Oκτωβρίου 2008
Σ’ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο, τις προάλλες, δύο νέες κοπέλες, καλοβαλμένες, στέκονται μπροστά στα ράφια της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας - μάλλον κατά λάθος. Η μία πιάνει στα χέρια της το τελευταίο βιβλίο του Δημοσθένη Κούρτοβικ. Η άλλη δυσανασχετεί, αλλά για να διασκεδάσει την αναμονή, ρίχνει μια απρόθυμη ματιά στο οπισθόφυλλο. Εξανίσταται: «Εγώ δεν διαβάζω ελληνικά. Δεν θέλω να μιζεριάζω, ρε παιδί μου...» Η πρώτη αναγνωρίζει αυτομάτως το δίκιο της δεύτερης κι αφήνει το βιβλίο στη θέση του. Αργότερα την ίδια μέρα, η κοπέλα που με κουρεύει, αξιέραστη και ικανή επαγγελματίας, παρακολουθεί -ενώ με κουρεύει! - την είδηση για το μεγάλο πείραμα στο CERN. Αγριεύει: «Πεταμένα λεφτά! Αντί να τα δώσουν στον κοσμάκη που πεινάει...». Την κοιτάζω μέσ’ απ’ τον καθρέφτη: «Γιατί πεταμένα; Λίγο θα είναι να μάθουμε πώς είναι φτιαγμένος ο κόσμος;», τη ρωτάω. «Ασε με, μωρέ... Τι θα κερδίσω; Εγώ να περνάω καλά θέλω...».
* Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος είναι συγγραφέας και σεναριογράφος.
Friday, February 29, 2008
"Ελευθεροτυπία": αποκόμματα...
[Ελευθεροτυπία, 29/2/2008]
Η λυρική ποίηση ενός «πικραγαπημένου». Ο Χριστόφορος Λιοντάκης μετέφρασε Γκιγιόμ Απολινέρ. Η σχέση του 63χρονου ποιητή Χριστόφορου Λιοντάκη με τη μετάφραση της γαλλικής λογοτεχνίας κρατάει από τα χρόνια της δικτατορίας. «Ηταν σαν ένα καταφύγιο στο άνυδρο τοπίο που ζούσαμε τότε», θυμάται. Το πρώτο έργο που μετέφρασε και κυκλοφόρησε σε βιβλίο, είναι το μυθιστόρημα του Σταντάλ «Αρμάνς» («Ηριδανός»). Εκτοτε, συνομίλησε ως ποιητής με κορυφαία κείμενα του Ζενέ, του Ελιάρ, του Πονζ, του Βαλερί, του Μπονφουά. Πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησε μια επιλογή ποιημάτων του Γκιγιόμ Απολινέρ με τον τίτλο «Σαλτιμπάγκοι και άλλα ποιήματα» («Γαβριηλίδης»)… [Βασίλης Κ. Καλαμαράς].Ενας ρεαλιστής του «φανταστικού». Ο 38χρονος Βασίλης Αμανατίδης, γεννημένος και
μεγαλωμένος στη Θεσσαλονίκη, έχει δύο ιδιότητες: του ποιητή και του διηγηματογράφου. Εχει στο ενεργητικό του πέντε ποιητικές συλλογές και δύο συλλογές διηγημάτων. «Ο σκύλος της Χάρυβδης» («Καστανιώτης») περιλαμβάνει έντεκα ιστορίες με καθημερινούς ήρωες, που προσπαθούν να υπερβούν τις συνήθειές τους… [Του Βασίλη Κ. Καλαμαρά]Σέξπιρ σε μπαλονάκια. «Είναι στιλέτο αυτό μπροστά μου;» Το κάδρο κλείνει στενό στα μάτια, σε στιλ Σέρτζιο Λεόνε. Και το στιλέτο είναι εκεί, γυαλίζει, σχεδόν λάμπει, μέσα στο αίμα που στάζει, γεμίζοντας ολόκληρο το κάδρο που ακολουθεί. Τα απειλητικά πρόσωπα χάνονται στη σκιά και ο Μάκβεθ έχει άλλη μια φορά πιάσει ένα κοινό που του ξέφευγε από τον... λαιμό… [Του Βαγγέλη Βαγγελάτου]